ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΚΑΙ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ : Αντίπαλοι, σύμμαχοι ή τι;

Ψυχοφάρμακα
Ψυχοφάρμακα

Γενικά

Το άγχος και η κατάθλιψη -κατά κύριο λόγο- είναι οι ψυχικές καταστάσεις με μια σταθερά αυξανόμενη συχνότητα εμφάνισης τις τελευταίες δεκαετίες που, εξαιτίας των αισθημάτων ντροπής που συχνά τις συνοδεύουν και που οδηγούν αρκετούς να μην τολμούν να ζητήσουν βοήθεια, μπορούμε με ασφάλεια να υποθέσουμε πως ο αριθμός των ατόμων που υποφέρουν από αυτές είναι αρκετά μεγαλύτερος από τα νούμερα που καταγράφονται στις διάφορες έρευνες.

Η ανάγκη εξεύρεσης μικρότερης διάρκειας και μεγαλύτερης αποτελεσματικότητας θεραπευτικές μεθόδους έχει γίνει επιτακτική. Μπροστά σε αυτήν τη λογική, η βιολογική προσέγγιση φαίνεται πως ταιριάζει περισσότερο -απ΄ότι οι ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι- με τις τιθέμενες απαιτήσεις, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει πως η φαρμακευτική αντιμετώπιση υπερέχει αυτών ως προς την αποτελεσματικότητα ή την επάρκειά τους να μπορεί να αντιμετωπίσει από μόνη της τις διάφορες ψυχικές δυσκολίες ή ασθένειες των ανθρώπων. Δυστυχώς, όμως, αυτού του είδους ο προσανατολισμός της κοινωνίας βασίζεται -μέχρι στιγμής τουλάχιστον- σε οικονομικά, κυρίως, κριτήρια…

Όταν γίνεται συζήτηση για την άσκηση ψυχοθεραπείας με ταυτόχρονη λήψη ψυχοφαρμάκων, είναι, συχνά, εμφανής η ύπαρξη κάποιου είδους λανθάνουσας πολεμικής διάθεσης ανάμεσα στις δύο θεραπευτικές μεθόδους, αλλά και μιας ανάγκης απόδοσης της ευθύνης στον άλλον -για την όποια τυχόν επιδείνωση της κλινικής εικόνας του θεραπευόμενου-  ή οικειοποίησης της όποιας βελτίωσης της κατάστασής του.

Τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν άμεσα -και που θα επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στη συνέχεια- έχουν ως εξής: «Είναι γόνιμη αυτού του είδους η τεχνητή -στην ουσία- αντιπαράθεση;», «Είναι, κατ΄ανάγκην, είτε ορθή είτε λανθασμένη η χρήση μίας εκ των δύο αυτών μεθόδων;», «Είναι εφικτός και γόνιμος ο συνδυασμός τους;» και «Αν ναι, σε ποιες περιπτώσεις και κάτω από ποιες προϋποθέσεις»;

Ψυχοφάρμακα

Ψυχοθεραπεία και Ψυχοφάρμακα

Το αμφιλεγόμενο «χάπι ευτυχίας» 

Ελάχιστες είναι οι φορές, τις τελευταίες δεκαετίες, που μία ιατρική θεραπευτική μέθοδος έχει προκαλέσει τόσες πολλές και αντιφατικές αντιδράσεις, αλλά και αντιφατικά συναισθήματα, όσο η αποτελεσματικότητα και ο τρόπος χορήγησης των αντικαταθλιπτικών σκευασμάτων. Τα πρώτα αντικαταθλιπτικά σκευάσματα εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1950. Η τοξικότητά  τους, όμως, ήταν τόσο έντονη, οι δε παρενέργειές τους τόσο σοβαρές που η χρήση τους περιορίστηκε στις πολύ σοβαρές ψυχιατρικές περιπτώσεις.

Η κατάσταση άλλαξε δραματικά, στα τέλη της δεκαετίας του 1980, με την ανακάλυψη μιας νέας γενιάς αντικαταθλιπτικών σκευασμάτων, τα αποκαλούμενα SSRIs (εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης), με σαφώς λιγότερες παρενέργειες και μικρότερη τοξικότητα, συγκριτικά με την προηγούμενη γενιά τους. Αυτό το τελευταίο έδωσε το «δικαίωμα» συνταγογράφησής τους και από ιατρούς άλλων ειδικοτήτων, κυρίως γενικούς ιατρούς, που έρχονται καθημερινά σε επαφή με αρκετά άτομα που υποφέρουν από ηπιότερης μορφής ψυχικές δυσκολίες. Αυτό οδήγησε, τις δεκαετίες που ακολούθησαν μέχρι και σήμερα,  σε μια απίστευτη αύξηση της συνταγογράφησης και χρήσης των διαφόρων αντικαταθλιπτικών σκευασμάτων παγκοσμίως χωρίς την ταυτόχρονη ανάλογη βελτίωση των ποσοστών της συχνότητας εμφάνισης των ψυχικών διαταραχών για τις οποίες χορηγούνταν.

Μία από τις σοβαρότερες ενστάσεις που διατυπώθηκαν απέναντι σε αυτήν την αυξανόμενη επικράτηση της βιολογικής θεώρησης των ψυχικών προβλημάτων είναι η κατηγοριοποίηση ανθρώπινων προβλημάτων ζωής σε διαφόρων μορφών ψυχικές διαταραχές με βάση μία σειρά συμπτωμάτων -ορισμένα εκ των οποίων θεωρούνταν ως μη παθολογικές ανθρώπινες αντιδράσεις, όπως π.χ. η ντροπαλότητα που τώρα είναι δυνατόν να θεωρηθεί ως κοινωνική φοβία- χωρίς να λαμβάνονται ιδιαίτερα υπόψη οι αιτίες που τα προκαλούν.

Ένα ακόμα επίμαχο θέμα, στη δημόσια αυτή συζήτηση, είναι ο ρόλος και η πολύ μεγάλη επιρροή της φαρμακοβιομηχανίας στην έρευνα γύρω από την αποτελεσματικότητα των διαφόρων σκευασμάτων που διοχετεύουν στην αγορά. Τα κέρδη είναι τεράστια και συχνά ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Οι περισσότερες έρευνες χρηματοδοτούνται από τις εταιρίες αυτές, τα δε αποτελέσματά τους έχουν, σε αρκετές περιπτώσεις, «τροποποιηθεί» ανάλογα ώστε να εξυπηρετούν και να διασφαλίζουν την οικονομική επιτυχία των σκευασμάτων τους. Γνωστή είναι η περίπτωση του αντικαταθλιπτικού Prozac, τη δεκαετία του -80, που είχε τεράστιες πωλήσεις παγκοσμίως. Αποδείχθηκε, λοιπόν, πως η εταιρία που το παρασκεύασε δωροδόκησε ψυχιάτρους, ερευνητές και ελεγκτές, σοβαρές παρενέργειες αποσιωπήθηκαν, το σκεύασμα προτάθηκε και για μία σειρά διαταραχών που ούτε καν μελετήθηκαν και, τέλος, αποδείχθηκε πως αύξανε τον κίνδυνο αυτοχειρίας συγκριτικά με το εικονικό φάρμακο (placebo).

Τα αντικαταθλιπτικά σκευάσματα είναι ένα μόνο από τα πολλά παραδείγματα του τρόπου με τον οποίο οι διάφορες φαρμακοβιομηχανίες προσπαθούν αρκετές φορές να αποκομίσουν τεράστια κέρδη, βασιζόμενες σε αμφιλεγόμενες μεθόδους ή δεδομένα και, ορισμένες φορές, μέχρι ακόμα και του σημείου τα επιστημονικά κριτήρια να έπονται των οικονομικών, πολιτικών, ασφαλιστικών, πελατειακών και άλλου είδους παραγόντων.

Η κριτική αυτή προσέγγιση δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως αφορισμός της οποιαδήποτε χρήσης ψυχοφαρμάκων αλλά μιας επισήμανσης της αναγκαιότητας για μια πιο επιλεκτική αξιοποίησή τους, σε συνδυασμό με την ταυτόχρονη χρήση διαφόρων ειδών ψυχοθεραπευτικών μεθόδων και με μια πιο συστηματική αξιολόγηση των όποιων πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων των υπό χορήγηση ψυχοφαρμακευτικών σκευασμάτων.

Ψυχοθεραπεία

Ψυχοθεραπεία

Η ανεπάρκεια των ψυχιατρικών κριτηρίων

Η διαγνωστική μεθοδολογία της ψυχιατρικής, εάν χρησιμοποιούνταν στο χώρο της σωματικής ιατρικής, θα αποτελούσε, σίγουρα, σκάνδαλο ολκής. Στη σωματική ιατρική, ποτέ δεν θα έμπαινε η διάγνωση, για παράδειγμα, «καρκίνος», αποκλειστικά με βάση τη συμπτωματολογία ενός ατόμου, πριν εντοπισθούν κάποια καρκινικά κύτταρα στον οργανισμό του. Αντίθετα, στην ψυχιατρική, τα συμπτώματα είναι αυτά που καθορίζουν την ταυτότητα της υφιστάμενης ψυχικής διαταραχής, ανεξάρτητα από την ασάφεια της αιτιολογίας τους που μπορεί να μην είναι επιστημονικά τεκμηριωμένη ή να είναι ακόμα και άγνωστη.

Η κλινική εικόνα/συμπτωματολογία των περισσοτέρων ψυχικών διαταραχών είναι, κατά κανόνα, δύσκολα αξιολογήσιμη άμεσα, έχει πολλές αναγνώσεις και πολλά από τα υπάρχοντα συμπτώματα θα μπορούσαν να ισχύουν για πολλές μορφές ψυχοπαθολογίας. Ως εκ τούτου, η κλινική εκτίμηση ενός ατόμου με ψυχικές δυσκολίες, με βάση αποκλειστικά και μόνο τη συμπτωματολογία του, είναι πολύ επισφαλής. Αυτό, σε συνδυασμό με το γεγονός πως στους δημόσιους φορείς ψυχικής υγιεινής η κλινική εκτίμηση των ατόμων που απευθύνονται εκεί γίνεται, ως επί το πλείστον, από προσωπικό υπό ειδίκευση και δίχως την απαραίτητη κλινική εμπειρία, έχουν ως συνέπεια να αυξάνονται αισθητά όχι μόνον οι πιθανότητες λανθασμένης διάγνωσης, αλλά και λανθασμένης επιλογής θεραπευτικής αντιμετώπισης. Το ίδιο ισχύει και για την ορθότητα των συνταγογραφήσεων ψυχοφαρμάκων που γίνονται από γενικούς ιατρούς.

Μια πρόσφατη μεγάλη ολλανδική έρευνα, για παράδειγμα, κατέδειξε πως η χορήγηση αντικαταθλιπτικής αγωγής από γενικούς ιατρούς γίνεται βάσει λανθασμένων ενδείξεων στο 6% του συνόλου των ασθενών. Αυτό σημαίνει, εκτός των άλλων, πως τα αντικαταθλιπτικά σκευάσματα χορηγούνται σχετικά «εύκολα». Σε χώρες, όπως η δική μας, και με τις διαφόρων ειδών «παροχές» των φαρμακευτικών κολοσσών προς τους ιατρούς, η «εύκολη» συνταγογράφηση, γενικώς, ανθίζει…

Πολλές είναι, επίσης, οι έρευνες που δείχνουν πως ήπιες έως σοβαρής μορφής καταθλίψεις παραμένουν αδιάγνωστες και, κατά συνέπεια, χωρίς θεραπευτική αντιμετώπιση σε ένα ποσοστό 30-50%. Αυτό σημαίνει πως ένας πολύ μεγάλος αριθμός ατόμων με κατάθλιψη ζουν χωρίς καμία απολύτως θεραπευτική κάλυψη.

Ψυχοθεραπεία

Ψυχοθεραπεία

Φυσιολογικές κρίσεις ζωής εκλαμβάνονται ως εκφράσεις ψυχικών διαταραχών

Η κλινική εικόνα ατόμων σε επείγουσα κρίση ζωής -ιδιαίτερα εξαιτίας κάποιας σοβαρής απώλειας- πυροδοτεί έντονα και πολύ δυσάρεστα συναισθήματα στον περίγυρο, ακόμα και σε λειτουργούς της ψυχικής υγείας χωρίς επαρκή κλινική εμπειρία. Το ίδιο ισχύει και για τις δύσκολα διαχειρίσιμες και μακροχρόνιες σοβαρής μορφής «καταθλίψεις» που, σε συνδυασμό με την ανησυχία των ιατρών για ενδεχόμενη αυτοχειρία, οδηγούν συνηθέστατα στην «εύκολη» λύση της συνέχισης χορήγησης ψυχοφαρμάκων, χωρίς τη διερεύνηση ύπαρξης άλλων πιθανών αιτιών πίσω από την διαγνωσθείσα κατάθλιψη, αλλά και στην επιλογή διαφορετικής θεραπευτικής παρέμβασης, όπως η ψυχοθεραπεία ή κάποια άλλου τύπου ψυχοκοινωνική παρέμβαση.

Η κλινική εμπειρία δείχνει πως όταν ένα άτομο δεν ανταποκρίνεται, για μεγάλο χρονικό διάστημα, στη χορήγηση αντικαταθλιπτικής αγωγής, τότε οι αιτίες των συμπτωμάτων που εμφανίζει έχουν πιθανότατα κάποιου είδους λανθάνουσα και χρόνια ψυχοκοινωνική προέλευση που είτε δεν έχει εντοπισθεί/αξιολογηθεί είτε δεν έχει αντιμετωπισθεί επαρκώς ή ακόμα και καθόλου. Τέτοιου είδους χρόνια ψυχοκοινωνικού τύπου προβλήματα μπορεί να είναι, για παράδειγμα, η φτώχεια, αισθήματα μοναξιάς, κοινωνικός αποκλεισμός και περιθωριοποίηση, χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών, άλλου είδους εξαρτήσεις, όπως π.χ. ο τζόγος  κ.τ.λ. Άλλου είδους πιθανές αιτίες μπορεί να είναι μακροχρόνια προβλήματα στις στενές διαπροσωπικές σχέσεις ή στο χώρο εργασίας, ο εργασιακός εκφοβισμός (bullying) κ.ά.

Όλα τα προαναφερθέντα προβλήματα δεν συνιστούν απαραίτητα κάποιου είδους ψυχική νόσο και ούτε αποτελούν οπωσδήποτε απόρροιά της. Αυτό σημαίνει πως, στις περιπτώσεις αυτές, η κλινική εικόνα που έχουμε όχι μόνο δεν είναι αντιμετωπίσιμη με τις κλασσικές ψυχιατρικές μεθόδους αλλά μπορεί να παρατείνεται επ΄αόριστον, από τη στιγμή που δεν αγγίζονται οι γενεσιουργές της αιτίες, όπως ακριβώς συμβαίνει και στην περίπτωση που χορηγείται απλά ένα παυσίπονο για τον πόνο που προκαλεί ένα χαλασμένο δόντι. Το χαλασμένο αυτό δόντι δεν πρόκειται να αποκατασταθεί με τη χορήγηση και μόνο παυσίπονων. Απλά, με τον τρόπο αυτόν, μετριάζεται ο έντονος πόνος, όσο διαρκεί η επήρεια του παυσίπονου.

Η αυτοεκτίμηση και η αυτοπεποίθηση ενός ατόμου, που υποφέρει για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να βελτιώνεται στην ουσία η κατάσταση της ψυχικής του υγείας, πλήττονται καθοριστικά, μειώνοντας σημαντικά τις προϋποθέσεις επανάκαμψης και επαναφοράς του σε έναν φυσιολογικό τρόπο ζωής. Λύση, βέβαια, δεν αποτελεί η συνεχής χορήγηση αδειών γιατρού, τα επιδόματα ή η πρόωρη συνταξιοδότηση.

Οι περισσότεροι γνωρίζουν πως η υπερπροστασία -για παράδειγμα- μπορεί να έχει σοβαρές συνέπειες στο παιδί, και ως ειδικοί συνιστούμε πάντα στους γονείς να μην είναι υπερπροστατευτικοί με τα παιδιά τους καθώς αυτό τα στερεί τη δυνατότητα να αντιμετωπίζουν πιο άμεσα αναπόφευκτες δυσκολίες της ζωής, κάτι που θα τα έδινε, σταδιακά, όχι μόνο την απαραίτητη εμπειρία και αυτοπεποίθηση αλλά και θα τα βοηθούσε να αναπτύξουν τα απαιτούμενα «ψυχικά αντισώματα» ώστε να είναι σε θέση να αντέχουν και να μπορούν να διαχειρίζονται αυτόνομα τις όποιες δυσκολίες της ζωής τους, μελλοντικά.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και με την αντιμετώπιση δύσκολων και χαοτικών ψυχικών αντιδράσεων, εξαιτίας φυσιολογικών κρίσεων ζωής, αποκλειστικά με ψυχοφάρμακα. Αν προσπαθήσουμε να «προστατέψουμε», για παράδειγμα, ένα άτομο που πενθεί από τα πολύ επώδυνα αισθήματα που βιώνει με μια αντικαταθλιπτική αγωγή, αυτό ισοδυναμεί, στην ουσία, με μια στέρηση της δυνατότητάς του να βιώσει, να κατανοήσει το μέγεθος και τη σημασία της απώλειας αυτής, να την ενσωματώσει στον ψυχισμό του και να είναι, τελικά, σε θέση να αντιμετωπίσει πιο ευέλικτα και ανθεκτικά μια μελλοντική εμπειρία απώλειας. Το υπαρξιακό αντίτιμο είναι, σε κάθε περίπτωση, βαρύ.

Αν, για κάποιον λόγο, κριθεί ως απαραίτητη η χορήγηση ψυχοφαρμάκων σε τέτοιου είδους φυσιολογικές κρίσεις ζωής, αυτό θα πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύεται και από μια ψυχοθεραπευτική στήριξη που να διευκολύνει την ολοκλήρωση της διεργασίας πένθους του ατόμου αυτού και τον επαναπροσανατολισμό του στη ζωή βάσει των νέων δεδομένων που έχουν δημιουργηθεί.

Ψυχοφάρμακα

Ψυχοφάρμακα

Επίλογος

Οι μύθοι, οι προκαταλήψεις και οι όποιες επιφυλάξεις -αρκετές φορές δικαιολογημένες- γύρω από τη χρήση των ψυχοφαρμάκων αποτελούν αντιδράσεις συχνά απαντώμενες. Όλα τα φάρμακα έχουν ήπιες έως και σοβαρές παρενέργειες, πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα που θα πρέπει πάντα να αξιολογούνται και να συζητούνται με τον ίδιο τον ασθενή, πριν χορηγηθούν.

Είναι αλήθεια πως πριν από τη δεκαετία του 1950 δεν υπήρχαν στην ουσία ψυχοφάρμακα για την αντιμετώπιση των διαφόρων ψυχικών διαταραχών/δυσκολιών, και άτομα με διαφόρων ειδών ψυχικές διαταραχές χρειάζονταν να νοσηλεύονται σε μεγάλα ψυχιατρικά άσυλα, αρκετές φορές ακόμα και για χρόνια. Η σταδιακή εξέλιξη και βελτίωση της αποτελεσματικότητας των ψυχοφαρμάκων άρχισε να δίνει τη δυνατότητα βελτίωσης της ψυχικής κατάστασης πολλών ψυχιατρικών ασθενών μέχρι ακόμα και του σημείου να μη είναι αναγκαία η μακρόχρονη νοσηλεία τους στα ιδρύματα αυτά. Αυτό δεν σημαίνει, όμως, πως η χρήση ψυχοτρόπων σκευασμάτων ή ο αριθμός των ασθενών που τα καταναλώνει έχουν μειωθεί. Οι ομάδες στόχου τους συνεχώς διευρύνονται και από αυτό δεν γλύτωσαν ούτε τα παιδιά…

Αν θέλουμε, όμως, να είμαστε ακριβείς, και έχοντας ως γνώμονα μια ολιστική προσέγγιση των δυσκολιών που αντιμετωπίζουν τα άτομα που μας εμπιστεύονται για κάτι τόσο πολύτιμο όσο η υγεία τους, θα πρέπει να ομολογήσουμε πως η όποια φαρμακευτική αγωγή ποτέ δεν επαρκεί από μόνη της και θα πρέπει πάντα να συνδυάζεται και από άλλου είδους θεραπευτικές επιλογές.

Αλήθεια, τι πολύτιμη ευκαιρία χάνει ένα άτομο -π.χ.  που έχει κρίσεις πανικού- να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του, αλλά και δυνατότητες περαιτέρω θωράκισής του απέναντι σε μελλοντικές δυσκολίες ζωής, όταν οι κρίσεις του αυτές αντιμετωπίζονται απλά με αγχολυτικά ή/και αντικαταθλιπτικά σκευάσματα; Με ποιον τρόπο αξιοποιεί αυτήν του την κρίση, κατανοώντας τους λόγους που αυτή εμφανίστηκε και το τι σημαίνει για τον ίδιον;

Οι διάφορες ψυχοθεραπευτικές μέθοδοι έχουν βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Η διάρκειά τους έχει μειωθεί σε μεγάλο βαθμό, η δε αποτελεσματικότητα πολλών από αυτές έχει τεκμηριωθεί και επιστημονικά. Ως εκ τούτου, η αξιοποίησή τους σε κάθε είδους ψυχική διαταραχή -από την ηπιότερη έως τη σοβαρότερη- μόνο θετικά μπορεί να συμβάλει, δίνοντας νόημα σε αυτά που βιώνει το άτομο, φωτίζοντας άγνωστες πλευρές του ψυχισμού του, διευρύνοντας την αυτογνωσία του, ενισχύοντας την αυτοπεποίθησή του και δίνοντας τη δυνατότητα για διαφορετικές επιλογές και διαφορετική διαχείριση των όποιων προσωπικών του προβλημάτων ή δυσκολιών ζωής στη συνέχεια.

Για την υπηρεσία online ψυχολόγος , (online συνεδρίες) κάντε κλικ ΕΔΩ

Για ραντεβού στο γραφείο του Σάββα Ν. Σαλπιστή , Ph.D. , κάντε κλικ ΕΔΩ

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης

Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής

Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης

Share on Facebook


Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

 
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης