ΕΦΗΒΕΙΑ : Αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση στην εφηβεία

Εφηβεία
Εφηβεία

Γενικά

Η περίοδος της εφηβείας είναι συνήθως μια δύσκολη φάση της ζωής τόσο για το ίδιο το παιδί όσο και για τους γονείς του. Η σχέση τους δοκιμάζεται με πολλούς και διάφορους τρόπους. Ο τρόπος ζωής, οι αξίες και οι κανόνες των γονιών αμφισβητούνται με αποτέλεσμα τη δημιουργία συχνών συγκρούσεων. Κάποιος, ως γονέας, μπορεί  να νιώσει οργή, ανημποριά, θλίψη, απόγνωση, ματαίωση και αμφιβολία για αυτά που κάνει ή πρεσβεύει. Πολλές φορές, μοιάζει σαν τίποτα να μην είναι αρκετό και όλα να φαίνονται λάθος.

Η εφηβεία είναι, μεταξύ άλλων, και μια μετάβαση από την παιδικότητα στην ενηλικίωση. Συμβαίνουν πολλές, ραγδαίες και θεμελιακές αλλαγές -σωματικές και ψυχικές- που προκαλούν σωρεία ερωτημάτων στο παιδί που μπορεί να κλονίσουν την «αυτοεκτίμηση» και «αυτοπεποίθησή» του.

Το ερώτημα «Ποιος είμαι;» είναι ίσως το σημαντικότερο -από ψυχολογική άποψη- την περίοδο αυτή και ο έφηβος προσπαθεί να βρει απάντηση μεταξύ των φίλων, της οικογένειας και γενικότερα του περίγυρού του. Όσο περισσότερο διαρκεί αυτή η αναζήτηση και ασάφεια τόσο πιο ευάλωτη είναι, συνήθως, η αυτοεκτίμηση και η αυτοπεποίθηση του εφήβου.

 

Ορισμός

Μιλάμε, συχνά, για αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση αλλά δεν είναι πάντα πολύ σαφής η διαφορά ανάμεσα στα δύο.

Η αυτοπεποίθηση αφορά στον τρόπο που ενεργούμε και στο πόσο σίγουροι ή όχι νιώθουμε για αυτό που πάμε να κάνουμε. Ενισχύεται όταν καταφέρνουμε αυτό που επιχειρούμε.

Η αυτοεκτίμηση αφορά στην εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας και στην αξία που του αποδίδουμε. Μια καλή αυτοεκτίμηση είναι η αίσθηση πως «αξίζω για αυτό που είμαι, και αγαπιέμαι από τους κοντινούς μου ανθρώπους, παρά τις όποιες ελλείψεις ή τα όποια λάθη μου».

 

 εφηβεία

Εφηβεία : Αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση στην εφηβεία

Η στάση του γονιού και οι συνέπειές της

Καλή αυτοεκτίμηση δεν σημαίνει πως κάποιος έχει πάντα καλή διάθεση και τίποτα το αρνητικό δεν τον αγγίζει αλλά πως έχει την ικανότητα να αντιμετωπίζει και να διαχειρίζεται ικανοποιητικά τις όποιες δυσκολίες της ζωής και τα συναισθήματα που αυτές πυροδοτούν.

Όλοι οι άνθρωποι, ασχέτως ηλικίας, έρχονται κάποιες φορές αντιμέτωποι με αισθήματα ανημποριάς, απώλειας, θλίψης, φόβου, οργής, κ.τ.λ. Αυτός που έχει καλή αυτοεκτίμηση μπορεί ευκολότερα να αποδεχθεί πως όλα αυτά αποτελούν αναπόφευκτο μέρος της ζωής μας και, διαμέσου της αποδοχής αυτής, έχει πολύ περισσότερες πιθανότητες να τα αντιμετωπίσει όσο δύσκολα και αν είναι.

Για το λόγο αυτό, είναι πολύ σημαντικό να βοηθάμε και να ενθαρρύνουμε τα παιδιά μας, που βρίσκονται στην εφηβική ηλικία, να αποδεχθούν και να έρθουν σε επαφή με τα δύσκολά τους συναισθήματα, χωρίς να τα αξιολογούμε, να τα κρίνουμε ή να τα κατακρίνουμε. Μπορούμε κάλλιστα να δείξουμε πως δεν αποδεχόμαστε μία συγκεκριμένη συμπεριφορά όχι, όμως, να κατακρίνουμε τα συναισθήματα που την έχουν προκαλέσει.

Η στάση του γονιού, που βοηθά έναν έφηβο να νιώσει καλά με τον εαυτό του και να αποκτήσει σταδιακά καλή αυτοεκτίμηση, είναι αυτή που απορρέει μέσα από ένα διάλογο με το παιδί που να αποπνέει κατανόηση, αποδοχή και διάθεση συμπαράστασης. Εάν, για παράδειγμα, έρθει στο σπίτι στεναχωρημένος ο/η έφηβός μας, επειδή δεν τα πήγε καλά σε ένα πρόχειρο διαγώνισμα, να του συμπαρασταθούμε, να τον ενθαρρύνουμε και να τον καθησυχάσουμε και όχι να τον επικρίνουμε τη στιγμή εκείνη λέγοντάς του, για παράδειγμα, πως «όποιος δεν διαβάζει αυτά παθαίνει» ή «Όταν εγώ σου έλεγα διάβασε, εσύ σημασία δεν μου έδινες» κ.ά.

Μια τέτοια στάση δεν σημαίνει πως κρύβουμε τα σκουπίδια κάτω από το χαλί αλλά πως βοηθάμε το παιδί μας -όπως και κάθε άνθρωπο, ασχέτως ηλικίας- να σηκωθεί όταν έχει λυγίσει ή όταν έχει πέσει κάτω. Αυτή η στάση του γονιού μαθαίνει στο παιδί μία στρατηγική, δηλαδή, έναν τρόπο να διαχειρίζεται τις δυσκολίες του μελλοντικά. Δεν του καταρρακώνει την  αυτοεκτίμηση, ενσωματώνει το διάλογο με το γονέα του, κουβαλώντας τον για πάντα μέσα του, ώστε όταν αργότερα στη ζωή, χωρίς το γονιό δίπλα του, έρθει αντιμέτωπος με ανάλογες δυσκολίες ή αποτυχίες, να μπορεί να τον αναπαραγάγει μόνος του πλέον, να ανακτά την αυτοεκτίμησή του και να ορθοποδεί.

‘Ένα άτομο με καλή αυτοεκτίμηση μπορεί να διεξάγει έναν θετικό εσωτερικό διάλογο με τον εαυτό του που δημιουργεί προοπτικές και οδηγεί σε εναλλακτικές επιλογές που απορρέουν από γνώση, εμπειρία και αυτογνωσία. Ποτέ δεν συγχέει αυτό που είναι με αυτό που κάνει. Δεν αισθάνεται αποτυχημένο επειδή έχει αποτύχει σε κάτι, όσο σημαντικό και αν είναι, π.χ. στις πανελλήνιες εξετάσεις για την εισαγωγή του στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Βρίσκει κάποια στιγμή το κουράγιο, τη δύναμη και την αισιοδοξία να ξαναπροσπαθήσει ή/και να επαναπροσανατολισθεί.

Όλοι μας σχεδόν, ως γονείς, γνωρίζουμε πολύ καλά πώς να επιβραβεύουμε τα παιδιά μας όταν τα καταφέρνουν καλά στα μαθήματα, στα διάφορα αθλήματα, στις διάφορες ελεύθερές τους δραστηριότητες κ.τ.λ. Αυτό είναι πολύ καλό αρκεί να είναι και ρεαλιστικό γιατί, αν δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όχι μόνο υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσουμε το παιδί στην απόκτηση μιας ψεύτικης εικόνας για τον εαυτό του αλλά ακόμα και να χάσει την εμπιστοσύνη του για την κρίση μας γιατί, συνήθως, γνωρίζει πολύ καλά, κατά βάθος, πόσο καλά τα κατάφερε και κατά πόσο οι επιβραβεύσεις μας ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα ή όχι.

Όλοι έχουμε ανάγκη επιβεβαίωσης και επιβράβευσης. Οι επιβραβεύσεις στοχεύουν πάντα στην αυτοπεποίθηση, γιατί επιβραβεύουμε και επιβεβαιώνουμε μια συμπεριφορά ή επίδοση, και αποτελούν κίνητρο για τη συνέχιση μιας προσπάθειας, πολύ περισσότερο για ένα νέο παιδί. Η σπουδαιότητα του να είναι οι όποιες επιβραβεύσεις μας προς το παιδί ισορροπημένες και ρεαλιστικές έχουν να κάνουν και με τον ενδεχόμενο κίνδυνο να γίνει η απόσπαση της επιβράβευσης αυτοσκοπός για το παιδί, κάτι που υπονομεύει την αυτοεκτίμηση, την αυτονομία και την ελεύθερή του βούληση.

Τέλος, το παιδί αποκτά μια πιο ρεαλιστική εικόνα του εαυτού του όταν επιβραβεύουμε συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ή ικανότητές του, αντί να γενικεύουμε αυθαίρετα. Για παράδειγμα, μπορούμε να του πούμε «Τα καταφέρνεις πολύ καλά στα μαθηματικά ή στη ζωγραφική» και όχι γενικά «Τι έξυπνος που είσαι» ή «Είσαι ο καλύτερος της τάξης σου» κ.τ.λ.

Είναι, επίσης, καλό να ρωτάμε κάποιες φορές τα παιδιά μας  γιατί κάνουν αυτό που κάνουν με τόση διάθεση ή επιμονή. Για παράδειγμα, «Γιατί θέλεις πάντα να παίρνεις πολύ καλό βαθμό στα μαθήματα;» Πολλοί έφηβοι, που τα πηγαίνουν πολύ καλά στο σχολείο και μελετούν σκληρά, συχνά δεν γνωρίζουν ή δεν τους είναι ξεκάθαροι οι λόγοι που το κάνουν. Μερικές φορές, μπορεί να υπάρχει μία ανάγκη αποδοχής και θαυμασμού που ο έφηβος αισθάνεται πως δεν τα έχει εισπράξει επαρκώς, ίσως εξαιτίας κάποιας αδελφικής αντιζηλίας ή κάποιου άλλου λόγου που τον οδηγεί να θέλει απεγνωσμένα να αποσπάσει την προσοχή, το θαυμασμό και την επιδοκιμασία του γονιού ή άλλων σημαντικών ενηλίκων στη ζωή του, ίσως ως αντισταθμιστική προσπάθεια εξαιτίας κάποιας άλλης ανασφάλειας που έχει κ.τ.λ.

 εφηβεία

Εφηβεία : Αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση στην εφηβεία

Πως μπορεί να ενισχύσει ο γονιός την αυτοεκτίμηση του παιδιού του

–    Βοηθείστε στη δημιουργία ενός δημιουργικού διαλόγου, ακούγοντας προσεκτικά αυτά που σας λέει το παιδί σας, διευκολύνοντάς το να καταλάβει, να νιώσει και να μιλήσει ανοιχτά. Κρατήστε τις όποιες ερμηνείες και συμβουλές για αργότερα και εφόσον χρειασθεί.

–    Επιβεβαιώνετε και επιβραβεύετε χαρακτηριστικά του παιδιού, δηλαδή αυτό που είναι και όχι μόνο αυτά που καταφέρνει. Για παράδειγμα, είσαι θαρραλέος, ήρεμος, φιλικός, έμπιστος φίλος κ.τ.λ. και όχι μόνο π.χ. «Μπράβο για το 20σάρι που πήρες;» κ.ά.

–    Αποδεχθείτε ακόμα και «αρνητικά» συναισθήματα. Ό,τι απωθούμε και «κουκουλώνουμε» επανέρχεται αργά ή γρήγορα εντονότερα. Για παράδειγμα, εάν το παιδί σας έχει θυμώσει που δεν του επιτρέπετε να αργήσει κάποιο βράδυ ή που δεν του δώσατε χρήματα για να αγοράσει κάποιο ρούχο, μιλήστε για αυτό που βλέπετε και ακούτε (π.χ. «Καταλαβαίνω που έχεις θυμώσει αλλά δεν μπορώ να σου δώσω τα χρήματα που ζητάς»). Η επιβεβαίωση του θυμού, του φόβου ή του μίσους του παιδιού (αντί της αποσιώπησής τους) καθησυχάζει και δημιουργεί την αίσθηση πως ο γονιός έχει καταλάβει και αποδέχεται τα συναισθήματά του, άρα και το ίδιο ως άτομο.

–    Χρησιμοποιείτε συχνότερα την προσωπική αντωνυμία «εγώ». Για παράδειγμα, λέγοντας «Με βγάζεις από τα ρούχα μου», το σφάλμα και η ενοχή αποδίδεται ολοκληρωτικά στο παιδί. Αντίθετα, λέγοντας «Αυτό που κάνεις με εξοργίζει» είναι λιγότερο ενοχοποιητικό καθώς δεν αφορά στο παιδί συνολικά αλλά μια συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά του. Από την άλλη, δεν είναι σίγουρο πως η συγκεκριμένη πράξη ή συμπεριφορά θα εξόργιζε τον κάθε γονιό, τουλάχιστον το ίδιο πολύ. Ο καθένας μας έχει τις δικές του ευαισθησίες και τα δικά του τρωτά σημεία.

–   Να είστε σαφείς όσον αφορά στις αξίες και στις αρχές σας και στο τι θεωρείτε ως σωστό ή λάθος. Σεβαστείτε το γεγονός πως ο έφηβός  σας μπορεί να έχει διαφορετικές απόψεις και αξίες ζωής. Προσπαθήστε τουλάχιστον να τις κατανοήσετε.

–   Χρησιμοποιείτε πολύ περισσότερο την επιβράβευση παρά την τιμωρία.

–   Προσπαθήστε να γίνετε πρότυπο για το παιδί σας και όχι φόβητρο ή αφέντης του.

 

 εφηβεία

Εφηβεία : Αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση στην εφηβεία

Επίλογος

Η εφηβεία, αν και είναι, συνήθως, από τη φύση της μια δύσκολη περίοδος της ζωής ενός παιδιού, δίνει και τη δυνατότητα εμβάθυνσης της σχέσης μας μαζί του. Εκτός του ό,τι θα είμαστε για πάντα οι γονείς του παιδιού μας, μπορεί να γίνουμε, με αρχή την περίοδο αυτή, και παντοτινοί φίλοι. Μια καλή και ισότιμη σχέση με τους γονείς και άλλους σημαντικούς ενήλικες δημιουργεί στον έφηβο μια αίσθηση ασφάλειας που τον διευκολύνει σημαντικά στην αντιμετώπιση και διαχείριση νέων καταστάσεων, επιλογών και σχέσεων στο μέλλον.

Για την υπηρεσία online ψυχολόγος , (online συνεδρίες), κάντε κλικ ΕΔΩ

Για ραντεβού στο γραφείο του Σάββα Ν. Σαλπιστή , Ph.D. , κάντε κλικ ΕΔΩ

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης

Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής

Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης

Share on Facebook


Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

 
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης