Ένα βρέφος δεκατεσσάρων μηνών κλαίει έντονα κάθε φορά που η μητέρα του βγαίνει από το δωμάτιο. Όσο εκείνη λείπει, τα παιχνίδια που πριν από λίγο το απασχολούσαν χάνουν κάθε ενδιαφέρον, μένουν εκεί, ανέγγιχτα, σαν να μην υπάρχουν. Όταν η μητέρα επιστρέφει, το παιδί απλώνει αμέσως τα χέρια προς το μέρος της. Εκείνη το παίρνει αγκαλιά. Για λίγη ώρα μένει κολλημένο πάνω της, με το πρόσωπο χωμένο στον ώμο της.
Και μετά, σχεδόν απότομα, χαλαρώνει. Κοιτάζει ξανά γύρω του. Κατεβαίνει από την αγκαλιά και επιστρέφει στα παιχνίδια, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.
Ο γονιός, βλέποντας αυτή την αλλαγή, μπορεί εύκολα να αναρωτηθεί: Μήπως κάτι άλλαξε; Μήπως φοβάται; Μήπως δεν νιώθει πια ασφαλές μαζί μου; Μήπως κάνω κάτι λάθος;
Τίποτα σοβαρό δεν συνέβη, θα σκεφτόταν κάποιος απ’ έξω. Κι όμως κάτι συνέβη, μόνο που τελείωσε. Αυτή η μικρή αλληλουχία, το κλάμα, η προσκόλληση, η σταδιακή χαλάρωση, επαναλαμβάνεται με μικρές παραλλαγές σε αμέτρητα σπίτια, συνήθως από το δεύτερο μισό του πρώτου έτους, και μπορεί να συνεχιστεί, με διαφορετική ένταση, μέσα στα επόμενα χρόνια.
Το ζητούμενο δεν είναι να κάνουμε το παιδί να μη διαμαρτύρεται ποτέ όταν φεύγουμε. Είναι να το βοηθήσουμε, μέσα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες, να ανακαλύψει σταδιακά κάτι που στην αρχή δεν μπορεί ακόμη να αισθανθεί με σιγουριά: ότι η απουσία δεν σημαίνει πως η σχέση χάθηκε.
Το άγχος αποχωρισμού στα βρέφη είναι ένα φυσιολογικό στάδιο της ανάπτυξης και συνήθως εμφανίζεται στο δεύτερο μισό του πρώτου έτους. Το βρέφος μπορεί να κλαίει όταν απομακρύνεται ο γονιός, να δυσκολεύεται να μείνει με άλλο πρόσωπο ή να αναζητά επίμονα έναν συγκεκριμένο γονιό. Στις περισσότερες περιπτώσεις μειώνεται σταδιακά καθώς το παιδί αποκτά μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας και προβλεψιμότητας.
Τι είναι, στην πραγματικότητα, το άγχος αποχωρισμού;
Καθώς το βρέφος μεγαλώνει, αντιλαμβάνεται όλο και περισσότερο τον γονιό ως ξεχωριστό πρόσωπο, και μαζί μ’ αυτό αποκτά επίγνωση της εξάρτησής του από εκείνον. Ο γονιός έχει γίνει, στο μεταξύ, ένα από τα σημαντικότερα σημεία ασφάλειας στη ζωή του. Όταν λοιπόν απομακρύνεται, δεν χάνεται απλώς ένα πρόσωπο από το οπτικό πεδίο – το βρέφος νιώθει, προσωρινά, πως χάνεται το έδαφος κάτω από τα πόδια του.
Δεν είναι φόβος με την απλή έννοια της λέξης. Είναι κάτι πιο συγκεκριμένο: η αντίδραση ενός οργανισμού που έχει μάθει να στηρίζεται σε ένα πρόσωπο, τη στιγμή που αυτό το πρόσωπο λείπει.
Μερικές φορές, το μωρό δεν λέει με το κλάμα του «δεν νιώθω ασφάλεια μαζί σου». Λέει κάτι πολύ πιο απλό: «Πού είσαι;»
Και εδώ υπάρχει κάτι που αξίζει να ειπωθεί καθαρά: η μεγαλύτερη προσκόλληση δεν σημαίνει απαραίτητα μεγαλύτερη ανασφάλεια. Ένα μωρό μπορεί να αντιδρά έντονα ακριβώς επειδή έχει αρχίσει να αναγνωρίζει ποιος είναι ο άνθρωπός του, και να αναζητά την παρουσία του όταν δεν τον βλέπει.
Το κλάμα δεν αρχίζει πάντα με την πραγματική αποχώρηση. «Δεν είναι μόνο όταν φεύγω,» περιγράφει μια μητέρα. «Έχει καταλάβει ότι όταν φοράω το παλτό μου κάτι πρόκειται να γίνει. Μπορεί μέχρι εκείνη τη στιγμή να παίζει ήσυχα. Μόλις με δει να το φοράω, έρχεται πάνω μου, πιάνεται από τα πόδια μου και δεν με αφήνει. Αν προσπαθήσω να φύγω χωρίς να με δει, είναι καλύτερα. Αν με δει στην πόρτα, κλαίει πολύ.»
Το παλτό, δηλαδή, έχει γίνει σημάδι. Το μωρό δεν αντιδρά μόνο στην απουσία, αντιδρά, πολύ νωρίτερα, στην πρόβλεψή της.
Πότε εμφανίζεται, πόσο διαρκεί, και τι δεν σημαίνει το κλάμα
Αυτή η ικανότητα πρόβλεψης δεν ακολουθεί το ίδιο ημερολόγιο σε όλα τα παιδιά, ούτε την ίδια ένταση. Το άγχος αποχωρισμού είναι συχνό περίπου από τους 6 μήνες έως τα 3 χρόνια, με σημαντικές διαφορές από παιδί σε παιδί, και μπορεί να επανεμφανιστεί όταν το παιδί περνά μια αλλαγή, όπως ασθένεια, κούραση, αλλαγή στη φροντίδα, έναρξη παιδικού σταθμού. Μια δυσκολία που είχε υποχωρήσει μπορεί να επιστρέψει προσωρινά, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η ανάπτυξη «γύρισε πίσω». Οι μεταβάσεις απλώς αυξάνουν την ανάγκη του παιδιού για εγγύτητα και σταθερότητα.
Στην καθημερινότητα, η δυσκολία δεν έχει πάντα την ίδια μορφή. Άλλοτε είναι πολύ εμφανής: το μωρό κλαίει μόλις ο γονιός σηκωθεί από την καρέκλα, απλώνει τα χέρια, δεν δέχεται εύκολα να το κρατήσει κάποιος άλλος. Άλλοτε είναι πιο διακριτική: το παιδί παρακολουθεί συνεχώς τον γονιό με το βλέμμα, ή δυσκολεύεται να ηρεμήσει με άλλον φροντιστή. Μπορεί, επίσης, να εμφανιστεί την ώρα του ύπνου, και τότε το παιδί δυσκολεύεται να αποχωριστεί τον γονιό για να κοιμηθεί, ξυπνά τη νύχτα και τον αναζητά, ή χρειάζεται περισσότερη παρουσία και καθησυχασμό απ’ ό,τι πριν.
Υπάρχει όμως κι ένας πειρασμός εδώ που αξίζει να αποφύγουμε: να διαβάσουμε το κλάμα σαν μοναδικό μέτρο.
«Το δικό μου παιδί δεν κλαίει όταν φεύγω,» μου είχε πει κάποτε ένας γονιός. «Το αφήνω στον παππού του και συνεχίζει να παίζει σαν να μη συνέβη τίποτα.»
Η φράση αυτή ακούγεται σαν καθησυχασμός, αλλά κρύβει την ίδια παγίδα με το αντίθετό της. Αν το μωρό κλαίει όταν φεύγει ο γονιός, μήπως έχει πρόβλημα; Αν δεν κλαίει, μήπως είναι απλώς πιο «ασφαλές»; Και τα δύο ερωτήματα υποθέτουν ότι το κλάμα είναι ο μοναδικός δείκτης. Δεν είναι όμως. Ένα παιδί μπορεί να μην κλάψει καθόλου με έναν γνώριμο, ήρεμο φροντιστή, και αυτό να μη δείχνει τίποτα λιγότερο ή περισσότερο από ό,τι δείχνει το κλάμα ενός άλλου παιδιού.
Ένα βρέφος μπορεί να κλαίει τη στιγμή που ο γονιός φεύγει, αλλά λίγα λεπτά αργότερα να έχει ήδη αρχίσει να παίζει με τον άνθρωπο που έμεινε μαζί του. Η διαφορά αυτή δεν κρίνεται από ένα μεμονωμένο επεισόδιο, αλλά από το μοτίβο που επαναλαμβάνεται.
Αξίζει, τέλος, μια διάκριση: ο φόβος για τους ξένους και το άγχος αποχωρισμού δεν είναι το ίδιο πράγμα, παρότι συχνά εμφανίζονται στην ίδια περίπου περίοδο και μπορεί να συνυπάρχουν. Το ένα αφορά την παρουσία ενός άγνωστου προσώπου, το άλλο την απομάκρυνση από κάποιον οικείο. Ένα μωρό που κλαίει στην αγκαλιά ενός ξένου δεν φοβάται απαραίτητα τον αποχωρισμό, μπορεί απλώς να χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να εξοικειωθεί.
Γιατί μερικές φορές θέλει μόνο έναν γονιό
Υπάρχει ένα ακόμη σημείο που μπερδεύει, ή και πληγώνει, πολλούς γονείς. Το μωρό μπορεί για ένα διάστημα να δέχεται μόνο τη μητέρα ή μόνο τον πατέρα, να κλαίει όταν το παίρνει ο άλλος γονιός, ακόμη κι αν μέχρι πρόσφατα ήταν χαρούμενο μαζί του. Αυτό δεν σημαίνει απόρριψη. Η προτίμηση συνήθως σχετίζεται με την οικειότητα, τις καθημερινές ρουτίνες, το ποιος βρίσκεται περισσότερο μαζί του εκείνη την περίοδο, όχι με την ποιότητα της σχέσης με τον άλλο γονιό. Το μωρό δεν κάνει επιλογή αγάπης. Αναζητά, εκείνη τη στιγμή, το πρόσωπο που ξέρει καλύτερα πώς να το ηρεμήσει.
Μπορεί, για παράδειγμα, ένα παιδί να παίζει χαρούμενα με τον πατέρα όσο η μητέρα βρίσκεται στο δωμάτιο, και να αρχίσει να κλαίει μόλις εκείνη απομακρυνθεί. Η παρουσία του άλλου γονιού δεν αρκεί ακόμη για να το καθησυχάσει, όχι επειδή αγαπά λιγότερο τον πατέρα, αλλά επειδή λέει, με τη συμπεριφορά του, κάτι πιο πρωτόγονο: «Όσο η ασφαλής μου βάση είναι εδώ, μπορώ να εξερευνώ. Όταν εξαφανίζεται, δυσκολεύομαι να συνεχίσω.»
Πώς μπορούν οι γονείς να βοηθήσουν
Κάτι ανάλογο ισχύει και για το πώς μπορεί να μετριαστεί όλο αυτό, όχι με εξηγήσεις, αλλά με επανάληψη.
Το πρώτο που βοηθά είναι η προβλεψιμότητα. Οι αποχωρισμοί μπορούν να γίνονται σταδιακά, ξεκινώντας από μικρά χρονικά διαστήματα με έναν άνθρωπο που το παιδί γνωρίζει καλά. Κάθε φορά που ο γονιός φεύγει και επιστρέφει, το παιδί προσθέτει κάτι σε μια εμπειρική αίσθηση συνέχειας που δεν χτίζεται με λόγια.
Σημασία έχει και ποιος μένει μαζί του. Ένας φροντιστής γνώριμος, που ανταποκρίνεται ήρεμα και συνεχίζει τη συνηθισμένη ρουτίνα, βοηθά το παιδί να μετακινηθεί από την αναζήτηση του γονιού σε μια άλλη ασφαλή σχέση, χωρίς να προσπαθεί να το πείσει ότι «δεν πρέπει να κλαίει».
Μπορεί επίσης να βοηθήσει μια μικρή, σταθερή τελετουργία αποχαιρετισμού: λίγα λόγια, ένα φιλί, ένα χάδι στο κεφάλι, και μετά αναχώρηση. Δεν χρειάζεται να παρατείνεται ο αποχαιρετισμός κάθε φορά που το παιδί κλαίει. Η υπερβολική διαπραγμάτευση, συνήθως, κάνει τη στιγμή πιο φορτισμένη, και δεν τη μετριάζει.
Ο πειρασμός να φύγει ο γονιός κρυφά, όσο το παιδί παίζει ήρεμα, είναι κατανοητός. Συνήθως όμως είναι προτιμότερο να μη γίνεται. Ένας σύντομος, σαφής αποχαιρετισμός βοηθά το παιδί να συνδέσει την αποχώρηση με την επιστροφή. Η ξαφνική εξαφάνιση, αντίθετα, μπορεί να κάνει το παιδί πιο επιφυλακτικό, ακριβώς επειδή δεν ξέρει πλέον πότε θα συμβεί.
«Η μαμά θα φύγει τώρα. Θα γυρίσει μετά.»
Τα περισσότερα λόγια δεν προσθέτουν τίποτα. Μια σταθερή φράση, ένα σύντομο άγγιγμα, μια αξιόπιστη επιστροφή, με τον καιρό γίνονται πιο καθησυχαστικά από εκατό διαβεβαιώσεις.
Και υπάρχει κάτι απρόβλεπτο σχετικά με την ίδια την επιστροφή, που δεν το βλέπουμε να περιγράφεται συχνά. Θυμάμαι τη μικρή μου κόρη, περίπου δύο ετών τότε, να έχει έρθει ένα καλοκαίρι με τη μητέρα της στην Ελλάδα με αεροπλάνο, ενώ εγώ είχα φτάσει με το αυτοκίνητο, τρεις μέρες αργότερα. Όταν με είδε, άρχισε να κλαίει, γυρίζοντάς μου την πλάτη μέσα από την αγκαλιά της μητέρας της. Μετά, δειλά, γύρισε λίγο το κεφάλι προς το μέρος μου. Μερικά λεπτά αργότερα ήρθε στην αγκαλιά μου και με έσφιξε πάνω της, σαν να μην ήθελε να ξαναφύγω.
Δεν με είχε ξεχάσει· το αντίθετο. Για τρεις μέρες, δεν το είχε δείξει καθόλου. Και τη στιγμή που ξαναβρεθήκαμε, αντέδρασε σαν να ήθελε να μου δείξει, με τον δικό της τρόπο, πόσο δύσκολο της ήταν που έλειπα.
Δεν είναι μόνο το παιδί που δυσκολεύεται στον αποχωρισμό. Είναι, πολλές φορές, εξίσου και ο γονιός, μόνο που ο γονιός έχει τις λέξεις να το κρύψει, κι εκείνη δεν είχε παρά μόνο την πλάτη και το κλάμα της.
Ο γονιός δεν χρειάζεται να αισθανθεί ότι πρέπει να ξεπληρώσει την απουσία του απέναντι στο παιδί, φέρνοντάς του, για παράδειγμα, δωράκια ή γλυκά. Μια φυσική, ζεστή επανένωση αρκεί. Είναι κι αυτή μέρος της εμπειρίας που βοηθά το παιδί να συνδέσει τον αποχωρισμό με τη συνέχεια της σχέσης, ακόμη κι όταν η σύνδεση αυτή περνάει πρώτα από μια μικρή, δικαιολογημένη οργή.
Πότε χρειάζεται περισσότερη προσοχή
Η έντονη αντίδραση τη στιγμή του αποχωρισμού δεν είναι, από μόνη της, το πιο σημαντικό στοιχείο.
Περισσότερη προσοχή χρειάζεται όταν η απουσία του γονιού μοιάζει να «παγώνει» ολόκληρο το παιδί: δεν στρέφεται στα παιχνίδια του, δεν ανταποκρίνεται εύκολα στην παρηγοριά, δεν εξερευνά τον χώρο, και παραμένει για πολλή ώρα σε κατάσταση έντονης δυσφορίας.
«Δεν είναι μόνο ότι κλαίει όταν φεύγω,» περιέγραψε μια μητέρα. «Είναι σαν να σταματάει όλος ο κόσμος του μέχρι να γυρίσω.»
Δεν έχει σημασία μόνο πόσο κλαίει το παιδί. Αυτό που έχει σημασία είναι αν μπορεί τελικά να ρυθμιστεί, να δεχθεί παρηγοριά από κάποιον άλλον γνώριμο φροντιστή, να επιστρέψει στο παιχνίδι ή στον ύπνο.
Μερικές φορές, το πιο σημαντικό στοιχείο δεν είναι καν πόσο κλαίει το βρέφος, αλλά ότι η οικογένεια έχει αρχίσει να οργανώνει ολόκληρη τη ζωή της γύρω από την αποφυγή κάθε αποχωρισμού: ο γονιός δεν μπορεί να φύγει ούτε για λίγο, κανείς άλλος δεν μπορεί να φροντίσει το παιδί, οι έξοδοι ακυρώνονται, και κάθε προσπάθεια απομάκρυνσης προκαλεί ολοένα μεγαλύτερη ένταση.
Τότε αξίζει να συζητηθεί με τον παιδίατρο («Αμερικανική Παιδιατρική Ακαδημία») ή με ειδικό ψυχικής υγείας παιδιών, όχι για να μπει γρήγορα μια ταμπέλα, αλλά για να γίνει κατανοητό το τι ακριβώς συμβαίνει.
Το παιδί χρειάζεται ένα ασφαλές λιμάνι — όχι μια ζωή χωρίς αποχωρισμούς
Ο στόχος δεν είναι να μεγαλώσουμε ένα παιδί που δεν θα κλάψει ποτέ όταν φύγουμε, ούτε να εξαλείψουμε κάθε δυσφορία από τη ζωή του. Ο αποχωρισμός είναι μέρος της ζωής.
Αυτό που χρειάζεται να αποκτήσει σταδιακά είναι η εμπειρία ότι κάποιος μπορεί να απομακρυνθεί χωρίς να χαθεί. Ότι η απουσία έχει τέλος. Ότι η σχέση δεν διαλύεται επειδή έλειψε για λίγο η οπτική επαφή. Και αυτό δεν μαθαίνεται κυρίως με εξηγήσεις, αλλά μέσα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες, τη μια μετά την άλλη, χωρίς ευθεία γραμμή.
Μια μέρα ο γονιός θα φύγει από το δωμάτιο και το παιδί θα συνεχίσει να παίζει. Την επόμενη, μπορεί να τον αναζητήσει ξανά, με την ίδια ένταση όπως πάντα. Υπάρχουν μέρες που το παιδί αντέχει περισσότερη απόσταση, και άλλες που χρειάζεται ξανά την εγγύτητα, χωρίς αυτό να σημαίνει οπισθοδρόμηση.
Και κάπως έτσι, μέσα από αυτές τις μικρές επαναλήψεις, η απουσία παύει σιγά σιγά να μοιάζει με απώλεια. Ή μάλλον, παύει να μοιάζει έτσι για το παιδί. Για τον γονιό, ακόμη κι όταν γνωρίζει καλά τι σημαίνουν όλα αυτά, η στιγμή που κλείνει την πόρτα πίσω του και αφήνει το παιδί να κλαίει, δεν του είναι ποτέ εντελώς αδιάφορη. Συνεχίζει να τον βαραίνει.
Συχνές ερωτήσεις — Άγχος αποχωρισμού στα βρέφη
Πότε εμφανίζεται το άγχος αποχωρισμού στα βρέφη;
Το άγχος αποχωρισμού εμφανίζεται συνήθως στο δεύτερο μισό του πρώτου έτους και μπορεί να γίνει πιο έντονο περίπου μεταξύ 8 και 18 μηνών. Αποτελεί φυσιολογικό μέρος της ανάπτυξης του δεσμού και της αντίληψης ότι ο γονιός συνεχίζει να υπάρχει ακόμη κι όταν δεν βρίσκεται μπροστά στο βρέφος.
Γιατί το μωρό θέλει μόνο τη μαμά ή μόνο τον μπαμπά;
Η προτίμηση ενός γονιού είναι συχνή σε αυτή την ηλικία και δεν σημαίνει ότι το βρέφος αγαπά λιγότερο τον άλλο γονιό. Συχνά στρέφεται περισσότερο προς το πρόσωπο που εκείνη την περίοδο λειτουργεί ως βασική πηγή ασφάλειας και παρηγοριάς, ιδιαίτερα όταν είναι κουρασμένο, φοβισμένο ή αναστατωμένο.
Γιατί το μωρό κλαίει όταν φεύγει η μαμά;
Το βρέφος έχει αρχίσει να καταλαβαίνει ότι η μητέρα μπορεί να απομακρύνεται, αλλά δεν έχει ακόμη την ώριμη αίσθηση του χρόνου και της επιστροφής που έχει ένας ενήλικος. Το κλάμα είναι ένας τρόπος να εκφράσει τη δυσφορία του αποχωρισμού και να προσπαθήσει να διατηρήσει την εγγύτητα με το πρόσωπο από το οποίο νιώθει ασφάλεια.
Πώς μπορώ να βοηθήσω το μωρό μου στο άγχος αποχωρισμού;
Οι σταθερές και προβλέψιμες αποχωρήσεις βοηθούν περισσότερο από τις ξαφνικές εξαφανίσεις. Μπορείτε να αποχαιρετάτε το βρέφος με ήρεμο και σύντομο τρόπο, να διατηρείτε όσο γίνεται σταθερή τη ρουτίνα και να του δίνετε χρόνο να δημιουργήσει ασφαλή σχέση και με άλλα οικεία πρόσωπα.
Είναι φυσιολογικό ένα μωρό να κλαίει όταν το αφήνω;
Ναι. Το κλάμα κατά τον αποχωρισμό είναι συχνό και, από μόνο του, δεν αποτελεί ένδειξη ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Σημασία έχει η συνολική εικόνα: αν το παιδί μπορεί σταδιακά να παρηγορηθεί, να ξαναβρεί το παιχνίδι και την εξερεύνησή του και να συνεχίσει τις καθημερινές του δραστηριότητες.
Πότε το άγχος αποχωρισμού χρειάζεται περισσότερη προσοχή;
Χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή όταν η δυσφορία είναι πολύ έντονη και επίμονη, όταν το βρέφος δυσκολεύεται να ηρεμήσει ακόμη και με οικεία πρόσωπα ή όταν η αντίδραση επηρεάζει σημαντικά τον ύπνο, το φαγητό, το παιχνίδι ή την καθημερινή ζωή της οικογένειας. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι χρήσιμο να συζητηθεί η κατάσταση με τον παιδίατρο ή έναν ειδικό ψυχικής υγείας.
Πόσο διαρκεί το άγχος αποχωρισμού;
Δεν υπάρχει μία συγκεκριμένη ηλικία στην οποία σταματά. Συνήθως μειώνεται σταδιακά καθώς το παιδί αποκτά μεγαλύτερη αίσθηση ασφάλειας, προβλεψιμότητας και ανεξαρτησίας. Μπορεί, ωστόσο, να επανεμφανίζεται προσωρινά σε περιόδους αλλαγών, όπως μια μετακόμιση, η έναρξη παιδικού σταθμού ή μια σημαντική αλλαγή στη ρουτίνα.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.





[…] Πηγή […]