Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα σε ναρκισσισμό και αυτοεκτίμηση;


“Το χειρότερο που μπορεί να
συμβεί σε κάποιον είναι να μην αγαπά τον εαυτό του”

Βόλφγκανγκ Γκαίτε

“Καλημέρα, είμαι ο Αλέξανδρος”.

Κάθε φορά που συναντούμε κάποιον, κάνουμε χειραψία και συστηνόμαστε, εκπέμπουμε μία σειρά από μηνύματα -λεκτικά και μη- που δίνουν σημαντικά στοιχεία για το άτομό μας και τα οποία ο άλλος αντιλαμβάνεται άμεσα και διαισθαντικά. Η στάση του σώματός μας, το αν ή πόσο σφίγγουμε το χέρι του άλλου, ο τρόπος που χαμογελούμε, ο τόνος και η ένταση της φωνής μας, το ντύσιμό μας, εάν κοιτούμε τον άλλον στα μάτια ή όχι κ.τ.λ., όλα αυτά και άλλα πολλά εκπέμπουν μηνύματα για την αυτοεκτίμησή μας και για το είδος του ατόμου που είμαστε, κάτι που καθορίζει και τον τρόπο που θα εξελιχθεί, στη συνέχεια, η επικοινωνία μας με τον άλλον. Κάποιοι εκπέμπουμε μηνύματα που είναι αρκετά σαφή, ενώ κάποιοι άλλοι μηνύματα συγχυτικά και αντιφατικά, χωρίς να συνειδητοποιούμε αν και με ποιον τρόπο αυτό συμβαίνει. Η πρώτη εντύπωση που εισπράττουμε από κάποιον χρειάζεται, μερικές φορές, να τροποποιηθεί στη συνέχεια, στις περισσότερες περιπτώσεις όμως, αποδεικνύεται -για κάποιον περίεργο λόγο- εκκωφαντικά σωστή.

Η χαμηλή αυτοεκτίμηση αντιπροσωπεύει, συχνά, την ύπαρξη ενός εσωτερικού διαλόγου στον οποίο, συνήθως, κατακρεουργούμε τον ίδιο μας τον εαυτό, για αυτό που είναι και για τα όσα κάνει. Αυτό είναι για πολλούς τόσο σύνηθες που δεν συνειδητοποιούν καν πως υπονομεύουν συνεχώς τον ίδιο τους τον εαυτό. Η χαμηλή αυτοεκτίμηση συνδέεται πάντα με αρνητικές εικόνες εαυτού οι οποίες διαβρώνουν τα θεμέλια της αυτοεκτίμησής μας και παγιώνουν την αίσθηση απαξίας για τον εαυτό μας.

Δεν είναι λίγες οι φορές που οι όροι “ναρκισσισμός” και “αυτοεκτίμηση” χρησιμοποιούνται, στον καθημερινό λόγο, ως συνώνυμα, παρά τις μεγάλες διαφορές που υπάρχουν μεταξύ τους. Ποια είναι, αλήθεια, η κύρια διαφορά ανάμεσα σε αυτούς τους δύο όρους; Θα μπορούσαμε να πούμε πως ο ναρκισσισμός προσπαθεί να επιβληθεί διαμέσου της επίδειξης, ενώ η αυτοεκτίμηση απλά και μόνο με την ίδια της την ύπαρξη…

Ίσως ο καλύτερος τρόπος να διαπιστώσει κάποιος αν ένα άτομο έχει απλά καλή αυτοεκτίμηση ή ανήκει στο ναρκισσιστικό φάσμα είναι να του θέσουμε το ερώτημα: “Μπορείς να περιγράψεις πως ένιωσες στις καλύτερές σου στιγμές;”. Ένα άτομο με καλή αυτοεκτίμηση μπορεί, συνήθως, να λεκτικοποιεί τις καλύτερές του στιγμές, συμπεριλαμβάνοντας στην αφήγησή του τον τρόπο που επέλεξε για να πετύχει τους στόχους του, το είδος και το μέγεθος της προσπάθειας που κατέβαλε, αυτούς που τυχόν  τον στήριξαν/βοήθησαν κ.τ.λ. Ένα άτομο, όμως, με κάποιου είδους ναρκισσιστική προβληματική θα αρκεσθεί σε μια ωραιοποίηση και υπερμεγέθυνση της προσπάθειάς που κατέβαλε -και που θεωρεί πως τον αναβαθμίζει στα μάτια των άλλων-, δείχνοντας μεγάλη υπερηφάνεια και αυταρέσκεια, επειδή απλά θεωρεί πως είναι καλύτερο όλων.

Δύο εκδοχές ναρκισσισμού

Ο ναρκισσιστής εστιάζεται έντονα στον εαυτό του, επιζητώντας συνεχή επιβεβαίωση για τη μοναδικότητά του. Τα πράγματα, όμως, δεν είναι τόσο απλά. Οι έρευνες έχουν καταδείξει πως τα άτομα, με διαφόρων μορφών και διαβαθμίσεων ναρκισσιστικές διαταραχές και στοιχεία, δεν αποτελούν μία ομοιογενή ομάδα αλλά διαχωρίζονται σε δύο κατηγορίες. Η μία είναι η αποκαλούμενη “μεγαλειώδης” και η άλλη η “ευάλωτη” εκδοχή.

Κύρια χαρακτηριστικά των ατόμων που ανήκουν στην “ευάλωτη” εκδοχή είναι ένα αίσθημα ανημπόριας, η αίσθηση κενού και μια έντονα αυτοκριτική διάθεση. Τα άτομα με μεγαλειώδη ναρκισσισμό προσδοκούν ή σχεδόν απαιτούν μια ιδιαίτερη μεταχείριση, επειδή θεωρούν πως είναι καλύτερα/σημαντικότερα όλων των άλλων, ενώ τα άτομα που ανήκουν στην “ευάλωτη” εκδοχή προσδοκούν να έχουν ιδιαίτερη μεταχείριση, επειδή είναι ευάλωτα.  Η κύρια διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις δύο εκδοχές είναι πως ο ευάλωτος ναρκισσιστής προσπαθεί, και καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό, να καμουφλάρει την αίσθηση μεγαλείου του πίσω από ένα προπέτασμα μετριοπάθειας, “καλών” συμπεριφορών και επίπλαστου, ως επί το πλείστον, ενδιαφέροντος και έγνοιας για τους άλλους. Ως παραδείγματα, μπορούμε να αναφέρουμε τον στοργικό ιερέα, την “καλή” νοσοκόμα ή τον “καλό” Σαμαρίτη, τον “φιλάνθρωπο” πολιτικό ή το πλούσιο άτομο που “ενδιαφέρεται για διάφορες ευάλωτες ομάδες” κ.ά. Φυσικά, δεν εννοούμε πως ο καθένας ή η καθεμία από τα άτομα αυτά κρύβει απαραίτητα έναν νάρκισσο εντός του.

Ναρκισσισμός

Τα άτομα που ανήκουν στην “ευάλωτη” εκδοχή του ναρκισσισμού μπορεί αρχικά να μας εντυπωσιάσουν και να μας γοητεύσουν. Μία μεγαλύτερης διάρκειας επαφή μαζί τους, όμως, δημιουργεί συχνά μια αίσθηση εκνευρισμού και δυσφορίας. Είναι σαν τα άτομα αυτά να εισβάλουν  μέσα μας και, με κάποιον τρόπο, να επιβάλλονται. Η “καλοσύνη”, η “προθυμία” και η “γενναιοδωρία” τους σου στέκονται στο λαιμό. Κάποια στιγμή, αρχίζουμε να έχουμε την αίσθηση πως όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που επιδεικνύουν δεν είναι ούτε αυθεντικά ούτε αλτρουιστικά.

Αντίθετα, η μεγαλειώδης εκδοχή ναρκισσισμού είναι πολύ ευκολότερα αναγνωρίσιμη. Εδώ, δεν υπάρχει κανενός είδους μετριοπάθεια ή προσπάθεια του ατόμου να αποκρύψει το ποιος πραγματικά είναι. Ένας αυθεντικός ναρκισσιστής δεν θα έλεγε, για παράδειγμα, “Όταν θα πεθάνω” αλλά “Εάν θα πεθάνω”. Κάνουν τα πάντα, χωρίς ίχνος συστολής ή διάθεσης λογοκρισίας, προκειμένου να εισπράξουν την επιβεβαίωση που τόσο ανάγκη έχουν, καθώς αποτελεί την απαραίτητη τροφή του ναρκισσισμού τους. Αυτοπροβάλλονται και διαφημίζουν ασύστολα τη μοναδικότητα και τα κατορθώματά τους, χωρίς το παραμικρό ενδιαφέρον για τους άλλους. Η ανάγκη τους για επιβεβαίωση από τους άλλους είναι απύθμενη, έλκονται από κάθε τι που εμπεριέχει ανταγωνισμό, διψούν για εξουσία και προτιμούν να προκαλούν το φόβο παρά τη συμπάθεια των άλλων. Η οποιαδήποτε κριτική προς το πρόσωπό τους ερμηνεύεται ως ζήλεια προς το πρόσωπό τους ή απορρίπτεται ως ανοησία.

Τα άτομα με ναρκισσιστική διαταραχή, παρά την απουσία ενσυναίσθησης για τους άλλους, δεν θα πρέπει να συγχέονται με άτομα που έχουν ψυχοπαθητική προσωπικότητα (ψυχοπαθείς). Ανάμεσά τους υφίσταται μία σαφής διαφορά. Οι ψυχοπαθητικές προσωπικότητες αδιαφορούν πλήρως για το τι λένε ή πιστεύουν οι άλλοι, δηλαδή η κοινωνία, για το άτομό τους. Οι ναρκισσιστές, αν και αδιαφορούν, στην ουσία, για τους άλλους, δεν αδιαφορούν καθόλου για τη γνώμη τους. Εξαρτώνται από αυτήν, τρέμουν την περιθωριοποίηση και δεν θα άντεχαν με τίποτα τυχόν φυλάκισή τους.

Ο μεγαλειώδης ναρκισσισμός και η ναρκισσιστική ευαλωτότητα διαχωρίζονται, με τη σειρά τους -ανάλογα με τον τρόπο που εκδηλώνονται- σε δύο επιπλέον υποομάδες, τον ανοιχτό και τον συγκαλυμμένο ναρκισσισμό. Τον ανοιχτό ναρκισσισμό χαρακτηρίζει η εξωστρέφεια, η επιθετικότητα, η υπερβολική σιγουριά για τον εαυτό και μια μεγάλη ανάγκη για την επιβεβαίωση  των άλλων. Οι σύντροφοι των ατόμων της ομάδας αυτής τα χαρακτηρίζουν ως άτομα παρορμητικά, επιθετικά, υπεροπτικά και αντιδραστικά. Ο συγκαλυμμένος ναρκισσισμός χαρακτηρίζεται από εσωστρέφεια, υπερευαισθησία, άγχος και διαφόρων μορφών αμυντικές συμπεριφορές. Οι σύντροφοι των ατόμων της ομάδας αυτής τα χαρακτηρίζουν ως άτομα επιφυλακτικά και με χαμηλή αυτοεκτίμηση.

Ναρκισσιστική διαταραχή

Φυσιολογικός ναρκισσισμός

Θα πρέπει να τονίσουμε πως ναρκισσιστικά στοιχεία  υπάρχουν, ευτυχώς, στον καθένα μας χωρίς να δημιουργούν απαραίτητα κάποια προβλήματα στον τρόπο που λειτουργούμε ως άτομα. Είναι, για παράδειγμα, φυσιολογικό να επιζητούμε -ιδιαίτερα αν έχουμε καταβάλει σημαντική προσπάθεια- μια επιβράβευση ή αναγνώριση της προσπάθειάς μας αυτής. Καλή αυτοεκτίμηση σημαίνει να τρέφουμε μια μετριοπαθή αγάπη για τον εαυτό μας και να τον βλέπουμε με θετική θωριά, επιείκεια και συγκατάβαση. Αν αυτό συμβαίνει, σημαίνει πως υπάρχει εντός μας μια ναρκισσιστική ισορροπία.

Ο ναρκισσισμός δεν είναι παρά η ικανότητα να αγαπούμε τον εαυτό μας. Η αγάπη, όμως, προς τον εαυτό δεν σημαίνει αυτομάτως και ικανότητα αγάπης προς τους άλλους.  Ο παθολογικά νάρκισσος μπορεί απλά να ερωτευθεί, όχι όμως και να αγαπήσει, να αναπτύξει, δηλαδή, βαθύτερα αισθήματα για άλλους. Εκτός, λοιπόν, από την αγάπη προς τον εαυτό, χρειάζεται, ταυτόχρονα, να διαθέτουμε την απαραίτητη προσωπική και συναισθηματική ωριμότητα, αλλά και την ικανότητα να μπαίνουμε στη θέση των άλλων, ώστε να είμαστε σε θέση να δημιουργούμε διαπροσωπικές σχέσεις που να χαρακτηρίζονται από αλληλοσεβασμό και αμοιβαιότητα. Η αγάπη προς τον εαυτό αποτελεί, απλά, ένα πρώτο βήμα. Αυτό είναι κάτι πολύ διαφορετικό από το να είμαστε εγωκεντρικοί και εγωιστές. Για να το πούμε απλά, ο φυσιολογικός ναρκισσισμός διαφέρει από τον παθολογικό στο ότι, στον δεύτερο, τα ναρκισσιστικά στοιχεία είναι ακραία και ανεξέλεγκτα, η δε ανάγκη για επιβράβευση, επιβεβαίωση, αναγνώριση και θαυμασμό αποτελεί αυτοσκοπό, χωρίς καν να έχει καταβληθεί η οποιαδήποτε προσπάθεια για να έχουν κάποια βάση ή “νομιμοποίηση”οι “απαιτήσεις” αυτές.

Στις μέρες μας και στην καθημερινή χρήση του λόγου, συγχέεται συχνά η φυσιολογική αγάπη για τον εαυτό με τον παθολογικό ναρκισσισμό, με συνέπεια ο όρος “ναρκισσισμός” να έχει αναχθεί σε ενός είδους βρισιά.

Τι είναι η αυτοεκτίμηση;

Αυτοεκτίμηση είναι η βασική αίσθηση που έχουμε οι ίδιοι για τον εαυτό μας. Αποτελεί μέρος της αυτογνωσίας μας και δείκτη του πόσο πολύ εκτιμούμε τον εαυτό μας. Αντιπροσωπεύει τη συναισθηματική σχέση που έχουμε με τον εαυτό μας, όσον αφορά στο μέγεθος του αισθήματος  εσωτερικής ικανοποίησης που νιώθουμε, στην εμπιστοσύνη που τρέφουμε προς αυτόν και στο πόσο τον αξιολογούμε. Η αυτοεκτίμησή μας επηρεάζει, μεταξύ άλλων, τη συναισθηματική μας κατάσταση, τα κίνητρά μας, την προσωπική μας εξέλιξη, την ψυχική υγεία και το ευ ζην μας και παραμένει, συνήθως, σταθερή στη διάρκεια της ζωής μας, με ενδιάμεσες αυξομειώσεις.

Καλή αυτοεκτίμηση σημαίνει πως, γενικά, αισθανόμαστε καλά με τον εαυτό μας, αποδεχόμαστε αυτό που είμαστε, έχουμε αυτοσεβασμό, τολμούμε να βάζουμε όρια -όταν το κρίνουμε αναγκαίο-, δεν επιτρέπουμε στους άλλους να μας μειώνουν ή να μας προσβάλλουν και δεν βάζουμε συστηματικά στην άκρη τις δικές μας ανάγκες για χάριν του οποιουδήποτε μας ζητά διαφόρων ειδών “εξυπηρετήσεις”. Καλή αυτοεκτίμηση στις ερωτικές/συντροφικές σχέσεις σημαίνει πως δεν γαντζωνόμαστε απεγνωσμένα στον Άλλον, ούτε παρερμηνεύουμε συστηματικά τις προθέσεις, τις αντιδράσεις ή τα αισθήματά του. Καλή αυτοεκτίμηση δεν σημαίνει αίσθημα υπεροχής έναντι των άλλων, αλλά πως έχουμε την πεποίθηση πως αυτό που είμαστε έχει μια σταθερή αξία και πως είμαστε ευχαριστημένοι με τον εαυτό μας όπως ακριβώς είναι, ανεξαρτήτως επιτευγμάτων.

Ένα άτομο με καλή αυτοεκτίμηση δεν φοβάται και δεν αποφεύγει την κριτική, γνωρίζει τα αδύναμες πλευρές  και τις όποιες ανεπάρκειές του, αποδεχόμενο πως και αυτές αποτελούν μέρος του εαυτού του, και δεν αισθάνεται πως η αξία του μειώνεται, σε περίπτωση που δεν τα καταφέρει καλά σε κάτι. Ένα άτομο με καλή αυτοεκτίμηση αποδέχεται, δηλαδή, όχι μόνο τα καλά στοιχεία που διαθέτει αλλά και τα όποια “μειονεκτήματά” του, επιτρέποντας στον εαυτό του να έχει και κάποιες “κακές στιγμές”, χωρίς να κατακλύζεται από αισθήματα ντροπής και ενοχής για αυτό. Έχει, επίσης, ρεαλιστικές απαιτήσεις και προσδοκίες από τον εαυτό του τις οποίες, συνηθέστατα, πραγματοποιεί.

Αυτοεκτίμηση

Η καλή αυτοεκτίμηση αποτελεί κίνητρο για νέες προκλήσεις, δημιουργώντας ένα ρεαλιστικό αίσθημα αισιοδοξίας πως όλα μπορούν να έχουν αίσιο τέλος. Τα άτομα με καλή αυτοεκτίμηση είναι δημιουργικά, αντλούν συνήθως χαρά από αυτό με το οποίο ασχολούνται και έχουν το σεβασμό των άλλων. Αντίθετα, τα άτομα με υβριδική αυτοεκτίμηση, δηλαδή με ναρκισσιστικά στοιχεία, γίνονται -αργά ή γρήγορα- αντιπαθή στους άλλους, δεν έχουν καλές και αυθεντικές σχέσεις και δεν εμπνέουν το σεβασμό του περίγυρού τους.

Με άλλα λόγια, η ύπαρξη καλής αυτοεκτίμησης είναι σαν να έχουμε εντός μας μια εσωτερική πυξίδα που μας καθοδηγεί και την οποία εμπιστευόμαστε. Ένα άτομο που διαθέτει αυτοεκτίμηση δημιουργεί ένα αίσθημα ασφάλειας σε αυτούς  με τους οποίους συνδιαλέγεται και συνυπάρχει, εκπέμπει μια ευχάριστη αύρα, έχει ενδιαφέρον και διάθεση να ακούει τους άλλους και είναι, γενικά, γενναιόδωρο μαζί τους. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η καλή αυτοεκτίμηση είναι σαν ένα είδος εσωτερικής άγκυρας, που δημιουργεί μια αίσθηση εσωτερικής σταθερότητας και ασφάλειας, αλλά και ικανότητας να πραγματοποιούμε τις επιθυμίες και τους στόχους μας.

Ένα άτομο με καλή αυτοεκτίμηση διαχειρίζεται ευκολότερα και αποτελεσματικότερα τις όποιες  δυσκολίες προκύψουν στη ζωή του, απ΄ότι κάποιος που δεν εκτιμά τον εαυτό του. Η καλή αυτοεκτίμηση θεμελιώνεται κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, όταν το παιδί νιώθει πως τα άτομα του άμεσου περιβάλλοντός του το αποδέχονται και το αγαπούν για αυτό που πραγματικά είναι, χωρίς προϋποθέσεις, προαπαιτούμενα ή υπερφίαλες επιβραβεύσεις για το τίποτα.

Τι είναι η χαμηλή αυτοεκτίμηση;

Η χαμηλή αυτοεκτίμηση είναι το αποτέλεσμα ενός εσωτερικού διαλόγου στον οποίο κυριαρχεί μια αυτοκριτική και επικριτική διάθεση απέναντι στον ίδιο τον εαυτό. Σκέψεις όπως “Πάλι ρεζίλι έγινες”, “Τίποτα δεν μπορείς να καταφέρεις” κ.τ.λ. είναι συχνές, ανακυκλώνοντας την κακή αίσθηση για τον ίδιο τον εαυτό που μπορεί να φθάσει στα όρια όχι μόνο της πλήρους απαξίωσης, αλλά ακόμα και της σκληρής αυτοτιμωρίας.

Όταν υπάρχουν κενά στο αίσθημα αυτοεκτίμησης, κυριαρχεί, σχεδόν μόνιμα, μια αίσθηση επικριτικής και αυτοακυρωτικής διάθεσης,  καθώς και μιας εσωτερικής ανησυχίας ή/και απειλής που μειώνουν αισθητά την ποιότητα ζωής. Η οποιαδήποτε σύγκριση με τους άλλους είναι σχεδόν ταπεινωτική έως και καταστροφική, καθιστώντας το άτομο ευάλωτο απέναντι στο άγχος, στην ανησυχία, στην ένταση και στην κατάθλιψη.

Η αυτοεκτίμησή μας δεν βασίζεται σε προνόμια όπως το να μας έχει προικίζει η φύση με μια ελκυστική εξωτερική εμφάνιση ή με ιδιαίτερα πνευματικά χαρίσματα. Οι ρίζες της αυτοεκτίμησης είναι πολύ βαθύτερες. Υπάρχουν εκατομμύρια άτομα με ανάλογα χαρίσματα που, αν και μπορεί να τα έχουν καταφέρει πολύ καλά στη ζωή τους, ζουν ένα εσωτερικό μαρτύριο, μη νιώθοντας καλά με τον εαυτό τους. Καμία επιβεβαίωση δεν τα δίνει ευχαρίστηση που να διαρκεί και, ως εκ τούτου, χρειάζονται συνεχή τροφοδότηση εκ των έξω. Μοιάζει σαν η ανάγκη επιβεβαίωσης που έχουν να είναι ακόρεστη. Ο μόνος τρόπος για να αλλάξει η συνθήκη αυτή είναι να καλυφθούν -μέσα από μια δουλειά με τον εαυτό και με τη βοήθεια ενός ψυχοθεραπευτή- “οι τρύπες” στη δομή του εαυτού ώστε να τροποποιηθούν οι υποσυνείδητες αρνητικές εσωτερικές εικόνες για τον εαυτό που ακυρώνουν πολύ σύντομα την όποια επιβεβαίωση/επιβράβευση/ικανοποίηση.

Καλή αυτοεκτίμηση

Οι συνέπειες μιας χαμηλής αυτοεκτίμησης

  • Αυτοκατηγορίες
  • Απαισιόδοξη στάση ζωής και κυριαρχία αρνητικών σκέψεων
  • Συνεχής σύγκριση με άλλους
  • Δυσκολία αποδοχής της εκτίμησης και των επιβραβεύσεων άλλων
  • Υψηλές απαιτήσεις από τον εαυτό και τελειοθηρία
  • Ανησυχία και άγχος ενόψει προκλήσεων και αλλαγών
  • Μόνιμη ανησυχία για ενδεχόμενη κριτική ή απόρριψη

Τα άτομα με κάποιου είδους ναρκισσιστική διαταραχή αντισταθμίζουν τη χαμηλή τους αυτοεκτίμηση με τη δημιουργία μιας εικόνας ενός μεγαλειώδους εαυτού και την παράλληλη προβολή όλων των αρνητικών τους πλευρών σε άλλους ώστε να νιώθουν πως οι ίδιοι είναι τέλειοι. Η οποιαδήποτε επισήμανση, ανάλογων με των δικών τους, αρνητικών πλευρών σε άλλους προκαλεί το θυμό, την απαξίωση και τη σκληρή κριτική τους προς τα άτομα αυτά, σε μια απεγνωσμένη προσπάθειά τους να ξορκίσουν το κακό από πάνω τους και να αφανίσουν -αν είναι δυνατόν από μπροστά τους- αυτό που τους θυμίζει τον ευάλωτο και μισητό εαυτό τους, τον οποίο δεν αντέχουν να βλέπουν. Ένας ναρκισσιστής δεν είναι, συνήθως, φυσικά επικίνδυνος, όπως ένας ψυχοπαθής, αλλά μόνο πνευματικά.

Η διαφορά ανάμεσα σε ένα άτομο με υψηλή αυτοεκτίμηση, που δεν είναι ναρκισσιστής, και ένα άτομο με ναρκισσιστική διαταραχή είναι πως το πρώτο αξιολογεί τις διαπροσωπικές σχέσεις. Για τον ναρκισσιστή, οι σχέσεις σημαίνουν απλά την ύπαρξη κάποιων από τους οποίους μπορεί να αντλεί θαυμασμό ή των οποίων η παρουσία δίπλα του θεωρεί πως τον αναβαθμίζει.

Μία ακόμα διαφορά είναι πως ένα άτομο με καλή αυτοεκτίμηση, σε αντίθεση με έναν ναρκισσιστή, δεν θεωρεί πως κάποιος υπερέχει κάποιου άλλου, αλλά απλά πως είναι διαφορετικός.

Αυτοεκτίμηση που βασίζεται σε επιδόσεις

Αυτού του είδους η αυτοεκτίμηση βασίζεται και επηρεάζεται από τις επιδόσεις κάποιου και από τη στάση του περίγυρου απέναντι σε αυτές, δηλαδή από το αν και κατά πόσο αυτές αξιολογούνται από τους άλλους. Αυτή η στάση έχει ως συνέπεια το άτομο να καταβάλει πάντα πολύ μεγάλη προσπάθεια για το οτιδήποτε και να εξουθενώνεται εξαιτίας της ανάγκης του να πρέπει να αποδεικνύει κάθε φορά την επάρκειά του.

Ένα άτομο με χαμηλή αυτοεκτίμηση δυσκολεύεται να βάζει όρια και να λέει “όχι”  στους άλλους. Για το λόγο αυτό, αναλαμβάνει υποχρεώσεις άλλων και εργάζεται πάνω από το κανονικό του ωράριο, κάτι που οδηγεί συχνά σε εργασιακή εξουθένωση και κατάθλιψη.

Επίλογος

Το κυνήγι μιας καλής αυτοεκτίμησης, τουλάχιστον έτσι όπως παρουσιάζεται από τα Μ.Μ.Ε. στις σύγχρονες κοινωνίες, πιθανότερο είναι να οδηγήσει σε αισθήματα ανεπάρκειας και στην υιοθέτηση αντισταθμιστικών ναρκισσιστικών στρατηγικών. Μια καλή αυτοεκτίμηση δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός, αλλά το αποτέλεσμα πολύπλοκων και πολυεπίπεδων διεργασιών που αρχίζουν από την πρώτη ημέρα της ζωής και οδηγούν -για να το πούμε πολύ απλά- σε μια αποδοχή και καλή αίσθηση του εαυτού για αυτό που είναι. Με άλλα λόγια, αυτό σημαίνει να είμαστε φιλικοί και επιεικείς τόσο με τον εαυτό μας όσο και με αυτούς που αγαπάμε.

Εάν εσύ που διαβάζεις αυτό το κείμενο σκεφθείς πως είσαι ένας ναρκισσιστής, να είσαι σίγουρος πως δεν είσαι! Ένας αυθεντικός ναρκισσιστής ποτέ δεν θα αναρωτιόταν. Θα ήταν βέβαιος πως ΔΕΝ είναι και όσα αναφέρονται περί ναρκισσισμού ΔΕΝ τον/την αφορούν…

Για την υπηρεσία online ψυχολόγος (online συνεδρίες) κάντε κλικ ΕΔΩ

Για ραντεβού στο γραφείο του Σάββα Ν. Σαλπιστή Ph.D. κάντε κλικ ΕΔΩ

 Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης

Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής

Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης

Share on Facebook


Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

 
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης