Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Υπάρχουν άνθρωποι που δυσκολεύονται να θυμηθούν πότε ήταν η τελευταία φορά που δεν ανησυχούσαν για κάτι. Ακόμη κι όταν ένα πρόβλημα έχει λυθεί, εμφανίζεται γρήγορα το επόμενο. Αν είναι καλά τα παιδιά. Μήπως συμβεί κάτι στη δουλειά, μήπως υπάρχει κάποιο πρόβλημα υγείας; Αν οι εξετάσεις είναι καλές, μήπως κάτι δεν έχει φανεί ακόμη; Και αν όλα αυτά είναι εντάξει, υπάρχει πάντα εκείνο το μικρό «Λες να;» που ανοίγει ξανά μια πόρτα που μόλις είχε κλείσει.

Στη θεραπευτική δουλειά, η ανησυχία σπάνια έρχεται ως μία μεγάλη, ξεκάθαρη σκέψη. Έρχεται πιο συχνά σαν αλυσίδα μικρών υποθέσεων. Θυμάμαι χαρακτηριστικά κάποιον να περιγράφει ακριβώς αυτή την αλυσίδα, τη μέρα που δεν απαντούσε το τηλέφωνο ενός κοντινού του προσώπου: «Δεν απάντησε στο τηλέφωνο. Μπορεί να οδηγεί. Αλλά γιατί δεν το σήκωσε, αφού συνήθως το σηκώνει; Μήπως έγινε κάτι; Αν έγινε κάτι, γιατί δεν με πήρε κάποιος; Μήπως δεν ξέρουν ακόμη;» Όταν τελικά το τηλέφωνο χτύπησε και όλα ήταν καλά, η ανακούφιση κράτησε για λίγο. Πολύ γρήγορα, ο νους βρήκε κάτι άλλο για το οποίο χρειαζόταν να προετοιμαστεί.

Δεν είναι ένα πρόβλημα που περιμένει λύση. Είναι μια συνήθεια του νου που δεν βρίσκει πού να σταματήσει.

Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή (ΓΑΔ) δεν σημαίνει απλώς ότι κάποιος είναι ένας «αγχώδης άνθρωπος». Σημαίνει ότι η ανησυχία έχει γίνει επίμονη, γενικευμένη και δύσκολα ελεγχόμενη, καταλαμβάνοντας περισσότερο χώρο στη ζωή από όσο θα της αναλογούσε.

Η γενικευμένη αγχώδης διαταραχή (ΓΑΔ) είναι μια κατάσταση επίμονης και δύσκολα ελεγχόμενης ανησυχίας για διαφορετικές πλευρές της καθημερινής ζωής. Η ανησυχία μπορεί να αφορά την υγεία, την εργασία, τα οικονομικά, την οικογένεια ή το μέλλον και συχνά συνοδεύεται από σωματική ένταση, κόπωση και δυσκολίες στον ύπνο ή τη συγκέντρωση.

Όταν το «Λες να;» δεν τελειώνει ποτέ

Αυτή η κίνηση από θέμα σε θέμα, χωρίς να καταλήγει πουθενά, δεν είναι τυχαία, και δεν σημαίνει ότι κάτι έχει «χαλάσει» στον τρόπο που σκέφτεται κανείς. Η ανησυχία είναι μέρος της ανθρώπινης ζωής. Μας βοηθά να προβλέψουμε δυσκολίες, να προετοιμαστούμε, να πάρουμε αποφάσεις. Μπροστά σε μια σημαντική εξέταση, μια δύσκολη συζήτηση ή ένα οικονομικό πρόβλημα, είναι φυσικό ο νους να στρέφεται προς το τι μπορεί να πάει στραβά. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η ανησυχία έχει σαφή σχέση με αυτό που συμβαίνει, κρατά όσο διαρκεί το ζήτημα που τη γέννησε, και υποχωρεί όταν αυτό αντιμετωπιστεί, σαν πόρτα που ανοίγει για έναν συγκεκριμένο λόγο  και ξανακλείνει όταν ο λόγος αυτός περάσει.

Στη Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή, όμως, καμία πόρτα δεν μένει κλειστή για πολύ. Η ανησυχία μετακινείται από το ένα θέμα στο άλλο και συνεχίζεται ακόμη κι όταν δεν υπάρχει κάποιος άμεσος λόγος που να απαιτεί τόση εγρήγορση. Η υγεία δίνει τη θέση της στα οικονομικά, τα οικονομικά στην οικογένεια, η οικογένεια στη δουλειά, η δουλειά σε κάτι που μπορεί να συμβεί στο μέλλον. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι υπάρχουν πολλές ανησυχίες. Είναι ότι η ανησυχία βρίσκει πάντοτε έναν καινούργιο τόπο για να εγκατασταθεί.

Το περιεχόμενο αλλάζει, ο τρόπος λειτουργίας παραμένει ο ίδιος.

Γυναίκα στο σπίτι γράφει σε σημειωματάριο ενώ φαίνεται απορροφημένη στις σκέψεις της

Τι είναι η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή;

Αυτό ακριβώς περιγράφει και ο κλινικός ορισμός της. Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή χαρακτηρίζεται από επίμονη και υπερβολική ανησυχία για περισσότερες από μία περιοχές της ζωής, δύσκολη να ελεγχθεί, συνοδευόμενη συχνά από ψυχική και σωματική ένταση. Ο άνθρωπος μπορεί να ανησυχεί για την υγεία, τη δική του ή των δικών του, για την εργασία, τα οικονομικά, την οικογένεια, τις καθημερινές υποχρεώσεις ή για πράγματα που μπορεί να συμβούν στο μέλλον. Τα θέματα αυτά δεν χρειάζεται να είναι φανταστικά ή παράλογα, μπορεί να αφορούν απολύτως πραγματικές πλευρές της ζωής. Αυτό που κάνει τη διαφορά δεν είναι το περιεχόμενο, είναι η έκταση της ανησυχίας, η ένταση και η δυσκολία να σταματήσει. Κάποιο πρόβλημα μπορεί να λυθεί, αλλά η εσωτερική διαδικασία της ανησυχίας να συνεχίζεται. Μπορεί, επίσης, να μην υπάρχει κάποιο συγκεκριμένο πρόβλημα και, παρ’ όλα αυτά, ο άνθρωπος να αισθάνεται ότι πρέπει να βρίσκεται σε ετοιμότητα, σαν να έχει αναλάβει μια βάρδια που κανείς δεν του ζήτησε επίσημα αλλά που δεν ξέρει πια πώς να αφήσει. Η ΓΑΔ μπορεί να εμφανιστεί ήδη από την παιδική ή την εφηβική ηλικία, αν και συχνά αναγνωρίζεται πολύ αργότερα, αφού πρώτα ονομαζόταν, για χρόνια, ως κάτι διαφορετικό, όπως «άγχος του χαρακτήρα», «υπερβολική ευθύνη», «έτσι είμαι».

«Δεν το θεωρούσα ποτέ πρόβλημα. Έλεγα ότι έτσι είναι ο χαρακτήρας μου. Η μητέρα μου ανησυχούσε για τα πάντα, οπότε νόμιζα ότι το είχα πάρει από εκείνη», μια φράση που έχω ακούσει, με μικρές παραλλαγές, αρκετές φορές. Πολλοί άνθρωποι έχουν ζήσει για χρόνια με αυτή ακριβώς την εξήγηση, πειστική όσο και βολική: ότι είναι απλώς υπεύθυνοι, προνοητικοί, άνθρωποι που «το πήραν από κάπου».

Μερικές φορές, όμως, αυτό που μοιάζει με υπερβολική υπευθυνότητα είναι ένας νους που δυσκολεύεται να αισθανθεί ασφαλής χωρίς να βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή.

Γιατί η ανησυχία απλώνεται από το ένα θέμα στο άλλο

Αν αυτή η επιφυλακή κρατάει τόσα χρόνια, είναι επειδή φαίνεται πως εξυπηρετεί μια εσωτερική ανάγκη. Η ανησυχία συχνά δίνει την αίσθηση ότι βοηθά. «Αν το σκεφτώ αρκετά, ίσως μπορέσω να προετοιμαστώ. Αν προβλέψω όλα τα ενδεχόμενα, ίσως αποφύγω κάτι κακό. Αν βεβαιωθώ ότι όλα είναι εντάξει, ίσως μπορέσω επιτέλους να ηρεμήσω». Μοιάζει λιγότερο με πρόβλημα και περισσότερο με πράξη προστασίας. Το να σκέφτεται κανείς συνεχώς ένα ενδεχόμενο του δίνει την αίσθηση ότι δεν το αφήνει στην τύχη. Αυτό εξηγεί γιατί η συμβουλή «μην ανησυχείς τόσο» σπάνια βοηθά: αν η ανησυχία βιώνεται ως τρόπος προστασίας του εαυτού ή των άλλων, το να την εγκαταλείψει μοιάζει σχεδόν σαν ανευθυνότητα, σαν να λέει στον εαυτό του «αν σταματήσω να σκέφτομαι όλα όσα μπορεί να συμβούν, ποιος θα τα προσέξει;».

Άνδρας κάθεται σε καφέ με το σώμα του σε εμφανή ένταση

Μόνο που η βεβαιότητα δεν έρχεται ποτέ ολοκληρωτικά. Κάθε απάντηση γεννά μια καινούργια ερώτηση. Κάτι που γίνεται ορατό στη θεραπεία είναι ακριβώς αυτό: όταν μια ανησυχία απαντηθεί, δεν ακολουθεί πάντα ηρεμία, συχνά ακολουθεί αμέσως μετά ένα νέο «Ναι, αλλά αν…;». Η δυσκολία τότε δεν βρίσκεται μόνο στο περιεχόμενο της σκέψης, αλλά και στην ανάγκη να μην υπάρχει κανένα ανοιχτό ενδεχόμενο. Η αναζήτηση της απόλυτης ασφάλειας γίνεται έτσι μια διαδικασία χωρίς τέλος: επανειλημμένες διαβεβαιώσεις, επανέλεγχος, αναζήτηση πληροφοριών, ανάλυση κάθε πιθανού σεναρίου.

Και όσο περισσότερο προσπαθεί κανείς να εξαλείψει την αβεβαιότητα, τόσο πιο ευαίσθητος γίνεται στην παραμικρή αίσθηση ότι κάτι δεν έχει εξασφαλιστεί.

Όταν ο νους δεν μπορεί να αφήσει τίποτα στην τύχη

Αυτή η αναζήτηση βεβαιότητας, που δεν κλείνει ποτέ, αφήνει ένα ίχνος: ο άνθρωπος δεν ανησυχεί μόνο όταν υπάρχει πρόβλημα. Συχνά δυσκολεύεται να σταματήσει να σκέφτεται ακόμη και όταν τα πράγματα πηγαίνουν καλά. Μπορεί να έχει τελειώσει μια δύσκολη περίοδος και, αντί να αισθανθεί ανακούφιση, να αρχίσει να σκέφτεται τι μπορεί να ακολουθήσει. Μπορεί να έχει πάρει μια απόφαση και να την ξανασκέφτεται, να αναλύει μια συζήτηση που έγινε πριν από ώρες, να επιστρέφει ξανά και ξανά σε κάτι που ήδη έχει ελέγξει.

«Ξέρω ότι το έχω σκεφτεί εκατό φορές, αλλά κάθε φορά που το αφήνω αισθάνομαι ότι κάτι ξεχνάω». Μια φράση σαν κι αυτή δείχνει κάτι ουσιαστικό. Η ανησυχία δεν βιώνεται μόνο ως βάρος. Βιώνεται και ως ευθύνη. Το να σταματήσει κανείς να ανησυχεί μπορεί, παράδοξα, να φαίνεται επικίνδυνο, σαν να αφήνει κάτι σημαντικό απροστάτευτο. Η δυσκολία, λοιπόν, δεν βρίσκεται μόνο στις σκέψεις αυτές καθαυτές, αλλά στη σχέση που έχει ο άνθρωπος μαζί τους: κάθε πιθανότητα αντιμετωπίζεται σαν κάτι που χρειάζεται άμεση επεξεργασία, κάθε αβεβαιότητα σαν κάτι που πρέπει να κλείσει, και ο νους δεν αφήνει εύκολα μια σκέψη να περάσει χωρίς να την εξετάσει, να την αναλύσει, να αναζητήσει μια απάντηση.

Σταδιακά, δημιουργείται η αίσθηση ότι δεν υπάρχει ποτέ πραγματικός χρόνος ανάπαυσης.

Το σώμα που μένει σε επιφυλακή

Η συνεχής ανησυχία δεν παραμένει μόνο στο επίπεδο της σκέψης. Το σώμα συμμετέχει, και μπορεί να βρίσκεται για μεγάλα διαστήματα σε κατάσταση έντασης: μυϊκό σφίξιμο, κόπωση, πονοκέφαλοι, δυσκολίες στον ύπνο, δυσκολία συγκέντρωσης, ευερεθιστότητα γίνονται μέρος της καθημερινότητας. Μπορεί να υπάρχει μια διάχυτη αίσθηση ότι κάποιος βρίσκεται διαρκώς «σε ετοιμότητα», ακόμη κι όταν εξωτερικά δεν συμβαίνει τίποτα ιδιαίτερο. Στη θεραπεία γίνεται μερικές φορές ορατό κάτι που ο ίδιος ο άνθρωπος δεν είχε προσέξει. Κάποια στιγμή, ενώ μιλούσε, πρόσεξα ότι κρατούσε συνεχώς τα δάχτυλά του σφιγμένα. Όταν του το ανέφερα, τα κοίταξε σαν να τα έβλεπε για πρώτη φορά και είπε: «Ναι… τώρα που το λέτε, τα έχω έτσι όλη μέρα.» Οι ώμοι σηκωμένοι, η αναπνοή περιορισμένη. Το σώμα μπορεί να βρίσκεται σε αυτή την ένταση εδώ και πολύ καιρό, χωρίς κάποιος να το έχει προσέξει, ούτε καν ο ίδιος.

Πατέρας βοηθά τον γιο του να ετοιμαστεί το πρωί ενώ η οικογένεια κινείται γύρω του

Όταν η ένταση έχει γίνει οικεία, αρχίζει να μοιάζει φυσιολογική.

Γι’ αυτό και η ξεκούραση δεν είναι πάντοτε τόσο απλή όσο ακούγεται. Για έναν άνθρωπο που έχει μάθει να βρίσκεται σε συνεχή ετοιμότητα, η ηρεμία δεν είναι αυτονόητα ανακουφιστική, μπορεί να μοιάζει παράξενη, ακόμη και κάπως ανασφαλής, σαν να έχει αποδυναμωθεί προσωρινά η άμυνα.

Πότε η καθημερινή ανησυχία γίνεται πρόβλημα;

Το σώμα, λοιπόν, μπορεί να δείχνει τι συμβαίνει πριν το καταλάβει ο ίδιος ο άνθρωπος. Αλλά δεν σημαίνει κάθε περίοδος έντονης ανησυχίας ότι υπάρχει Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή. Υπάρχουν περίοδοι στη ζωή όπου είναι απολύτως φυσιολογικό να ανησυχούμε περισσότερο: μια σοβαρή ασθένεια, μια οικονομική δυσκολία, μια αλλαγή στη δουλειά, ένα διαζύγιο, ένα σημαντικό οικογενειακό γεγονός μπορούν εύλογα να αυξήσουν την ανησυχία. «Δεν ήταν όταν αγχώθηκα πολύ. Ήταν όταν κατάλαβα ότι δεν μπορούσα να χαρώ ούτε όταν δεν υπήρχε τίποτα για να ανησυχώ». Έτσι το έθεσε κάποιος, περιγράφοντας τη στιγμή που κατάλαβε πως κάτι είχε αλλάξει. Αυτό είναι, ουσιαστικά, το ερώτημα: τι συμβαίνει όταν η ανησυχία αποκτά διάρκεια και ένταση, όταν γίνεται δύσκολο να ελεγχθεί, όταν αρχίζει να περιορίζει ουσιαστικά τη ζωή; Όταν κάποιος δυσκολεύεται να σταματήσει να ανησυχεί, ακόμη κι όταν το θέλει, ή χρειάζεται συνεχώς διαβεβαιώσεις πως όλα είναι εντάξει; Όταν διαπιστώνει ότι η ανησυχία επηρεάζει τον ύπνο, τη συγκέντρωση, την εργασία και τις σχέσεις;

Αυτές οι εμπειρίες δεν αρκούν από μόνες τους για διάγνωση. Μπορούν όμως να δείξουν ότι δεν πρόκειται πλέον απλώς για μια δύσκολη περίοδο, και ότι θα άξιζε μια πιο ολοκληρωμένη αξιολόγηση από επαγγελματία ψυχικής υγείας.

Τι μπορεί να βοηθήσει

Στο γραφείο, αυτό συχνά ακούγεται σαν ερώτημα απόγνωσης: «Τι μπορώ να κάνω γι’ αυτό;». Η απάντηση δεν είναι τόσο απλή όσο θα ήθελε κάποιος, γιατί ο στόχος δενείναι η εξαφάνιση κάθε είδους ανησυχίας από τη ζωή ενός ανθρώπου/θεραπευόμενου. Κάτι τέτοιο θα ήταν μη ρεαλιστικό και, τελικά, όχι ιδιαίτερα χρήσιμο. Η ουσιαστική αλλαγή αφορά περισσότερο τη σχέση με την ανησυχία: να μη χρειάζεται κάθε σκέψη να αντιμετωπίζεται ως επείγουσα, να μην απαιτείται απόλυτη βεβαιότητα πριν μπορέσει κάποιος να συνεχίσει τη ζωή του. Η ενημέρωση για το άγχος, η φροντίδα του σώματος, η άσκηση, η καλύτερη ρύθμιση του ύπνου, η μείωση παραγόντων που εντείνουν τη σωματική διέγερση μπορούν να βοηθήσουν σε αυτό.

Όταν όμως η ανησυχία είναι επίμονη και επηρεάζει σημαντικά την καθημερινότητα, η αναζήτηση επαγγελματικής βοήθειας γίνεται ιδιαίτερα σημαντική. Η θεραπευτική αντιμετώπιση μπορεί, ανάλογα με τις ανάγκες του ανθρώπου, να περιλαμβάνει ψυχοθεραπεία, φαρμακευτική αγωγή ή συνδυασμό των δύο.

Η ψυχοθεραπεία δεν προσπαθεί απλώς να σταματήσει τις σκέψεις

Πίσω από την ερώτηση «τι μπορώ να κάνω γι’ αυτό» κρύβεται συχνά μια προσδοκία: ότι η θεραπεία θα μάθει στον άνθρωπο πώς να «μην σκέφτεται αρνητικά». Η ουσιαστικότερη αλλαγή, όμως, βρίσκεται συνήθως αλλού, στο να μπορέσει κάποιος να αναγνωρίσει τι φοβάται πραγματικά όταν αρχίζει να ανησυχεί, τι προσπαθεί να ελέγξει, τι πιστεύει ότι θα συμβεί αν αφήσει κάτι στην αβεβαιότητα. Ένας άνθρωπος μπορεί να έρθει στη θεραπεία ζητώντας ουσιαστικά να απαλλαγεί από την ανησυχία. Στην πορεία, όμως, μπορεί να γίνει φανερό ότι αυτό που τον δυσκολεύει περισσότερο δεν είναι η ίδια η σκέψη, αλλά η αίσθηση ότι, αν σταματήσει να ανησυχεί, θα χάσει τον έλεγχο και κάτι κακό θα συμβεί. Τότε η θεραπευτική δουλειά αλλάζει λίγο κατεύθυνση: δεν αφορά πια μόνο πώς θα σταματήσει η σκέψη, αλλά τι σημαίνει για τον άνθρωπο το να μη βρίσκεται διαρκώς σε επιφυλακή. Σε βαθύτερο επίπεδο, μπορεί να τον βοηθήσει να καταλάβει γιατί η αίσθηση ασφάλειας εξαρτάται τόσο πολύ από το να είναι όλα προβλέψιμα, να αναγνωρίσει τι σημαίνει γι’ αυτόν η αβεβαιότητα, τι φοβάται ότι θα συμβεί αν δεν έχει τον έλεγχο, πόσο από τη ζωή του έχει αφιερώσει στην προσπάθεια να προλάβει κάτι πριν ακόμη συμβεί.

Γυναίκα συζητά με ψυχοθεραπεύτρια κατά τη διάρκεια συνεδρίας

Εδώ η θεραπευτική σχέση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο άνθρωπος δεν χρειάζεται μόνο να μάθει κάτι για το άγχος του. Χρειάζεται έναν χώρο όπου μπορεί να παρατηρήσει μαζί με κάποιον άλλον τι συμβαίνει μέσα του, χωρίς να πρέπει διαρκώς να το διορθώνει ή να βρίσκει αμέσως μια απάντηση.

Μέσα σε αυτή τη διαδικασία μπορεί σταδιακά να ανακαλύψει ότι η ασφάλεια δεν σημαίνει πως γνωρίζουμε τι θα συμβεί. Σημαίνει ότι μπορούμε να αντέξουμε το γεγονός πως δεν το γνωρίζουμε.

Όταν η ανησυχία δεν χρειάζεται πια να αποφασίζει για τη ζωή

Ίσως η πιο δύσκολη πλευρά της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής είναι ότι η ανησυχία μπορεί να παρουσιαστεί ως κάτι χρήσιμο. «Ανησυχώ επειδή νοιάζομαι. Σκέφτομαι όλα τα ενδεχόμενα επειδή θέλω να είμαι προετοιμασμένος. Δεν μπορώ να χαλαρώσω επειδή πρέπει να είμαι υπεύθυνος». Και πράγματι, πίσω από την ανησυχία μπορεί να υπάρχει φροντίδα, ευθύνη, αγάπη, η ανάγκη να προστατευθούν σημαντικοί άνθρωποι και πράγματα.

Η θεραπευτική αλλαγή δεν χρειάζεται να σημαίνει ότι κάποιος θα πρέπει να γίνει αδιάφορος ή απρόσεκτος. Μπορεί να σημαίνει κάτι πιο ήσυχο: να μπορεί να νοιάζεται χωρίς να φοβάται συνεχώς, να προετοιμάζεται χωρίς να εξαντλείται, να σκέφτεται το μέλλον χωρίς να ζει διαρκώς μέσα σε αυτό. Δεν είναι ότι η ανησυχία εξαφανίζεται. Είναι ότι σταματά να έχει τον τελευταίο λόγο.

Και ίσως, κάποια στιγμή, όταν εμφανιστεί ξανά το γνώριμο «Λες να;», να μη χρειάζεται να ακολουθήσει αμέσως ολόκληρη η αλυσίδα. Να μπορεί απλώς να υπάρξει η σκέψη, να αγγίξει σαν χέρι που δοκιμάζει ένα πόμολο, χωρίς ο άνθρωπος να είναι πια υποχρεωμένος να ανοίξει.

Και μετά να συνεχιστεί η ζωή.

 

Συχνές ερωτήσεις για τη Γενικευμένη Αγχώδη Διαταραχή

Τι είναι η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή;

Η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή είναι μια κατάσταση επίμονης και δύσκολα ελεγχόμενης ανησυχίας για διαφορετικές πλευρές της καθημερινής ζωής. Η ανησυχία μπορεί να αφορά την υγεία, την εργασία, τα οικονομικά, την οικογένεια ή το μέλλον και συχνά συνοδεύεται από σωματική ένταση, κόπωση και δυσκολίες στον ύπνο ή τη συγκέντρωση.

Πώς διαφέρει η ΓΑΔ από το συνηθισμένο άγχος;

Το άγχος είναι φυσιολογικό μέρος της ζωής, ιδιαίτερα όταν υπάρχει ένας πραγματικός λόγος ανησυχίας. Στη ΓΑΔ, όμως, η ανησυχία είναι επίμονη, αφορά συχνά πολλά διαφορετικά θέματα, είναι δύσκολο να ελεγχθεί και μπορεί να συνεχίζεται ακόμη και όταν δεν υπάρχει άμεσος λόγος ανησυχίας.

Ποια είναι τα συχνότερα συμπτώματα της Γενικευμένης Αγχώδους Διαταραχής;

Εκτός από την επίμονη ανησυχία, μπορεί να εμφανίζονται μυϊκή ένταση, κόπωση, δυσκολία συγκέντρωσης, ευερεθιστότητα και προβλήματα ύπνου. Η ένταση και ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζονται τα συμπτώματα διαφέρουν από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Μπορεί να αντιμετωπιστεί η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή;

Ναι. Η αντιμετώπιση μπορεί να περιλαμβάνει ψυχοθεραπεία, φαρμακευτική αγωγή ή συνδυασμό τους, ανάλογα με τις ανάγκες του κάθε ανθρώπου. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει όχι μόνο στη διαχείριση της ανησυχίας, αλλά και στην κατανόηση των μηχανισμών που τη συντηρούν.

Πότε χρειάζεται να ζητήσω βοήθεια για την υπερβολική ανησυχία;

Όταν η ανησυχία γίνεται επίμονη και δύσκολα ελεγχόμενη ή αρχίζει να επηρεάζει τον ύπνο, τη συγκέντρωση, την εργασία, τις σχέσεις ή την καθημερινή ζωή, αξίζει να αναζητηθεί η γνώμη ενός επαγγελματία ψυχικής υγείας. Δεν χρειάζεται να περιμένει κανείς μέχρι η δυσκολία να γίνει ανυπόφορη.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

1 Comment

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *