Υπάρχει ένας φόβος που σπάνια ομολογείται ανοιχτά. Δεν φωνάζει, δεν κατονομάζεται εύκολα και, συνήθως, κρύβεται πίσω από άλλα, πιο «αποδεκτά» άγχη: το άγχος για την υγεία, την απώλεια, τη μοναξιά, την αποτυχία, την οικονομική ανασφάλεια. Κι όμως, στον πυρήνα πολλών από αυτών των ανησυχιών, υπάρχει μια βαθύτερη, υπαρξιακή αγωνία: το άγχος θανάτου, ο φόβος του θανάτου.
Η υπαρξιακή βάση του άγχους θανάτου
Το άγχος θανάτου δεν εμφανίζεται πάντα ως τρόμος για το τέλος της ζωής. Συχνά, δεν έχει εικόνες, δεν έχει λέξεις, δεν έχει καν συνείδηση. Μπορεί να εκφραστεί ως μια αδιόρατη αίσθηση επείγοντος, ως μια μόνιμη εσωτερική ανησυχία, ως μια ανάγκη για έλεγχο ή ως δυσκολία να χαλαρώσει κάποιος πραγματικά. Είναι ένας φόβος που δεν εκφράζεται με ένα «φοβάμαι να πεθάνω», αλλά «φοβάμαι να χαθώ», «φοβάμαι να μην προλάβω», «φοβάμαι να μην έχει νόημα», «Φοβάμαι μη ξεχασθώ από όλους». Αυτό ακριβώς το τελευταίο μου είπε κλαίγοντας ένα στενό μου συγγενικό πρόσωπο, όταν πήγα να τον επισκεφθώ στο νοσοκομείο για ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε, «Φοβάμαι μη ξεχασθώ από όλους, αν πεθάνω».
Σε μια εποχή που μιλά αδιάκοπα για επιτυχία, αυτοβελτίωση και μακροζωία, ο θάνατος παραμένει το μεγάλο ανείπωτο. Δεν εξαφανίζεται, απλώς μεταμφιέζεται. Και όταν δεν μπορεί να λεκτικοποιηθεί, βρίσκει άλλους δρόμους για να εκφραστεί, συχνά μέσα από το σώμα, το άγχος ή τη σχέση μας με τον χρόνο.
Αυτό το άρθρο δεν επιχειρεί να «καθησυχάσει» τον φόβο του θανάτου ούτε να τον αποδιώξει. Αντίθετα, προσπαθεί να τον κατανοήσει: πώς γεννιέται, πώς ριζώνει στην ψυχή, πώς μεταμορφώνεται σε καθημερινό άγχος και, ίσως, πώς μπορεί να γίνει αφορμή για μια πιο αληθινή σχέση με τη ζωή.

Τι είναι και τι δεν είναι το άγχος θανάτου
Το άγχος θανάτου δεν είναι απλώς ο φόβος ότι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε. Αν ήταν μόνο αυτό, θα αφορούσε όλους το ίδιο, με την ίδια ένταση και την ίδια συχνότητα. Όμως, δεν συμβαίνει αυτό. Υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να μιλούν για τον θάνατο με σχετική γαλήνη και άλλοι που ταράζονται βαθιά χωρίς καν να τον αναφέρουν.
Στην πραγματικότητα, το άγχος θανάτου αφορά περισσότερο τη συνειδητοποίηση της περατότητας: ότι ο χρόνος έχει όρια, ότι δεν είμαστε παντοδύναμοι, ότι η ύπαρξή μας δεν είναι δεδομένη. Αυτή η συνειδητοποίηση δεν εμφανίζεται μόνο σε στιγμές απώλειας ή σοβαρής ασθένειας. Συγκεκριμένα, μπορεί να αναδυθεί ξαφνικά, σε μια φαινομενικά ασήμαντη καθημερινή στιγμή, όταν το σώμα κουράζεται, όταν μια ηλικία «γράφει», όταν μια επιλογή δεν μπορεί πια να αναβληθεί.
Συχνά, το άγχος θανάτου συγχέεται με άλλες καταστάσεις. Μπορεί να μοιάζει με κρίσεις πανικού, με υποχονδριακή ανησυχία ή με έντονη ανάγκη ελέγχου. Όμως, πίσω από αυτές τις εκδηλώσεις δεν βρίσκεται πάντα ο φόβος του σωματικού τέλους, αλλά ο φόβος της απώλειας νοήματος: «Κι αν όλα τελειώσουν χωρίς να έχω υπάρξει όπως θα ήθελα;».
Υπάρχουν άνθρωποι που δεν φοβούνται τόσο τον θάνατο, όσο την απρόσμενη συνειδητοποίηση μιας ζωής που δεν τόλμησαν να ζήσουν. Το άγχος τότε δεν αφορά το τέλος, αλλά την πορεία μέχρι εκεί. Τις ανείπωτες λέξεις, τις αναβλημένες επιθυμίες, τις σχέσεις που έμειναν μισές. Ο θάνατος γίνεται σύμβολο όλων όσων δεν πρόλαβαν να γίνουν.
Αυτός είναι και ο λόγος που το άγχος θανάτου, συχνά, εντείνεται σε μεταβατικές φάσεις: γύρω στα σαράντα, μετά από έναν χωρισμό, μια απώλεια, μια αλλαγή καριέρας. Όχι επειδή ο θάνατος πλησιάζει βιολογικά, αλλά επειδή η ψυχή αρχίζει να μετρά τον χρόνο διαφορετικά. Και τότε ο φόβος δεν φωνάζει, ψιθυρίζει. Αλλά ο ψίθυρος αυτός είναι αρκετός για να ταράξει βαθιά την εσωτερική ισορροπία.
Φόβος θανάτου και καθημερινή αγωνία
Η διαχείριση του υπαρξιακού άγχους απαιτεί ασφαλές πλαίσιο. Αν νιώθετε ότι ο φόβος σάς κατακλύζει, μπορείτε να προγραμματίσετε μια online συνεδρία για να μιλήσουμε ανοιχτά γι’ αυτό
Όταν το άγχος θανάτου μεταμφιέζεται σε άλλα άγχη
Σπάνια το άγχος θανάτου εμφανίζεται με το πραγματικό του όνομα. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ξυπνούν λέγοντας «Φοβάμαι ότι θα πεθάνω». Αντίθετα, ξυπνούν με ένα σφίξιμο στο στήθος, με μια αίσθηση ανησυχίας χωρίς σαφή αιτία, με μια σκέψη που επιμένει: «Κάτι δεν πάει καλά». Ο φόβος υπάρχει, αλλά έχει ήδη αλλάξει προσωπείο.
1. Το άγχος υγείας και ο έλεγχος του σώματος
Πολύ συχνά, το άγχος θανάτου μετατρέπεται σε άγχος υγείας. Πράγματι, το σώμα παρακολουθείται με υπερβολική προσοχή, κάθε σύμπτωμα αποκτά δυσανάλογη σημασία, κάθε πόνος γίνεται πιθανή απειλή. Επιπλέον, δεν είναι τόσο η ασθένεια που φοβίζει, όσο η ιδέα της απώλειας ελέγχου. Το σώμα, που κάποτε θεωρούνταν δεδομένο, γίνεται ξαφνικά εύθραυστο, και μαζί του, εύθραυστη μοιάζει και η ίδια η ύπαρξη.
Άλλη συχνή μορφή είναι οι κρίσεις πανικού. Η αίσθηση ότι «πεθαίνω», ότι «κάτι τρομερό συμβαίνει τώρα», δεν είναι τυχαία. Το σώμα βιώνει, έστω στιγμιαία, την απειλή του τέλους. Η κρίση πανικού δεν είναι πρόβα θανάτου, αλλά είναι πρόβα απώλειας ελέγχου. Και ο θάνατος, στον ψυχικό κόσμο, συνδέεται βαθιά με την αδυναμία ελέγχου.
Το άγχος θανάτου εμφανίζεται, επίσης, ως έντονος φόβος απώλειας των αγαπημένων προσώπων. Όχι απλώς ως φυσική ανησυχία, αλλά ως κατακλυσμιαία αγωνία: εικόνες, σενάρια, υπερπροστατευτικότητα. Συχνά, πίσω από αυτόν τον φόβο κρύβεται η αδυναμία του ατόμου να αντέξει τη μοναξιά που θα άφηνε μια τέτοια απώλεια, μια μοναξιά που συνδέεται, τελικά, με το δικό του τέλος.
2. Η ανάγκη για συνεχή δραστηριότητα και η αποφυγή της σιωπής
Άλλες φορές, το άγχος θανάτου κρύβεται πίσω από μια μόνιμη βιασύνη. Πρόκειται για ανθρώπους που δεν μπορούν να ησυχάσουν και γεμίζουν τον χρόνο τους ασφυκτικά. Πράγματι, αυτοί οι άνθρωποι φοβούνται τη σιωπή και την παύση. Ωστόσο, η ακινησία φαντάζει απειλητική, γιατί αφήνει χώρο στη σκέψη. Συνεπώς, η σκέψη μπορεί να φτάσει εκεί όπου δεν θέλουμε: στον χρόνο που περνά και στο αναπόφευκτο τέλος. Υπάρχει και η αντίθετη όψη, δηλαδή η αποφυγή. Επιπλέον, ορισμένοι άνθρωποι αναβάλλουν τη ζωή και τις δεσμεύσεις τους, θεωρώντας πως έτσι προστατεύονται από το τέλος.
3. Η ψευδαίσθηση του ελέγχου και η συναισθηματική αποσύνδεση
Υπάρχει, επίσης, και η μορφή του άγχους ελέγχου. Πρόκειται για την ανάγκη να προβλέπονται και να οργανώνονται όλα, χωρίς να αφήνεται τίποτα στην τύχη. Πίσω από αυτή τη στάση βρίσκεται συχνά μια βαθιά δυσανεξία στην ιδέα του μη ελέγξιμου θανάτου. Επίσης, ακόμη και η κατάθλιψη μπορεί να συνδέεται έμμεσα με το άγχος θανάτου. Συγκεκριμένα, όταν το βάρος της ύπαρξης γίνεται δυσβάσταχτο, η ψυχή μπορεί να «μουδιάσει» ως άμυνα. Εντούτοις, ο πυρήνας παραμένει κοινός: η συνάντηση με τα όρια της ύπαρξης. Το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο αποφεύγεται ο θάνατος ως σκέψη, τόσο περισσότερο εισβάλλει στη ζωή μέσω του άγχους.

Οι φάσεις της ζωής που ξυπνούν τον φόβο θανάτου
Το άγχος θανάτου δεν εμφανίζεται τυχαία. Ενεργοποιείται συχνά σε συγκεκριμένες φάσεις της ζωής, εκεί όπου κάτι αλλάζει, κάτι τελειώνει ή κάτι δεν μπορεί πια να αγνοηθεί. Δεν είναι ο θάνατος που έρχεται πρώτος, είναι η επίγνωση της περατότητας.
Η απώλεια ως πρώτο σοκ συνειδητοποίησης
Για πολλούς ανθρώπους, η πρώτη έντονη συνάντηση με αυτό το άγχος έρχεται μετά από μια απώλεια. Ο θάνατος ενός γονιού, ενός φίλου, ακόμη και ενός γνωστού, δεν αφορά μόνο τον άλλον. Λειτουργεί ως καθρέφτης. Αν πέθανε εκείνος, τότε είμαι κι εγώ θνητός. Αν έφυγε τόσο ξαφνικά, τότε τίποτα δεν είναι δεδομένο. Επιπλέον, ο πόνος της απώλειας μπλέκεται με έναν υπαρξιακό τρόμο που συχνά δεν αναγνωρίζεται ως τέτοιος.
Η μέση ηλικία και ο απολογισμός ζωής
Άλλη κρίσιμη φάση είναι η μέση ηλικία. Εκεί όπου το σώμα αρχίζει να στέλνει μηνύματα, οι αντοχές μειώνονται, οι αυταπάτες της αθανασίας υποχωρούν. Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί άνθρωποι γύρω στα σαράντα ή πενήντα βιώνουν κρίσεις άγχους, υπαρξιακές ανησυχίες ή μια αίσθηση κενού. Το ερώτημα «Έζησα όπως ήθελα;» συνδέεται άμεσα με το ερώτημα «Πόσος χρόνος μου μένει;».
Η γήρανση, επίσης, φέρνει το άγχος θανάτου πιο κοντά στην επιφάνεια. Όχι απαραίτητα με πανικό, αλλά με μια ήσυχη, επίμονη παρουσία. Ο θάνατος παύει να είναι θεωρητικός. Γίνεται κάτι που αφορά φίλους, συνομήλικους, ανθρώπους του ίδιου κύκλου. Κάθε κηδεία δεν είναι μόνο αποχαιρετισμός, αλλά και μια υπενθύμιση.
Ακόμη και θετικά γεγονότα, όμως, μπορούν να το ενεργοποιήσουν. Η γέννηση ενός παιδιού, για παράδειγμα, φέρνει μαζί της την ευθύνη της ζωής, και μαζί την επίγνωση της δικής μας θνητότητας. Η σκέψη «Αν μου συμβεί κάτι;» δεν αφορά μόνο τον εαυτό, αλλά και τον άλλον που εξαρτάται από εμάς.
Τα ψυχοδυναμικά ρήγματα και η άρνηση
Σε ψυχοδυναμικό επίπεδο, αυτές οι φάσεις λειτουργούν ως ρήγματα. Ρήγματα στην αίσθηση ελέγχου, στη συνέχεια της ταυτότητας, στην ψευδαίσθηση πως «υπάρχει χρόνος». Το άγχος θανάτου δεν εμφανίζεται επειδή ο άνθρωπος είναι αδύναμος, αλλά επειδή η άμυνα της άρνησης αποδυναμώνεται.
Κι όταν η άρνηση υποχωρεί, η ψυχή καλείται να απαντήσει σε ερωτήματα που πάντα υπήρχαν, αλλά μέχρι τότε έμεναν στο περιθώριο: τι νόημα έχει η ζωή μου, τι αφήνω πίσω μου, πώς θέλω να υπάρχω όσο υπάρχω.
Αν το άγχος θανάτου επηρεάζει την ποιότητα της ζωής σας, η ψυχοθεραπεία μπορεί να σας προσφέρει τη στήριξη που χρειάζεστε.
Ο θάνατος σε μια εποχή που δεν αντέχει τη σιωπή
Ζούμε σε μια εποχή που μιλά αδιάκοπα για τα πάντα, εκτός από τον θάνατο. Κι όμως, ταυτόχρονα, τον προβάλλει παντού. Ειδήσεις, εικόνες, αριθμοί, στατιστικές, καταστροφές, ασθένειες, πόλεμοι. Ο θάνατος είναι παρών, αλλά απογυμνωμένος από νόημα. Δεν τον πενθούμε, τον καταναλώνουμε. Αυτή η αντίφαση τροφοδοτεί το άγχος θανάτου με έναν τρόπο ύπουλο και διαρκή.
Στις παραδοσιακές κοινωνίες, ο θάνατος είχε μια θέση ιδιαίτερη. Υπήρχαν τελετουργίες, πένθος, κοινότητα, χρόνος. Σήμερα, όλα πρέπει να τελειώσουν και να συνεχίσουν γρήγορα. Η απώλεια συχνά ιδιωτικοποιείται, σχεδόν αποσιωπάται. Ο πενθών καλείται να «σταθεί δυνατός», να «προχωρήσει», να επιστρέψει στην παραγωγικότητα. Ο θάνατος γίνεται κάτι άβολο, σχεδόν ενοχλητικό.
Ταυτόχρονα, η σύγχρονη κουλτούρα εξιδανικεύει τη νεότητα, το υγιές σώμα, την αέναη δραστηριότητα. Η γήρανση αντιμετωπίζεται ως αποτυχία, όχι ως φυσική πορεία. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο θάνατος δεν μπορεί παρά να βιώνεται ως σκάνδαλο. Κάτι που «δεν έπρεπε να συμβεί». Έτσι, το άγχος δεν αφορά μόνο το τέλος, αλλά και το γεγονός ότι δεν υπάρχουν λόγια να το χωρέσουν.
Η τεχνολογική ψευδαίσθηση και η αποσύνδεση από το νόημα
Η τεχνολογία εντείνει αυτή τη συνθήκη. Από τη μία, υπόσχεται έλεγχο: παρακολούθηση υγείας, πρόληψη, παράταση ζωής. Από την άλλη, μας φέρνει συνεχώς αντιμέτωπους με εικόνες θανάτου χωρίς πλαίσιο και χωρίς επεξεργασία. Το αποτέλεσμα δεν είναι εξοικείωση, αλλά αποσύνδεση. Ο θάνατος γίνεται, ταυτόχρονα, υπερβολικά κοντινός και απελπιστικά ξένος.
Ακόμη και η γλώσσα που χρησιμοποιούμε αποκαλύπτει την αμηχανία μας. Λέμε «έφυγε», «χάθηκε», «δεν είναι πια εδώ». Αποφεύγουμε τη λέξη «πέθανε», σαν να μπορεί η αποφυγή να μας προστατεύσει. Όμως, η σιωπή δεν καθησυχάζει, αφήνει το άγχος να δουλεύει υπόγεια.
Σε κοινωνικό επίπεδο, το άγχος θανάτου συχνά μεταμφιέζεται. Γίνεται υπερδραστηριότητα, καταναλωτισμός, ανάγκη για συνεχή επιβεβαίωση. Αν γεμίσω τον χρόνο μου, αν με δουν, αν αφήσω ίχνος, ίσως ξεχάσω ότι ο χρόνος τελειώνει. Όμως η λήθη δεν κρατά.
Η εποχή μας δυσκολεύεται να σταθεί απέναντι στο τέλος με σιωπή, νόημα και αποδοχή. Κι όταν μια κοινωνία δεν αντέχει τον θάνατο, τον μεταφέρει ως άγχος στα μέλη της.
Από τον φόβο θανάτου στη συνάντηση: όταν το άγχος θανάτου μπορεί να μετασχηματιστεί
Το άγχος θανάτου δεν «ξεπερνιέται» με τη στενή έννοια της εξάλειψης. Δεν πρόκειται για ένα σύμπτωμα που αφαιρείται, αλλά για μια υπαρξιακή συνθήκη που μετασχηματίζεται. Όσο περισσότερο προσπαθούμε να το διώξουμε, τόσο πιο επίμονα επιστρέφει, συχνά με άλλες μορφές: σωματοποιήσεις, κρίσεις πανικού, εμμονές με την υγεία, αίσθημα κενού ή μια διάχυτη αίσθηση ματαιότητας. Όταν όμως του δώσουμε χώρο να εκφρασθεί, αρχίζει να αλλάζει ποιότητα.
Το άγχος θανάτου ως δείκτης αυθεντικής ζωής
Στην πραγματικότητα, το άγχος θανάτου λειτουργεί, συχνά, ως «δείκτης ζωής». Εμφανίζεται έντονα όταν κάτι μέσα μας δεν βιώνεται πλήρως: όταν αναβάλλουμε, όταν ζούμε σχέσεις μισές, όταν καταπνίγουμε επιθυμίες, όταν ζούμε με τρόπο που δεν μας αντιπροσωπεύει. Δεν φοβόμαστε μόνο τον θάνατο, φοβόμαστε ότι δεν ζήσαμε. Ότι ο χρόνος περνά χωρίς να τον έχουμε αξιοποιήσει, όπως θα θέλαμε.
Σε αυτό το σημείο, ο φόβος μπορεί να μετατραπεί σε ερώτημα. Όχι «πώς να μην πεθάνω», αλλά «πώς θέλω να ζήσω όσο είμαι εδώ». Όχι «πώς να ελέγξω το αναπόφευκτο», αλλά «τι έχει αξία για μένα τώρα». Αυτή η μετατόπιση δεν ακυρώνει το άγχος, αλλά το μετασχηματίζει σε νόημα. Ο θάνατος παύει να είναι μόνο απειλή και γίνεται όριο που δίνει βάθος και νόημα στη ζωή.

Η θεραπευτική ενδυνάμωση και η διεύρυνση της αντοχής
Η ψυχοθεραπευτική διεργασία, συχνά, δεν στοχεύει στη μείωση του φόβου, αλλά στη διεύρυνση της αντοχής απέναντί του. Ο στόχος είναι να μπορεί κάποιος να τον αντέξει χωρίς να καταρρέει. Επιπλέον, είναι σημαντικό να τον σκέφτεται χωρίς να πανικοβάλλεται και να τον εντάσσει στην προσωπική του αφήγηση. Όταν ο φόβος θανάτου γίνει μέρος της ιστορίας μας, παύει να κυριαρχεί. Πράγματι, τότε δεν αποτελεί ολόκληρη την ιστορία μας. Ως αποτέλεσμα, σταματά να εξουσιάζει τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας.
Τότε, σταδιακά, κάτι αλλάζει. Ο άνθρωπος αρχίζει να επενδύει αλλού την ενέργειά του. Στις σχέσεις, στη δημιουργία, στην επαφή, στην αλήθεια. Όχι επειδή «νίκησε» τον φόβο, αλλά επειδή έπαψε να ζει σε διαρκή άρνηση. Και ίσως εκεί, σε αυτή τη σιωπηλή συμφιλίωση με το πεπερασμένο, να βρίσκεται μια πιο ήρεμη και πιο ουσιαστική μορφή ελευθερίας.
Επίλογος – Να ζεις με τη γνώση του τέλους, όχι με τον τρόμο του
Το άγχος θανάτου δεν είναι ένα παθολογικό λάθος του νου ούτε μια αδυναμία χαρακτήρα. Είναι η σκιά που ρίχνει η συνείδηση πάνω στη ζωή.Ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται πως υπάρχει μέσα στον χρόνο και όχι έξω από αυτόν. Συνεπώς, ο θάνατος γίνεται αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχικής του εμπειρίας. Το ερώτημα δεν είναι πώς θα απαλλαγούμε από αυτό το άγχος. Αντίθετα, πρέπει να ανακαλύψουμε πώς θα το κουβαλήσουμε χωρίς να μας παραλύει.
Όταν ο φόβος του θανάτου δεν μπορεί πλέον να καλύπτεται από άμυνες και, ως εκ τούτου, δεν βρίσκει τρόπους να κρυφτεί ή να μεταμφιεστεί σε κάτι άλλο, τότε αρχίζει να κυριαρχεί. Διεισδύει στις σχέσεις, στο σώμα, στις σκέψεις, στη χαρά. Όταν όμως αναγνωριστεί, ονοματιστεί και ενταχθεί στη ζωή μας, χάνει την απόλυτη εξουσία του. Παύει να λειτουργεί ως αόρατος εχθρός και μετατρέπεται σε υπαρξιακή υπενθύμιση πως ο χρόνος είναι περιορισμένος, άρα πολύτιμος.
Η υπαρξιακή υπενθύμιση ως πηγή εγρήγορσης
Σε αυτό το σημείο, το άγχος θανάτου μπορεί να γίνει μια παράδοξη πηγή εγρήγορσης. Μας καλεί να δούμε τι αναβάλλουμε, τι ανεχόμαστε ενώ μας φθείρει, ποιες σχέσεις ζούμε από φόβο και όχι από επιθυμία. Μας φέρνει αντιμέτωπους με το ουσιώδες: όχι με το πώς θα σωθούμε από τον θάνατο, αλλά με το αν ζούμε με τρόπο που να δικαιώνει την παρουσία μας στη ζωή.
Η συμφιλίωση με το πεπερασμένο
Η ψυχική ωρίμανση δεν σημαίνει πως παύουμε να φοβόμαστε. Σημαίνει πως μπορούμε να συνυπάρχουμε με τον φόβο χωρίς να τον αφήνουμε να καθορίζει κάθε μας κίνηση και επιλογή. Ότι αντέχουμε την ιδέα του τέλους χωρίς να ακυρώνουμε το παρόν. Ότι μπορούμε να αγαπάμε, να δεσμευόμαστε, να δημιουργούμε, γνωρίζοντας πως τίποτα δεν είναι αιώνιο – και ακριβώς γι’ αυτό έχει αξία.
Ίσως, τελικά, το πιο βαθύ αντίδοτο στο άγχος θανάτου να μην είναι η βεβαιότητα, αλλά η παρουσία. Η ικανότητα να είμαστε παρόντες στη ζωή μας, στους ανθρώπους μας, στον εαυτό μας. Να ζούμε όχι σαν να μην πρόκειται να πεθάνουμε ποτέ, αλλά σαν να αξίζει η κάθε μέρα μας να είναι αληθινή.
Και τότε, χωρίς θριαμβολογίες και ψευδαισθήσεις αθανασίας, ο φόβος μαλακώνει. Δεν εξαφανίζεται. Παύει, όμως, να είναι δεσμώτης και γίνεται συνοδοιπόρος σιωπηλός, απαιτητικός, αλλά ανθρώπινος.
Η συμφιλίωση με το τέλος είναι το κλειδί για μια ζωή γεμάτη νόημα. Είμαι εδώ για να σας βοηθήσω σε αυτή τη διαδρομή· μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου για μια συνεδρία στο γραφείο μου ή για online ψυχοθεραπεία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Dr. Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση ή χρήση μέρους του κειμένου επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) που θα οδηγεί στην πηγή.

