Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑΛΟΓΟΥ ανάμεσα σε ενήλικες και παιδιά ή εφήβους

Η σημασία του διαλόγου
Η σημασία του διαλόγου


Γενικά

Πριν από μερικά χρόνια, ένα 6χρονο κοριτσάκι -του οποίου οι γονείς ζήτησαν βοήθεια για πολλά και σοβαρά προβλήματα που παρουσίαζε σε σχολείο και σπίτι- μου είπε κάποια στιγμή: «Όταν δεν μ΄ακούει κανείς, θυμώνω, λυπάμαι και θέλω να κρύβομαι. Όταν, όμως, κανείς δεν έρχεται να με βρει, τότε κρύβομαι κάπου που να φαίνομαι».

Αυτά τα λόγια δείχνουν με κρυστάλλινη σαφήνεια πως κάθε άνθρωπος, ασχέτως ηλικίας, νιώθει καλά μόνον όταν οι άλλοι γύρω του, και μάλιστα αυτοί του άμεσου περιβάλλοντός του, δείχνουν αυθεντικό ενδιαφέρον τόσο προς τον ίδιο ως άτομο όσο και για τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις εμπειρίες του. Μια τέτοια στάση από την πλευρά των άλλων μας επιβεβαιώνει, μας κάνει να νιώθουμε σημαντικοί, αποδεκτοί και αγαπητοί και πως δεν είμαστε μόνοι με τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας.  Μας βοηθά, επίσης, να εξελιχθούμε καθώς μαθαίνουμε να εκφράζουμε λεκτικά τις ανάγκες μας και να αξιολογούμε τις σκέψεις και τις πράξεις μας.

Ο άνθρωπος είναι ον κοινωνικό και η κοινωνικότητα προϋποθέτει ικανότητα επικοινωνίας. Ένα σημαντικό μέρος μιας καλής επικοινωνίας είναι ο δημιουργικός διάλογος, μέσα από τον οποίο επηρεάζουμε και επηρεαζόμαστε πολύπλευρα και που προϋποθέτει, με τη σειρά του, να μπορούμε να εκφραζόμαστε αβίαστα και να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των επιλογών, των αρχών, των συναισθημάτων και των αναγκών μας, χωρίς να στερούμε με οποιονδήποτε τρόπο από τον άλλον την ίδια δυνατότητα.

Όταν, όμως, πρόκειται για επικοινωνία ανάμεσα σε ενήλικες και παιδιά, σημαντικότερο όλων είναι να μπορεί ο ενήλικας να δει και να κατανοήσει το περιεχόμενο των όσων εκφράζει το παιδί μέσα από τη δική του οπτική που, συνήθως, διαφέρει κατά πολύ από αυτήν του ενήλικα.

Παιδιά και έφηβοι

Η σημασία του διαλόγου ανάμεσα σε ενήλικες και παιδιά ή εφήβους

Συνήθεις λόγοι ανεπαρκούς επικοινωνίας μεταξύ ενηλίκων και παιδιών

Εμείς οι ενήλικες θεωρούμε συχνά -ίσως υποσυνείδητα- πως η συζήτηση με ένα παιδί δεν έχει νόημα ή πως το παιδί δεν την επιθυμεί ιδιαίτερα. Αυτό είναι παντελώς αναληθές. Αν το παιδί δείχνει κάτι τέτοιο, αυτό σημαίνει, κατά πάσα πιθανότητα, πως οι όποιες προηγούμενες προσπάθειές μας για συζήτηση ή διάλογο δεν έγιναν όταν και όπως έπρεπε και δεν έλαβαν υπόψη τις προϋποθέσεις και την οπτική του παιδιού. Η εμπειρία μου μέχρι τώρα μου έχει διδάξει πως αυτό που πολλοί γονείς θεωρούν ως «συζήτηση» ή «διάλογο» συνήθως δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας μονόλογος, κατηγορητήριο, υποδείξεις ή ατέλειωτες οδηγίες με ένταση, θυμό ή απειλές.

Έχω ακούσει από εκατοντάδες παιδιά και εφήβους να λένε περίπου τα εξής: «Γιατί κανείς δεν με ρωτά πως νιώθω αλλά μόνο αν διάβασα, τι ώρα θα γυρίσω σπίτι, με ποιους θα βγω ή που ξόδεψα το χαρτζιλίκι μου; Κανείς δεν καταλαβαίνει πως κάτι δεν πάει καλά με εμένα; Δεν τους ενδιαφέρει αυτό;». Όταν ένα παιδί έχει -δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα- μια τέτοια αίσθηση, τότε συνήθως παραιτείται της προσπάθειας να μιλήσει -τουλάχιστον αν δεν ερωτηθεί- δεν τολμά, το βρίσκει πολύ δύσκολο ή/και μάταιο και πως ίσως να μην αξίζει καν τον κόπο.

Τα παραπάνω δεν σημαίνουν πως τα παιδιά αυτά έχουν κατ΄ανάγκη ψυχρούς και αδιάφορους γονείς αλλά, συνήθως, πως υπάρχει πρόβλημα στη μεταξύ τους επικοινωνία με αποτέλεσμα να μη βρίσκουν κοινό τόπο συνάντησης. Μία αιτία μπορεί να είναι η ανησυχία του ίδιου του γονιού που να τον οδηγεί στην αποφυγή ερωτήσεων ή συζήτησης με το παιδί που ίσως αποκάλυπταν πράγματα που δεν αντέχει να ακούσει. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας στάσης είναι συνήθως η δημιουργία μιας έντονης αίσθησης στο παιδί ή στον έφηβο πως είναι μόνο/-ος με τα προβλήματά του και πως οι γονείς του αδιαφορούν, δεν έχουν χρόνο ή δεν αντέχουν να ακούσουν τα όσα θα ήθελε να τους πει.

Μία άλλη πιθανή αιτία μπορεί να είναι το ότι πολλοί ενήλικες (γονείς, εκπαιδευτικοί κ.ά.) υποτιμούν, κατά κάποιον τρόπο, τα παιδιά ως ισότιμο συνομιλητή τους, θεωρώντας πως δεν έχει ιδιαίτερο νόημα η όποια συζήτηση μαζί τους. Αυτό είναι μια απόλυτα λανθασμένη εκτίμηση ή προκατάληψη που αδικεί και τα δύο μέρη, στερώντας τους  μια σημαντική ευκαιρία ουσιαστικής προσέγγισης, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Ορισμένες φορές, ενήλικες που δεν ανήκουν στο άμεσο περιβάλλον του παιδιού (π.χ. δάσκαλοι, καθηγητές κ.ά.) δεν τολμούν να μιλήσουν με ένα παιδί που φαίνεται πως αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα, από διακριτικότητα μήπως το θίξουν ή μήπως παρέμβουν στον πολύ ευαίσθητο πυρήνα της προσωπικής του ζωής.

Κάτι τέτοιο, όμως, σπάνια ισχύει. Οι έρευνες δείχνουν πως τα περισσότερα παιδιά και οι έφηβοι νιώθουν την ανάγκη να μοιρασθούν τις αγωνίες τους με ενήλικες που είναι πρόθυμοι να ακούσουν με ευαισθησία και υπομονή. Έχουμε φθάσει σε σημείο -είτε από ανάγκη εξεύρεσης κάποιου άλλοθι για να αποφύγουμε την εμπλοκή μας σε μια δύσκολη κατάσταση είτε εξαιτίας υπερεκτίμησης του ρόλου των ειδικών- να υποτιμούμε τη σημασία του δικού μας ρόλου ως ενήλικα στη ζωή κάποιων παιδιών γύρω μας που αντιμετωπίζουν δυσκολίες και χρειάζονται τη βοήθειά μας. Αρκετές φορές, απλές ανθρώπινες συζητήσεις μαζί τους θα μπορούσαν να βοηθήσουν πολύ.

Ένας άλλος συνήθης λόγος ανεπαρκούς επικοινωνίας και διαλόγου μεταξύ γονιών και παιδιών ή εφήβων είναι η έλλειψη χρόνου και στα δύο μέρη. Τα περισσότερα παιδιά έχουν μια πολύ κουραστική ημέρα με πολλές σχολικές και μη υποχρεώσεις και ασχολίες, όπως και οι περισσότεροι γονείς πλέον. Ο διάλογος προϋποθέτει χρόνο που, αν δεν υπάρχει, οφείλουμε να τον δημιουργούμε.

Δυστυχώς, τα προαναφερθέντα σπάνια συμβαίνουν στην πράξη και πολύ λίγοι είναι αυτοί που έχουν την ικανότητα να επικοινωνούν με αυτόν τον τρόπο. Οι περισσότεροι, ανεξαρτήτως θέσης (γονιός, συγγενής, δάσκαλος κ.ά.) και ηλικίας, χρησιμοποιούν κάποια απόχρωση του φάσματος επικοινωνίας που βρίσκεται ανάμεσα σε μια παθητική και επιθετική μορφή της.

Ενήλικες και έφηβοι

Η σημασία του διαλόγου ανάμεσα σε ενήλικες και παιδιά ή εφήβους

Ο ενήλικας ως παράγοντας προστασίας

Ανεξάρτητα από τη σχέση που έχουμε ως ενήλικες με ένα παιδί ή έφηβο με το/τον οποίο κάνουμε ένα διάλογο, δεν θα πρέπει να αγνοούμε τα υπόλοιπα ενήλικα άτομα που βρίσκονται στη ζωή του παιδιού/εφήβου και κατέχουν άλλου είδους σημαντική θέση σε αυτήν. Ο ειδικός, για παράδειγμα, οφείλει να λαμβάνει πάντα υπόψη και να αξιοποιεί τους γονείς ή οποιοδήποτε άλλο σημαντικό για το παιδί άτομο (π.χ. δάσκαλος/καθηγητής). Φυσικά, θα πρέπει να ισχύει και το αντίστροφο. Είναι πολύ σημαντικό για κάθε νέο άτομο να μπορεί να έχει πρόσβαση σε όσο το δυνατόν περισσότερα ενήλικα άτομα που να λειτουργούν ως παράγοντες προστασίας. Ως εκ τούτου, ο καθένας μας, ως ενήλικας, αποτελεί δυνητικά έναν παράγοντα προστασίας για κάθε παιδί ή νέο άτομο με το οποίο έρχεται σε επαφή, αρκεί να το θέλει.

Η σημασία της ελπίδας

Το παιδί που αντιμετωπίζει κάποιο σοβαρό, όπως τουλάχιστον το αντιλαμβάνεται, πρόβλημα νιώθει ανημπόρια, μη ελπίζοντας πως τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο. Αυτό είναι συνήθως ένας από τους σημαντικότερους λόγους που το παιδί νιώθει άσχημα και χρειάζεται τη βοήθεια ενός διαθέσιμου και πρόθυμου ενήλικα.

Η ελπίδα αποτελεί τη βασική προϋπόθεση κάθε αλλαγής. Χωρίς αυτήν όλα φαντάζουν απελπιστικά γκρίζα και αδιέξοδα. Ως εκ τούτου, μία σημαντικότατη παράμετρος ενός διαλόγου με ένα παιδί ή έφηβο που αντιμετωπίζει μια δύσκολη κατάσταση είναι να μπορέσουμε να του δημιουργήσουμε μια αίσθηση αισιοδοξίας και ελπίδας η οποία μπορεί να εκπροσωπείται από εμάς τους ίδιους διαμέσου της στάσης και του λόγου μας.

Η σημασία του μοιράσματος

Όταν αντιμετωπίζουμε διάφορες δυσκολίες, αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι πως η οπτική από την οποία βλέπουμε τα πράγματα στενεύει κατά πολύ. Το να έχει ένα παιδί ή έφηβος, που αντιμετωπίζει μια δύσκολη κατάσταση, τη δυνατότητα πρόσβασης σε κάποιον ενήλικα με τον οποίο να μπορεί να μιλήσει και να μοιρασθεί τις σκέψεις και τα δύσκολα συναισθήματά του μπορεί να το/τον βοηθήσει να δει τα πράγματα πιο πολύπλευρα και ως ευκολότερα διαχειρίσιμα.

Μία βασική προϋπόθεση για να μπορέσει το παιδί ή ο έφηβος να μιλήσει με έναν ενήλικα για δύσκολα πράγματα είναι το να νιώσει πως ο τελευταίος ενδιαφέρεται πραγματικά, ακούει προσεκτικά, προσπαθεί να καταλάβει και να δει ανάμεσα από τις γραμμές, χωρίς να υιοθετεί το ρόλο του παντογνώστη που αρχίζει αμέσως να μοιράζει συμβουλές.

Εάν ο γονιός γίνει πρότυπο για το παιδί του -ως ένα άτομο που έχει διάθεση να μιλά ανοιχτά μαζί του, ακόμα και για δύσκολα πράγματα- τότε  το παιδί θα υιοθετήσει μια ανάλογη στάση σε παρόμοιες καταστάσεις της υπόλοιπης προσωπικής του ζωής.

Διάλογοι εφήβων

Η σημασία του διαλόγου ανάμεσα σε ενήλικες και παιδιά ή εφήβους

Επίλογος

Κανείς δεν μπορεί να καταφέρει τα πάντα στη ζωή χωρίς βοήθεια, κυρίως όταν είναι παιδί ή έφηβος. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να θεωρούμε ως δεδομένο πως τα παιδιά και οι έφηβοι που υπάρχουν στον άμεσο κοινωνικό μας περίγυρο κάποια στιγμή πιθανότατα θα χρειασθούν -είτε το εκφράσουν άμεσα είτε όχι- τη βοήθεια κάποιου ενήλικα που θα μπορούσε να είμαστε εμείς. Αυτό σημαίνει πως οφείλουμε να είμαστε σε εγρήγορση ώστε να εντοπίσουμε αυτόν που χρειάζεται βοήθεια, και διαθέσιμοι για κάτι τέτοιο.

Τις περισσότερες φορές, ο συνδυασμός της δυναμικής του ίδιου του παιδιού, των ενηλίκων του περίγυρού του και ενδεχομένως και κάποιων ειδικών (εκπαιδευτικών, επαγγελματιών της ψυχικής υγείας κ.ά.) είναι ο ιδανικός για την αντιμετώπιση των περισσότερων δυσκολιών ενός νέου ατόμου.

Η σημασία του διαλόγου ανάμεσα σε ενήλικες και παιδιά – εφήβους

Για την υπηρεσία online ψυχολόγος , (online συνεδρίες), κάντε κλικ ΕΔΩ

Για ραντεβού στο γραφείο του Σάββα Ν. Σαλπιστή , Ph.D. , κάντε κλικ ΕΔΩ

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης

Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής

Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης

Share on Facebook


Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

 
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης