ΔΥΣΛΕΞΙΑ : Αιτιολογία, διάγνωση, πορεία, αντιμετώπιση

Δυσλεξία
Δυσλεξία

Γενικά

«Μπορείτε να φαντασθείτε. Πως. Σας πήρε ένα. Μπορείτε να φαντασθείτε πως σας πήρε ένα λεπτό για να διαβάσετε αυτή τη φράση. Καινακατανοήσετετιθέλειναπει. Ή ακόμα χειρότερα: να τη γράψετε…».

Περίπου αυτή είναι η καθημερινότητα πάρα πολλών παιδιών, όχι μόνο στη χώρα μας αλλά και σε ολόκληρο τον κόσμο. Οι ιδιοσυστασιακές/γενετικές δυσκολίες ενός παιδιού να αποκωδικοποιεί τα γράμματα της αλφαβήτου και να τα ταξινομεί σε ένα κείμενο που να είναι κατανοητό καθώς και η μειωμένη του ικανότητα να γράφει και να συλλαβίζει σωστά ονομάζεται δυσλεξία.

Ένας από τους βασικούς στόχους του σχολείου είναι να δίνει σε παιδιά και εφήβους τη δυνατότητα απόκτησης νέων γνώσεων και ικανοτήτων. Η απόκτηση γνώσεων, όμως, στο σχολείο είναι σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, απ΄ότι στην υπόλοιπη κοινωνία, συνδεδεμένη με το γραπτό λόγο. Η ελλιπής ικανότητα γραφής και ανάγνωσης γίνεται πολύ πιο ευδιάκριτη αλλά και δημιουργεί πολύ περισσότερα προβλήματα στο σχολικό περιβάλλον απ΄ότι οπουδήποτε αλλού στη ζωή. Εάν το σχολείο δεν έχει τη δυνατότητα να εντοπίζει και να βοηθά τα παιδιά που έχουν δυσκολίες γραφής και ανάγνωσης, τότε δημιουργεί γνωστικά κατώφλια που αναχαιτίζουν τη δυνατότητα τους να αποκτήσουν τις γνώσεις και τις ικανότητες εκείνες που απαιτούνται στην ενήλική τους ζωή.

 

Τι είναι η δυσλεξία;

Οι θεωρίες για την αιτιολογία της δυσλεξίας έχουν αλλάξει αρκετές φορές, στη διάρκεια των χρόνων που μελετάται συστηματικά. Από τη δεκαετία του 1970 και μετά, το μοντέλο που επικεντρώνει το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και που τυγχάνει της μεγαλύτερης αποδοχής μεταξύ των ειδικών είναι το λεγόμενο «φωνολογικό μοντέλο».

Η φωνολογία αφορά στην ικανότητα του εγκεφάλου να αντιλαμβάνεται την ακουστική δομή της γλώσσας. Δεν έχει καμία σχέση με την ακοή αλλά με τον τρόπο που ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται και διαχειρίζεται τη γλώσσα. Τα άτομα με δυσλεξία μπορεί να έχουν μία ή περισσότερες από τις παρακάτω δυσκολίες:

  1.  Ελλιπή φωνολογική συνειδητότητα: που σημαίνει πως κάποιος έχει δυσκολίες διάκρισης διαφόρων συγγενικών μεταξύ τους ήχων.  Αυτό διαφαίνεται από μια δυσκολία στην αντίληψη ομοιοκαταληξιών ή στη δημιουργία νέων λέξεων διαμέσου της αλλαγής διαφόρων  συλλαβών.
  2.  Ελλιπή φωνολογική εργασιακή μνήμη: που σημαίνει πως κάποιος δυσκολεύεται να θυμηθεί κάτι που μόλις πριν από λίγο διάβασε. Η  αρχή της λέξης ή η έννοιά της ξεχνιούνται πριν καν ο αναγνώστης την ολοκληρώσει.
  3.  Ελλιπή φωνολογική ανάκτηση λέξεων: που σημαίνει πως ο αναγνώστης χρειάζεται μεγάλο χρονικό διάστημα για να βρει τη λέξη που  διάβασε και το νόημά που αυτή έχει στο προσωπικό του λεξιλόγιο.

Και οι τρεις αυτές δυσκολίες μπορεί να εμφανισθούν ξεχωριστά η μία από την άλλη ή σε διάφορους συνδυασμούς και σε βαθμό που μπορεί να ποικίλει από άτομο σε άτομο. Είναι σαφές, πάντως, πως το συνηθέστερο πρόβλημα των ατόμων με δυσλεξία είναι ο συλλαβισμός και οι δυσκολίες για αβίαστη ανάγνωση και κατανόηση. Εκτιμάται πως μόνο το 10% όλων των ατόμων με δυσλεξία έχουν δυσκολίες και από τις τρεις αυτές παραμέτρους.

 Δυσλεξία

Δυσλεξία : Διάγνωση

Χαρακτηριστικά γνωρίσματα της δυσλεξίας

Στην ανάγνωση

–          Αργή, επιφυλακτική και συλλαβιστή ανάγνωση

–          Πολύ γρήγορη ανάγνωση, η συνέχεια μαντεύεται ή υπάρχουν διακοπές και επαναλήψεις της ανάγνωσης των ίδιων λέξεων

–          Παράλειψη ή λανθασμένη ανάγνωση μικρών λέξεων

–          Προσθήκη γραμμάτων (π.χ. πάνω-πιάνω) ή αντιστροφή ολόκληρων λέξεων (π.χ. όταν-νάτο)

–          Μπέρδεμα διαφόρων συμφώνων (π.χ. το «δ» με το «β» κ.τ.λ.)

 

Στη γραφή

–          Ανασφάλεια όσον αφορά στη μορφή και στον ήχο των γραμμάτων

–          Παράλειψη φωνηέντων ή αλλαγή συμφώνων

–          Παράλειψη καταλήξεων, τελειών και οξειών

–          Αντιστροφή γραμμάτων και αριθμών (π.χ. το ε με το 3)

–          Ασταθής και δυσανάγνωστος γραφικός χαρακτήρας

–          Μπέρδεμα διαφόρων συμφώνων (π.χ. το «δ» με το «β»)

–          Μπέρδεμα ανάμεσα σε δεξί και αριστερό, δυτικά και ανατολικά κ.τ.λ.

Δεν είναι απαραίτητη η ύπαρξη του συνόλου των παραπάνω ενδείξεων σε κάθε περίπτωση δυσλεξίας. Αποτελούν απλά ενδείξεις για περαιτέρω διερεύνηση πιθανής ύπαρξής της.

 

Στον παιδικό σταθμό να επισημαίνονται τα παιδιά που:

–          Δυσκολεύονται στην κατανόηση ομοιοκαταληξιών

–          Δυσκολεύονται να επαναλάβουν λίγο δυσκολότερες λέξεις

–          Δυσκολεύονται να διακρίνουν διάφορους ήχους σε μια λέξη

–          Δεν μιλούν καθαρά

–          Έχουν πολύ φτωχό λεξιλόγιο

–          Έχουν κληρονομικό ιστορικό ανάλογων δυσκολιών σε κάποιο πρόσωπο του στενού οικογενειακού τους περιβάλλοντος

 

 dislexia-3

Δυσλεξία : Αιτιολογία, διάγνωση, πορεία, αντιμετώπιση

Οπτική και ακουστική δυσλεξία

Υπάρχουν διάφορες μορφές δυσλεξίας. Οι δύο συνηθέστερες είναι η οπτική και η ακουστική.

1.  Οπτική δυσλεξία

Τα άτομα με οπτική δυσλεξία έχουν δυσκολία να δουν, να αντιληφθούν, να ερμηνεύσουν και να θυμηθούν εικόνες λέξεων, κάτι που καθιστά την ανάγνωση πολύ δύσκολο και πιεστικό εγχείρημα. Η δυνατότητα διάκρισης μεμονωμένων ήχων σε μία μεγαλύτερη λέξη, π.χ. «λο-γο-κρι-σί-α», είναι, επίσης, περιορισμένη και απαιτεί μεγάλη προσπάθεια. Η ικανότητα διάκρισης των διαφόρων ήχων και η σύνθεσή τους αποτελούν προϋπόθεση της ικανότητας γραφής και ανάγνωσης. Στα άτομα με δυσλεξία, συμβαίνει συχνά να μπερδεύονται, να παρερμηνεύονται, να αλλάζουν θέση ή να παραλείπονται διάφορα γράμματα ή μέρη λέξεων.

2.  Ακουστική δυσλεξία

Αυτή η μορφή δυσλεξίας οφείλεται περισσότερο σε μια ηχητική αβεβαιότητα του ατόμου με δυσλεξία. Αυτό διαφαίνεται στη δυσκολία διάκρισης διαφόρων ήχων που μοιάζουν μεταξύ τους και σε δυσκολίες μείξης ήχων. Αυτή η μορφή δυσλεξίας διαφαίνεται ήδη από την πρώτη τάξη του δημοτικού. Η ανάγνωση γίνεται συχνά μαντεύοντας τη συνέχεια και, πιο συγκεκριμένα, από το πώς το άτομο θυμάται τη μορφή και την εικόνα των λέξεων. Αυτή η δυσκολία οδηγεί συχνά τον μαθητή να μπερδεύει και να διαβάζει λανθασμένα λέξεις που μοιάζουν μεταξύ τους. Συχνότερα μπερδεύονται οι μικρότερες λέξεις. Καταλήξεις, γράμματα και ολόκληρες λέξεις μπορεί να παραλείπονται ή να προστίθενται. Αυτό δημιουργεί ανασφάλεια, αβεβαιότητα, βραδύτερη ή μεγαλύτερη ταχύτητα ανάγνωσης που έχουν ως συνέπεια ο μαθητής να αποσυντονίζεται και να αρχίζει να μαντεύει.

 

Αιτιολογία – συχνότητα εμφάνισης

Η δυσλεξία είναι σε μεγάλο βαθμό κληρονομική. Δεν οφείλεται σε κάποιο συγκεκριμένο γονίδιο αλλά στη συνέργεια πολλών διαφορετικών γονιδίων. Όταν λέμε πως η δυσλεξία είναι κληρονομική δεν εννοούμε πως κληρονομείται η ίδια η δυσλεξία αλλά τα διάφορα γονίδια που την προκαλούν. Είναι, επίσης, σημαντικό να έχουμε υπόψη πως η κληρονομικότητα είναι ένας μόνο παράγοντας, μεταξύ άλλων, που καθορίζουν το μέγεθος των δυσκολιών που έχουν τα άτομα με δυσλεξία. Το μέγεθος και η έκταση μιας κληρονομικής προδιάθεσης επηρεάζεται πάντα -σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό- και από διάφορους περιβαλλοντικούς παράγοντες, κυρίως από το οικογενειακό περιβάλλον.

Η δυσλεξία δεν οφείλεται σε χαμηλό δείκτη νοημοσύνης και η διάγνωσή της προϋποθέτει την ύπαρξη φυσιολογικής νοημοσύνης. Εμφανίζεται συχνότερα στα αγόρια. Η συχνότητα εμφάνισης είναι δύσκολο να προσδιορισθεί με ακρίβεια καθώς τα όρια μεταξύ της δυσλεξίας και της λεγόμενης φυσιολογικής ανάγνωσης δεν είναι καθόλου σαφή. Υπολογίζεται, πάντως, πως τα ποσοστά της κυμαίνονται μεταξύ 5-15% του γενικού πληθυσμού, ανάλογα με τον ορισμό και την οριοθέτηση που χρησιμοποιείται.

 

Δυνατότητα αναπλήρωσης

Αν και η δυσλεξία οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, σε κληρονομικούς παράγοντες, δεν είναι αυτοί αποκλειστικά υπεύθυνοι για το μέγεθος των προβλημάτων γραφής και ανάγνωσης που θα αποκτήσει το παιδί. Παράγοντες όπως το μέγεθος και το είδος των γλωσσικών ερεθισμάτων που έχει το παιδί από το περιβάλλον του, το είδος του παιδαγωγικού προγράμματος του παιδικού σταθμού και των πρώτων σχολικών χρόνων παίζουν, επίσης, σημαντικό ρόλο.

Επίσης, η ικανότητα του ίδιου του παιδιού να αναπτύσσει διάφορες στρατηγικές αναπλήρωσης των διαφόρων δυσκολιών του έχουν σημασία για το βαθμό της εξέλιξης της ικανότητάς του να γράφει και να διαβάζει. Ορισμένα παιδιά, για παράδειγμα, αναπτύσσουν, ως αντιστάθμισμα του αργού ρυθμού ανάγνωσής τους, μια πολύ καλή κατανόηση των όσων διαβάζουν.

Όλοι οι τρόποι αντιστάθμισης, όμως,  δεν αποτελούν πλεονέκτημα σε βάθος χρόνου και δεν αρκούν καθώς το παιδί μεγαλώνει και μαζί με αυτό και οι απαιτήσεις για μεγαλύτερη ικανότητα και άνεση γραφής και ανάγνωσης.

Άκρως σημαντικός είναι ο έγκαιρος εντοπισμός της δυσλεξίας και η άμεση έναρξη των διαφόρων μέσων βοήθειας που έχει ανάγκη το παιδί ώστε να βελτιωθεί η κατάστασή του το συντομότερο δυνατόν τόσο για μαθησιακούς όσο και για ψυχολογικούς λόγους, δευτερογενώς.

 Δυσλεξία

Δυσλεξία : Αιτιολογία, διάγνωση, πορεία, αντιμετώπιση

Εντοπισμός και διάγνωση

Από τη στιγμή που δεν είναι ακόμα απόλυτα σαφής η αιτιολογία και οι μηχανισμοί που προκαλούν τη δυσλεξία, διίστανται και οι απόψεις για το «πότε» και το «πώς» μπορεί να τεθεί η διάγνωσή της. Οι περισσότεροι ειδικοί συμφωνούν πάντως πως οι αιτίες είναι γενετικές και πως είναι δυνατόν να εντοπισθούν στοιχεία της σε πολύ πρώιμο στάδιο, ακόμα και από τη βρεφική ηλικία.

Η δυσλεξία δεν εκδηλώνεται μέσα από σαφή συμπτώματα. Τα άτομα με δυσλεξία δεν κάνουν συγκεκριμένα λάθη που δεν κάνουν οι υπόλοιποι. Κάνουν, όμως, περισσότερα και του ίδιου τύπου λάθη γραφής και ανάγνωσης που κάνουν και οι άλλοι. Τα λάθη αυτά δεν μειώνονται ιδιαίτερα με την πάροδο των χρόνων ούτε με την απόκτηση μεγαλύτερης εμπειρίας στη γραφή και στην ανάγνωση.

Η κύριος τρόπος με τον οποίο εκφράζεται η δυσλεξία είναι διαμέσου της  ελλιπούς ικανότητας γραφής και ανάγνωσης. Με τον ίδιο τρόπο, όμως, μπορεί να εκφράζονται και οι συνέπειες ενός λεκτικά φτωχού περιβάλλοντος, οι δυσκολίες αυτοσυγκέντρωσης, διάφοροι πολιτισμικοί παράγοντες ή ένα ανεπαρκές παιδαγωγικό περιβάλλον όσον αφορά στην εκμάθηση γραφής και ανάγνωσης. Για να μπορέσουμε να εντοπίσουμε και να διαχωρίσουμε τη δυσλεξία από άλλες μορφές δυσκολιών γραφής και ανάγνωσης, θα πρέπει να διεισδύσουμε κάτω από την επιφάνεια και να εκτιμήσουμε τις γνωστικές λειτουργίες που βρίσκονται πίσω από το πρόβλημα της δυσλεξίας. Εδώ, κεντρικό ρόλο παίζουν οι φωνολογικές αδυναμίες που θα πρέπει να εκτιμηθούν προσεκτικά.

Τα παιδιά με δυσλεξία δεν εξελίσσονται στον ίδιο βαθμό με τα υπόλοιπα παιδιά, όσον αφορά στη γνώση των γραμμάτων της αλφαβήτου και στη διασύνδεσή τους με τον ήχο που αντιστοιχεί σε αυτά. Στην ηλικία των 5 ετών, τα περισσότερα παιδιά μπορούν να δώσουν παραδείγματα δέκα αντικειμένων που βρίσκονται στο δωμάτιό τους, όπως, επίσης, και δέκα αντικειμένων η ονομασία των οποίων αρχίζει με σίγμα(«σ»). Δεν συμβαίνει, όμως, το ίδιο με έναν μεγάλο αριθμό παιδιών με δυσλεξία (στο 40% των παιδιών που έχουν συγγενικά πρόσωπα πρώτου βαθμού με δυσλεξία).

Το γλωσσικό περιβάλλον του σπιτιού είναι πολύ σημαντικό για το παιδί. Τα παιδιά που δεν έχουν δυσλεξία αρχίζουν να κατανοούν τη φωνολογική δομή της γλώσσας από πολύ νωρίς. Αντίθετα, τα παιδιά με δυσλεξία αποκτούν την κατανόηση αυτή πολύ αργότερα, η δε προφορική επικοινωνία παιδιού-γονέων δεν έχει εδώ την ίδια βαρύτητα. Για τα παιδιά με δυσλεξία, είναι πολύ σημαντικότερη η ύπαρξη πολλών βιβλίων, η συστηματική και έντονη εξάσκηση στη γραφή καθώς και η φωναχτή ανάγνωση. Με άλλα λόγια, είναι σημαντική η ύπαρξη ενός οικογενειακού περιβάλλοντος πλούσιου σε ερεθίσματα.

 

Η συνήθης πορεία των περιστατικών δυσλεξίας στο σχολείο

Ακόμα και όταν εκτιμηθεί και διαγνωσθεί ενδελεχώς και με ακρίβεια ένα περιστατικό δυσλεξίας, το ερώτημα για το πως η γνώση αυτή θα μεταβολισθεί σε πρακτικά παιδαγωγικά μέτρα εξακολουθεί να παραμένει.

Η εμπειρία δεν είναι πολύ ενθαρρυντική. Μία συνήθης πορεία της περίπτωσης ενός παιδιού με κάποιας μορφής μαθησιακή δυσκολία είναι η εξής:

–     Μια συνεχώς αυξανόμενη ανησυχία των γονέων για τη στασιμότητα και τις δυσκολίες του παιδιού τους στη γραφή και στην ανάγνωση.

–     Συχνές συγκρούσεις μεταξύ γονέων και δασκάλων.

–     Η συχνή εμφάνιση προβλημάτων συμπεριφοράς ή/και ψυχοσωματικών προβλημάτων στο παιδί.

–     Εκτίμηση των μαθησιακών δυσκολιών του παιδιού, συχνά μετά από πολλών χρόνων δυσκολίες στη γραφή και στην ανάγνωση.

–     Συστήνεται η βοήθεια ειδικού παιδαγωγού, συχνότατα ιδιωτικά, που πολλοί γονείς δεν έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν, η δε επιδότηση από τα διάφορα ασφαλιστικά ταμεία είναι σχεδόν πάντα ευτελέστατη.

–     Μετά από όλα αυτά, το σχολείο και η πολιτεία «νίπτουν, συνήθως, τας χείρας τους».

 Δυσλεξία

Δυσλεξία : Αντιμετώπιση

Παιδαγωγικές μέθοδοι και μέσα βοήθειας

Η εκτίμηση των δυσκολιών του παιδιού, που αποκτούν πλέον μια εξήγηση και ένα όνομα μετά από τη διάγνωση, δημιουργεί σε πολλούς γονείς και παιδιά ένα αίσθημα ανακούφισης. Το επόμενο βήμα είναι η θεραπευτική αντιμετώπιση των δυσκολιών αυτών, μέσα σε ένα κλίμα αποδοχής και καλής διάθεσης. Η βοήθεια ενός ειδικού  παιδαγωγού είναι ένα βασικό μέτρο που μπορεί να βοηθήσει το παιδί με δυσλεξία να εξελίξει τις δυνατότητές του όσο το δυνατόν περισσότερο.

Σε πολλές χώρες της Ευρώπης, και ιδιαίτερα στη Σκανδιναβία, υπάρχουν πολύ λειτουργικά και δοκιμασμένα παιδαγωγικά προγράμματα για την αντιμετώπιση της δυσλεξίας που παρουσιάζουν πολύ καλά αποτελέσματα. Δυστυχώς στη χώρα μας, οι δυνατότητες ανάλογης βοήθειας είναι πολύ περιορισμένες και στη μεγάλη πλειοψηφία των περιπτώσεων θα πρέπει να αναζητηθούν ιδιωτικά και κοστίζουν αρκετά.

Ένα ακόμη πρόβλημα, που παρατηρείται συχνά, είναι η καθυστερημένη πολλές φορές διάγνωση της δυσλεξίας. Αυτό οφείλεται συχνά -εκτός από την απουσία εξειδικευμένου προσωπικού στα σχολεία και στον μικρό αριθμό των εξειδικευμένων κέντρων διάγνωσης και αντιμετώπισης μαθησιακών δυσκολιών ή στην υποστελέχωσή τους- στην ελλιπή εκπαίδευση του εκπαιδευτικού προσωπικού (δασκάλων, καθηγητών) γύρω από ανάλογα θέματα. Από μόνη της η ευαισθησία και το προσωπικό ενδιαφέρον ορισμένων από αυτούς δεν αρκούν για τη έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση του μεγάλου αριθμού των παιδιών με ανάλογες δυσκολίες.

 

Επίλογος

Ένας από τους σημαντικότερους στόχους του σχολείου είναι να πριμοδοτεί, στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, την ικανότητα γραφής και ανάγνωσης των μαθητών καθώς και το επίπεδο των γνώσεών τους. Αυτό προϋποθέτει την ύπαρξη επάρκειας και ενός ολοκληρωμένου σχεδιασμού από την πλευρά του σχολείου ώστε να εντοπίζονται και να βοηθούνται έγκαιρα οι μαθητές που έχουν διαφόρων ειδών μαθησιακές δυσκολίες, μέσα από μια διδασκαλία που να είναι προσαρμοσμένη στις ανάγκες και στις προσωπικές προϋποθέσεις  τους.

Ο εστιασμός και η αντιμετώπιση των ειδικών μαθησιακών δυσκολιών του κάθε ξεχωριστού μαθητή δεν αρκεί, την ίδια στιγμή που οι συνθήκες σε ένα ομαδικό και οργανωσιακό επίπεδο δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τις μαθησιακές ανάγκες του συνόλου των μαθητών, με ή χωρίς τέτοιου είδους δυσκολίες. Η έλλειψη οράματος και ολικής οπτικής αδικεί ιδιαίτερα τα παιδιά με διαφόρων ειδών μαθησιακές δυσκολίες, στερώντας τα τις ευκαιρίες που δικαιούνται για μια ισότιμη και ίδιας ποιότητας εκπαίδευση με όλα τα υπόλοιπα παιδιά.

Για την υπηρεσία online ψυχολόγος , (online συνεδρίες) κάντε κλικ ΕΔΩ

Για ραντεβού στο γραφείο του Σάββα Ν. Σαλπιστή , Ph.D. , κάντε κλικ ΕΔΩ

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης

Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής

Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης

Share on Facebook


Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

 
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης