Η ΣΧΟΛΙΚΗ ΒΙΑ ως ομαδικό φαινόμενο



Η σχολική βία ως ομαδικό φαινόμενο

Η κατάχρηση εξουσίας στα σχολεία -διαμέσου άσκησης βίας, εκφοβισμού και διαφόρων μορφών παρενόχλησης- υπήρχε ανέκαθεν αλλά άρχισε να μελετάται επιστημονικά μόλις τις τελευταίες 2-3 δεκαετίες καθώς τείνει να λάβει διαστάσεις επιδημίας παγκοσμίως.

Κάθε τάση άσκησης βίας θα πρέπει να καταπολεμάται ενεργητικά όχι μόνον εξαιτίας των αρνητικών επιπτώσεων στο γενικό κλίμα του σχολείου αλλά και εξαιτίας των συχνά αρνητικών και ισόβιων συνεπειών για θύτες και θύματα.

Για χιλιάδες μαθητές, όμως, η κάθε σχολική μέρα μπορεί να μετατραπεί σε μια μικρή «κόλαση» που θα πρέπει να υποστούν, χωρίς την παραμικρή βοήθεια από δασκάλους ή καθηγητές, που συχνά εθελοτυφλούν παθητικά ή ενεργητικά, παρά την καθοριστική σημασία της στάσης που οφείλουν να τηρούν απέναντι σε κάθε μορφή έκφρασης σχολικής βίας (Σ.Β.). Γνωρίζουμε, επίσης, πως η συστηματική βία σε έναν οργανισμό (π.χ. το σχολείο) θα πρέπει πάντα να μελετάται και να ερμηνεύεται σε σχέση με το οργανωσιακό πλαίσιο που επιτρέπει ή/και ανέχεται τέτοια φαινόμενα.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που θεωρούν πως η σχολική βία, σε ένα μεγάλο ποσοστό της, αντικατοπτρίζει μία ανάλογη κοινωνική προβληματική, από τη στιγμή που το σχολείο αποτελεί ζωτικό κομμάτι κάθε σύγχρονης κοινωνίας.

 

Επιθετικότητα – Βία

Είναι σημαντικός ο διαχωρισμός του θυμού και της οργής -αισθημάτων βιολογικής προέλευσης- από την επιθετική συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από την πρόθεση να πληγεί κάποιος σωματικά ή ψυχικά. Η επιθετικότητα, ως βασικό στοιχείο του ανθρώπινου ψυχισμού, εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους και είναι σχετικά σταθερή διαχρονικά. Aυτό σημαίνει πως τα παιδιά που είναι επιθετικότερα από κάποια άλλα μία δεδομένη χρονική στιγμή, παραμένουν συνήθως επιθετικότερα και αργότερα.  Κάθε εκδήλωση επιθετικότητας, όμως, δεν αποτελεί συνώνυμο βίας  και η απουσία της ίσως αποτελεί ένδειξη ψυχοπαθολογίας.

Πριν την ηλικία των 3 χρόνων, δεν μιλάμε για πράξεις βίας, από τη στιγμή που τα περισσότερα παιδιά μαθαίνουν να εκφράζουν την επιθετικότητά τους με κοινωνικά αποδεκτούς τρόπους μετά την ηλικία αυτή. Όταν, όμως, ένα παιδί εξακολουθεί να εκδηλώνει εύκολα την επιθετικότητά του και μετά τον 3ο χρόνο της ζωής του, η πιθανότητα εμφάνισης αντικοινωνικής συμπεριφοράς και στην ενήλικη ζωή είναι μεγάλη.

Μόνιμη φυσική επιθετικότητα στη διάρκεια της προσχολικής ηλικίας αποτελεί την πλέον βάσιμη ένδειξη εμφάνισης επιθετικής και μη επιθετικής παραβατικής συμπεριφοράς (Π.Σ.) στην ηλικία των 11-12 χρόνων αλλά και σε όλη τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, ιδιαίτερα στα αγόρια.

Οι ερευνητές, μελετώντας το ρόλο της επιθετικότητας στην εμφάνιση αντικοινωνικών/παραβατικών συμπεριφορών, εξέτασαν εάν η επιθετική συμπεριφορά είναι αποτέλεσμα πρόκλησης ή μιας ανάγκης επίτευξης ενός στόχου. Διαχώρισαν, λοιπόν, την επιθετικότητα σε αντιδραστική -που εκπορεύεται συνήθως από κάποιο συναίσθημα, όχι απαραίτητα συνειδητό, και που έχει ως κύριο στόχο την έκφραση αισθημάτων οργής, ματαίωσης ή απόγνωσης- και σε μη αντιδραστική που αποσκοπεί στην επίτευξη κάποιου στόχου.

Η μία μορφή δεν αποκλείει την ταυτόχρονη ύπαρξη και της άλλης, καθώς το ίδιο άτομο μπορεί να εκδηλώνει και τις δύο μορφές. Ειδικότερα, η μη αντιδραστική επιθετικότητα ενοχοποιείται πολύ περισσότερο από την αντιδραστική για την εμφάνιση μόνιμης Π.Σ., τη χρήση ουσιών, την πιθανότητα εμφάνισης συνδρόμου Δ.Ε.Π./Υ., εναντιωματικής διαταραχής κ.ά.

Η επίδειξη μηδενικής ανοχής  απέναντι σε κάθε μορφή επιθετικότητας στα σχολεία μπορεί να οδηγήσει στην αξιολόγηση φυσιολογικών εκδηλώσεών της ως πράξεων βίας. Η παρεμπόδιση/στιγματισμός αυτών των εξελικτικών αναγκών μπορεί να δημιουργήσει στο παιδί μία κακή εικόνα εαυτού και  αναστολή της φυσιολογικής του εξέλιξης.

Ορισμός της Σ.Β. με γενική ισχύ δεν μπορεί να υπάρξει γιατί εξαρτάται από το ποιος την ορίζει, από ποια θέση και σε ποιο πλαίσιο. Συνεπώς, οι ορισμοί της βίας ποικίλουν ιστορικά, και η δυνατότητα μαθητών-θυμάτων βίας να εισακουσθούν εξαρτάται κατά πολύ από το τι θεωρεί το σχολείο τους ως βία και από τις ερμηνείες του προσωπικού.

2

Η σχολική βία ως ομαδικό φαινόμενο

Ορισμός της σχολικής βίας

Στην προσπάθεια κατανόησης της ομαδικής βίας, χρησιμοποιήθηκε ο όρος scapegoat (αποδιοπομπαίος τράγος) που σημαίνει πως μία δυσλειτουργούσα ομάδα, στην προσπάθεια διατήρησης της συνοχής και της ταυτότητάς της, έχει συχνά την ανάγκη δημιουργίας ενός αποδιοπομπαίου τράγου.

Ως σχολική βία θα μπορούσε να ορισθεί γενικά «μία επαναλαμβανόμενη επιθετική συμπεριφορά προς ένα πιο αδύναμο άτομο». Αυτή η συμπεριφορά εμφανίζεται συχνά χωρίς εμφανή πρόκληση και άμεση πρόθεση, ενώ ο παράγων χρόνος είναι καθοριστικός για τη διάκριση της Σ.Β. από ηπιότερες και μεμονωμένες αρνητικές ενέργειες. Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε πως: «΄Ένα άτομο θεωρείται θύμα σχολικής βίας, όταν επανειλημμένα και σε διάρκεια χρόνου εκτίθεται σε αρνητικές πράξεις ενός ή περισσοτέρων ατόμων».

Πολλοί ερευνητές διαχωρίζουν τη Σ.Β. σε άμεση και έμμεση. Η άμεση χαρακτηρίζεται από σωματικές προσωπικές επιθέσεις, και είναι συνηθέστερη στα αγόρια, ενώ η  έμμεση περιλαμβάνει λεκτικές κυρίως, αλλά και σιωπηρές επιθέσεις (βλέμματα με νόημα, μορφασμοί, αγνόηση του άλλου κ.τ.λ.), και είναι συνηθέστερη στα κορίτσια.

Τα τελευταία χρόνια, μία ακόμη μορφή βίας ήρθε να προστεθεί στις ήδη υπάρχουσες και δεν είναι άλλη από την ηλεκτρονική βία (Η.Β.) ή cyberbullying, και ορίζεται ως «μία επιθετική εμπρόθετη πράξη που ασκείται από μία ομάδα ή ένα άτομο διαμέσου ηλεκτρονικών μορφών επικοινωνίας, επαναλαμβανόμενα και διαχρονικά, έναντι ενός θύματος που δεν του είναι εύκολο να προστατέψει τον εαυτό του/της». Λειτουργεί περίπου όπως και οι άλλες μορφές βίας αλλά διαδίδεται διαμέσου ηλεκτρονικών μηνυμάτων (e-mails), χώρων συνομιλίας (chatrooms) κ.ά. Η Η.Β. χαρακτηρίζεται από την απουσία φυσικής βίας, αποτελεί ψυχική βία και ασκείται διαμέσου λεκτικών ή/και σιωπηρών τρόπων (απειλές, φήμες, προσβλητικές εικόνες, βιντεοταινίες κ.ά.). Φαίνεται πως, διαχρονικά, η Η.Β. έχει περισσότερες αρνητικές συνέπειες από τη φυσική.

 

H ηλεκτρονική βία έχει ορισμένες ιδιαιτερότητες:

α)   το θύμα δεν μπορεί να νιώσει ασφάλεια καταφεύγοντας σπίτι του. Η βία το ακολουθεί όπου και αν βρίσκεται.

β)   ο θύτης έχει τη δυνατότητα να καλυφθεί πίσω από την ανωνυμία του και να αποφύγει την ευθύνη των πράξεών του. Ταυτόχρονα, η απουσία προσωπικής επαφής μειώνει αισθητά την πιθανότητα δημιουργίας ενοχών ή συμπάθειας προς το θύμα.

γ)   η Η.Β. φθάνει σχεδόν άμεσα σε χιλιάδες άτομα και ό,τι λέγεται/διαπράττεται ηλεκτρονικά συντηρείται ευκολότερα απ’ ό,τι στη Σ.Β., όπου τα λόγια που λέχθηκαν μπορεί εύκολα να ξεχαστούν/τροποποιηθούν, κάτι που δεν συμβαίνει στην περίπτωση ύπαρξης ενός ηλεκτρονικού μηνύματος που μπορεί να διαβαστεί ξανά και ξανά. Ο γραπτός λόγος φαντάζει πιο συγκεκριμένος και «αληθινός» από τον προφορικό.

Πάντως, ασχέτως μορφής, η Σ.Β. είναι  πράξη συνειδητή και οι συνέπειές της, όπως το άγχος, η χαμηλή αυτοεκτίμηση, ο φόβος, η κατάθλιψη και ενίοτε η αυτοκτονία, είναι κοινές.

 

Tα γενικά κριτήρια της Σ.Β. είναι :

  1.  Θα πρέπει να υφίσταται κάποια μορφή άμεσης ή έμμεσης φυσικής ή/και ψυχολογικής βίας.
  2.  Η βία να ασκείται συστηματικά και σε βάθος χρόνου από ένα ή περισσότερα άτομα.
  3.  Η ύπαρξη ασύμμετρης σχέσης δύναμης -όχι απαραίτητα φυσικής- μεταξύ των εμπλεκομένων.

Ολοένα και περισσότεροι ερευνητές θεωρούν τη Σ.Β. ως  φαινόμενο ομαδικό, έστω και αν η υπόλοιπη ομάδα -εκτός του άμεσου θύτη- παίζει έναν πολύ παθητικό ρόλο.

 

H επίδραση διαφόρων περιβαλλοντικών παραγόντων

Αρκετοί ερευνητές αναζήτησαν την πιθανή συσχέτιση της Σ.Β. με διάφορους περιβαλλοντικούς παράγοντες, όπως η οικογένεια, ο τρόπος διαπαιδαγώγησης, το σχολείο και ο ρόλος των δασκάλων/καθηγητών.

Πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν πως το σχολείο αποτελεί αναμφίβολα τον κύριο χώρο εμφάνισης βίας μεταξύ παιδιών. Συγκεκριμένα, στο σχολείο και κατά τη διαδρομή από και προς αυτό, ο αριθμός των θυμάτων βίας από συνομηλίκους είναι τριπλάσιος. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως τα περισσότερα περιστατικά συμβαίνουν μέσα στην τάξη, ενώ άλλοι εκτός αυτής. Ορισμένοι υποστηρίζουν πως ο αριθμός των μαθητών της τάξης παίζει ιδιαίτερο ρόλο, ενώ άλλοι πως όχι. Τα περιστατικά συμβαίνουν συχνά σε μέρη εντός ή εκτός σχολείου με δυσκολότερη επιτήρηση (τουαλέτες, διάδρομοι, διαδρομές κ.τ.λ.)

Τα φαινόμενα βίας ενισχύονται σε περιβάλλοντα όπου υπάρχει απόσταση, αδιαφορία, ανωνυμία και έλλειψη σεβασμού προς τον άλλον. Το σχολικό περιβάλλον έχει, για πολλούς μαθητές, αυτά τα χαρακτηριστικά και, συνεπώς, η δημιουργία  προϋποθέσεων εξάλειψής τους είναι απαραίτητη.

Σημαντικός είναι και ο ρόλος του κοινωνικού περίγυρου θυτών και θυμάτων καθώς μπορεί να ενθαρρύνει ή να αποτρέπει φαινόμενα βίας. Εάν εκπαιδευτικό προσωπικό και γονείς εκφράζονται αρνητικά για το θύμα ενώπιον των θυτών, π.χ. στην τάξη, ενθαρρύνουν έμμεσα τους δεύτερους να ασκήσουν βία ή όταν οι ενήλικες αποδέχονται εύκολα τη δικαιολογία πως ήταν «για πλάκα».

Ενώ πολλές έρευνες καταδεικνύουν το σημαντικό ρόλο του δασκάλου/εκπαιδευτικού, φαίνεται πως αυτός συχνά αγνοεί την έκταση  των φαινομένων Σ.Β. και  κάνει ελάχιστα πράγματα για να  τα αποτρέψει. Η παρουσία του εκπαιδευτικού και ο καθοδηγητικός του ρόλος -σε συνδυασμό με το απαραίτητο κύρος, την υποστηρικτική του στάση και την ύπαρξη συγκεκριμένων τρόπων παρέμβασης- αποτελούν τους σημαντικότερους παράγοντες αποτροπής φαινομένων Σ.Β. Επίσης, η έλλειψη ή/και η ανεπάρκεια εκπαίδευσης του εκπαιδευτικού προσωπικού σε θέματα Σ.Β., σε συνδυασμό με την αδιαφορία της διεύθυνσης, επηρεάζουν σημαντικά την εμφάνιση φαινομένων βίας.

Ένας ακόμα σημαντικός παράγοντας είναι το φυσικό περιβάλλον. Προτείνονται μία σειρά αρχιτεκτονικών παρεμβάσεων, δυνητικά ενισχυτικών ή αποτρεπτικών της Σ.Β., όπως η εξάλειψη «τυφλών» σημείων στο σχολικό αυλόγυρο, καλύτερος έλεγχος στις τουαλέτες κ.τ.λ., που, σε συνδυασμό με μια συστηματική εποπτεία κατά τη διάρκεια των διαλειμμάτων, μπορούν να λειτουργήσουν προληπτικά/αποτρεπτικά.

Οι ερευνητές συμφωνούν για τη σημασία του οικογενειακού περιβάλλοντος των θυτών. Οι θύτες προέρχονται, συνήθως, από προβληματικό οικογενειακό περιβάλλον, έχοντας αυταρχικούς γονείς που αποτελούν επιθετικά πρότυπα για τα παιδιά τους. Η φυσική απουσία των γονέων και η χρήση φυσικών μεθόδων πειθαρχίας παίζουν σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση φαινομένων βίας. Οι γονείς διαθέτουν μειωμένη ικανότητα επίλυσης προβλημάτων και ενθαρρύνουν τα παιδιά τους να ανταποδίδουν και στην παραμικρότερη πρόκληση.

Oι γονείς των παθητικών θυμάτων είναι συνήθως υπερπροστατευτικοί, ενώ αυτών που προκαλούν αμφιθυμικοί, κυμαινόμενοι ανάμεσα σε υπερπροστασία και απόρριψη. Γενικά, οι γονείς των θυμάτων είναι αυταρχικοί και χειριστικοί με τα συναισθήματα του παιδιού, δημιουργώντας του σύγχυση και ανασφάλεια.

sxoliki-via12

Bullying

Aλληλεπιδρασιακή θεώρηση – η επίδραση της ομάδας

Η έρευνα που μελετά τη Σ.Β. που ασκείται διαμέσου διαφόρων ομαδικών διεργασιών επικεντρώνεται, κυρίως, στην κατανομή ρόλων και στην επίδραση της ομάδας  των συνομηλίκων.

Τα μέλη της ομάδας  των συνομηλίκων διατηρούν και ενισχύουν τη σχολική βία, η οποία θεωρείται ως το αποτέλεσμα πολύπλοκων αλληλεπιδράσεων ανάμεσα στα διάφορα ατομικά χαρακτηριστικά και το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται (σχολείο, ομάδα συνομηλίκων κ.ά.).  Η ομάδα των συνομηλίκων ή θεατών (bystanders) παίζει καθοριστικό ρόλο καθώς παρευρίσκεται ή συμμετέχει με κάποιον τρόπο στο 85% των περιπτώσεων, και η παρουσία αυτή ενισχύει την ένταση και τη διάρκεια της ασκούμενης βίας. Συνεπώς, δημιουργείται μία αλληλεπίδραση μεταξύ του κυρίως θύτη, του θύματος και των παρατηρητών. Οι παρατηρητές/θεατές, αν και δεν βοηθούν το θύμα, δεν  σημαίνει πως δεν το συμπονούν ή πως επικροτούν τη βία. Η παθητική  τους στάση οφείλεται, συνήθως, στο φόβο μήπως γίνουν και οι ίδιοι αποδέκτες βίας ή σε μια προσπάθεια απόκτησης κύρους στην ομάδα και της εύνοιας του θύτη.

Σύμφωνα με άλλους ερευνητές, υπάρχουν και άλλοι ρόλοι εκτός του θύτη, του θύματος και των παρατηρητών. Αυτοί είναι οι βοηθοί  του θύτη (παθητικοί ή ενεργητικοί), οι υπερασπιστές του θύματος και οι outsiders που παραμένουν αμέτοχοι.

Η αλληλεπιδρασιακή θεώρηση εντοπίζει τις αιτίες της σχολικής βίας κυρίως στο περιβάλλον, θεωρώντας την ως  αποτέλεσμα συγκεκριμένων ομαδικών διεργασιών. Η σχολική βία είναι μία κοινωνική κατάσταση και, ως εκ τούτου, όλοι οι εμπλεκόμενοι, συμπεριλαμβανομένου και του σχολείου, συμβάλλουν στην εμφάνισή της. Οι ατομικοί παράγοντες παίζουν σίγουρα κάποιο  ρόλο αλλά δεν αποτελούν παρά μέρος του πολύπλοκου φαινομένου της σχολικής βίας.

Για την υπηρεσία online ψυχολόγος , (online συνεδρίες) κάντε κλικ ΕΔΩ

Για ραντεβού στο γραφείο του Σάββα Ν. Σαλπιστή , Ph.D. , κάντε κλικ ΕΔΩ

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης

Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής

Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης

Share on Facebook


Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

 
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης