Οταν το σώμα γίνεται το πεδίο του άρρητου φόβου
Αρχικά, η νοσοφοβία περιγράφεται συνήθως ως ένας έντονος και επίμονος φόβος ύπαρξης κάποιας σοβαρής ασθένειας. Ωστόσο, αυτή η περιγραφή, όσο ακριβής κι αν είναι διαγνωστικά, χάνει κάτι ουσιώδες. Συγκεκριμένα, χάνει τη βιωματική ποιότητα του φόβου.
Συγκεκριμένα, χάνει τη βιωματική ποιότητα του φόβου. Για τον άνθρωπο που τη ζει, η νοσοφοβία δεν είναι απλώς αγωνία για μια διάγνωση. Αντιθέτως, αποτελεί μια διαρκή αίσθηση πως κάτι μέσα του απειλείται. Δηλαδή, νιώθει ότι το σώμα δεν είναι πια σύμμαχος αλλά ένας ενδεχόμενος προδότης.
Ψυχοδυναμική θεώρηση της νοσοφοβίας
Στην ψυχοδυναμική θεώρηση, ο φόβος της ασθένειας σπάνια αφορά μόνο την ασθένεια αυτή καθαυτή. Συχνότερα, όταν τα συναισθήματα γίνονται έντονα, ο φόβος αφορά την απώλεια ελέγχου. Πρόκειται, δηλαδή, για τη διάλυση της συνοχής του εαυτού και την εμπειρία της εσωτερικής αποδιοργάνωσης.
Αυτό συμβαίνει επειδή το άτομο εκείνη τη στιγμή νιώθει πως απουσιάζει η στήριξη. Πιο συγκεκριμένα, λείπει η εσωτερική και εξωτερική εκείνη στήριξη που θα επέτρεπε τη ρύθμισή τους. Έτσι, το σώμα γίνεται το πιο κοντινό και ταυτόχρονα το πιο τρομακτικό πεδίο. Πάνω σε αυτό προβάλλεται ένα άγχος που δεν βρήκε ποτέ λέξεις να εκφρασθεί.
Η σωματική εγρήγορση και οι ρίζες της
Πιο συγκεκριμένα, ο άνθρωπος που έχει νοσοφοβία παρατηρεί το σώμα του του με υπερβολική εγρήγορση. Κάθε αίσθηση, όπως ένας πόνος, μια ταχυκαρδία ή μια κόπωση, μετατρέπεται σε πιθανό σημάδι καταστροφής. Όμως, αυτό που ενεργοποιείται δεν είναι μόνο η σκέψη «Μήπως έχω κάτι σοβαρό». Ενεργοποιείται κάτι βαθύτερο, όπως η απορία: «Μήπως κάτι μέσα μου καταρρέει και δεν θα υπάρξει κανείς να με “κρατήσει;”».
Πράγματι, αυτός ο φόβος έχει συχνά πολύ πρώιμες ρίζες. Στα πρώτα χρόνια της ζωής, το σώμα του παιδιού είναι ο βασικός φορέας εμπειριών. Αυτές περιλαμβάνουν την πείνα, τον πόνο, την ανακούφιση και τη φροντίδα. Όταν οι εμπειρίες αυτές δεν οργανώνονται μέσα σε μια σταθερή σχέση φροντίδας, τότε το σώμα μπορεί να μείνει ψυχικά “ανοχύρωτο”. Συνεπώς, δεν γίνεται πηγή ασφάλειας, αλλά χώρος όπου το άγχος εγκαθίσταται χωρίς όρια.
Νοσοφοβία και η ανάγκη για ασφάλεια
Ως εκ τούτου, στη νοσοφοβία, το σώμα δεν φοβάται την αρρώστια, αλλά τη μοναξιά μέσα στην απειλή. Φοβάται ότι, αν κάτι πάει στραβά, δεν θα υπάρξει επαρκές κράτημα, ούτε εσωτερικό ούτε εξωτερικό. Η ασθένεια γίνεται το σύμβολο μιας βαθύτερης εμπειρίας εγκατάλειψης, αποδιοργάνωσης και αβοηθησίας.
Σε αντίθεση με την υποχονδρία, όπου συχνά υπάρχει μια σχεδόν σταθερή πεποίθηση ότι «κάτι έχω», στη νοσοφοβία κυριαρχεί η αγωνία της πιθανότητας. Το άγχος δεν καθησυχάζεται εύκολα από εξετάσεις. Υποχωρεί προσωρινά και επιστρέφει μεταμφιεσμένο. Αυτό συμβαίνει γιατί αυτό που το άτομο ζητά δεν είναι η βεβαιότητα. Αντιθέτως, αναζητά την ασφάλεια σε ένα βαθύτερο επίπεδο.
Τέλος, η ψυχοδυναμική προσέγγιση με βοηθά να δω τη νοσοφοβία όχι ως υπερβολή ή παράλογο φόβο. Τη βλέπω ως λογική απάντηση ενός ψυχικού συστήματος που έχει μάθει να φοβάται τη διάλυση. Πράγματι, αυτό αλλάζει ριζικά τον τρόπο που την ακούω και τον τρόπο που τη θεραπεύω.

Όταν το σώμα έμαθε να φοβάται, πριν μάθει να εμπιστεύεται
Αρχικά, για να κατανοήσει κάποιος τη νοσοφοβία σε βάθος, χρειάζεται να στραφεί πολύ πίσω. Αυτό δεν αφορά απαραίτητα ένα τραυματικό γεγονός. Αντιθέτως, αφορά τον τρόπο με τον οποίο το σώμα βίωσε πρωταρχικά τη φροντίδα. Στην ψυχοδυναμική σκέψη, το σώμα δεν είναι ποτέ ουδέτερο. Πράγματι, είναι ο πρώτος χώρος όπου εγγράφονται η ασφάλεια ή η απουσία της.
Στα πρώιμα χρόνια, το παιδί δεν διαθέτει ακόμα ψυχικές αναπαραστάσεις για να οργανώνει το άγχος. Ό,τι συμβαίνει, όπως η πείνα, ο πόνος και η δυσφορία, βιώνεται άμεσα και σωματικά. Όταν υπάρχει ένας επαρκώς διαθέσιμος άλλος, αυτός αναγνωρίζει και μεταβολίζει αυτή τη δυσφορία. Έτσι, το σώμα του παιδιού μαθαίνει σταδιακά ότι η ένταση μπορεί να καταλαγιάσει. Μαθαίνει, δηλαδή, ότι η ένταση δεν οδηγεί απαραίτητα σε κατάρρευση.
Αντίθετα, όταν η φροντίδα είναι ασυνεπής, αγχώδης ή απούσα, τα πράγματα αλλάζουν. Τότε το σώμα μπορεί να μείνει με την εμπειρία ότι η ένταση δεν βρίσκει καμία διέξοδο.
Νοσοφοβία και η ανάπτυξη της υπερεπαγρύπνησης
Επιπλέον, σε τέτοιες συνθήκες, το παιδί δεν μαθαίνει απλώς να φοβάται. Μαθαίνει κυρίως να υπερεπαγρυπνεί. Το σώμα γίνεται πεδίο συνεχούς σάρωσης, σαν να προσπαθεί να εντοπίσει έγκαιρα την απειλή πριν αυτή το κατακλύσει. Αυτή η υπερεπαγρύπνηση ήταν κάποτε μια στρατηγική επιβίωσης. Ωστόσο, αργότερα στη ζωή μετατρέπεται σε μια διαρκή πηγή άγχους.
Πράγματι, η νοσοφοβία εμφανίζεται συχνά σε άτομα που μεγάλωσαν σε ιδιαίτερα περιβάλλοντα. Πρόκειται για χώρους όπου η ασθένεια, σωματική ή ψυχική, ήταν παρούσα με τρόπο ακατέργαστο. Για παράδειγμα, μπορεί να υπήρχε ένας γονιός άρρωστος ή μια φιγούρα που κατέρρεε. Επίσης, ένας θάνατος που δεν πενθήθηκε μπορεί να παίξει ρόλο.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, το παιδί δεν φοβάται μόνο την ασθένεια. Φοβάται, ταυτόχρονα, και την απουσία πλαισίου γύρω από αυτήν. Φοβάται πως, αν κάτι συμβεί, δεν θα υπάρξει νόημα, κράτημα ή συνέχεια.
Νοσοφοβία: Σωματικές μνήμες και ενήλικη ζωή
Έτσι, στην ενήλικη ζωή, κάθε σωματικό σύμπτωμα μπορεί να λειτουργήσει ως πυροδοτητής. Ενεργοποιεί, δηλαδή, μια παλιά μνήμη χωρίς λέξεις. Δεν πρόκειται για αναμνήσεις με εικόνες, αλλά για καθαρά σωματικές μνήμες, όπως το σφίξιμο, η ταχυκαρδία και η αποδιοργάνωση. Το άγχος δεν λέει απλώς «φοβάμαι μήπως αρρωστήσω». Αντίθετα, λέει «φοβάμαι ότι δεν θα αντέξω αυτό που έρχεται».
Στη νοσοφοβία, το σώμα γίνεται ο τόπος όπου επαναλαμβάνεται μια παλιά εμπειρία απουσίας κρατήματος. Όσο περισσότερο το άτομο προσπαθεί να το ελέγξει μέσω εξετάσεων ή διαβεβαιώσεων, τόσο το πρόβλημα εντείνεται. Επιβεβαιώνεται, δηλαδή ασυνείδητα, η αίσθηση πως χωρίς διαρκή επιτήρηση κάτι τρομερό θα συμβεί.
Τελικά, η ψυχοδυναμική κατανόηση με βοηθά να δω ότι το πρόβλημα δεν είναι η «υπερβολή» του φόβου. Το πραγματικό ζήτημα είναι η απουσία μιας εσωτερικευμένης εμπειρίας αίσθησης ασφάλειας. Αυτό το γεγονός μετατοπίζει το κρίσιμο ερώτημα. Δεν αναρωτιόμαστε πλέον «πώς θα σταματήσει να φοβάται το σώμα;». Αντιθέτως, αναρωτιόμαστε «πώς θα μάθει, επιτέλους, να εμπιστεύεται πως μπορεί να αντέξει;».
Χρειάζεστε υποστήριξη για τη διαχείριση της νοσοφοβίας;
Η συνεχής αγωνία για την υγεία μπορεί να γίνει εξαντλητική και να περιορίσει τη χαρά της καθημερινότητάς σας. Αν νιώθετε ότι ο φόβος της αρρώστιας ελέγχει τις σκέψεις σας, η ψυχοθεραπευτική διαδικασία μπορεί να σας βοηθήσει να βγείτε από αυτόν τον κύκλο.

Γιατί η ανακούφιση από τη νοσοφοβία δεν διαρκεί
Ένα από τα πιο βασανιστικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τη νοσοφοβία είναι ότι η ανακούφιση υπάρχει. Ωστόσο, αυτή η αίσθηση είναι πάντα προσωρινή. Πράγματι, οι εξετάσεις βγαίνουν καθαρές και οι γιατροί καθησυχάζουν τον ασθενή. Επίσης, οι πιθανότητες σοβαρής νόσου αποκλείονται οριστικά.
Δυστυχώς, λίγες μέρες ή εβδομάδες αργότερα, ένα νέο σύμπτωμα επαναφέρει τον φόβο. Συχνά πρόκειται για το ίδιο σύμπτωμα με άλλη μορφή. Αυτό το γεγονός προκαλεί συνήθως ντροπή ή αυτομομφή. Το άτομο αναρωτιέται: «Αφού όλα είναι καλά, γιατί δεν ησυχάζω;».
Από ψυχοδυναμική σκοπιά, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα είναι σαφής. Συγκεκριμένα, η νοσοφοβία δεν ζητά πληροφορία, αλλά κράτημα. Οι ιατρικές εξετάσεις απαντούν στο ερώτημα «Είμαι άρρωστος;». Όμως, ο φόβος του ατόμου αφορά κάτι πολύ βαθύτερο. Αναρωτιέται αν θα αντέξει στην περίπτωση που κάτι πάει στραβά. Φοβάται, δηλαδή, μήπως διαλυθεί ή μείνει μόνος.
Όταν το άγχος αφορά τη συνοχή του εαυτού και όχι την αντικειμενική απειλή, καμία πληροφορία δεν μπορεί να το καθησυχάσει μόνιμα.
Ο φαύλος κύκλος του άγχους υγείας
Επιπλέον, ο μηχανισμός αυτής της κατάστασης είναι συχνά κυκλικός.
Αρχικά, το άτομο αισθάνεται ένα σωματικό σύμπτωμα. Στη συνέχεια, το σύμπτωμα αυτό ερμηνεύεται ως πιθανό σημάδι σοβαρής ασθένειας. Έτσι, το άγχος αυξάνεται, εντείνοντας περαιτέρω τις σωματικές αισθήσεις. Ακολουθεί άμεσα η αναζήτηση ελέγχου μέσω εξετάσεων, γιατρών και έρευνας.
Τελικά έρχεται η ανακούφιση. Μαζί της, όμως, έρχεται και μια σιωπηρή επιβεβαίωση: «Μόνο αν ελέγχω διαρκώς, είμαι ασφαλής». Με αυτόν τον τρόπο, το άγχος δεν αποδομείται, αλλά αντιθέτως «εκπαιδεύεται» να επανέρχεται.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο γιατρός συχνά τοποθετείται ασυνείδητα στη θέση του παντοδύναμου Άλλου. Πρόκειται για εκείνον που θα διαβεβαιώσει πως «όλα είναι καλά». Όταν όμως ο γιατρός δεν μπορεί να εγγυηθεί την απόλυτη ασφάλεια, η εμπιστοσύνη καταρρέει. Τότε ο ασθενής νιώθει και πάλι μόνος με τον φόβο του. Έτσι, ο κύκλος ξεκινά ξανά από την αρχή.
Η νοσοφοβία μέσα στη θεραπευτική σχέση
Στην ψυχοδυναμική θεραπεία, ο φόβος της ασθένειας συχνά δεν εμφανίζεται άμεσα στις περιγραφές. Αντιθέτως, εμφανίζεται μέσα στη θεραπευτική σχέση. Αυτό γίνεται ορατό στην ανάγκη για συνεχή διαβεβαίωση. Επίσης, φαίνεται στον φόβο ότι ο θεραπευτής θα κουραστεί ή θα αποσυρθεί.
Πολλές φορές υπάρχει το άγχος ότι «αν δεν είμαι αρκετά σοβαρός, δεν θα με προσέξουν». Με αυτόν τον τρόπο, η νοσοφοβία μετακινείται από το σώμα στη σχέση. Εκεί, στα μάτια μου ως θεραπευτή, η δυσκολία γίνεται πλέον πιο ορατή και επεξεργάσιμη.
Πράγματι, η επιμονή του φόβου δεν είναι αντίσταση στην αλλαγή. Πρόκειται, μάλλον, για πίστη σε έναν παλιό τρόπο επιβίωσης. Είναι ένας τρόπος που κάποτε προστάτευσε το άτομο από το αίσθημα ανημπόριας. Σήμερα, όμως, αυτός ο μηχανισμός το κρατά εγκλωβισμένο.
Για να χαλαρώσει αυτός ο φόβος, δεν χρειάζεται περισσότερη βεβαιότητα. Αντιθέτως, απαιτείται μια νέα εμπειρία ασφάλειας. Αυτή η εμπειρία πρέπει να μπορεί να εσωτερικευτεί και να γίνει κτήμα του ατόμου.

Ο φόβος της ασθένειας ως φόβος εξαφάνισης
Σε ένα βαθύτερο επίπεδο, η νοσοφοβία δεν αφορά μόνο τον πόνο ή τη σωματική βλάβη. Πράγματι, αφορά κυρίως την απειλή της εξαφάνισης. Αυτό δεν αναφέρεται απαραίτητα στο βιολογικό τέλος. Αντιθέτως, αφορά τη διατήρηση της ψυχικής συνέχειας του ατόμου.
Για πολλούς ανθρώπους, η ιδέα της ασθένειας ενεργοποιεί κάτι πιο αρχέγονο από τον φόβο του θανάτου. Πρόκειται για τον φόβο ότι θα πάψουν να υπάρχουν για τον άλλον. Στην ψυχοδυναμική σκέψη, ο θάνατος δεν είναι μόνο ένα γεγονός στο τέλος της ζωής. Είναι, επίσης, μια εμπειρία που προαναγγέλλεται μέσα από μικρούς «θανάτους» σχέσεων.
Τέτοιοι θάνατοι περιλαμβάνουν τις απουσίες, την αποσυρμένη φροντίδα ή την έλλειψη συναισθηματικής διαθεσιμότητας. Όταν αυτά συμβαίνουν νωρίς στη ζωή, το παιδί μπορεί να βιώσει την απώλεια με έναν ιδιαίτερο τρόπο. Δεν την αντιλαμβάνεται ως κάτι που πονά αλλά αντέχεται. Αντιθέτως, τη βιώνει ως πλήρη αφανισμό του νοήματος.
Η ασθένεια ως σύμβολο εγκατάλειψης
Έτσι, στη νοσοφοβία, η ασθένεια γίνεται το σύμβολο ενός διπλού φόβου. Το άτομο νιώθει ότι «θα καταρρεύσει» και ταυτόχρονα ότι «κανείς δεν θα είναι εκεί όταν συμβεί». Πράγματι, δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί άνθρωποι φοβούνται ιδιαίτερα ασθένειες που δεν φαίνονται.
Συγκεκριμένα, φοβούνται καταστάσεις που δεν έχουν σαφή σημάδια και μπορεί να αγνοηθούν από τους άλλους. Σε αυτή την περίπτωση, αυτό που τρομάζει δεν είναι η διάγνωση. Αυτό που προκαλεί τρόμο είναι το ενδεχόμενο να μην αναγνωριστεί ο πόνος τους.
Επιπλέον, ο φόβος αυτός συνοδεύεται συχνά από μια εσωτερική αμφιβολία. Το άτομο αναρωτιέται: «Δικαιούμαι να με φροντίσουν;». Αν η ανάγκη για φροντίδα αντιμετωπίστηκε ως βάρος ή ενόχληση στα πρώιμα στάδια, τα πράγματα περιπλέκονται. Τότε η ασθένεια στην ενήλικη ζωή μπορεί να γίνει το μόνο «νόμιμο» εισιτήριο για προσοχή. Όμως, αυτή η προσοχή είναι πάντα επισφαλής, γιατί βασίζεται αποκλειστικά στην απειλή.
Ο ρόλος της θεραπείας στη νοσοφοβία
Ωστόσο, η θεραπευτική σχέση προσφέρει έναν διαφορετικό δρόμο. Αυτό δεν συμβαίνει επειδή «εξαφανίζει» τον φόβο του θανάτου. Αντιθέτως, συμβαίνει επειδή μετατρέπει την απειλή σε μια εμπειρία που μπορεί να λεκτικοποιηθεί. Όταν εγώ ως θεραπευτής δεν πανικοβάλλομαι και δεν υποτιμώ τον φόβο, το άτομο αρχίζει να αλλάζει. Αρχίζει να βιώνει ότι ο φόβος του μπορεί να υπάρξει χωρίς να διαλύσει τη σχέση μας.
Είναι σημαντικό να τονίσουμε εδώ ότι η θεραπεία δεν στοχεύει σε μια ψευδή καθησύχαση. Δεν στοχεύει στο να πείσει το άτομο ότι «δεν θα αρρωστήσει ποτέ». Αντιθέτως, στοχεύει στο να οικοδομήσει την αίσθηση της ψυχικής αντοχής. Το άτομο μαθαίνει ότι, ακόμα και αν κάτι δύσκολο συμβεί, δεν θα χαθεί ψυχικά. Υπάρχει, δηλαδή, μια εσωτερική και εξωτερική παρουσία που μπορεί να κρατήσει το άγχος χωρίς να το εκδιώξει.
Όσο αυτή η εμπειρία επαναλαμβάνεται, τόσο και η νοσοφοβία χάνει σταδιακά τον απόλυτο χαρακτήρα της. Ο φόβος δεν εξαφανίζεται μαγικά, αλλά σταδιακά παύει να είναι παντοδύναμος. Τότε το σώμα μπορεί, σιγά σιγά, να πάψει να λειτουργεί ως τόπος συναγερμού. Τελικά, επιστρέφει στη φυσική του θέση, δηλαδή ως μέρος της ζωής και όχι ως απειλή της.

Όταν η θεραπεία δεν υπόσχεται, αλλά αντέχει
Πράγματι, η αντιμετώπιση της δυσκολίας που ονομάζουμε νοσοφοβία μέσα στη θεραπευτική σχέση απαιτεί μια λεπτή ισορροπία. Ως θεραπευτής, καλούμαι να σταθώ ανάμεσα στην ανάγκη για ανακούφιση και στον κίνδυνο του ψευδούς καθησυχασμού.
Αν υποσχεθώ ότι «δεν υπάρχει λόγος να φοβάσαι», κινδυνεύω να αναπαράγω το ίδιο μοτίβο που ήδη αποτυγχάνει. Πρόκειται για μια εξωτερική διαβεβαίωση, η οποία δυστυχώς δεν εσωτερικεύεται από το άτομο. Αν, από την άλλη πλευρά, αποστασιοποιηθώ υπερβολικά, ο θεραπευόμενος μπορεί να βιώσει ξανά την εμπειρία του μη-κρατήματος. Μπορεί, δηλαδή, να νιώσει την απειλή της εγκατάλειψης.
Ο στόχος της ψυχοδυναμικής θεραπείας
Στην ψυχοδυναμική θεραπεία, ο στόχος μου δεν είναι να εξαλείψω άμεσα τον φόβο. Αντιθέτως, επιδιώκω να αποκτήσει ο φόβος τον απαραίτητο ψυχικό χώρο. Επομένως, δεν λειτουργώ ως εγγυητής σωματικής ασφάλειας. Λειτουργώ ως μια σταθερή παρουσία που αντέχει την αβεβαιότητα μαζί με τον θεραπευόμενο.
Αυτό από μόνο του είναι βαθιά θεραπευτικό. Συγκεκριμένα, προσφέρει μια εμπειρία διαφορετική από την αρχική. Ο φόβος υπάρχει, αλλά πλέον δεν οδηγεί στην εγκατάλειψη.
Συχνά, στη θεραπεία, η νοσοφοβία εμφανίζεται μεταβιβαστικά. Εμφανίζεται, δηλαδή, μέσα στη σχέση θεραπευτή και θεραπευόμενου. Ο θεραπευόμενος μπορεί να ανησυχεί υπερβολικά μήπως τον θεωρήσω υπερβολικό ή κουραστικό. Ίσως ελέγχει διαρκώς αν «επιτρέπεται» να μιλήσει για το σώμα του.
Εκεί ακριβώς αποκαλύπτεται ο πυρήνας του φόβου. Πρόκειται για την αγωνία ότι η ανάγκη του θα απορριφθεί.
Η εσωτερίκευση της ασφάλειας
Αντί να αντιδρώ διορθωτικά, επιλέγω να δείχνω με τη στάση μου ότι αντέχω το άγχος του θεραπευόμενου. Το ονομάζω και το αναγνωρίζω χωρίς να βιάζομαι να το εξαλείψω. Μια τέτοια στάση επιτρέπει στο άτομο να αρχίσει να εσωτερικεύει μια νέα εμπειρία. Δηλαδή, μαθαίνει ότι μπορεί να φοβάται χωρίς να χρειάζεται να απολογείται για αυτό.
Σταδιακά, μέσα από μια τέτοιου είδους θεραπευτική σχέση, αρχίζει να χτίζεται κάτι που έλειπε. Διαμορφώνεται μια εσωτερική φιγούρα που αντέχει και κρατά τον εαυτό. Ο θεραπευόμενος μαθαίνει ότι δεν χρειάζεται να σαρώνει διαρκώς το σώμα του για να νιώσει ασφαλής.
Αντιθέτως, μπορεί να στραφεί προς τα μέσα και να βρει μια αίσθηση συνέχειας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι σωματικές ανησυχίες εξαφανίζονται εντελώς. Σημαίνει, όμως, ότι χάνουν τη δραματική τους μορφή και την έντασή τους.
Πρέπει να τονίσουμε ότι η θεραπεία της νοσοφοβίας δεν είναι μια γραμμική διαδικασία. Υπάρχουν πισωγυρίσματα και στιγμές όπου ο φόβος επανέρχεται σχεδόν ατόφιος. Ωστόσο, η διαφορά είναι ότι πλέον δεν βιώνεται ως απόλυτη απειλή. Υπάρχει ένας χώρος όπου ο φόβος μπορεί να εκφρασθεί και να ακουστεί.
Τελικά, αυτός ο χώρος είναι που επιτρέπει στο άτομο να ζήσει ελεύθερα. Δεν χρειάζεται πια να βρίσκεται σε διαρκή επιφυλακή απέναντι στο ίδιο του το σώμα.

Από τον φόβο της ασθένειας προς τη ζωή
Αρχικά, η νοσοφοβία δεν θεραπεύεται όταν ο άνθρωπος πειστεί ότι «δεν πρόκειται να του συμβεί κάτι σοβαρό». Αντιθέτως, θεραπεύεται, στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό, όταν παύει να βιώνει κάθε ενδεχόμενο ως ψυχική καταστροφή. Αυτό συμβαίνει όταν το σώμα σταματήσει να είναι ο τόπος όπου συμπυκνώνεται όλο το άγχος της ύπαρξης. Τότε, σιγά σιγά, επιστρέφει στη φυσική του λειτουργία. Δηλαδή, γίνεται ξανά φορέας ζωής και όχι απειλής.
Σε αυτή τη μετάβαση, το κρίσιμο δεν είναι η εξαφάνιση της αβεβαιότητας. Αντίθετα, είναι η αντοχή απέναντί της. Ο άνθρωπος που υποφέρει από νοσοφοβία δεν φοβάται επειδή είναι υπερβολικός ή αδύναμος. Φοβάται επειδή κάποτε βίωσε και έμαθε ότι το απρόβλεπτο δεν αντέχεται. Η θεραπευτική εμπειρία δεν έρχεται να διαψεύσει τη δυνατότητα της απώλειας ή της ασθένειας. Έρχεται, όμως, να προσφέρει κάτι βαθύτερο. Πρόκειται για την εμπειρία ότι, ακόμη κι αν κάτι δύσκολο συμβεί, ο εαυτός δεν θα διαλυθεί.
Η εσωτερίκευση της εμπειρίας
Όταν αυτή η εμπειρία αρχίζει να εσωτερικεύεται, ο φόβος αλλάζει ποιότητα. Δεν εξαφανίζεται, αλλά παύει να κυριαρχεί. Τα διάφορα σωματικά ερεθίσματα ή συμπτώματα δεν χρειάζεται πια να αποκωδικοποιούνται ως απειλές. Αντιθέτως, μπορούν να βιωθούν ως αυτό που είναι. Πρόκειται, δηλαδή, για μηνύματα ενός ζωντανού σώματος.
Συνεπώς, το άτομο μαθαίνει να διακρίνει ανάμεσα στην πραγματική φροντίδα και στον καταναγκαστικό έλεγχο. Μαθαίνει τη διαφορά ανάμεσα στην εγρήγορση και στην υπερεπαγρύπνηση. Η ψυχοδυναμική προσέγγιση μου υπενθυμίζει πως, πίσω από τον φόβο της ασθένειας, βρίσκεται συχνά ένας φόβος μοναξιάς. Είναι η αγωνία πως, αν κάτι συμβεί, δεν θα υπάρχει κανείς να κρατήσει το βάρος.
Όταν αυτός ο φόβος συναντά μια σταθερή και ανθεκτική σχέση, χάνει τη σκληρότητά του. Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται πια να ζητά από το σώμα του να φωνάζει για να ακουστεί.
Τελικά, η θεραπευτική προσπάθεια με τη νοσοφοβία δεν αφορά την εξάλειψη του φόβου. Αφορά τη συμφιλίωση με την ευαλωτότητα. Στόχος είναι να μπορεί κάποιος να ζει γνωρίζοντας ότι το σώμα είναι θνητό. Πρέπει, όμως, να ζει χωρίς να απειλείται ανά πάσα στιγμή. Το άτομο μετακινείται από την επιτήρηση προς την εμπιστοσύνη. Επίσης, μετακινείται από την αγωνία προς τη σχέση και από τον φόβο προς τη ζωή. Αυτή η μετακίνηση είναι βαθιά ανθρώπινη, αλλά και βαθιά θεραπευτική.
Νοσοφοβία και υποχονδρίαση: δύο διαφορετικοί τρόποι να φοβάσαι το σώμα
Αν και συχνά χρησιμοποιούνται ως συνώνυμοι όροι, η νοσοφοβία και η υποχονδρίαση εκφράζουν διαφορετικές σχέσεις με το σώμα. Επίσης, εκφράζουν διαφορετικές σχέσεις με τον φόβο και τον Άλλον.
Η φύση της νοσοφοβίας
Η νοσοφοβία οργανώνεται γύρω από τον φόβο της πιθανότητας. Το άτομο δεν είναι βέβαιο ότι πάσχει από κάτι. Αυτό που το τρομάζει είναι το ενδεχόμενο. Ζει σε μια κατάσταση αναμονής και αναρωτιέται: «κι αν υπάρχει κάτι που δεν έχουμε δει;». Επίσης, σκέφτεται: «κι αν αυτό που νιώθω είναι η αρχή;».
Ο φόβος έχει χαρακτήρα εκρηκτικό και εμφανίζεται σε κύματα. Συνοδεύεται, μάλιστα, από έντονο άγχος αποδιοργάνωσης. Η ανακούφιση από εξετάσεις ή ιατρικές διαβεβαιώσεις είναι υπαρκτή, αλλά βραχύβια. Δεν παγιώνεται, γιατί ο πυρήνας του άγχους δεν αφορά τη νόσο. Αφορά, κυρίως, την αντοχή του εαυτού στην απειλή.
Στην ψυχοδυναμική ανάγνωση, η νοσοφοβία συνδέεται συχνά με πρώιμες εμπειρίες. Πρόκειται για περιπτώσεις όπου το άγχος δεν βρήκε επαρκές κράτημα. Το σώμα γίνεται χώρος συναγερμού και όχι αφήγησης. Ο Άλλος, όπως ο γιατρός ή ο θεραπευτής, βιώνεται ως αναγκαίος για να αποτραπεί η κατάρρευση. Ταυτόχρονα, όμως, βιώνεται και ως ενδεχομένως αναξιόπιστος. Σε αυτή την περίπτωση, κυριαρχεί ο φόβος της εγκατάλειψης μέσα στην απειλή.
Η φύση της υποχονδρίασης
Η υποχονδρίαση, αντίθετα, οργανώνεται γύρω από μια σχετικά σταθερή πεποίθηση. Το άτομο λέει: «κάτι έχω». Επομένως, δεν περιμένει την ασθένεια, αλλά τη θεωρεί ήδη παρούσα. Ο φόβος δεν είναι τόσο αποδιοργανωτικός όσο επίμονος και καθηλωτικός. Υπάρχει συχνά μια λεπτομερής ενασχόληση με το σώμα. Πρόκειται για μια σχεδόν αφηγηματική κατασκευή της νόσου, που προσφέρει παράδοξα μια αίσθηση συνοχής.
Ψυχοδυναμικά, η υποχονδρίαση λειτουργεί συχνά ως οργάνωση του άγχους γύρω από ένα νόημα. Η ασθένεια γίνεται ταυτότητα και τρόπος ύπαρξης. Επίσης, γίνεται ένας τρόπος σχέσης. Ο Άλλος δεν καλείται τόσο να αποτρέψει την καταστροφή. Καλείται, αντίθετα, να αναγνωρίσει, να επιβεβαιώσει και να ασχοληθεί με τον ασθενή. Η σύγκρουση δεν είναι τόσο με την αβεβαιότητα, όσο με την αναγνώριση και τη φροντίδα.
Συνοψίζοντας, στη νοσοφοβία ο άνθρωπος φοβάται ότι θα καταρρεύσει. Στην υποχονδρίαση, όμως, φοβάται ότι δεν θα αναγνωριστεί. Η πρώτη κινείται γύρω από τον πανικό της απώλειας συνοχής. Η δεύτερη κινείται γύρω από τη σταθεροποίηση ενός πόνου που μπορεί να ειπωθεί. Και οι δύο εκφράζουν ψυχικό πόνο, αλλά με διαφορετική δομή και διαφορετική θεραπευτική προσέγγιση.
Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)
1. Γιατί η νοσοφοβία επιμένει παρά τις ιατρικές διαβεβαιώσεις; Η νοσοφοβία δεν είναι έλλειψη πληροφόρησης, αλλά έλλειψη εσωτερικού κρατήματος. Οι εξετάσεις καθησυχάζουν το μυαλό, αλλά όχι το βαθύτερο άγχος για τη συνοχή του εαυτού.
2. Πώς βοηθά η ψυχοδυναμική προσέγγιση; Αντί να εστιάζει μόνο στο σύμπτωμα, η προσέγγιση αυτή αναζητά τις ρίζες του φόβου στις πρώιμες σχέσεις. Στόχος είναι να χτιστεί μια εσωτερική αίσθηση ασφάλειας.
3. Μπορεί η νοσοφοβία να θεραπευτεί πλήρως; Η θεραπεία δεν υπόσχεται την εξαφάνιση κάθε ανησυχίας, αλλά τη μείωση της έντασής της. Το άτομο μαθαίνει να αντέχει την αβεβαιότητα χωρίς να παραλύει από τον φόβο.
Επιπλέον, περισσότερες πληροφορίες για τη φύση του άγχους υγείας μπορείτε να βρείτε στον ιστότοπο του Harvard Health.
Η νοσοφοβία δεν χρειάζεται να καθορίζει τη ζωή σας. Αν νιώθετε ότι το σώμα σας έχει γίνει πηγή διαρκούς άγχους, είμαι εδώ για να δουλέψουμε μαζί. Μέσα από τη θεραπευτική διαδικασία, μπορούμε να μετατρέψουμε τον φόβο σε μια εμπειρία που αντέχεται. Επικοινωνήστε μαζί μου για να ξεκινήσουμε.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Dr. Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση ή χρήση μέρους του κειμένου επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) που θα οδηγεί στην πηγή.
