ΣΧΕΣΗ ΓΙΑΤΡΟΥ-ΑΣΘΕΝΗ : Επίκεντρο η ασθένεια ή ο ίδιος ο ασθενής;

Σχέση γιατρού-ασθενούς
Σχέση γιατρού-ασθενούς

Σχέση γιατρού-ασθενή : Επίκεντρο η ασθένεια ή ο ίδιος ο ασθενής; 

Η νέα γυναίκα και μητέρα δύο μικρών παιδιών κοίταζε αποσβολωμένη, έντρομη και γεμάτη απόγνωση τον καθηγητή ογκολογίας απέναντί της που δευτερόλεπτα πριν της ανακοίνωσε πως ο 36 ετών σύζυγός της δεν έχει παρά μόνο λίγους μήνες ζωής, όταν χτυπά το τηλέφωνο. Μετά από μια σύντομη στιχομυθία, ο καθηγητής απαντά:

–  Φυσικά και θα πάμε. Τόσο ωραία μέρα και θα χάσουμε το ουζάκι μας δίπλα στη θάλασσα;

Μετά από αυτό, ρωτά τη νέα γυναίκα αν η ίδια έχει κάτι να ρωτήσει και όταν αυτή δεν κατάφερε να αρθρώσει λέξη, σηκώθηκε, ζήτησε το αντίτιμο του κόπου της ανακοίνωσής του, που ήταν ανάλογα βαρύ με αυτήν, και την αποχαιρέτησε… 

Γενικά

Στην ιατρική πράξη, υπάρχουν καθημερινά πάρα πολλές στιγμές όπου η καθαρά ιατρική οπτική και προσέγγιση δεν επαρκούν για την κατανόηση και εξεύρεση αποδεκτών, πρακτικών και ανθρώπινων λύσεων για τα διάφορα και συχνά σοβαρά ιατρικά προβλήματα που προκύπτουν. Στην περίπτωση αυτή, είναι άκρως απαραίτητη η ύπαρξη μιας ηθικής και ανθρωπιστικής οπτικής που να βοηθά στη δημιουργία μιας αξιακής βάσης και θεμιτής στάσης του ιατρικού -και νοσηλευτικού- προσωπικού που να υποστηρίζονται από τις ανάλογες ηθικές κατευθυντήριες γραμμές και τους ανάλογους κανόνες και νόμους.

Όπως και οτιδήποτε άλλο στη ζωή, έτσι και η ιατρική φροντίδα καθορίζεται από το πνεύμα και τις αξίες της εκάστοτε εποχής. Μέχρι και σχετικά πρόσφατα, η σχέση ιατρού-ασθενούς χαρακτηρίζονταν από ενός είδους ιατρικό πατερναλισμό όπου ο γιατρός αποφασίζει -γιατί διαθέτει την απαραίτητη γνώση-  ο δε ασθενής, ως αδαής αλλά και συχνά γεμάτος δέος, απλά προσαρμόζεται στις υποδείξεις του πρώτου.

Σε πολλές χώρες του κόσμου, η αντίληψη αυτή ακόμα καλά κρατεί. Υπάρχουν, όμως, και άλλες όπου, τις τελευταίες δεκαετίες, τα δικαιώματα των ασθενών όχι μόνο είναι θεσμοθετημένα και λαμβάνονται πάντα σοβαρά υπόψη αλλά διεξάγεται και ένας συνεχής διάλογος για την εξέλιξη της τόσο σημαντικής σχέσης ανάμεσα σε ιατρό και ασθενή, η ποιότητα της οποίας έχει αποδειχθεί πως συμβάλλει αποφασιστικά στην αποτελεσματικότητα της θεραπευτικής παρέμβασης και όχι μόνο.

Τα πράγματα, όμως, δεν είναι καθόλου απλά. Οι στάσεις ζωής, οι νοοτροπίες, οι δεσπόζουσες αξίες και τα θεωρούμενα ως κεκτημένα δεν αλλάζουν αλλά ούτε και παραχωρούνται εύκολα. Για να αντιληφθούμε τις αντιστάσεις και τις δυσκολίες που υπάρχουν απέναντι σε τέτοιου είδους αλλαγές, δεν έχουμε παρά να αναλογισθούμε τις δεκαετίες ή εκατονταετίες που χρειάσθηκαν -και χρειάζονται ακόμα- για να γίνουν κάποιες ουσιαστικές αλλαγές π.χ. στον τρόπο διαπαιδαγώγησης του παιδιού, στη σχέση γονέα-παιδιού, εκπαιδευτικού-μαθητή, κράτους-πολίτη, γυναίκας-άντρα κ.τ.λ.

Οι δυσκολίες αυτές αφορούν και στους δύο συμμετέχοντες στη σχέση και όχι μόνο αυτόν που θεωρείται πως έχει τη γνώση, το κύρος, την εξουσία ή την αυθεντία. Είναι πολύ δύσκολο για έναν απλό άνθρωπο της καθημερινότητας να νιώσει ισότιμα, να εκφράσει αβίαστα τα θέλω και τις απόψεις του, ιδιαίτερα όταν δεν έχει όχι μόνο την απαιτούμενη γνώση, πληροφόρηση και νομιμοποίηση ως ισότιμο μέλος ενός τέτοιου διαλόγου που τον αφορά άμεσα, αλλά και τη στιγμή που νιώθει φοβισμένος, ανήμπορος και ευάλωτος εξαιτίας του προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι σοβαρό.

Άρα, λοιπόν, για μία ακόμη φορά, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και, ως ένα βαθμό, να θωρακίσουμε την υπομονή και την επιμονή μας, φέρνοντας στο νου τους στίχους που υπενθυμίζουν πως «…για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολλή…».

Σχέση γιατρού-ασθενούς

Σχέση γιατρού-ασθενή

Προϋπόθεση της οποιασδήποτε ουσιαστικής σχέσης είναι η καλή επικοινωνία

Η ιατρική επιστήμη εξελίσσεται με πολύ γοργούς ρυθμούς, όσον αφορά στα τεχνικά μέσα και στις νέες θεραπευτικές μεθόδους που συνεχώς εντάσσει στο οπλοστάσιό της. Δυστυχώς, όμως, δεν φαίνεται, ούτε κατά προσέγγιση, να ακολουθεί τους ίδιους ρυθμούς και η επίλυση πολύ πιο καθημερινών και «πεζών» θεμάτων ή προβλημάτων που αφορούν στην ιατρική φροντίδα, όπως είναι, για παράδειγμα, η σχέση ιατρού-ασθενή, παρά την κοινά παραδεκτή σημασία της αξίας της.

Είναι δύσκολο να είναι κάποιος ασθενής, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζει κάποια σοβαρή ασθένεια. Τότε, όλοι μας, λιγότερο ή περισσότερο, αισθανόμαστε ευάλωτοι, αδύναμοι, φοβισμένοι και συχνά μόνοι. Η ανάγκη μας, στην περίπτωση αυτή, να ακουμπήσουμε ή, αν είναι δυνατόν, να μοιραστούμε όλα αυτά τα επώδυνα αισθήματα είναι πολύ μεγάλη, απόλυτα κατανοητή και ανθρώπινη και, στο βαθμό που καλύπτεται, επηρεάζει σημαντικά και τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την ασθένειά μας.

Αυθεντική επικοινωνία σημαίνει ύπαρξη ενός ευρύτερου και ανοιχτού διαλόγου ανάμεσα σε δύο ισότιμους συμμετέχοντες, όπου και οι δύο νιώθουν πως μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά σε αυτόν, μέσα από ένα πνεύμα αμοιβαιότητας, αποδοχής και επιβεβαίωσης. Όταν πρόκειται δε για μία επικοινωνία που κεντρικός της άξονας είναι ο ίδιος ο άνθρωπος, και μάλιστα σε μια φάση της ζωής του όπου βρίσκεται αντιμέτωπος με μία πολύ δύσκολη κατάσταση, τότε ο διάλογος αυτός θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει πολύ περισσότερα στοιχεία από μία απλή λεκτική επικοινωνία. Οφείλει να εμπεριέχει και μια πιο «πνευματική», ανθρώπινη και συναισθηματική επικοινωνία.

Στην ψυχανάλυση, η ικανότητα του ψυχαναλυτή να μπορεί όχι απλά να ακούει αλλά να αφουγκράζεται τα όσα -λεκτικά ή μη λεκτικά- διαμηνύει ο θεραπευόμενος έχει κεντρική σημασία. Για την ψυχανάλυση, το να ακούς τον άλλον, ή αλλιώς «η τέχνη του ακούειν», αποτελεί μια ενεργητική διεργασία που, για να είναι αποτελεσματική στο μέγιστο δυνατό βαθμό, θα πρέπει να μπορεί να αλλάζει εστιασμό και σημείο προσέγγισης, αλλά ταυτόχρονα και να μην τερματίζεται πρόωρα. Αυτό σημαίνει πως το άτομο που έχουμε απέναντί μας και που καλούμαστε να βοηθήσουμε θα πρέπει να νιώθει πως έχει όχι μόνο την αναγκαία προσοχή, αποδοχή και κατανόηση αλλά και πως του δίνεται ο απαραίτητος χρόνος για να εκφράσει όλα όσα βαραίνουν την ψυχή και τη σκέψη του. Οι τραγικές συχνά συνθήκες που επικρατούν στα περισσότερα νοσοκομεία της πατρίδας μας δεν επιτρέπουν ή δεν διευκολύνουν τη δημιουργία ενός τέτοιου διαλόγου. Αυτό, όμως, δεν θα πρέπει να αποτελεί άλλοθι για τη σκανδαλώδη συχνά απουσία διαλόγου στη σχέση γιατρού-ασθενή.

Ως λειτουργοί του χώρου της ψυχικής/σωματικής υγείας ανθρώπων, οφείλουμε πάντα να έχουμε υπόψη πως ο τρόπος που ακούμε χρωματίζεται από βασικά συνειδητά και μη στοιχεία του ψυχικού μας κόσμου, όπως συναισθήματα, διάφορες ταυτίσεις, σκοτεινά σημεία, αξίες, θρησκευτικά πιστεύω, τρόπος σκέψης κ.ά. Αν αυτό αναχθεί στη σχέση γιατρού-ασθενή, σημαίνει πως ο ιατρός έχει -χωρίς να το αντιλαμβάνεται- την τάση να διαμορφώνει εντός του τον ασθενή με τρόπο που να «ταιριάζει» στις αξίες και τα ιδεώδη του ίδιου. Ποιο είναι, όμως, το πρόβλημα σε αυτήν την περίπτωση; Η απάντηση είναι πως, εάν έχουμε την ίδια στάση απέναντι σε όλους τους ασθενείς μας, είναι σαν να αντιμετωπίζουμε πάντα το ίδιο άτομο, δηλαδή αυτό που έχουμε οι ίδιοι στο μυαλό μας και που αντιπροσωπεύει δικές μας ανάγκες, αξίες ή ελλείψεις. Εάν, όμως, επιθυμούμε να δημιουργήσουμε μια ΣΧΕΣΗ με έναν ασθενή μας, θα πρέπει να έχουμε διαφορετική στάση και προσέγγιση με τον κάθε ξεχωριστό ασθενή/άτομο που να τον αντιπροσωπεύει όσο το δυνατόν περισσότερο κάθε φορά.

Σχέση γιατρού-ασθενούς

Σχέση γιατρού-ασθενή

Η πληροφόρηση δεν είναι ποτέ ουδέτερη

Από τα ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα πως σε κάθε είδους ανθρώπινη διάδραση το αποτέλεσμα που προκύπτει είναι κοινή ευθύνη και των δύο συμμετεχόντων σε αυτήν. Όσον αφορά, όμως, στην ιατρική περίθαλψη, η ευθύνη αυτού που δίνει πληροφόρηση για πολύ σημαντικά -και μερικές φορές καθοριστικά για την ίδια τη ζωή- θέματα είναι πολύ μεγαλύτερη. Θα πρέπει, επίσης, να έχει υπόψη πως η πληροφόρηση ενός ατόμου από ένα άλλο δεν είναι ποτέ ουδέτερη, από τη στιγμή που χρωματίζεται πάντα από τον ψυχισμό του αποδέκτη και, ως εκ τούτου, ερμηνεύεται ανάλογα.

Πολλοί είναι οι γιατροί που δεν αντιλαμβάνονται πάντα πως η πληροφόρηση που δίνουν ερμηνεύεται ή/και παρερμηνεύεται από τον εκάστοτε ασθενή, ανάλογα με αυτό που αντιλαμβάνεται ή που αντέχει να συνειδητοποιήσει.

Είναι σαφές, λοιπόν, το πόσο σημαντική είναι η εκπαίδευση κάθε ιατρού στον επικοινωνιακό διάλογο με ασθενείς, από τη στιγμή που αυτός αποτελεί σημαντικότατο εργαλείο για τη μέγιστη δυνατή αποτελεσματικότητα της θεραπευτικής παρέμβασης. Σαφής είναι, επίσης, και η σημασία της καλής πληροφόρησης του ασθενούς, της συμμετοχής του στην όποια απόφαση για τις εναλλακτικές θεραπευτικές δυνατότητες που υπάρχουν καθώς και για την πορεία τόσο της ασθένειας όσο και της ζωής του γενικώς.

Σχέση γιατρού-ασθενούς

Σχέση γιατρού-ασθενή

Η ιδιαιτερότητα της σχέσης ιατρού-ασθενούς

Γνωρίζουμε καλά πως τα ίχνη των πρώιμων εμπειριών μας χρωματίζουν καθοριστικά την προσωπικότητα και τις μελλοντικές μας αντιδράσεις σε ανάλογες καταστάσεις. Ένας ιατρός, που συναντά ασθενείς που βρίσκονται συχνά σε κατάσταση κρίσης και παλινδρόμησης με έντονα στοιχεία ανημπόριας, φόβου και ανάγκης στήριξης, βιώνεται από αυτούς, υποσυνείδητα, ως γονική φιγούρα που θα τους «σώσει» από τη δύσκολη κατάσταση που βρίσκονται, όπως ακριβώς κάθε μικρό παιδί θέλει να πιστεύει και προσδοκά από τους γονείς του, όταν νιώθει πως κινδυνεύει. Αυτό σημαίνει πως, τέτοιες στιγμές, ο ρόλος του θεράποντος ιατρού είναι καθοριστικής σημασίας για έναν τέτοιον ασθενή. Το ζητούμενο είναι πάντα αν ο ιατρός διαθέτει την απαραίτητη ωριμότητα, γνώση και εκπαίδευση για τέτοιου είδους διεργασίες, διάθεση και ψυχική αντοχή για να είναι σε θέση να ανταποκριθεί ανάλογα.

Τα αποτελέσματα πολλών ερευνών καταδεικνύουν πως η ικανότητα του ιατρού να συναισθάνεται τους ασθενείς του μπορεί να οδηγήσει σε θετικότερα κλινικά αποτελέσματα. Για παράδειγμα, μία από αυτές, που δημοσιεύθηκε στο ιατρικό περιοδικό «Academic Medicine» και αφορούσε 891 ασθενείς με διαβήτη, που παρακολουθήθηκαν από το 2006-2009,  είχε ως εξής: οι 29 οικογενειακοί γιατροί που κούραραν τα άτομα αυτά χωρίστηκαν σε 3 ομάδες, ανάλογα με την συναισθαντική τους ικανότητα, όπως αυτή εκτιμήθηκε (υψηλή, μέτρια, χαμηλή). Η αξιολόγηση της πορείας των ασθενών έγινε με βάση τη σύγκριση συγκεκριμένων τιμών των αιματολογικών τους εξετάσεων. Διαπιστώθηκε πως οι ασθενείς που παρακολουθούνταν από την ομάδα ιατρών με υψηλή συναισθαντική ικανότητα είχαν τις καλύτερες τιμές αιματολογικών εξετάσεων, σε σύγκριση με αυτούς που παρακολουθήθηκαν από την ομάδα γιατρών με μέτρια και χαμηλή συναισθαντικότητα (συναισθησία).

Επίλογος

Πολλές είναι οι έρευνες που καταδεικνύουν πως, παρά το χρόνο και το ενδιαφέρον που μπορεί να επενδύει ένας ιατρός, τα προβλήματα, στη σχέση του με τους ασθενείς, είναι συχνά. Η μεγάλη κλινική εμπειρία δεν οδηγεί αυτόματα στην αποτροπή παρεξηγήσεων. Συχνά, οι ασθενείς βιώνουν πως ο γιατρός δεν τους καταλαβαίνει, δεν τους παίρνει σοβαρά υπόψη και δεν απαντά στις ερωτήσεις τους. Από την πλευρά τους, πολλοί γιατροί νιώθουν ματαίωση, εκνευρισμό και θυμό, θεωρώντας πως η πληροφόρηση και οι προτάσεις τους δεν φθάνουν όπως θα έπρεπε στον ασθενή.

Το κοινό στοιχείο κάθε μορφής ιατρικής φροντίδας είναι η ύπαρξη συγκεκριμένων ρόλων όλων των εμπλεκομένων (ασθενών, ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού) με ένα σαφή σκοπό που είναι η παροχή και λήψη ιατρικών υπηρεσιών. Ο προβληματισμός γύρω από το πνεύμα και την ποιότητα αυτής της τόσο σημαντικής από κάθε άποψη συνάντησης και σχέσης, καθώς και γύρω από τον τρόπο που αυτή θα διαμορφωθεί στην κλινική πράξη, μπορεί να της προσδώσει ένα βαθύτερο και ουσιαστικότερο νόημα αλλά και ουσία.

Αυτή η οπτική, που χαρακτηρίζει τη λεγόμενη ανθρωπιστική ιατρική, και που σταδιακά αρχίζει να κερδίζει έδαφος σε αρκετές χώρες στον κόσμο, αποτελεί όχι μόνο μια αναγκαιότητα αλλά και απαραίτητο αντιστάθμισμα απέναντι στις ολοένα και αυξανόμενες απαιτήσεις και επιρροές του ιατρικού τεχνο-οικονομικού κατεστημένου στον τρόπο άσκησης του λειτουργήματος της ιατρικής φροντίδας.

Η ιατρική φροντίδα, με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε, και έχοντας πάντα ως επίκεντρό της τον ασθενή, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την εγκαθίδρυση ενός διαλόγου που να αποτελέσει την ασφαλή βάση επάνω στην οποία μπορεί να συναντηθούν δύο άτομα που έχουν διάθεση και ανάγκη να επικοινωνήσουν ουσιαστικά, παρά τους διαφορετικούς τους ρόλους.

 Πριν από 2 500 περίπου χρόνια, ο  σοφός Ιπποκράτης, απευθυνόμενος στους γιατρούς, είπε: «Σπάνια θεράπευε, συχνά απάλυνε τον πόνο, πάντα παρηγόρα». Αν η ρήση αυτή προσαρμοζόταν στα σημερινά δεδομένα, θα μπορούσε να είναι: «Συχνά θεράπευε, συχνά απάλυνε τον πόνο, πάντα παρηγόρα»…..

Για την υπηρεσία online ψυχολόγος , (online συνεδρίες) κάντε κλικ ΕΔΩ

Για ραντεβού στο γραφείο του Σάββα Ν. Σαλπιστή , Ph.D. , κάντε κλικ ΕΔΩ

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης

Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής

Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης

Share on Facebook


Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

 
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης