ΚΑΛΟΣ ΨΥΧΟΛΟΓΟΣ, ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ, ΨΥΧΟΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ – Πως μπορώ να το ξέρω;


Όλοι μας, όταν αντιμετωπίζουμε κάποιο σοβαρότερο κυρίως  πρόβλημα υγείας, θέλουμε να απευθυνθούμε στον καλύτερο, αν είναι δυνατόν, ειδικό. Αυτό που, συνήθως, κάνουμε οι περισσότεροι  είναι να ρωτάμε άλλους, που αντιμετώπισαν κι οι ίδιοι ή κάποιος δικός τους άνθρωπος ανάλογο πρόβλημα, σε ποιον απευθύνθηκαν, αν έμειναν ευχαριστημένοι ή όχι κ.τ.λ. και κατόπιν αποφασίζουμε.

Για την  αναζήτηση, που αφορά, για παράδειγμα, στην επιλογή ενός χειρουργού ή κάποιου γιατρού μιας άλλης  ειδικότητας,  ο οποίος θα εστιασθεί αποκλειστικά στο πρόβλημα υγείας και όχι στο άτομο συνολικά, οι  παραπάνω προϋποθέσεις συνήθως αρκούν. Δεν ισχύει, όμως, το ίδιο και για την επιλογή ενός επαγγελματία της ψυχικής υγείας.

 

Οι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να πληρούνται σε μια θεραπευτική σχέση

Η κατοχή ενός πτυχίου και κατόπιν η απόκτηση ειδικότητας σημαίνει πως ο γιατρός, ο ψυχολόγος ή ο ψυχοθεραπευτής στον οποίο απευθυνόμαστε διαθέτει τα απαραίτητα τυπικά προσόντα που απαιτούνται ώστε να μπορεί  να ασκεί το επάγγελμά του, δίνοντας ταυτόχρονα στον εκάστοτε ενδιαφερόμενο την αναγκαία ασφάλεια που θέλει να νιώθει.

Δυστυχώς, όμως, τα απαραίτητα τυπικά προσόντα ενός ειδικού επιστήμονα της ψυχικής υγείας από μόνα τους δεν εγγυώνται πως ο καθένας που απευθύνεται σε αυτόν θα βοηθηθεί για τα συγκεκριμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει. Όπως και για κάθε άλλη επαγγελματική ομάδα, έτσι και όσον αφορά στους ψυχολόγους, ψυχιάτρους και ψυχοθεραπευτές υπάρχουν λιγότερο ή περισσότερο ικανοί και κατάλληλοι να ανταποκριθούν στο λειτούργημά τους. Ειδικά για το χώρο της ψυχικής υγείας, εξίσου σημαντικό με την ύπαρξη των τυπικών προσόντων είναι και η προσωπική χημεία που θα αναπτυχθεί ανάμεσα στον θεραπευόμενο και τον ειδικό. Δίχως τον παράγοντα αυτόν, ακόμα και η καλύτερη δυνατή εκπαίδευση δεν επαρκεί από μόνη της για να βοηθήσει κάποιον για τα προβλήματά του. Για την έκβαση μιας εγχείρισης, δεν είναι καθοριστικής σημασίας η ύπαρξη προσωπικής χημείας ανάμεσα στον χειρουργό  και τον ασθενή που θέλει να αφαιρέσει τη χολή του. Είναι, όμως, απόλυτα καθοριστικό για την έκβαση μιας ψυχοθεραπείας ή μιας οποιουδήποτε τύπου ψυχολογικής παρέμβασης.

Για να μοιραστούμε τα πιο προσωπικά μας προβλήματα, τα βιώματα, τα συναισθήματα, τις επιθυμίες, τους φόβους και τις σκέψεις, χρειάζεται να νιώσουμε εμπιστοσύνη, ασφάλεια και όλα τα υπόλοιπα που φέρνουν δύο ανθρώπους πολύ κοντά ώστε να αισθανθούμε πως μπορούμε να ανοίξουμε την ψυχή μας στον άλλον. Για να γίνει, όμως,  αυτό ο Άλλος θα πρέπει να μας εμπνεύσει ως Άνθρωπος και αυτό επιτυγχάνεται κοιτώντας  τα μάτια και όχι τα πτυχία του…

Κάποιες σοβαρές έρευνες επί του θέματος έχουν καταδείξει πως τα προσωπικά χαρακτηριστικά του ψυχοθεραπευτή (ευαισθησία, συναισθαντικότητα, αυθεντικό ενδιαφέρον, σεβασμός προς τον ασθενή κ.τ.λ.), μαζί με την καλή προσωπική χημεία που θα αναπτυχθεί ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο, συμβάλουν περίπου κατά 70% στην καλή έκβαση μιας ψυχοθεραπείας. Αυτό δεν σημαίνει πως η τεχνική και το θεωρητικό πλαίσιο που ακολουθεί ο θεραπευτής δεν παίζουν κάποιο ρόλο και πως ο οποιοσδήποτε χωρίς εκπαίδευση θα μπορούσε να λειτουργήσει ως θεραπευτής, αρκεί να διαθέτει τα ανάλογα προσωπικά χαρακτηριστικά και να υπάρξει η ανάλογη προσωπική χημεία με αυτόν που ζητά βοήθεια. Αυτό σημαίνει πως τα χαρακτηριστικά αυτά μπορούν να αξιοποιηθούν, όπως πρέπει, θεραπευτικά μόνο από έναν θεραπευτή που διαθέτει ταυτόχρονα άρτια ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση και επαρκή εμπειρία.

Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής

Η σημασία της συμμετοχής του θεραπευομένου και το ενδεχόμενο θεραπευτικής αποτυχίας

Μια θεραπευτική διαδικασία ψυχολογικού τύπου δεν είναι πλυντήριο όπου απλά αφήνουμε τα λερωμένα ρούχα μας και τα παραλαμβάνουμε, μετά από κάποιο διάστημα, πεντακάθαρα και σιδερωμένα.  Μια τέτοιου είδους θεραπευτική προσπάθεια απαιτεί την ενεργητική συμμετοχή του θεραπευομένου για όσο χρονικό διάστημα αυτή διαρκέσει. Αυτό σημαίνει πως, στην περίπτωση ενός θεραπευτικού αδιεξόδου ή μιας θεραπευτικής αποτυχίας, δεν είναι πάντα εύκολο να διακριβωθεί ποιανού ευθύνη ήταν αυτού του είδους η έκβαση.

Κανείς δεν μπορεί να δώσει εκ των προτέρων εγγυήσεις για το αν μια θεραπεία θα έχει επιτυχή έκβαση ή το ακριβές χρονικό διάστημα που θα διαρκέσει. Η έρευνα δείχνει, όμως, πως το 50% αυτών που αρχίζουν θεραπεία χρειάζονται περίπου 20 συνεδρίες για να νιώσουν καλά. Εάν, όμως, ο αριθμός των συνεδριών αυξηθεί στις 50, τότε το 75% των θεραπευομένων απαλλάσσονται από τα προβλήματά τους. Μπορεί, όμως, τα προβλήματα του θεραπευομένου να είναι τέτοια  που  να απαιτούν ακόμα μεγαλύτερο χρονικό διάστημα για να αντιμετωπισθούν.

Στην περίπτωση, όμως, μιας μη επιτυχούς έκβασης, πως μπορεί κάποιος να διαπιστώσει αν αυτό οφείλεται στο ότι ο θεραπευτής δεν ήταν επαρκής και κατάλληλος, αν ο θεραπευόμενος δεν έκανε την απαιτούμενη προσπάθεια κατά τη διάρκεια και στο μεσοδιάστημα των συνεδριών του ή αν το είδος των δυσκολιών του δεν ήταν εφικτό να αντιμετωπισθεί μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα;

Ένας καλός τρόπος προσέγγισης ενός τέτοιου ενδεχόμενου είναι να βρει  ο θεραπευόμενος το κουράγιο να συζητήσει  με τον θεραπευτή του τους προβληματισμούς  και την όποια απογοήτευσή του που η θεραπεία δεν έχει αποδώσει τα προσδοκώμενα. Ένας καλός θεραπευτής θα λάβει οπωσδήποτε σοβαρά υπόψη τις σκέψεις και τα συναισθήματα του θεραπευομένου και δεν θα σπεύσει να αποδώσει την ευθύνη της όποιας θεραπευτικής αποτυχίας αποκλειστικά σε αυτόν.

Ένας καλός θεραπευτής θα συζητήσει ενδελεχώς με τον θεραπευόμενο το τι έχει γίνει στη διάρκεια της κοινής τους θεραπευτικής προσπάθειας, με ποιον τρόπο αυτή έχει επηρεασθεί  από τα πεπραγμένα  και σε ποιον βαθμό έχει διαφοροποιηθεί προς το καλύτερο ο τρόπος λειτουργίας και η διάθεση του θεραπευομένου. Μια τέτοιου είδους προσέγγιση μπορεί να οδηγήσει σε μια επανεκτίμηση και, ενδεχομένως, τροποποίηση του θεραπευτικού σχεδιασμού.  Ίσως ακόμα διαπιστωθεί πως έχουν γίνει, παρά ταύτα, αρκετά πράγματα που, όμως, για κάποιον λόγο, ο θεραπευόμενος δεν αξιολόγησε/αξιοποίησε επαρκώς. Τέλος, ίσως διαφανεί πως ο θεραπευόμενος χρειάζεται κάτι άλλο ή κάτι περισσότερο που ο συγκεκριμένος θεραπευτής δεν μπορεί να του προσφέρει.

Εάν, μετά από μια τέτοιου είδους συζήτηση, ο θεραπευόμενος νιώσει πως ο θεραπευτής τον έχει καταλάβει, τον έχει σεβαστεί και δεν του έχει αποδώσει άκριτα τη συνολική ευθύνη της όποιας υπαρκτής ή μη θεραπευτικής αποτυχίας, αυτό είναι κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Θα πρέπει, επίσης, ο θεραπευόμενος να έχει κατά νου πως η αξιολόγηση της ποιότητας μιας θεραπείας δεν είναι εύκολη υπόθεση και δεν μετριέται πάντα με βάση το πώς νιώθει ή λειτουργεί ο θεραπευόμενος μετά από κάποιο συγκεκριμένο αριθμό συνεδριών γιατί οι παράγοντες που μπορεί να παίζουν ρόλο είναι πολλοί και σύνθετοι. Όμως, ένας αποτελεσματικός τρόπος αξιολόγησης της ποιότητας της θεραπείας και, ως εκ τούτου, και του ίδιου του θεραπευτή είναι να μπορεί ο θεραπευόμενος να εκφράζει την απογοήτευση και τις όποιες αμφιβολίες ή αμφισβητήσεις του μέσα από έναν κοινό διάλογο με τον ίδιο τον θεραπευτή του.

Ψυχίατρος

Κριτήρια επιλογής και βασικά χαρακτηριστικά ενός καλού θεραπευτή

Όπως προαναφέραμε, οι θετικές συστάσεις κάποιου κοντινού ή γνωστού  μας προσώπου αποτελούν ένα καλό αρχικό κριτήριο επιλογής θεραπευτή (ψυχολόγου, ψυχιάτρου, ψυχοθεραπευτή). Ακόμα χρησιμότερες είναι οι συστάσεις ατόμων που, χρόνια μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας τους, συνεχίζουν να νιώθουν ευχαριστημένα με αυτήν. Χρήσιμες είναι και οι συστάσεις ατόμων που βρίσκονται κοντά στην ολοκλήρωση της θεραπείας τους ή ατόμων που ανήκουν στο χώρο της ψυχικής υγείας.

Η αναζήτηση καλού θεραπευτή θα πρέπει να αφορά σε έναν θεραπευτή που διαθέτει οξυδέρκεια, εμπειρία ζωής, χιούμορ, ζεστασιά, ευθύτητα και αποφασιστικότητα. Ένας καλός θεραπευτής θα πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να αντέχει κάθε δύσκολο συναίσθημα του θεραπευομένου, όπως για παράδειγμα, οργή, απελπισία, ανημπόρια κ.τ.λ., τις όποιες ανώριμες ή «παιδικές» πλευρές του, και, ταυτόχρονα, να του εμφυσά ελπίδα και αισιοδοξία για τη συνέχεια της προσπάθειας και της ζωής του γενικότερα.

Θα πρέπει να επιλέγουμε κάποιον που δείχνει πως νιώθει καλά στην παρουσία μας, πως μας μιλά με τρόπο απλό και κατανοητό και πως βρισκόμαστε στο επίκεντρο της προσοχής του. Ένα επιπλέον σημαντικό χαρακτηριστικό ενός καλού θεραπευτή είναι το να έχει το θάρρος να αναγνωρίζει τα τυχόν λάθη του, που δεν υποδύεται τον παντογνώστη και που δείχνει πως πιστεύει  πως και ο ίδιος μπορεί και θέλει να  μάθει κάτι από εμάς.

Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να επιλέγουμε κάποιον που πιστεύουμε πως μπορούμε να τον ξεγελάσουμε, να τον χειριστούμε κατά πως μας βολεύει ή να τον αφοπλίσουμε/ακυρώσουμε διαμέσου μιας «επίθεσης γοητείας» ή φλερτ. Αντίθετα, αν είναι δυνατόν, ο θεραπευτής θα πρέπει να αποτελεί πρόκληση για τη δημιουργία μιας ουσιαστικής σχέσης εμπιστοσύνης που θα μας βοηθήσει να βρούμε την προσωπική μας αλήθεια.

Δεν θα πρέπει να επιλέγουμε κάποιον που μοιάζει να θέλει να «κλέβει την παράσταση», επειδή απλά μας γοητεύει με τον τρόπο του ή επειδή μας «μαγεύει» με διάφορες μεταφυσικού τύπου απόψεις που υποδηλούν πως θα οδηγήσουν σε θαύματα. Αντίθετα, θα πρέπει να επιλέγουμε κάποιον που μας κάνει να νιώθουμε πως εμείς είμαστε οι πρωταγωνιστές και πως αυτό που κυρίως τον ενδιαφέρει είναι να γνωρίσει την προσωπική μας αλήθεια.

Θεραπευτές που μοιάζει να μας λυπούνται περισσότερο απ΄ότι εμείς οι ίδιοι τον  εαυτό  μας ή που δείχνουν διάθεση να μας καθοδηγούν ή να σκηνοθετούν οι ίδιοι τη ζωή μας, υποδεικνύοντάς μας  τι είναι καλό ή κακό , καθώς και το τι οφείλουμε να πράττουμε θα πρέπει να τους αποφεύγουμε όπως ο διάολος το λιβάνι. Ο καλός θεραπευτής δεν επιβάλει στο θεραπευόμενό του τις προσωπικές του επιλογές ή «λύσεις», αλλά τον βοηθά να βρει τις δικές του.

Η όποια δυσκολία του θεραπευτή να διατηρήσει ανέπαφα τα όρια μεταξύ προσωπικής ζωής και θεραπείας, θέλοντας ταυτόχρονα να γίνει και φίλος μαζί μας, που προτείνει οποιουδήποτε τύπου οικονομικές συναλλαγές ή που αρχίζει να μας φλερτάρει, αποτελούν σοβαρότατους λόγους για να διακόψουμε άμεσα τη θεραπεία μαζί του.

 

Ο κάθε ψυχολόγος/ψυχίατρος δεν είναι και ψυχοθεραπευτής

Το να είναι κάποιος ψυχολόγος ή ψυχίατρος δεν σημαίνει πως έχει και το δικαίωμα ή τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να ασκεί ψυχοθεραπεία. Στη χώρα μας, όμως, όλα γίνονται γιατί  λίγο-πολύ ο καθένας είναι  ότι δηλώνει,  αφού στην ουσία δεν ελέγχεται.

Η ψυχοθεραπεία είναι ένα πολύ απαιτητικό επάγγελμα που προϋποθέτει όχι μόνο ειδική εκπαίδευση χρόνων -μετά την απόκτηση του βασικού πτυχίου ψυχολογίας ή της ψυχιατρικής ειδικότητας- αλλά και μια προσωπική ωριμότητα και καταλληλότητα που κρίνεται και αξιολογείται από τους εκπαιδευτές και  τους ειδικούς επόπτες, αλλά και μέσα από την απαραίτητη προσωπική ψυχοθεραπεία που πρέπει να έχει ο εκάστοτε υπό εκπαίδευση ψυχοθεραπευτής.

 

Επίλογος

Η αναζήτηση ενός κατάλληλου ειδικού της ψυχικής υγείας θα πρέπει πάντα να γίνεται με την ίδια φροντίδα που επιδεικνύουμε στην επιλογή ενός ειδικού για οποιοδήποτε άλλο σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετωπίζουμε. Η ψυχοθεραπεία, όταν ασκείται με τη σοβαρότητα και τις προδιαγραφές που πρέπει να τη διέπουν, είναι μια σοβαρή «αναίμακτη εγχείριση ψυχής» που πρέπει να διενεργείται από κάποιον που έχει την απαιτούμενη εκπαίδευση και προσωπική επάρκεια. Η επιλογή του θα πρέπει να βασίζεται τόσο σε αντικειμενικά όσο και σε υποκειμενικά κριτήρια. Για τα τελευταία, οι μόνοι που μπορούν να τα  αξιολογήσουν είμαστε εμείς οι ίδιοι, εμπιστευόμενοι το ένστικτο και την αίσθησή μας στη συνάντηση μαζί του.Share on Facebook


Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

 

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης

Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής

Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης