Όταν η ψυχοθεραπεία δεν βοηθά


Είναι γνωστό σε όλους πως κανένας επαγγελματίας της σωματικής ή ψυχικής υγείας δεν καταφέρνει να βοηθήσει όλους όσους απευθύνονται σε αυτόν. Ιδιαίτερα όσον αφορά στο χώρο της ψυχικής υγείας και κυρίως της ψυχοθεραπείας, ο θεραπευόμενος σπανίως ρωτάται για το πως βιώνει τη θεραπεία του, τι ήταν αυτό που τον δυσκόλεψε και σε ποιους τομείς δεν βοηθήθηκε. Επιπρόσθετα, είναι πολύ δύσκολο για έναν θεραπευόμενο  να ασκήσει κριτική ή να αναφερθεί σε  κάτι που θεωρεί πως μπορεί να θίξει την επάρκεια του θεραπευτή του.

Είναι πλέον και επιστημονικά τεκμηριωμένο πως η ψυχοθεραπεία μπορεί και βοηθά σημαντικά τη μεγάλη πλειοψηφία των ατόμων (περίπου τα 2/3) να επιλύσουν σοβαρά προσωπικά τους προβλήματα, όπως είναι η κατάθλιψη, οι αγχώδεις διαταραχές, οι συνέπειες διαφόρων τραυματικών εμπειριών, οι διαταραχές προσωπικότητας και πολλά άλλα. Η έρευνα καταδεικνύει, όμως, πως το υπόλοιπο 1/3 δεν θεωρεί πως η κατάστασή του βελτιώθηκε, από τη θεραπεία του. Η έρευνα αναφέρει, επίσης, πως υπάρχει και ένα μικρό ποσοστό ατόμων (περίπου 5%) των οποίων η κλινική εικόνα επιδεινώθηκε μετά το πέρας της  θεραπείας. Θα πρέπει να αναφέρουμε, όμως, πως ένα αρκετά μεγάλο ποσοστό ατόμων που ξεκινούν ψυχοθεραπεία δεν ολοκληρώνει ποτέ την προσπάθειά του, διακόπτοντάς την πρώιμα. Όλα αυτά τα στοιχεία καταδεικνύουν την αναγκαιότητα περαιτέρω διερεύνησης και επισήμανσης των παραγόντων εκείνων που συμβάλουν στην αύξηση ή στη μείωση της αποτελεσματικότητας της ψυχοθεραπείας.

Ψυχοθεραπεία

Η επάρκεια του ψυχοθεραπευτή

Από τη στιγμή που η ψυχοθεραπεία διεξάγεται, σχεδόν αποκλειστικά, πίσω από κλειστές πόρτες, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να διαθέτει ο κάθε ψυχοθεραπευτής εκείνη την επαγγελματική επάρκεια που θα του επιτρέπει να μπορεί να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις του κάθε περιστατικού που αναλαμβάνει, αλλά και να μπορεί να αξιολογεί, χωρίς προκαταλήψεις και μετάθεση ευθυνών στο θεραπευόμενο ή σε άλλους παράγοντες , την αποτελεσματικότητα της θεραπείας που παρέχει. Δυστυχώς, κάτι τέτοιο δεν ισχύει πάντα. Πέραν της έλλειψης  της ανωτέρω  επάρκειας  σε μέρος επαγγελματιών της ψυχικής υγείας οι οποίοι δεν έχουν παρά μόνον «εγκυκλοπαιδικές» γνώσεις γύρω από την ψυχοθεραπεία ή ελλιπέστατη ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση, λόγω της απουσίας ελέγχου από το κράτος που επιτρέπει τον καθένα να είναι ότι δηλώνει, υπάρχει και ο παράγοντας εκείνος -που ίσως αφορά τους περισσότερους επαγγελματίες κάθε ειδικότητας παροχής βοήθειας σωματικής και ψυχικής περίθαλψης- ο οποίος έχει να κάνει με την τάση υπερεκτίμησης της προσωπικής θεραπευτικής ικανότητας. Σε μία συγκεκριμένη, επί του θέματος, έρευνα διαπιστώθηκε πως ένα ποσοστό της τάξης του 80% των επαγγελματιών, όταν  τους ζητήθηκε να αξιολογήσουν την προσωπική τους επάρκεια, απάντησε πως αυτή είναι καλύτερη του μέσου όρου της επάρκειας των θεραπευτών του χώρου τους…

Μία πιθανή εξήγηση, όσον αφορά στην ελλιπή γνώση των θεραπευτών και στην αδυναμία αξιολόγησης από αυτούς της υποβόσκουσας ή/και εμφανούς δυσαρέσκειας των θεραπευόμενων ή  των όποιων αρνητικών επιπτώσεων της ψυχοθεραπείας είναι πως σχεδόν όλες οι δημοσιεύσεις περί  αποτελεσματικότητας  της ψυχοθεραπείας αναφέρονται, κατά κύριο λόγο, σε περιπτώσεις θετικής έκβασής της και σπανιότατα περί του αντιθέτου. Αυτό έχει ως συνέπεια κάποιοι ψυχοθεραπευτές, ενδεχομένως, να εφησυχάζουν και να σκέφτονται πως το χειρότερο που μπορεί να συμβεί είναι να μην υπάρξει κάποια βελτίωση της κατάστασης του θεραπευόμενου. Μακάρι, όμως, να ήταν αυτό η μοναδική αρνητική επίπτωση μιας ψυχοθεραπείας που δεν έχει την επιθυμητή έκβαση. Ένας χωρίς ή με ανεπαρκή ψυχοθεραπευτική εκπαίδευση θεραπευτής μπορεί, για παράδειγμα, εξαιτίας της άγνοιάς του, να ενεργοποιήσει «απειλητικό» και ιδιαίτερα επώδυνο για τον θεραπευόμενο υποσυνείδητο υλικό, τις συνέπειες του οποίου να μην είναι σε θέση να διαχειριστεί, με ολέθριες ίσως συνέπειες για τον ίδιο τον θεραπευόμενο. Κάτι τέτοιο είναι ταυτόσημο με την αιμορραγία που μπορεί να προκαλέσει ένας χωρίς ή με ελλιπή εκπαίδευση χειρουργός  που δεν γνωρίζει με ποιον τρόπο μπορεί να  σταματήσει την αιμορραγία που προκάλεσε.

Ένα τέτοιο σκεπτικό, όμως, δεν λαμβάνει, επίσης, στο ελάχιστο υπόψη τον πολύτιμο χαμένο χρόνο του θεραπευόμενου -με ότι αυτό μπορεί να συνεπάγεται-, το χρηματικό ποσό που αυτός έχει δαπανήσει, χωρίς δει την παραμικρή βελτίωση της ψυχικής του υγείας. Τέλος, δεν λαμβάνει, επίσης, υπόψη τη ματαίωση και την απογοήτευσή του που μπορούν να οδηγήσουν τον θεραπευόμενο στην απώλεια κάθε ελπίδας και εμπιστοσύνης στην οποιαδήποτε  μορφή ψυχοθεραπείας, αλλά ακόμα και για κάθε είδους στενή διαπροσωπική σχέση. Μια τέτοιου είδους έκβαση θα μπορούσε να έχει ζοφερά αποτελέσματα στη συνολική  ψυχική κατάσταση του θεραπευόμενου.

Αποτελέσματα ψυχοθεραπείας

Ποιες μπορεί να θεωρούνται, όμως, ως αρνητικές θεραπευτικές συνέπειες;

Το ποιές μπορεί να θεωρούνται ως αρνητικές θεραπευτικές συνέπειες έχει άμεση σχέση με το πως ορίζουμε την ψυχική υγεία, καθώς και το ποιος καθορίζει πότε μια θεραπεία μπορεί να θεωρείται πως είχε επιτυχημένη έκβαση ή όχι. Οι απαντήσεις που μπορούμε να πάρουμε από ένα τέτοιο ερώτημα μπορεί θα να είναι πολύ διαφορετικές, αναλόγως με το αν το ερώτημα τεθεί στον θεραπευόμενο, στον θεραπευτή ή αν η αξιολόγηση των απαντήσεων γίνει με βάση τα ισχύοντα κοινωνικά κριτήρια. Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε τα αισθήματα δυσαρέσκειας των θεραπευόμενων, απαιτούνται γνώσεις τόσο για τους ποσοτικούς παράγοντες που συνδέονται με μια μη επιτυχημένη ψυχοθεραπευτική έκβαση όσο και για τις προσωπικές  συναισθηματικές αντιδράσεις στις οποίες  αναφέρεται ή έμμεσα εκφράζει ο θεραπευόμενος.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, που αναδεικνύει τη δυσκολία αξιολόγησης των αποτελεσμάτων μιας ψυχοθεραπευτικής προσπάθειας, είναι το να χωρίσει ο θεραπευόμενος μετά την ολοκλήρωση της ψυχοθεραπείας του. Πως θα πρέπει να κριθεί ένα τέτοιο ενδεχόμενο; Αποτελεί μια θετική ή μια αρνητική έκβαση/επιλογή; Ίσως θεραπευτής και θεραπευόμενος να έχουν διαφορετική άποψη. Ίσως άλλα πρόσωπα του άμεσου περιβάλλοντος του θεραπευόμενου να έχουν, επίσης, μια επιπλέον διαφορετική άποψη. Ως εκ τούτου, η όποια αξιολόγηση δεν είναι απόλυτη και εξαρτάται ποιος και με τι κριτήρια την αξιολογεί.

Η αξιολόγηση των θεραπευτικών αποτελεσμάτων είναι μια ιδιαίτερα περίπλοκη διαδικασία που απαιτεί γνώση, ενσυναίσθηση, ευελιξία και αποστάσεις από προκαταλήψεις, στερεότυπα και εμμονές. Η εξεύρεση μιας αιτιολογικής διασύνδεσης ανάμεσα στη θεραπεία και την όποια έκβασή της (το ότι δηλαδή η θεραπεία είναι αυτή που ευθύνεται για την επιδείνωση της κατάστασης του θεραπευόμενου) δεν  είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Για την όποια έκβαση θα μπορούσαν κάλλιστα να ευθύνονται διάφοροι ιδιωτικοί λόγοι της ζωής του θεραπευόμενου. Από την άλλη, δεν υπάρχει ακόμα ένας επαρκής αριθμός μακροπρόθεσμων ερευνών για θεραπευόμενους των οποίων η κατάσταση επιδεινώθηκε ώστε να διαπιστωθεί αν πρόκειται για μια σύντομη επιδείνωση ή για μια κατάσταση που φαίνεται πως έχει μονιμοποιηθεί.

Μια επιδείνωση, από μόνη της, αποτελεί και δείγμα πως αυτό που γίνεται στη θεραπεία επηρεάζει, αγγίζοντας συναισθήματα, σκέψεις, βιώματα και καταστάσεις που πονούν και που για χρόνια ο θεραπευόμενος απέφευγε να έρθει σε επαφή. Με βάση αυτήν την οπτική, είναι δεδομένο πως ο θεραπευόμενος θα νιώσει κάποια στιγμή/περίοδο λιγότερο ή περισσότερο άσχημα, πριν αρχίσει να βελτιώνεται η διάθεση και η γενική του κατάσταση. Από την άλλη, όμως, κάτι τέτοιο εμπεριέχει και τον κίνδυνο να θεωρήσει ο θεραπευόμενος πως όχι μόνο δεν τον βοηθά η θεραπεία, αλλά και πως τον έχει κάνει να νιώθει ακόμα πιο άσχημα, με αποτέλεσμα να τη διακόψει.

Για να μπορέσουμε, λοιπόν, να κατανοήσουμε την όποια εμφανή ή λανθάνουσα δυσαρέσκεια  του  θεραπευόμενου για τη θεραπεία του, χρειαζόμαστε, μεταξύ άλλων, γνώση γύρω από διάφορους ποσοτικούς παράγοντες που σχετίζονται με την παρούσα κατάστασή του (π.χ. ηλικία, οικονομική κατάσταση κ.ά.), αλλά και για τον τρόπο που ο ίδιος βιώνει τις διάφορες αλλαγές που συμβαίνουν στη ζωή του.

Ψυχοθεραπευτική σχέση

Η σημασία της θεραπευτικής σχέσης

Στην ψυχαναλυτική θεωρία, μια καλή σχέση ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για οποιουδήποτε είδους αλλαγή, αλλά, ταυτόχρονα, και εργαλείο για την αλλαγή του τρόπου λειτουργίας των διαπροσωπικών σχέσεων του θεραπευόμενου.

Ο όρος θεραπευτική συμμαχία αφορά στη συνεργασία ανάμεσα σε θεραπευτή και θεραπευόμενο και είναι κάτι διαφορετικό από την αποκαλούμενη μεταβιβαστική σχέση. Η μεταβιβαστική σχέση έχει τις ρίζες της στον εσωτερικό κόσμο του θεραπευόμενου και στις πρωταρχικές του διαπροσωπικές σχέσεις και εμπειρίες. Όταν ένας θεραπευόμενος αρχίζει τη θεραπεία του, προβάλει στο πρόσωπο του θεραπευτή του τις όποιες προσδοκίες τρέφει. Σημαντικό καθήκον του τελευταίου είναι να μπορέσει να συνειδητοποιήσει αυτές τις μη λεκτικοποιημένες ή/και υποσυνείδητες προβολές στο πρόσωπό του και να ταυτοποιήσει τα πρόσωπα στα οποία οι προβολές αυτές αφορούν. Με τη σειρά του, ο θεραπευόμενος, συνειδητοποιώντας, με τη βοήθεια του θεραπευτή, πως οι προβολές του αυτές  αφορούν πρώιμες διαπροσωπικές του σχέσεις, αρχίζει σταδιακά να βλέπει τις παρούσες σχέσεις του -συμπεριλαμβανομένης και αυτής με το θεραπευτή του-  έτσι όπως πραγματικά είναι και όχι έτσι όπως θα ήθελε να είναι.

Έχει, ποικιλοτρόπως, αποδειχθεί η άμεση σχέση ανάμεσα στη δημιουργία μιας καλής θεραπευτικής συμμαχίας και σε μια θετική θεραπευτική έκβαση.

Προσωπικά χαρακτηριστικά του θεραπευόμενου

Τα τελευταία χρόνια, το ενδιαφέρον για το ρόλο του θεραπευόμενου στην έκβαση της θεραπείας του έχει αυξηθεί σημαντικά. Το κίνητρο, οι προσδοκίες, το κοινωνικό δίκτυο και η ικανότητα του θεραπευόμενου να δημιουργεί ουσιαστικές διαπροσωπικές σχέσεις αποτελούν παράγοντες που έχουν αποδειχθεί πως διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην έκβαση της ψυχοθεραπείας. Παθολογικά στοιχεία προσωπικότητας -ιδιαίτερα μεταιχμιακά, ναρκισσιστικά, αντικοινωνικά και παρανοϊκά-, όταν υπάρχουν, αποτελούν σοβαρά εμπόδια στη δημιουργία μιας  καλής θεραπευτικής συμμαχίας και, ως εκ τούτου, μιας θετικής θεραπευτικής έκβασης.

Σύμφωνα με κάποιες σημαντικές έρευνες, η θεραπευτική έκβαση εξαρτάται από τον θεραπευόμενο σε ένα ποσοστό που κυμαίνεται μεταξύ 30-40%.

Επίλογος

Για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε πλήρως, κάποια στιγμή, τους λόγους που μια ψυχοθεραπεία δεν έχει την επιθυμητή για όλους έκβαση, θα πρέπει να ρωτάμε και να λαμβάνουμε, ως ψυχοθεραπευτές, πολύ σοβαρά υπόψη τον τρόπο που οι ίδιοι οι θεραπευόμενοι βιώνουν την ψυχοθεραπεία τους. Αυτό θα μας τροφοδοτήσει με νέα κατανόηση και γνώση για τον τρόπο που μπορεί να ελαχιστοποιηθεί ο κίνδυνος μιας αρνητικής έκβασης της ψυχοθεραπευτικής προσπάθειας, αλλά και να την καταστήσει, αν είναι δυνατόν, αποτελεσματικότερη για όλους όσους αρχίζουν μια ψυχοθεραπεία.

Για την υπηρεσία online ψυχολόγος (online συνεδρίες) κάντε κλικ ΕΔΩ

Για ραντεβού στο γραφείο του Σάββα Ν. Σαλπιστή Ph.D. κάντε κλικ ΕΔΩ

Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης

Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής

Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης


Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

 
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης