«Μεταιχμιακή διαταραχή προσωπικότητας» – Η ζωή ως και δίπλα σε άτομο με Μ.Δ.Π.


Ο θυμός και η οργή είναι τα κυρίαρχα αισθήματα και, πίσω από αυτά καραδοκούν το άγχος, η ανησυχία, ο φόβος εγκατάλειψης και απόρριψης, αλλά και η κατάθλιψη που άλλοτε οδηγούν σε μια, συχνά, δυσβάσταχτη αίσθηση κενού και δυστυχίας και άλλοτε σε μια κλιμακούμενη – μέχρι και τα όρια μιας τρομερής έντασης- αίσθησης καταστροφής, εγκατάλειψης και μοναξιάς. Για να τεθεί η διάγνωση Μ.Δ.Π., θα πρέπει τα συμπτώματα και οι συμπεριφορές που παρουσιάζει το άτομο να έχουν έναν μόνιμο διαχρονικά χαρακτήρα, να μειώνουν αισθητά τη λειτουργικότητά  του, να προκαλούν μεγάλο ψυχικό πόνο και να μην είναι η αιτία ή το αποτέλεσμα κάποιας άλλης ψυχικής διαταραχής ή οργανικού προβλήματος.

Οι συχνές και απρόσμενες εναλλαγές διάθεσης είναι ο λόγος που η Μ.Δ.Π. αποκαλείται και ως «Διαταραχή της Συναισθηματικά Ασταθούς Προσωπικότητας» (Δ.Σ.Α.Π.) την οποία οι ειδικοί χωρίζουν σε δύο υποκατηγορίες: την παρορμητική και τη μεταιχμιακή. Κύριο χαρακτηριστικό της παρορμητικής είναι οι δυσκολίες ελέγχου παρορμήσεων και συναισθημάτων, της δε μεταιχμιακής  που, εκτός των χαρακτηριστικών που διακρίνουν  και την Δ.Σ.Α.Π., χαρακτηρίζεται επιπλέον και από μία διαταραγμένη εικόνα εαυτού, μία χρόνια αίσθηση κενού, δυσκολίες στη διαχείριση των διαπροσωπικών σχέσεων, που είναι συχνά έντονες και τρικυμιώδεις, και μια αυτοκαταστροφική συμπεριφορά που συμπεριλαμβάνει και την αυτοχειρία ή απειλές αυτοχειρίας.

Σας καλωσορίζω για να γνωρίσουμε καλύτερα μαζί μια ομάδα ατόμων, που αντιπροσωπεύει το 1-2% περίπου του γενικού πληθυσμού -άνω των 18 ετών, αν και κάποια συμπτώματα μπορεί να εμφανιστούν πολλά χρόνια νωρίτερα- και του οποίου το 75-85% περίπου υπολογίζεται πως είναι γένους θηλυκού. Ένα μέρος των γυναικών αυτών βιώνονται από τους άνδρες ως ιδιαίτερα γοητευτικές και ελκυστικές καθώς πρόκειται για νέες, ευάλωτες και με έντονη σεξουαλικότητα γυναίκες. Αναφέρομαι στα άτομα με Μεταιχμιακή Διαταραχή Προσωπικότητας (Μ.Δ.Π.).

Μεταιχμιακή Διαταραχή Προσωπικότητας

Τα κύρια χαρακτηριστικά και η εικόνα ενός ατόμου με Μ.Δ.Π. για τον εαυτό του

Έντονες διακυμάνσεις διάθεσης, παρορμητικότητα, γενικευμένη αστάθεια με συχνές εκρήξεις θυμού, έντονο άγχος αποχωρισμού (πραγματικού ή φαντασιακού) που αποφεύγεται με κάθε δυνατό τρόπο, έντονες και ασταθείς διαπροσωπικές σχέσεις, καθώς και μια τάση να προσκολλώνται στον οποιονδήποτε τους δείξει λίγη αγάπη και προσοχή είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της Μ.Δ.Π.  Η έντονη παρορμητικότητα των ατόμων αυτών έχει ως συνέπεια τη λήψη αποφάσεων και την εμφάνιση συμπεριφορών για τις οποίες αργότερα μετανοούν πικρά και που πλήττουν ιδιαίτερα τις διαπροσωπικές τους σχέσεις, αλλά και τη ζωή τους γενικότερα, καθώς, συχνά, παίρνουν αποφάσεις εν θερμώ.

Αυτή η αδυναμία συναισθηματικού ελέγχου έχει, συνήθως, τις ρίζες της στην παιδική ηλικία του ατόμου όπου οι ματαιώσεις ήταν μεγάλες και επαναλαμβανόμενες, η απουσία σταθερών ορίων συνεχής, αλλά και η ανυπαρξία συναισθηματικής σταθερότητας σε σχέση με σημαντικούς άλλους που είχε ως συνέπεια την αδυναμία αξιολόγησης των προσωπικών συναισθημάτων, δηλαδή, του αν αυτά ήταν σημαντικά ή λανθασμένα. Με άλλα λόγια, το άμεσο περιβάλλον των ατόμων αυτών δεν θεωρεί την έκφραση συναισθημάτων ως κάτι το σημαντικό που θα πρέπει να ενθαρρυνθεί και να ομαλοποιηθεί. Τέτοιου είδους βιώματα, όμως, μπορούν -εκτός από τη ματαίωση, την οργή, τη λύπη και το φόβο που προκαλούν- να γίνουν μέρος της προσωπικότητας του παιδιού και να πλήξουν καίρια την αναδυόμενη αυτοεκτίμησή του, από τη στιγμή που τα συναισθήματά του αγνοούνται ή γίνονται αιτία ακραίων αντιδράσεων από την πλευρά των φροντιστών του. Εάν, για παράδειγμα, ένα μικρό παιδί πέσει, χτυπήσει και αρχίσει να κλαίει και, η μητέρα του, αντί να το καθησυχάσει και να το παρηγορήσει, αρχίσει να το μαλώνει και να το επικρίνει για το ότι έπεσε και χτύπησε -και αυτό γίνεται συστηματικά σε ανάλογες περιπτώσεις- τότε το παιδί αυτό θα πάρει το μήνυμα πως δεν πρέπει να δείχνει τα συναισθήματά του και, όταν κάποιες φορές δεν το καταφέρνει, θα νιώθει ντροπή και αισθήματα ευαλωτότητας και ανεπάρκειας. Πέραν αυτού, το παιδί μαθαίνει  να εκφράζει τα συναισθήματά του, αργότερα στη ζωή, είτε με τρόπο ακραίο είτε εμποδίζοντάς τα παντελώς να εκδηλωθούν.

Ο φόβος εγκατάλειψης των ατόμων αυτών δεν είναι απαραίτητο να εκδηλώνεται λεκτικά απέναντι σε φίλους, ερωτικούς συντρόφους ή άλλα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντος. Αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι ο φόβος αυτός να εκδηλώνεται με τη μορφή έντονης ζήλειας, άσκησης ελέγχου του συντρόφου, φίλου κ.τ.λ. και αποφυγής διαφόρων καταστάσεων ή δραστηριοτήτων που μπορεί να πυροδοτήσουν αυτό το φόβο και τις συνοδές συμπεριφορές. Σε αρκετές περιπτώσεις, ο φόβος εγκατάλειψης των ατόμων αυτών βασίζεται (και) σε υπαρκτά βιώματα εγκατάλειψης που γενικεύονται, συμπεριλαμβάνοντας κάθε άλλο σημαντικό τους πρόσωπο στη ζωή.

Η ασταθής εικόνα εαυτού και αίσθησης ταυτότητας έχουν ως συνέπεια την εναλλαγή συντρόφων, φίλων, στόχων, φιλοδοξιών και επιλογών γενικώς, σε μία προσπάθεια των ατόμων αυτών να «ταιριάξουν» κάπου ώστε να μη νιώθουν μόνα. Από το πουθενά, ένα άτομο με Μ.Δ.Π. μπορεί να αρχίσει να νιώθει μίσος για τον εαυτό του, να τον αμφισβητεί για τα πάντα και όλα να φαντάζουν πως είναι λάθος. Γνωρίζει μεν πως διαφέρει από τους άλλους, πως κάποια πράγματα επάνω του θα έπρεπε να είναι αλλιώς, αλλά δεν μπορεί να κάνει τίποτα περισσότερο από το να απορεί γιατί να συμβαίνει αυτό.

Διαταραχή της Συναισθηματικά Ασταθούς Προσωπικότητας

Τα άτομα με Μ.Δ.Π. είναι πολύ ευάλωτα απέναντι στις διάφορες αλλαγές που, όταν συμβούν, εκτοξεύουν το άγχος στα ύψη, με απρόβλεπτες συνέπειες, όπως π.χ. οι αυτοτραυματισμοί. Έχουν μια μόνιμη αίσθηση απομόνωσης, παρόλο που μπορεί να βρίσκονται ανάμεσα σε άτομα που τα αγαπούν και τα νοιάζονται.

Η σωστή διάγνωση των ατόμων αυτών μπορεί παλαιότερα να αργούσε συχνά, είτε επειδή η ίδια η διάγνωση ήταν, για αρκετό διάστημα και ως ένα βαθμό, αμφιλεγόμενη είτε επειδή χρησιμοποιούνταν ως υποδοχέας αδιευκρίνιστων ψυχιατρικών περιπτώσεων  όπου καμία άλλη διάγνωση δεν φαίνονταν να ταιριάζει. Ένας επιπλέον λόγος καθυστέρησης της διάγνωσης είναι και το γεγονός πως η μεταιχμιακή διαταραχή συνοδεύεται συχνά και από άλλες διαταραχές, όπως π.χ. η διπολική ή η καταναγκαστική.

Αυτό που καθιστά δύσκολη την περιγραφή της διαταραχής αυτής, αλλά και την κατανόηση των αντιδράσεων που έχουν τα άτομα με Μ.Δ.Π. είναι πως τόσο ο λογικός τρόπος σκέψης τους όσο και η εκτίμησή τους για την πραγματικότητα, κυμαίνονται -όταν δεν βιώνουν κάποιου είδους άμεση απειλή- σε φυσιολογικά επίπεδα και δεν προϊδεάζει με τίποτα την καταιγίδα που μπορεί ανά πάσα στιγμή να ξεσπάσει. Ένα άτομο με Μ.Δ.Π. μπορεί να ονοματίζει τα συναισθήματά του όχι, όμως, και να τα κατανοεί, θέτοντάς τα στο πλαίσιο που πραγματικά ανήκουν.

Ένα άτομο με Μ.Δ.Π. αδυνατεί συχνά να βλέπει τον εαυτό του και τους άλλους με έναν πολύπλευρο και ευέλικτο τρόπο και να ελέγχει τις αυτοκαταστροφικές του παρορμήσεις. Οι διαφορές, όμως, μεταξύ των ατόμων  αυτών μπορεί να είναι μεγάλες και πολλές. Ορισμένα μπορεί να πηγαίνουν από σχέση σε σχέση με μεγάλη συχνότητα και ευκολία, ενώ κάποια άλλα να αποφεύγουν κάθε είδος στενής ανθρώπινης σχέσης ή επαφής για να μη πονέσουν. Κάποια μπορεί να έχουν πολύ σημαντικές και υπεύθυνες θέσεις εργασίας, ενώ κάποια άλλα να είναι για χρόνια χωρίς εργασία.

Ορισμένα άτομα με Μ.Δ.Π. δεν επιδεικνύουν ποτέ κάποιου είδους αυτοτραυματική συμπεριφορά, ενώ κάποια άλλα ζουν με μια μόνιμη σκέψη ή/και διάθεση αυτοχειρίας. Πολλά είναι, επίσης, τα άτομα με Μ.Δ.Π. που εμφανίζουν κάποια μορφή εξάρτησης από ουσίες, αλκοόλ, φαγητό κ.ά., ως μέσο μείωσης και ελέγχου του εντονότατου άγχους  ή του μίσους  που μπορεί να νιώσουν για τον εαυτό τους, αλλά και τιμωρίας του εαυτού ή  του περίγυρού τους.  Ένα ποσοστό, άνω του 70%, των ατόμων με Μ.Δ.Π. κάνουν, κάποια φορά, προσπάθεια να βάλουν τέλος στη ζωή τους. Αυτό καθιστά τη Μ.Δ.Π.  ως την ψυχική διαταραχή με τα μεγαλύτερα ποσοστά θνησιμότητας.  Ένας στους 10, με τη διάγνωση αυτή, πεθαίνει πρόωρα.

Αυτοτραυματική συμπεριφορά

Τα συναισθήματα και οι αντιδράσεις του άμεσου περιβάλλοντος

Τα άτομα του άμεσου περιβάλλοντος ενός ατόμου με Μ.Δ.Π. αποτελούν σημαντικό και μοναδικό μέρος της πραγματικότητάς του -συναισθηματικά και πρακτικά-  που το επηρεάζουν και που, με τη σειρά τους, επηρεάζονται από αυτό αποφασιστικά. Ως εκ τούτου, η στάση των ατόμων του άμεσου περιβάλλοντος παίζει ιδιαίτερα  σημαντικό ρόλο στον τρόπο και τη συχνότητα εκδήλωσης της διαταραχής, αλλά, ως ένα βαθμό, και του ελέγχου της.

Είναι πολύ δύσκολο, για έναν απλό καθημερινό άνθρωπο, να κατανοήσει -πολύ περισσότερο δε να χειρισθεί- κάποιο άτομο με Μ.Δ.Π, από τη στιγμή που ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά των ατόμων αυτών είναι η  δυσκολία τους να διαχειρίζονται ισορροπημένα και προβλέψιμα τις διαπροσωπικές τους σχέσεις, αλλά και η  ξαφνική και συχνή απώλεια ελέγχου των συναισθημάτων και των παρορμήσεών τους. Τα άτομα του περίγυρου βιώνονται άλλοτε ως «τέλεια» άλλοτε ως παντελώς ανάξια, το δε «σ΄αγαπώ» μπορεί, σε κλάσματα δευτερολέπτου, να μεταλλαχθεί «σε μισώ», με ένταση τέτοια που μπορεί να επηρεάσει τα άτομα του άμεσου περιβάλλοντος μέχρι του σημείου αρχίζουν να βιώνουν και τα ίδια τον εαυτό τους με τρόπο ανάλογο. Οι έρευνες δείχνουν πως τα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντος ατόμων με Μ.Δ.Π. παρουσιάζουν εντονότερα αισθήματα δυστυχίας, βάρους, απώλειας  και θλίψης απ΄ότι τα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντος ατόμων με άλλου είδους ψυχική διαταραχή, αλλά και αισθήματα ανημπόριας, εγκατάλειψης και μοναξιάς.

Οι εναλλαγές διάθεσης των ατόμων αυτών είναι συχνές, εκρηκτικές και, πολλές φορές, απρόβλεπτες, γι΄αυτό και συχνά περιγράφονται από τα άτομα του άμεσού τους περιβάλλοντος ως αξιαγάπητα πλάσματα μεν που, όμως, σε δευτερόλεπτα μπορούν να μετατραπούν σε απίστευτης σκληρότητας τυράννους που απαξιώνουν και πληγώνουν δίχως όρια και έλεος.

Η σύγχυση που προκαλούν αυτές  οι συχνές εναλλαγές διάθεσης στον περίγυρο είναι έντονη και συνοδεύεται συχνά από μια αίσθηση εξαπάτησης και χειρισμού, όταν η, μέχρι και πριν από λίγο, προσκολλητική συμπεριφορά και η έντονη ανάγκη για εγγύτητα μετατρέπεται, ξαφνικά και για ασήμαντη αφορμή, σε έκρηξη οργής και αποστασιοποίηση. Παράλληλα, ο φόβος πυροδότησης  τέτοιου είδους συναισθηματικών εκρήξεων αναγκάζει πολλά άτομα του άμεσου περίγυρου να μην φέρνουν την παραμικρή αντίρρηση στις όποιες απαιτήσεις ή υπερβολές του ανθρώπου τους, κάτι που τους επιβαρύνει ακόμα περισσότερο ψυχικά. Κάποια όρια, όμως, θα πρέπει πάντα να υπάρχουν.

Αυτοχειρία

Τα άτομα του άμεσου περιβάλλοντος είναι σημαντικό να έχουν κατά νου πως θα πρέπει να λειτουργούν ως καθρέπτης και όχι ως σφουγγάρι. Όταν, π.χ. το άτομο γίνει λεκτικά επιθετικό, αντί να σιωπήσουν και να αποσυρθούν, θα πρέπει να του πουν πως δεν είναι κατάλληλη η στιγμή να μιλήσουν και πως αυτό θα γίνει μόλις αυτό ηρεμήσει. Όταν αυτό γίνει, δεν θα πρέπει να εστιασθούν στα σκληρά λόγια που ειπώθηκαν, αλλά στα συναισθήματα που πρέπει να ένιωθε ο άνθρωπός τους έτσι ώστε να αισθανθεί αποδοχή και επιβεβαίωση.

Γενικά, θα πρέπει να αποφεύγονται οι απειλές, να μη γίνονται αποδεκτές πολύ προκλητικές και προσβλητικές συμπεριφορές, να μην αγνοούνται οι όποιες απειλές αυτοχειρίας και να ενθαρρύνεται συστηματικά η συνέχιση της θεραπείας όταν εκφράζεται διάθεση τερματισμού της. Μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν και η όποια βοήθεια από την πλευρά των ατόμων του άμεσου περιβάλλοντος είναι επικουρική  και δεν πρόκειται να εξαλείψει τη διαταραχή του ανθρώπου τους, η οποία θα αρχίσει να εξασθενεί μόνο μέσα από μία συστηματική και εξειδικευμένη επιστημονική βοήθεια.

Αυτές οι εναλλαγές διάθεσης, όμως, δεν πλήττουν μόνο τα άτομα του άμεσου περίγυρου -τα οποία, συνήθως, αποφεύγουν να μοιραστούν  τις τεράστιες δυσκολίες τους με άλλους από φόβο πως δεν θα τους καταλάβουν ή δεν θα τους πιστέψουν-  αλλά και το ίδιο το άτομο καθώς, μη κατανοώντας και το ίδιο τις αντιδράσεις του, νιώθει, εκ των υστέρων, ντροπή και απαξίωση για τον εαυτό του.

Οι ριψοκίνδυνες συμπεριφορές που επιδεικνύουν πολλά άτομα με Μ.Δ.Π. (π.χ. χρήση ναρκωτικών ουσιών, επικίνδυνη οδήγηση, αυτοτραυματισμοί κ.ά.), σε συνδυασμό με τις συχνές απειλές τους για αυτοχειρία, είναι δυσβάστακτες για τα άτομα του άμεσου περιβάλλοντος, που, εμπρός στο φόβο ενδεχόμενου θανάτου του ανθρώπου τους, δεν είναι εύκολο να προγραμματίσουν τη ζωή τους, παραμερίζοντας, με τον τρόπο αυτό, δικές τους σημαντικές ανάγκες και ενδιαφέροντα.

Τα άτομα του άμεσου περιβάλλοντος δεν έχουν πάντα τις αντοχές και το κουράγιο να ανταποκριθούν στις τεράστιες προκλήσεις που συχνά αντιμετωπίζουν ή μπορεί να έχουν μια αίσθηση πως όσα  κάνουν δεν επαρκούν. Όταν συμβαίνει αυτό, δεν αργούν να κάνουν την εμφάνισή τους οι αυτομομφές και τα αισθήματα ενοχής και ανεπάρκειας που επιτείνουν ακόμα περισσότερο την όποια αίσθηση εγκλωβισμού και προσωπικής ακύρωσης.

Τέλος, η παντελής  ή μη επαρκής αξιοποίηση των ατόμων του άμεσου περιβάλλοντος από την όποια ψυχιατρική/ψυχολογική φροντίδα παρέχεται ενδυναμώνει την αίσθηση ανεπάρκειας, ανημπόριας, ακόμα και αναξιότητας των ατόμων αυτών που θα μπορούσαν, φύση και θέση, να καταστούν πολύτιμοι συνεργάτες στην ιδιαίτερα  δύσκολη αποστολή παροχής βοήθειας προς τα άτομα με Μ.Δ.Π.

Απουσία ελέγχου

Μία υπόθεση για τις αιτίες αύξησης των περιπτώσεων Μ.Δ.Π.

Όσο πιο πίσω στο χρόνο πηγαίνουμε τόσο περισσότερο περιορισμένη διαπιστώνουμε πως ήταν η ελευθερία μας, οι ρόλοι μας καθορισμένοι, οι ευθύνες μας μοιρασμένες με την οικογένεια, οι δε συμπεριφορές μας επηρεάζονταν καθοριστικά από τι θεωρούνταν ή όχι αποδεκτό από τον κοινωνικό περίγυρο, άμεσο και έμμεσο.

Με τον καιρό, ολοένα και περισσότερο, οι ευθύνες μετατίθενται στο άτομο που θα πρέπει πλέον να αυτορρυθμίζεται, δημιουργώντας την προσωπική του ηθική για αυτοέλεγχο και αυτορρύθμιση. Όσο, λοιπόν, μειώνεται ο αυταρχισμός και η επιρροή της κοινωνίας επάνω στο άτομο τόσο περισσότερο αυξάνεται και η απαίτηση/προϋπόθεση αυτορρύθμισης και ελέγχου από εμάς τους ίδιους.

Με βάση τα παραπάνω, μπορούμε να υποθέσουμε πως όσο περισσότερο αυτονομούμαστε τόσο αυξάνεται και η ανάγκη μας για ασφαλείς σχέσεις δεσμού. Ως αυτόνομα άτομα και με ολοένα μειούμενη κοινωνική επιρροή, θα πρέπει πλέον να είμαστε σε θέση οι ίδιοι να επιλέγουμε το είδος της εκπαίδευσης που θα αποτελέσει πολύτιμο εργαλείο για την επαγγελματική μας αποκατάσταση, να βρούμε το  σωστό σύντροφο ανάμεσα από μία θάλασσα επιλογών κ.ά., ώστε για να δημιουργήσουμε, τελικά, τη ζωή που θέλουμε να ζήσουμε.

Όσο πιο ήρεμους ρυθμούς έχει, λοιπόν,  μια κοινωνία -όπως παλαιότερα- και όσο λιγότερες και συγκεκριμένες είναι οι επιλογές μας, χωρίς το σημερινό βομβαρδισμό της ανεξέλεγκτης  υπερπληροφόρησης, τόσο μεγαλύτερες είναι και οι πιθανότητες δημιουργίας μιας προβλέψιμης, ηρεμότερης και ποιοτικότερης ζωής. Τώρα πλέον, οποιαδήποτε ώρα του 24ωρου, μπορούμε να βλέπουμε ότι επιθυμούμε στην TV, να επικοινωνούμε, να αγοράζουμε και να έχουμε στην πόρτα μας, μέσω διαδικτύου, σχεδόν τα πάντα. Αυτές οι δυνατότητες πρόσβασής μας, σχεδόν σε οτιδήποτε και οποτεδήποτε, καθιστούν την αναγκαιότητα αυτοοριοθέτησης και αυτορρύθμισής  μας επιτακτική που, όμως, δεν είναι εύκολο ή εφικτό από όλους μας.

 

Επίλογος

Για να μπορέσει ένα μικρό παιδί να δημιουργήσει μια ασφαλή σχέση δεσμού με τους γονείς του, θα πρέπει αυτοί να έχουν τη δυνατότητα να αναγνωρίζουν τα μηνύματά του και να ανταποκρίνονται με έναν συνεπή και ισορροπημένο τρόπο σε αυτά. Όλοι όσοι έχουν παιδιά γνωρίζουν πολύ καλά το πόσο απαιτητικά μπορεί να γίνουν, ή να βιώνονται ως τέτοια, τουλάχιστον κατά περιόδους. Για ορισμένους γονείς, αυτό είναι δυσβάσταχτο, μπορεί να αρχίσουν να νιώθουν ανεπαρκείς ή πως τα παιδιά τους υπάρχουν μόνο για να τους κάνουν τη ζωή δύσκολη. Οι γονείς αυτοί χρειάζονται βοήθεια ώστε να ηρεμήσουν και να ανακτήσουν τη δυνατότητά τους να φροντίζουν το παιδί τους με τρόπο που να μην αποτελέσει αιτία μελλοντικής ψυχικής διαταραχής. Κάποιοι, όμως, δεν τα καταφέρνουν.

Τα άτομα με Μ.Δ.Π. ή Διαταραχή της  Συναισθηματικά Ασταθούς Προσωπικότητας ποτέ δεν κατάφεραν να δημιουργήσουν με τους γονείς τους μια ασφαλή σχέση δεσμού και, ως εκ τούτου, να είναι σε θέση να διαχειρισθούν τα έντονα συναισθήματά τους και να εμπιστεύονται ή να αποχωρίζονται άλλους. Συναισθηματική και φυσική κακοποίηση, κακή επικοινωνία και σοβαρά προβλήματα στην οικογένεια, εγκατάλειψη και έλλειψη συναισθαντικότητας -σε συνδυασμό με μια ιδιοσυστασιακή ευαλωτότητα- είναι παράγοντες που συχνά συναντώνται στο ιστορικό των ατόμων αυτών.

Όπως συμβαίνει και με τις περισσότερες διαγνώσεις, έτσι και η διάγνωση Μ.Δ.Π. έχει αξία μόνον όταν μπορεί να βοηθήσει ουσιαστικά αυτόν που τη χρεώνεται, όταν δηλαδή  θεραπευτής και θεραπευόμενος καταφέρουν να προσδιορίσουν από κοινού τις σημαντικότερες δυσκολίες, αλλά και τις δυνατότητες, του θεραπευόμενου, θέσουν τους ανάλογους στόχους της θεραπείας του και αρχίζουν την προσπάθεια υλοποίησής τους.

Στην προσπάθεια αυτή, η συμμετοχή των ατόμων του άμεσου περιβάλλοντος είναι σημαντική. Η ενημέρωση και αξιοποίησή τους μπορεί να είναι πολύτιμη, τόσο για τα ίδια όσο και για τον δικό τους άνθρωπο.

Για την υπηρεσία online ψυχολόγος , (online συνεδρίες) κάντε κλικ ΕΔΩ

Για ραντεβού στο γραφείο του Σάββα Ν. Σαλπιστή , Ph.D. , κάντε κλικ ΕΔΩ

 Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.,

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης

Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής

Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης

Share on Facebook


Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

 
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης