Shopping therapy: μια εξαγορασμένη αίσθηση στιγμιαίας ευφορίας


Το άτομο που βγήκα να υποδεχθώ  στο χώρο αναμονής ήταν μια όμορφη και πολύ καλοντυμένη νέα κοπέλα που, μόλις πέρασε στο θεραπευτικό δωμάτιο, κάθισε απέναντί μου και άρχισε να λέει τα εξής:

«Σχεδόν όλες μου οι φίλες, όπως κι εγώ άλλωστε, έχουν κάποια στιγμή επισκεφθεί κάποιον ψυχοθεραπευτή για διάφορα θέματα που τις απασχολούσαν. Οι περισσότερες βοηθήθηκαν πολύ, μετά από κάποιο χρονικό διάστημα που για μένα φαίνονταν υπερβολικά μεγάλο, χωρίς όμως απαραίτητα να είναι. Εγώ ήμουν πάντοτε πολύ ανυπόμονη και κουραζόμουν, μετά από λίγες μόνον επισκέψεις. Κανείς θεραπευτής, από όσους επισκέφθηκα έως τώρα, δεν κατάφερε να με κάνει να θέλω να συνεχίσω. Εγώ ζητώ άμεσα αποτελέσματα και απαντήσεις που, όταν δεν υπάρχουν, προτιμώ  να περνώ καλά. Αυτός είναι ο λόγος που στράφηκα σε άλλου είδους λύσεις, νομίζοντας  για αρκετά χρόνια  πως βρήκα αυτήν που μου ταίριαζε. Το shopping therapy έγινε για πολύ μεγάλο διάστημα ο καλύτερός μου φίλος. Όταν η διάθεσή μου ήταν χάλια, αρκούσε μια βόλτα στην αγορά και τα χρήματά μου να αλλάξουν χέρια για να νιώσω άμεσα καλύτερα. Το τι αγόραζα διέφερε κατά περιόδους. Κάποτε, για παράδειγμα, έφθασα να έχω στην γκαρνταρόμπα μου πάνω από 150 ζευγάρια παπούτσια, από τα οποία χρησιμοποιούσα το πολύ δέκα. Το σπίτι και η αποθήκη μου στο υπόγειο δεν χωρούν πλέον τίποτα άλλο. Γι’ αυτό είμαι εδώ».

Καθημερινά, βομβαρδιζόμαστε από διαφημίσεις που προσπαθούν, με κάθε τρόπο, να μας πείσουν πως η αγορά των διαφόρων προϊόντων που διαφημίζονται θα μας κάνει πιο ευτυχισμένους. Για ορισμένους, η πίεση αυτή είναι τόσο έντονη που οδηγεί στην απώλεια της ικανότητας  ελέγχου της καταναλωτικής τους συμπεριφοράς.

Καταναλωτισμός

Τι είναι η καταναγκαστική καταναλωτική συμπεριφορά;

Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό στους ψυχολόγους εδώ και 100 περίπου χρόνια. Παρόλ’  αυτά,  δεν υπάρχει ακόμα κάποιος κοινά αποδεκτός ορισμός του. Κάποιοι το θεωρούν ως διαταραχή του ελέγχου παρορμήσεων, άλλοι ως καταναγκαστική διαταραχή και άλλοι ως διαταραχή της διάθεσης. Τα τελευταία χρόνια, το φαινόμενο κατατάσσεται συχνά στο πεδίο των εξαρτήσεων, κυρίως εξαιτίας της αύξησης της συχνότητας εμφάνισης του φαινομένου και των διαφόρων συμπτωμάτων του τα οποία συναντούμε και στις διάφορες εξαρτήσεις, όπως π.χ. έντονη επιθυμία, συμπτώματα στέρησης, απώλεια ελέγχου κ.ά.

Έτσι λοιπόν, το φαινόμενο της καταναγκαστικής καταναλωτικής συμπεριφοράς, εκτιμούμενο μέσα από την οπτική των εξαρτήσεων, σημαίνει πως αποτελεί μία έντονη και ανεξέλεγκτη εξάρτηση για καταναλωτισμό που απαιτεί τόσα πολλά, σε σημείο που να επηρεάζονται αρνητικά η οικονομική κατάσταση, οι σχέσεις, ο ελεύθερος χρόνος, οι σπουδές, ακόμα και η υγεία του ατόμου.

Υπάρχει διαφορά ανάμεσα στην καταναγκαστική καταναλωτική συμπεριφορά και την παρορμητική καταναλωτική συμπεριφορά. Η διαφορά αφορά στα εσωτερικά κίνητρα ή στα αίτια της συμπεριφοράς. Η παρορμητική καταναλωτική συμπεριφορά καθορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, από εξωτερικά κίνητρα και είναι πολύ λιγότερο, έως καθόλου, προσχεδιασμένη (βλέπω, για παράδειγμα, ένα ζευγάρι παπούτσια σε μια βιτρίνα και μπαίνω και τα αγοράζω χωρίς δεύτερη ή ιδιαίτερη σκέψη αν μου είναι απαραίτητα ή αν θα μου απομείνουν αρκετά χρήματα για να περάσω το μήνα μου).

Αντίθετα, η καταναγκαστική καταναλωτική συμπεριφορά καθορίζεται, συνήθως, από μία ανάγκη αποφυγής ή μετρίασης επώδυνων συναισθημάτων ή κακής διάθεσης. Η εξαρτητική καταναλωτική συμπεριφορά συμπεριλαμβάνει, συνήθως, και τις δύο αυτές παραμέτρους, αν και όχι πάντα. Τα όρια μεταξύ των φαινομένων αυτών δεν είναι πάντα ευδιάκριτα και μπορεί να υπεισέρχονται το ένα στο άλλο.

Θα πρέπει, επίσης, να γίνει διάκριση ανάμεσα στον ενθουσιασμό για κατανάλωση και στην εξαρτητική καταναλωτική συμπεριφορά. Όλοι μας, λίγο-πολύ, ψωνίζουμε κάποιες φορές περισσότερο απ΄ότι συνήθως, για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια των διακοπών μας. Στην περίπτωση της εξαρτητικής καταναλωτικής συμπεριφοράς, η ανάγκη αυτή είναι κανόνας παρά εξαίρεση και αποσκοπεί, όπως και κάθε άλλη εξαρτητική συμπεριφορά, στη μείωση του άγχους και της όποιας άλλης συναισθηματικής δυσφορίας. Ως εκ τούτου, η συμπεριφορά αυτή θεωρείται ως ένα σταθερό ατομικό χαρακτηριστικό κάποιου το οποίο ενεργοποιείται από τα εκατομμύρια ερεθίσματα που μας προσφέρει η νέα ψηφιακή καταναλωτική μας πραγματικότητα.

 

Συχνότητα εμφάνισης

Η απουσία ενός κοινά αποδεκτού ορισμού της εξαρτητικής καταναλωτικής συμπεριφοράς καθιστά δύσκολο και τον υπολογισμό της συχνότητας εμφάνισης του φαινομένου. Κάποιες έρευνες υπολογίζουν πως κυμαίνεται μεταξύ 1-6% του ενήλικου γενικού πληθυσμού. Άλλες πάλι την υπολογίζουν στο 12-22% μεταξύ των εφήβων και του νεαρού ενήλικου πληθυσμού. Η μεγάλη πλειοψηφία, περίπου 80-95%, υπολογίζεται πως είναι γυναίκες, αν και αρκετοί πιστεύουν πως το ποσοστό εμφάνισης του φαινομένου μεταξύ του ανδρικού πληθυσμού έχει υποτιμηθεί.

Η εξαρτητική καταναλωτική συμπεριφορά παρατηρείται πολύ συχνότερα στις αναπτυγμένες βιομηχανικά χώρες και στους κόλπους των κοινωνικο-οικονομικά ευρωστότερων στρωμάτων, αρχίζει δε, συνήθως, στην όψιμη εφηβική ηλικία ή από το 20στό έτος της ηλικίας.

Εθισμός/εξάρτηση

Η μορφή των καταναλωτικών συνηθειών

Τα περισσότερα άτομα με εξαρτητική καταναλωτική συμπεριφορά κάνουν τα ψώνια τους μόνα, χωρίς την παρουσία κάποιου άλλου -όπως τα άτομα με ψυχογενή βουλιμία που τρώνε πάντα μόνα, στη διάρκεια των βουλιμικών τους κρίσεων, κλείνοντας συχνά περσίδες ή κουρτίνες-, ενώ κάποια άλλα, αν ερωτηθούν, αρνούνται πως έχουν κάνει ψώνια ή τα κρύβουν.

Συνήθως, αγοράζουν πολλά πράγματα ταυτόχρονα και από διάφορα μέρη (μπουτίκ, διαδίκτυο κ.τ.λ.), τα οποία, συχνά, μπορεί να ξεχνιούνται ή να μη χρησιμοποιούνται ποτέ. Οι γυναίκες αγοράζουν, συνήθως, προϊόντα που αναδεικνύουν την εμφάνισή τους (ρούχα, παπούτσια, τσάντες, κοσμήματα, καλλυντικά κ.τ.λ.), ενώ οι άνδρες προτιμούν τα ηλεκτρονικά και αθλητικά προϊόντα.

Οι έρευνες δείχνουν πως τα άτομα με μια εξαρτητική ή καταναγκαστική καταναλωτική συμπεριφορά κάνουν, συνήθως, τα ψώνια τους διαδικτυακά και σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από έναν μέσο καταναλωτή. Διαθέτουν, συνήθως, πολλές πιστωτικές κάρτες που τις φθάνουν στο ανώτατο πιστωτικό τους όριο. Όταν διαθέτουν ρευστότητα, σπεύδουν συνήθως να ξοδέψουν άμεσα τα χρήματά τους, ψωνίζοντας. Όταν δεν υπάρχουν χρήματα, σχεδιάζουν και φαντασιώνουν τις αγορές που θα ήθελαν ή σκοπεύουν να κάνουν, και, μόλις αποκτήσουν και πάλι ρευστότητα, η καταναλωτική τους συμπεριφορά επιδεινώνεται.

Σύμφωνα με κάποιους ερευνητές, η εξαρτητική καταναλωτική συμπεριφορά ακολουθεί, συνήθως, τέσσερα στάδια που στοιχειοθετούν τον αποκαλούμενο «κύκλο καταναλωτικής συμπεριφοράς» που, όταν δημιουργηθεί, δύσκολα σπάει:

  1. Μία γενικευμένη ευαλωτότητα απέναντι στο άγχος και στο αίσθημα χαμηλής αυτοεκτίμησης που επιδεινώνεται λίγο πριν από την εμφάνιση της εξαρτητικής τους καταναλωτικής συμπεριφοράς.
  2. Ύπαρξη παρορμητικών αγορών που οδηγούν σε μια αίσθηση μεγάλης ευφορίας και ικανοποίησης.
  3. Εμφάνιση αισθημάτων ενοχής και απαξίωσης για τις αγορές αυτές.
  4. Επανεμφάνιση της παρόρμησης για αγορές, εν μέρει προς αποφυγή των αισθημάτων άγχους, ενοχής και χαμηλής αυτοεκτίμησης που επιδεινώθηκαν κατά τη διάρκεια των επεισοδίων καταναγκαστικής καταναλωτικής συμπεριφοράς ή μετά από αυτά.

Κάποιοι ερευνητές  διακρίνουν τέσσερις τύπους καταναλωτών:

  1. Τον «συναισθηματικά αντιδραστικό» που ο καταναλωτισμός του λειτουργεί ως αντίδοτο απέναντι σε κάποιου είδους ματαίωση.
  2. Τον «παρορμητικό» που λειτουργεί αυθόρμητα, χωρίς καμία σκέψη για τις όποιες τυχόν συνέπειες.
  3. Τον «φανατικό» που, συνήθως, ενδιαφέρεται για ένα συγκεκριμένο είδος προϊόντος και το αγοράζει για την ικανοποίηση που του δίνει η απόκτησή του.
  4. Τον «καταναγκαστικό» που καταναλώνει για να μειώσει το αίσθημα άγχους του.

Καταναγκαστική διαταραχή

Συσχετισμός με άλλες συναισθηματικές καταστάσεις

Ο εθισμός στον καταναλωτισμό συνδέεται, σύμφωνα με πολλούς ερευνητές, με την κατάθλιψη, τις διαταραχές διάθεσης, την καταναγκαστική διαταραχή, τις διαταραχές παρορμήσεων, τις εξαρτήσεις, τις διαταραχές λήψης τροφής (κυρίως τη βουλιμία και την υπερφαγία), όπως, επίσης, και με την καταναγκαστική, τη συναισθηματικά ασταθή (μεταιχμιακή) και την αποφευκτική διαταραχή προσωπικότητας. Επιπρόσθετα, έχει αναφερθεί συσχέτιση με ναρκισσιστικά στοιχεία προσωπικότητας, χαμηλή αυτοεκτίμηση, καθώς και με αισθήματα μοναξιάς, απομόνωσης, οργής και ευερεθιστότητας.

 

Συνέπειες

Όπως και κάθε  εξάρτηση, έτσι και ο εθισμός στον καταναλωτισμό αποβλέπει στη μετρίαση επώδυνων συναισθημάτων που το άτομο δεν αντέχει και δεν μπορεί να διαχειριστεί αποτελεσματικότερα με κάποιον άλλον τρόπο. Παρά το όποιο θετικό βραχυπρόθεσμό του αποτέλεσμα (αίσθημα ευφορίας, δύναμης, υπεροχής κ.ά.), είναι αποδεδειγμένο πως, μακροπρόθεσμα, οι επιπτώσεις του εθισμού στον καταναλωτισμό είναι πολύ σοβαρές, επηρεάζοντας  αρνητικά την οικονομική κατάσταση, την προσωπική ζωή και την ψυχική υγεία του εξαρτημένου.

Πίσω από το όποιο βραχυπρόθεσμο αίσθημα ευφορίας, καραδοκούν πάντα τα αισθήματα ενοχής, ντροπής, χαμηλής αυτοεκτίμησης, απέχθειας προς τον εαυτό κ.ά. που πυροδοτούν και πάλι την ανάγκη μετρίασής τους με επιπρόσθετες αγορές.

Ο χρόνος που αφιερώνεται στις αγορές προϊόντων γίνεται σε βάρος του, ούτως ή άλλως, περιορισμένου χρόνου που μπορεί, συνήθως, ένας μέσος άνθρωπος να αφιερώνει για σημαντικές διαπροσωπικές του σχέσεις (οικογένεια, φίλοι, συγγενείς κ.ά.). Επιπλέον, τα αισθήματα ντροπής, ενοχής, άγχους και τα διάφορα καταθλιπτικά συμπτώματα που ακολουθούν αλλά, συχνά, και η προσπάθεια να μη γίνουν όλα αυτά αντιληπτά από τους άλλους -όπως ακριβώς και οι υπερβολικές αγορές τους-  οδηγούν το άτομο στην αποφυγή συχνών επαφών με τα άτομα του άμεσού του περιβάλλοντος με αποτέλεσμα την επιβάρυνση των διαπροσωπικών του σχέσεων και τη μεγαλύτερή του απομόνωση.

 

Επίλογος

Ας ονειρευτούμε και ας προσπαθήσουμε να κάνουμε, έστω και εν μέρει, πραγματικότητα μία ζωή όπου οι συνειδητές καθημερινές μας αποφάσεις θα μπορούν να αποτρέπουν την ανάγκη απόκτησης υλικών αγαθών που δεν αναβαθμίζουν, επί της ουσίας, την ποιότητα της  ζωής μας, παρέχοντας μόνο ένα στιγμιαίο αίσθημα ικανοποίησης και ανακούφισης, ενώ οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της συμπεριφοράς μας αυτής θα επιβαρύνουν ακόμα περισσότερο την ήδη χωλαίνουσα συναισθηματική μας κατάσταση.

Ας συνειδητοποιήσουμε πως ο αλόγιστος καταναλωτισμός λειτουργεί ακριβώς όπως και ένα παυσίπονο που μπορεί μεν να ανακουφίζει στιγμιαία, δεν θεραπεύει, όμως την αιτία του πόνου.

Ας προσπαθήσουμε, λοιπόν, να δημιουργήσουμε ένα μέλλον όπου θα μπορούμε να διαθέτουμε περισσότερο χρόνο και ενέργεια  σε αυτούς που είναι σημαντικοί στη ζωή μας, στην προσωπική μας εξέλιξη και στην καλή φυσική και ψυχική μας κατάσταση, αλλά, παράλληλα, ας εστιαζόμαστε και σε μια πιο άμεση παρουσία και συμμετοχή μας στο παρόν και σε μια καθημερινότητα πιο αρμονική, με μικροεκπλήξεις και πιο ουσιαστικές στιγμές -τόσο για τον εαυτό μας όσο και με αγαπημένους άλλους- που η επίγευσή τους διαρκεί για ολόκληρη ζωή.

Για την υπηρεσία online ψυχολόγος , (online συνεδρίες) κάντε κλικ ΕΔΩ

Για ραντεβού στο γραφείο του Σάββα Ν. Σαλπιστή , Ph.D. , κάντε κλικ ΕΔΩ

 Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης

Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής

Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης

Share on Facebook


Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

 
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης