Υπάρχει ένας καθρέφτης σε κάθε άνθρωπο — αόρατος, εσωτερικός — που δεν δείχνει το πρόσωπο. Δείχνει την αξία του. Άλλοι τον κοιτάζουν σπάνια, με μια βεβαιότητα που μοιάζει σχεδόν αφηρημένη. Άλλοι δεν μπορούν να σταματήσουν να τον ελέγχουν.
Η αυτοεκτίμηση και ο ναρκισσισμός τον μοιράζονται. Γι’ αυτό και μπερδεύονται τόσο συχνά, αφού και τα δύο έχουν να κάνουν με το πώς βλέπει κάποιος τον εαυτό του. Όμως το να αισθάνεται κάποιος ότι έχει αξία δεν σημαίνει ότι θεωρεί τον εαυτό του ανώτερο από τους άλλους, ούτε ότι χρειάζεται διαρκώς την επιβεβαίωσή τους.
Ένας άνθρωπος μπορεί να γνωρίζει τις ικανότητές του, να χαίρεται με μια επιτυχία του και να υπερασπίζεται τα όριά του, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι καλύτερος από τους γύρω του. Μπορεί να αποτύχει, να δεχτεί μια κριτική, να διαπιστώσει ότι κάποιος άλλος τα καταφέρνει καλύτερα, χωρίς να αισθανθεί ότι απειλείται συνολικά η αξία του. Στον ναρκισσισμό, αντίθετα, η ανάγκη να διατηρηθεί μια ιδιαίτερη εικόνα του εαυτού αποκτά μεγαλύτερο ειδικό βάρος. Η αναγνώριση, ο θαυμασμός, η αίσθηση ότι κάποιος είναι ξεχωριστός, λειτουργούν σαν οι βασικοί τρόποι ρύθμισης της αυτοαξίας, και όχι σαν κάτι απλώς ευχάριστο ανάμεσα σε πολλά άλλα.
Και εδώ είναι κάτι που σπάνια επισημαίνεται: αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά έχει κάποια «κρυμμένη χαμηλή αυτοεκτίμηση». Η σχέση ανάμεσα στις δύο έννοιες είναι πιο σύνθετη απ’ αυτό, και διαφοροποιείται ανάλογα με τη μορφή και την ένταση των χαρακτηριστικών.
Δεν είναι το πόσο ψηλά κρατά κανείς το κεφάλι του. Είναι το τι συμβαίνει μέσα του όταν κανείς δεν κοιτάει.
Η αυτοεκτίμηση και ο ναρκισσισμός δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η αυτοεκτίμηση αφορά κυρίως την αίσθηση ότι έχουμε αξία ακόμη και όταν αποτυγχάνουμε ή δεχόμαστε κριτική, ενώ ο ναρκισσισμός συνδέεται περισσότερο με την ανάγκη διατήρησης μιας ιδιαίτερης εικόνας του εαυτού και επιβεβαίωσής της μέσα από τους άλλους.
Η αυτοεκτίμηση δεν σημαίνει ότι πιστεύω πως είμαι καλύτερος
Αυτή η διαφορά δεν μένει θεωρητική. Φαίνεται στο πιο απλό σημείο απ’ όλα: στο πώς αντιδρά κάποιος σε ένα δικό του λάθος.
Η αυτοεκτίμηση δεν είναι η πεποίθηση ότι είμαι εξαιρετικός σε όλα. Ένας άνθρωπος με σχετικά σταθερή αυτοεκτίμηση μπορεί να γνωρίζει τις δυνατότητές του και ταυτόχρονα να αναγνωρίζει και τις αδυναμίες του. Μπορεί να παραδεχτεί ένα λάθος, χωρίς να νιώσει ότι αυτό ακυρώνει ολόκληρη την εικόνα που έχει για τον εαυτό του.
Αυτό έχει σημασία, γιατί η αυτοεκτίμηση δεν αποκαλύπτεται τόσο όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά. Αποκαλύπτεται κυρίως στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας όταν αποτυγχάνουμε. «Δεν τα κατάφερα αυτή τη φορά. Θα δω τι μπορώ να κάνω διαφορετικά.»
Η αποτυχία στενοχωρεί. Δεν μετατρέπεται, όμως, σε απόδειξη προσωπικής αναξιότητας.
Η σταθερή αυτοεκτίμηση, λοιπόν, δεν σημαίνει ότι αισθανόμαστε καλά με τον εαυτό μας κάθε στιγμή. Σημαίνει περισσότερο ότι μπορούμε να μην αισθανόμαστε καλά με τον εαυτό μας, χωρίς να χάνουμε την αίσθηση ότι εξακολουθούμε να έχουμε αξία.
Όταν η προσωπική αξία χρειάζεται συνεχή επιβεβαίωση
Υπάρχει, όμως, ένα σημείο όπου αυτή η εσωτερική συνέχεια αρχίζει να εξαρτάται περισσότερο από όσα λένε οι άλλοι, παρά από όσα νιώθει κάποιος μέσα του.
Η ανάγκη για αναγνώριση είναι ανθρώπινη. Θέλουμε να μας αγαπούν, να μας εκτιμούν, να αναγνωρίζουν την προσπάθειά μας. Το ζήτημα δεν είναι αν χρειαζόμαστε τους άλλους, αλλά πόσο απαραίτητη γίνεται η ανταπόκρισή τους για την αίσθηση που έχουμε για τον εαυτό μας.
Σε ορισμένες ναρκισσιστικές λειτουργίες, η εξωτερική επιβεβαίωση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η επιτυχία, ο θαυμασμός, η αναγνώριση, προσφέρουν μια αίσθηση ασφάλειας. Η κριτική, η απόρριψη, η αποτυχία, μπορεί να βιωθούν ως κάτι πολύ πιο σοβαρό: ως μια απειλή για την ίδια την αυτοεικόνα.
Όταν του ανακοίνωσαν ότι δεν πήρε τη θέση που διεκδικούσε, δεν αντέδρασε αμέσως. Έμεινε για λίγο ακίνητος και μετά χαμογέλασε ειρωνικά: «Δεν πειράζει. Άλλωστε, δεν ήταν και κάποια σπουδαία θέση». Αργότερα, όταν έμεινε μόνος, επέστρεψε ξανά και ξανά στο ίδιο ερώτημα: «Πώς γίνεται να μην με επέλεξαν;»
Το χαμόγελο ήταν η ασπίδα. Η ερώτηση που επέστρεφε στη μοναξιά ήταν αυτό που η ασπίδα προσπαθούσε να αποτρέψει. Δεν είναι μόνο η αποτυχία που πονά, είναι και το νόημα που αποκτά για την εικόνα του εαυτού.
Μπορώ να είμαι καλός στη δουλειά μου και να κάνω ένα σοβαρό λάθος, αγαπητός και κάποιος να μη με συμπαθεί, επαρκής γονιός και να χάσω την ψυχραιμία μου μια δύσκολη μέρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι η αυτοεκτίμηση είναι άτρωτη, η απόρριψη εξακολουθεί να πονάει. Η διαφορά είναι ότι ο πόνος αυτός δεν χρειάζεται να γίνει το απόλυτο κριτήριο για την αξία του εαυτού.
Όταν όμως η προσωπική αξία εξαρτάται έντονα από την επιτυχία, τότε η αποτυχία βαραίνει πολύ περισσότερο. Δεν είναι πια μόνο «έκανα λάθος». Μπορεί να γίνει «τώρα θα δουν ότι δεν είμαι τόσο ικανός όσο πίστευαν», και τότε η εμπειρία δεν αφορά πια το λάθος. Αφορά το βλέμμα του άλλου πάνω μου.
Όταν η κριτική μοιάζει με απειλή
Αυτό το βλέμμα αποκτά ακόμα πιο συγκεκριμένο σχήμα όταν αποτελεί κάποιο είδος κριτικής. Η κριτική είναι δύσκολη για όλους. Κανείς δεν χαίρεται όταν ακούει ότι έκανε κάτι λάθος ή ότι πλήγωσε κάποιον. Η διαφορά βρίσκεται σε ό,τι συμβαίνει μετά την πρώτη συναισθηματική αντίδραση.
Όταν η αυτοεκτίμηση είναι αρκετά σταθερή, μπορούμε σταδιακά να επιστρέψουμε στο συγκεκριμένο γεγονός: «Έκανα κάτι που δεν ήταν σωστό.» Μπορούμε να νιώσουμε ντροπή, ενοχή, απογοήτευση, και να αναλάβουμε την ευθύνη χωρίς να χρειάζεται να υπερασπιστούμε ολόκληρη την εικόνα μας.
Όταν η αυτοεικόνα είναι ιδιαίτερα ευάλωτη απέναντι στην αξιολόγηση των άλλων, τότε η κριτική βιώνεται διαφορετικά. Το «αυτό που έκανες με πλήγωσε» μπορεί να μετατραπεί εσωτερικά σαν «δεν είσαι καλός άνθρωπος».
Σε μια συζήτηση, ένας σύντροφος λέει: «Θα ήθελα να με ακούς περισσότερο όταν σου μιλάω». Ο άλλος μένει σιωπηλός για λίγο, σφίγγει τη γνάθο, και απαντά: «Δηλαδή, μετά από όλα όσα κάνω για σένα, είμαι τόσο κακός σύντροφος;»
Σε μια άλλη συζήτηση, κάποιος άκουσε από τη σύντροφό του: «Δεν θέλω να αλλάξεις, θέλω απλώς, όταν σου λέω ότι κάτι με πληγώνει, να μπορείς να με ακούσεις χωρίς να χρειάζεται να αποδείξεις ότι έχεις δίκιο». Για λίγα δευτερόλεπτα, δεν απάντησε. Κοίταξε κάτω, έσφιξε τα χέρια του, και ύστερα είπε: «Αν τελικά είμαι τόσο κακός όσο λες, τότε γιατί είσαι μαζί μου;»
Δεν ακούει πια τι είπε η σύντροφός του, ακούει μόνο τη ρωγμή που άνοιξε στον δικό του καθρέφτη. Η συζήτηση έχει μετακινηθεί από τη συγκεκριμένη συμπεριφορά στην απειλή της αυτοεικόνας.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που αντιδρά αμυντικά είναι ναρκισσιστής. Η άμυνα απέναντι στην κριτική είναι ανθρώπινη. Όταν όμως ένα τέτοιο μοτίβο επαναλαμβάνεται, είναι άκαμπτο, και συνοδεύεται από έντονη ανάγκη αποκατάστασης της εικόνας του εαυτού, αποκτά μεγαλύτερη κλινική σημασία. Αυτό δεν σημαίνει δικαιολόγηση. Σημαίνει κάτι άλλο.
Όταν η επιτυχία του άλλου μας μειώνει
Η ίδια ευαισθησία απέναντι στο βλέμμα του άλλου παίρνει άλλη κατεύθυνση όταν αυτός δεν κρίνει, απλώς πετυχαίνει.
Η σύγκριση με τους άλλους είναι φυσιολογικό μέρος της ζωής. Το πρόβλημα αρχίζει όταν γίνεται ο βασικός τρόπος με τον οποίο αποφασίζουμε αν αξίζουμε.
Ένας συνάδελφος παίρνει την προαγωγή που περιμέναμε. Ένας φίλος αποκτά μεγαλύτερη αναγνώριση. Μπορεί να νιώσουμε ζήλια ή απογοήτευση, και ταυτόχρονα να αναγνωρίσουμε τη χαρά του άλλου. Μπορούμε να σκεφτούμε: «Θα ήθελα κι εγώ κάτι τέτοιο.»
Όταν όμως η προσωπική αξία συνδέεται στενά με τη σύγκριση, η επιτυχία του άλλου βιώνεται ως προσωπική απώλεια: «Αν εκείνος είναι καλύτερος, τότε εγώ αξίζω λιγότερο.»
Κακά τα ψέματα, εδώ μπορεί να εμφανιστεί και κάποια υποτίμηση: «Δεν είναι και τόσο σπουδαία αυτή η επιτυχία», «Είχε γνωριμίες», «Δεν το άξιζε πραγματικά». Το ίδιο μοτίβο που είδαμε πριν, δηλαδή η υποτίμηση ως τρόπος να μη νιώσει κανείς λίγος, επανέρχεται εδώ σε μεγαλύτερη κλίμακα, όχι απέναντι στη δική του απόρριψη, αλλά απέναντι στην επιτυχία κάποιου άλλου. Δεν χρειάζεται να είναι συνειδητή στρατηγική. Λειτουργεί σαν προσπάθεια αποκατάστασης μιας αυτοεικόνας που αισθάνεται ότι απειλείται.
Τρεις έννοιες που μπερδεύονται εύκολα
Το να αναγνωρίζει κάποιος αυτά τα μοτίβα στον εαυτό του δεν σημαίνει αυτόματα ότι ξέρει πώς να τα ονομάσει.
Ένας άνθρωπος που γνωρίζει την αξία του, φροντίζει την εμφάνισή του, χαίρεται με τις επιτυχίες του ή υπερασπίζεται τα όριά του, δεν είναι, εξαιτίας αυτών, ναρκισσιστής. Ούτε αποτελεί ένδειξη ναρκισσισμού το ότι κάποιος απολαμβάνει τον θαυμασμό ή μιλά για κάτι που πέτυχε. Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι συμβαίνει όταν ο θαυμασμός δεν έρχεται.
Στο γραφείο, αυτή η σύγχυση ακούγεται συχνά σαν ερώτημα: «Μήπως έχω πολλή αυτοπεποίθηση και γι’ αυτό φέρομαι έτσι;». Λες και η αυτοπεποίθηση θα μπορούσε ποτέ να είναι υπερβολική με τον τρόπο που είναι υπερβολικός ο ναρκισσισμός.
Κάπου εδώ περιπλέκεται το πράγμα, γιατί οι τρεις αυτές λέξεις δεν περιγράφουν το ίδιο πράγμα. Η αυτοπεποίθηση αφορά την πεποίθηση ότι μπορώ να ανταποκριθώ σε μια συγκεκριμένη κατάσταση, ότι μπορώ να έχω μεγάλη αυτοπεποίθηση στη δουλειά μου και ανασφάλεια στις σχέσεις μου. Η αυτοεκτίμηση αφορά την αίσθηση ότι έχω αξία ως άνθρωπος, ακόμα κι όταν αποτυγχάνω. Ο ναρκισσισμός αφορά ένα ευρύτερο σύνολο χαρακτηριστικών και τρόπων ρύθμισης της εικόνας του εαυτού, δηλαδή αίσθηση ιδιαίτερης σημασίας, ανάγκη για θαυμασμό, αίσθηση δικαιώματος, αυξημένη ευαισθησία στην απειλή της αυτοεικόνας. Η κλινική εικόνα δεν είναι ίδια σε όλους και περιλαμβάνει τόσο μεγαλειώδεις όσο και ευάλωτες πλευρές.
Γι’ αυτό η φράση «έχει πολύ υψηλή αυτοεκτίμηση» δεν αρκεί για να περιγράψει έναν άνθρωπο με ναρκισσιστικά στοιχεία/χαρακτηριστικά.
Τι μπορούμε να παρατηρήσουμε στον εαυτό μας
Αυτή η διάκριση δεν έχει αξία μόνο για να καταλαβαίνουμε τους άλλους. Έχει αξία και όταν γυρίζουμε το βλέμμα προς τον εαυτό μας.
Όταν κάποιος μας αμφισβητεί, μπορούμε να αναρωτηθούμε: τι ακριβώς με πονάει; Η διαφωνία του άλλου, ή η αίσθηση ότι, επειδή δεν με θαυμάζει, ίσως δεν αξίζω αρκετά;
Όταν κάποιος άλλος πετυχαίνει, μπορούμε να παρατηρήσουμε αν απλώς ζηλεύουμε, κάτι απολύτως ανθρώπινο, ή αν η επιτυχία του μας κάνει να νιώθουμε ότι χάνουμε τη δική μας αξία.
Και όταν κάνουμε ένα λάθος, μπορούμε να ρωτήσουμε τον εαυτό μας αν μπορούμε να πούμε «έκανα λάθος» χωρίς να χρειάζεται ούτε να δικαιολογηθούμε αμέσως ούτε και να καταρρεύσουμε.
Στο γραφείο, αυτές οι ερωτήσεις σπάνια βρίσκουν απάντηση άμεσα. Συνήθως, προηγείται η άμυνα, η πιο ειλικρινής απάντηση έρχεται λίγο αργότερα, όταν κάποιος έχει σταματήσει πια να προσπαθεί να την αναζητά.
Δεν ξέρω αν αυτές οι ερωτήσεις ισχύουν με τον ίδιο τρόπο για όλους. Δεν αποτελούν τεστ, και σίγουρα δεν επιτρέπουν διάγνωση. Μπορούν, όμως, να βοηθήσουν να καταλάβουμε αν η αίσθηση της προσωπικής μας αξίας παραμένει σχετικά σταθερή, ή εξαρτάται υπερβολικά από την αξιολόγηση των άλλων.
Ίσως το σημαντικότερο να είναι ότι δεν χρειάζεται να φτάσουμε σε ένα σημείο όπου δεν μας ενδιαφέρει καθόλου η γνώμη των άλλων. Ο άνθρωπος χρειάζεται τις σχέσεις, την αγάπη, την αίσθηση ότι ανήκει. Η ώριμη αυτοεκτίμηση δεν καταργεί αυτή την ανάγκη, μας βοηθά να μη στηρίζουμε ολόκληρη την αξία μας πάνω της.
Αυτό δεν σημαίνει αδιαφορία για τη γνώμη των άλλων. Είναι η δυνατότητα να μην εξαρτάται απ’ αυτήν ολόκληρη η αξία μας.
Μπορούμε να θέλουμε να μας εκτιμούν χωρίς να χρειάζεται να μας θεωρούν ανώτερους, να επιθυμούμε την επιτυχία χωρίς να μετατρέπουμε την αποτυχία σε απόδειξη αναξιότητας. Δεν χρειάζεται να νιώθω σπουδαίος για να θεωρώ πως αξίζω.
Επίλογος
Ίσως, τελικά, όλο αυτό επιστρέφει στον ίδιο καθρέφτη με τον οποίο ξεκινήσαμε.
Η υγιής αυτοεκτίμηση μας αφήνει να τον κοιτάξουμε και να δεχτούμε ό,τι δούμε, ακόμα κι όταν δεν μας αρέσει. Να παραδεχτούμε ένα λάθος χωρίς να νιώσουμε ότι χάσαμε την αξία μας, να δούμε την επιτυχία του άλλου χωρίς να τη ζήσουμε ως δική μας ήττα. Ο ναρκισσισμός, όταν αποκτά προβληματική ένταση, χρειάζεται κάποιον που να τον ελέγχει διαρκώς, να επιβεβαιώνει κάτι συγκεκριμένο, ξανά και ξανά, όχι απλώς «υπερβολική αυτοεκτίμηση», ούτε πάντα «κρυμμένη χαμηλή αυτοεκτίμηση», όπως συχνά λέγεται.
Δεν ξέρω αν υπάρχει ένα σημείο όπου κάποιος μπορεί να πει με σιγουριά «η αυτοεκτίμησή μου είναι πια αρκετά σταθερή». Μάλλον όχι, μάλλον είναι κάτι που ελέγχεται ξανά, σε κάθε κριτική, σε κάθε επιτυχία κάποιου άλλου, σε κάθε στιγμή που κανείς δεν κοιτάει.
Και ίσως αυτό να μην είναι ελάττωμα, μόνο ο τρόπος που ζει κανείς με έναν εαυτό που δεν χρειάζεται να είναι τέλειος για να αξίζει, έναν εαυτό που, κάποιες φορές, ακόμα κοιτάζει τον καθρέφτη και δεν είναι σίγουρος τι βλέπει.
Συχνές ερωτήσεις
1. Είναι το ίδιο η υψηλή αυτοεκτίμηση με τον ναρκισσισμό;
Όχι. Η υψηλή αυτοεκτίμηση αφορά την αίσθηση ότι έχουμε αξία και μπορούμε να αναγνωρίζουμε τις δυνατότητές μας χωρίς να χρειάζεται να θεωρούμε τον εαυτό μας ανώτερο από τους άλλους. Ο ναρκισσισμός συνδέεται περισσότερο με την ανάγκη διατήρησης μιας ιδιαίτερης εικόνας του εαυτού και, σε ορισμένες περιπτώσεις, με έντονη ανάγκη για αναγνώριση και θαυμασμό.
2. Μπορεί κάποιος να έχει υψηλή αυτοεκτίμηση και να εμφανίζει ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά;
Ναι. Η αυτοεκτίμηση και ο ναρκισσισμός είναι διαφορετικές ψυχολογικές διαστάσεις και δεν αποκλείει η μία την άλλη. Η παρουσία ορισμένων ναρκισσιστικών χαρακτηριστικών δεν σημαίνει από μόνη της ότι κάποιος έχει χαμηλή αυτοεκτίμηση ή ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας.
3. Πώς διαφέρει η αυτοπεποίθηση από την αυτοεκτίμηση;
Η αυτοπεποίθηση αφορά κυρίως την πεποίθηση ότι μπορούμε να ανταποκριθούμε σε μια συγκεκριμένη κατάσταση ή να πετύχουμε έναν στόχο. Η αυτοεκτίμηση αφορά βαθύτερα την αίσθηση της προσωπικής μας αξίας, ακόμη και όταν αποτυγχάνουμε ή δεχόμαστε κριτική.
4. Γιατί η κριτική μπορεί να είναι τόσο δύσκολη για έναν άνθρωπο με έντονα ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά;
Όταν η αυτοεικόνα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αναγνώριση και την επιβεβαίωση των άλλων, η κριτική μπορεί να βιωθεί όχι μόνο ως σχόλιο για μια συγκεκριμένη συμπεριφορά αλλά και ως απειλή για την εικόνα του εαυτού. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε έντονη άμυνα, θυμό, απόσυρση ή προσπάθεια αποκατάστασης της εικόνας αυτής.
5. Πώς μπορώ να καταλάβω αν η αυτοεκτίμησή μου εξαρτάται υπερβολικά από τους άλλους;
Μπορεί να βοηθήσει η αυτοπαρατήρηση: Πόσο επηρεάζει η γνώμη των άλλων το πώς αισθάνομαι για τον εαυτό μου; Μπορώ να δεχθώ μια αποτυχία χωρίς να θεωρήσω ότι αυτό μειώνει την αξία μου; Μπορώ να χαρώ για την επιτυχία κάποιου άλλου χωρίς να αισθανθώ ότι η δική μου αξία μειώνεται; Οι ερωτήσεις αυτές δεν αποτελούν διαγνωστικό τεστ, μπορούν όμως να ανοίξουν έναν χρήσιμο δρόμο αυτοπαρατήρησης.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.





