Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Δύο λογαριασμοί

Υπάρχουν άνθρωποι που κρατούν, χωρίς να το αποφασίσουν ποτέ συνειδητά, δύο διαφορετικούς λογαριασμούς για τον εαυτό τους. Ο ένας καταγράφει τα λάθη με σχολαστική ακρίβεια, όπως ημερομηνία, λεπτομέρεια, ένταση. Ο άλλος, εκεί όπου θα έπρεπε να καταγράφονται τα καλά, μένει σχεδόν κενός. Όχι επειδή δεν συνέβη κάτι αξιόλογο, αλλά επειδή τίποτα απ’ όσα συνέβησαν δεν βιώθηκε ως αρκετά σημαντικό για να αφήσει κάποιο ίχνος.

Θυμάμαι έναν θεραπευόμενο που, μετά από αρκετούς μήνες θεραπευτικής δουλειάς, μου είπε με κάποια έκπληξη: «Ξέρετε τι παρατήρησα; Όταν κάνω ένα λάθος, το θυμάμαι για εβδομάδες. Όταν κάνω κάτι καλά, το ξεχνάω μέχρι το βράδυ.»

Δεν το είπε με πίκρα. Το είπε σαν να ανακάλυπτε για πρώτη φορά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούσε ο εσωτερικός του κόσμος.

Δεν είναι θέμα μνήμης. Είναι θέμα εισόδου, δηλαδή τι επιτρέπεται να μπει και να μείνει, και τι περνά σαν να μην άγγιξε τίποτα.

Αν το σκεφτεί κανείς σαν λογιστικό σύστημα, η λογική του δεν είναι εντελώς παράλογη. Ένα λάθος έχει, ή φαίνεται να έχει, συνέπειες που πρέπει να παρακολουθούνται, όπως μια σχέση που τραυματίστηκε, μια ευκαιρία που χάθηκε, μια εικόνα που κλονίστηκε. Ένα επίτευγμα, αντίθετα, δεν απειλεί τίποτα άμεσα. Δεν χρειάζεται εγρήγορση. Κι έτσι το σύστημα, που έχει μάθει να προσέχει μόνο ό,τι μπορεί να πονέσει, το προσπερνά χωρίς να το καταγράψει καν ως συμβάν.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η λογική, χρήσιμη ίσως για έναν φύλακα, γίνεται καταστροφική όταν αναλαμβάνει να κρίνει ολόκληρη την αξία ενός ανθρώπου. Γιατί τότε δεν μετράει τι συνέβη. Μετράει μόνο τι θα μπορούσε να πάει στραβά, και υπολογίζει την ταυτότητα κάποιου αποκλειστικά από τα ελλείμματά του.

Κανείς δεν αποφασίζει συνειδητά να λειτουργεί έτσι. Το σύστημα αυτό συνήθως έχει συγκροτηθεί πολύ πριν υπάρξει η δυνατότητα να το εξετάσει κανείς κριτικά, σε περιβάλλοντα όπου το λάθος επέσυρε συνέπεια άμεση και ορατή, ενώ το σωστό θεωρούνταν απλώς αναμενόμενο, κάτι που δεν χρειαζόταν καν να σχολιασθεί. Όταν κάποιος μεγαλώνει με αυτόν τον τρόπο, μαθαίνει νωρίς ότι η προσοχή κερδίζεται με το λάθος, όχι με το σωστό, και ό,τι μαθαίνει κάποιος αρκετά νωρίς, σπάνια το αναγνωρίζει αργότερα ως μάθημα. Το βιώνει ως κάτι αυτονόητο.

Με λίγα λόγια

Η αυτοεκτίμηση δεν είναι το αποτέλεσμα όσων έχουμε πετύχει, αλλά του τρόπου με τον οποίο ο εσωτερικός μας κόσμος αξιολογεί αυτά τα βιώματα. Όταν καταγράφουμε μόνο τα λάθη και υποτιμούμε τις επιτυχίες μας, δημιουργείται ένας «εσωτερικός λογαριασμός» που δεν ισοζυγίζει ποτέ. Η αλλαγή αρχίζει όταν αναγνωρίσουμε αυτόν τον μηχανισμό και επιτρέψουμε στον εαυτό μας να δει την προσωπική του αξία με μεγαλύτερη δικαιοσύνη.

Άνδρας ακούει έναν έπαινο με διακριτική αμηχανία, συμβολίζοντας τη δυσκολία αποδοχής της αναγνώρισης όταν η αυτοεκτίμηση είναι χαμηλή.
Για πολλούς ανθρώπους, ένας έπαινος δεν γίνεται εύκολα αποδεκτός. Δεν αμφισβητούν τα γεγονότα· δυσκολεύονται να πιστέψουν ότι τους αφορούν πραγματικά.

Ο κίνδυνος του επαίνου

Αυτή η ασυμμετρία δεν μένει εκεί όπου γεννήθηκε, δηλαδή μόνο στη σκέψη. Βγαίνει προς τα έξω, ακόμη και όταν η ζωή, εξωτερικά, φαίνεται αντικειμενικά πετυχημένη.

Κάποια στιγμή, ενώ μιλούσαμε για τις επαγγελματικές της επιτυχίες, μια γυναίκα σταμάτησε απότομα, χαμήλωσε το βλέμμα και είπε:

«Ξέρω ότι αντικειμενικά τα έχω καταφέρει. Αλλά κάθε φορά που κάποιος με επαινεί, σκέφτομαι ότι απλώς δεν έχει ανακαλύψει ακόμη πόσο ανεπαρκής είμαι.»

Δεν υπήρχε υπερβολή στη φωνή της. Περισσότερο έμοιαζε να περιγράφει έναν κανόνα που ίσχυε πάντα μέσα της, κάτι τόσο σταθερό όσο μια φυσική ιδιότητα, λιγότερο σεμνότητα, περισσότερο μια εσωτερική βεβαιότητα ότι κάθε νέα επιτυχία απλώς καθυστερεί τη στιγμή που θα αποκαλυφθεί το πραγματικό κενό, η πραγματική της ανεπάρκεια.

Κάπου εδώ μπερδεύεται το πράγμα: η γυναίκα αυτή δεν αμφισβητούσε τα γεγονότα. Ήξερε τι είχε καταφέρει, θα μπορούσε να το απαριθμήσει με ακρίβεια. Αυτό που δεν μπορούσε να κάνει ήταν να επιτρέψει στα γεγονότα να αλλάξουν αυτό που ήδη πίστευε για τον εαυτό της. Σαν τα καλά νέα να έφταναν σε λάθος διεύθυνση και να επιστρέφονταν πριν καν παραληφθούν.

Υπάρχει κάτι σχεδόν παράδοξο σε αυτή τη στάση. Όσο πιο εμφανής γίνεται η επιτυχία, τόσο πιο επείγουσα μοιάζει η ανάγκη να υπενθυμίσει κάποιος στον εαυτό του τι δεν είναι. Σαν να φοβάται ότι, αν αφήσει την αναγνώριση να σταθεί χωρίς αντίλογο έστω και για λίγο, θα πιστέψει κάτι που δεν έχει δικαίωμα να πιστέψει. Ο έπαινος τότε δεν αμφισβητείται επειδή είναι αβάσιμος. Αμφισβητείται επειδή είναι επικίνδυνος, γιατί αν γίνει αποδεκτός, ανοίγει τον δρόμο για μια απογοήτευση που θα πονέσει περισσότερο από όσο θα πονούσε αν κάποιος δεν είχε ελπίσει τίποτα.

Δεν είναι λοιπόν η επιτυχία που λείπει από αυτούς τους ανθρώπους. Είναι η άδεια να τη θεωρήσουν δική τους χωρίς όρους.

Κι αυτή η άδεια δεν λείπει τυχαία. Αν κάποιος έμαθε από νωρίς ότι η αξία του κρίνεται διαρκώς, τότε κάθε στιγμή αδράνειας μέσα σε μια καλή εικόνα μοιάζει επικίνδυνη, γιατί είναι σαν να χαλαρώνει μια επαγρύπνηση που δεν έχει δικαίωμα να χαλαρώσει. Το να αμφισβητεί κάποιος τον έπαινο αφορά λιγότερο την εμπιστοσύνη στους άλλους και περισσότερο τη συνέχιση μιας παλιάς φύλαξης, μιας βάρδιας που δεν έχει λήξει ποτέ. Ίσως γιατί ο εσωτερικός κριτής εξακολουθεί να πιστεύει ότι η επιτήρηση δεν πρέπει να σταματήσει ποτέ.

Γυναίκα αποσύρεται διακριτικά από έναν έπαινο, κρατώντας τα χαρτιά της, συμβολίζοντας τη σωματική αμηχανία που συχνά συνοδεύει τη χαμηλή αυτοεκτίμηση.
Πριν ακόμη βρεθούν οι κατάλληλες λέξεις, το σώμα πολλές φορές έχει ήδη απαντήσει. Το βλέμμα χαμηλώνει, τα χέρια αναζητούν κάτι να κρατήσουν και η αμηχανία γίνεται ορατή πριν γίνει συνειδητή.

Το σώμα που γνωρίζει πρώτο

Το σώμα, πολλές φορές, το ξέρει πριν το συνειδητοποιήσει το μυαλό.

Σε μια συνεδρία, όταν η συζήτηση έφτασε στο πώς δεχόταν τα καλά λόγια των άλλων, μια θεραπευόμενη χαμογέλασε αμήχανα και σήκωσε σχεδόν ανεπαίσθητα τους ώμους. Τα χέρια της έσφιξαν το ένα το άλλο και, μετά από λίγα δευτερόλεπτα σιωπής, είπε:

«Δεν ξέρω γιατί νιώθω τόσο άβολα όταν κάποιος λέει κάτι καλό για μένα.»

Δεν χρειαζόταν να το εξηγήσει περισσότερο. Το σώμα της είχε ήδη απαντήσει πριν προλάβουν να βρουν τη θέση τους οι λέξεις. Για ορισμένους ανθρώπους, η αποδοχή μοιάζει πιο ξένη από την αυτοκριτική. Η αυτοκριτική τουλάχιστον είναι γνώριμη, έχει σχήμα, δεν χρειάζεται να την επεξεργαστείς.

Δεν ξέρω αν αυτό ισχύει για όλους, αλλά σε πολλούς ανθρώπους η επιδοκιμασία δεν λειτουργεί σαν ανακούφιση. Λειτουργεί σαν αίτημα. Κάθε καλός λόγος έρχεται με μια αόρατη υποχρέωση: τώρα πρέπει να τον δικαιολογήσεις, να αποδείξεις ότι δεν ήταν λάθος εκτίμηση. Έτσι, ένα κομπλιμέντο δεν ξεκουράζει, απλώς μετατοπίζει το βάρος λίγο πιο μπροστά.

Η αμηχανία αυτή έχει κάτι το σωματικό, όχι μόνο νοητικό. Οι ώμοι που ανασηκώνονται, τα χέρια που ψάχνουν κάτι να κρατήσουν, το βλέμμα που στρέφεται προς το πάτωμα, όλα αυτά είναι κινήσεις απόσυρσης, σαν το σώμα να προσπαθεί να μικρύνει τον χώρο που καταλαμβάνει τη στιγμή που κάποιος του δίνει σημασία. Είναι σχεδόν το αντίθετο από αυτό που θα περίμενε κάποιος: αντί να ανοίγεται στην αναγνώριση, ο άνθρωπος συστέλλεται μπροστά της, σαν να ήταν πιο ασφαλές να μείνει αόρατος.

Ίσως επειδή το αόρατο δεν κρίνεται. Δεν χρειάζεται κάποιος να αποδείξει τίποτα, δεν κινδυνεύει να διαψευστεί. Το να γίνεσαι ορατός μέσα από έναν έπαινο σημαίνει να δέχεσαι ότι κάποιος σε κοιτάζει προσεκτικά, και για κάποιον που έχει μάθει να θεωρεί τον εαυτό του ελλιπή, αυτή η προσοχή δεν είναι δώρο. Είναι κίνδυνος.

Το παράξενο είναι ότι αυτή η στρατηγική, όσο κι αν πονά, προσφέρει και κάτι ακόμα, μια ψευδαίσθηση ελέγχου. Αν μένεις σε επιφυλακή απέναντι σε κάθε πιθανό λάθος, τουλάχιστον δεν αιφνιδιάζεσαι. Αν δεν εμπιστεύεσαι ποτέ πλήρως έναν έπαινο, δεν κινδυνεύεις να απογοητευτείς όταν αποδειχτεί υπερβολικός. Η δυσπιστία λειτουργεί σαν προκαταβολική προστασία, ακριβή μεν, αλλά οικεία.

Αν αναρωτηθεί κανείς γιατί συμβαίνει αυτό, η απάντηση δεν βρίσκεται στα ίδια τα γεγονότα, αλλά στο πώς έμαθε κάποιος να τα ζυγίζει. Ένα λάθος αφήνεται να βαραίνει, γιατί κάπου νωρίς έμαθε κάποιος ότι τα λάθη έχουν συνέπειες, χάνεται κάτι, χαλάει κάτι, απογοητεύεται κάποιος. Ένα επίτευγμα, αντίθετα, δεν χρειάστηκε ποτέ να αποδειχτεί τόσο επικίνδυνο ώστε να αξίζει την ίδια προσοχή. Δεν κρατάς με την ίδια σοβαρότητα κάτι που ποτέ δεν σε απείλησε.

Η θεραπευτική στάση

Μπροστά σε όλα αυτά, τι μπορεί πραγματικά να κάνει ένας θεραπευτής; Δεν μπορεί να μπει στη θέση του λογιστή και να διορθώσει τις εγγραφές εκ των υστέρων. Αυτό που μπορεί να κάνει είναι πιο ταπεινό: να γίνει, για λίγο, ο μάρτυρας μιας εγγραφής τη στιγμή που πάει να χαθεί, όταν κάποιος πει «τα κατάφερα, αλλά δεν ήταν τίποτα το σπουδαίο», η δουλειά δεν είναι να το αντικρούσει, αλλά να σταματήσει τη φράση στη μέση: «Τι ακριβώς έγινε εκεί;»

Χρειάζεται και κάτι πιο δύσκολο να διδαχθεί: η ίδια η σχέση με τον θεραπευτή να λειτουργήσει ως πρώτη πίστωση που δεν χρειάστηκε να κερδηθεί, να μείνει κάποιος παρών ακόμη και σε μια συνεδρία που «δεν πήγε καλά», χωρίς να μειωθεί γιια τον λόγο αυτόν η προσοχή που του δίνεται.

Δύο γενικές αρχές αξίζει να έχουμε υπόψη. Η πρώτη: αυτοεκτίμηση και αυτοαξία δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η αυτοεκτίμηση ανεβοκατεβαίνει σαν τρέχον υπόλοιπο, ενώ η αυτοαξία είναι το δικαίωμα στην ύπαρξη λογαριασμού, ανεξάρτητα από το πρόσημό του. Η δεύτερη αφορά τον αυστηρό ελεγκτή που κρατά τις εγγραφές: δεν χρειάζεται απόλυση, χρειάζεται να αναγνωριστεί πότε προσλήφθηκε και ποιον προστάτευε τότε.

Οι συγκεκριμένες ασκήσεις, δηλαδή να δεχτεί κάποιος βοήθεια χωρίς να τη γυρίσει αμέσως πίσω, έρχονται μετά, όχι πριν. Πρώτα, χρειάζεται να ονοματιστεί ο κανόνας που τις κάνει τόσο δύσκολες. Αυτό δεν σημαίνει δικαιολόγηση για κάθε παλιά αδικία. Σημαίνει κάτι άλλο: ότι η αλλαγή ξεκινά συνήθως από την κατανόηση, όχι από τη διόρθωση.

Ένας άνθρωπος βοηθά διακριτικά έναν άλλον να φορέσει το παλτό του, συμβολίζοντας την αποδοχή της φροντίδας και της ανθρώπινης σύνδεσης.
Η αυτοεκτίμηση δεν φαίνεται μόνο στον τρόπο που μιλάμε για τον εαυτό μας. Φαίνεται και στη δυνατότητά μας να δεχόμαστε μια μικρή πράξη φροντίδας χωρίς να αισθανόμαστε ότι χρωστάμε κάτι σε αντάλλαγμα.

Ο κύκλος που κλείνει

Ο θεραπευόμενος, που ξεχνούσε τα καλά μέχρι το βράδυ, δεν είχε, βέβαια, λιγότερα επιτεύγματα από άλλους. Είχε απλώς έναν μηχανισμό που κρατούσε λογαριασμό μόνο για τις οφειλές. Κι όταν κάποιος ζει έτσι για αρκετά χρόνια, το υπόλοιπο μοιάζει μονίμως αρνητικό, όχι επειδή είναι, αλλά επειδή κανείς δεν κατέγραψε ποτέ τις πιστώσεις.

Αυτή η ίδια λογική δεν κλείνει τις πόρτες μόνο στον έπαινο. Κλείνει και σε ό,τι μοιάζει με φροντίδα.

Κάποιος, που έχει συνηθίσει να μετράει τον εαυτό του μόνο μέσα από όσα δεν έχει καταφέρει, δυσκολεύεται εξίσου να δεχτεί τη φροντίδα κάποιου άλλου χωρίς προϋποθέσεις. Μια χειρονομία καλοσύνης μοιάζει ύποπτη, όχι επειδή αμφισβητεί τις προθέσεις του άλλου, αλλά επειδή δεν ξέρει πού να τη βάλει μέσα σε ένα σύστημα φτιαγμένο για να καταγράφει, αποκλειστικά σχεδόν, οφειλές. «Γιατί να με φροντίσει, αφού δεν έκανα κάτι για να το κερδίσω;». Το ερώτημα αυτό σπάνια διατυπώνεται ρητά, αλλά καθορίζει πολλά: μεταξύ άλλων, πόσο κοντά επιτρέπει κάποιος τους άλλους να πλησιάσουν, πόσο εύκολα δέχεται βοήθεια, πόσο γρήγορα βιάζεται να ανταποδώσει, σαν να μην άντεχε να μείνει, έστω και για λίγο, σε θέση οφειλέτη χωρίς εξόφληση.

Υπάρχει και μια πιο ήσυχη συνέπεια, λιγότερο εμφανής από την απόσταση που κρατά κάποιος από τους άλλους: η δυσκολία να ζητήσει βοήθεια, πριν η ανάγκη γίνει απελπισία. Όσο μπορεί να τα καταφέρει μόνος, δεν οφείλει τίποτα σε κανέναν, η ζήτηση έρχεται μόνο όταν η κατάσταση έχει ήδη ξεφύγει, γιατί τότε τουλάχιστον η ανάγκη είναι αδιαμφισβήτητη, δικαιολογημένη, δεν μοιάζει με χάρη που ζητήθηκε αδίκως. Έτσι κάποιος μαθαίνει να περιμένει την κρίση για να επιτρέψει στον εαυτό του να στηριχτεί σε κάποιον άλλον, λες και μόνο το επείγον αξίζει βοήθεια.

Και έτσι ο κύκλος κλείνει από μόνος του. Οι σχέσεις που θα μπορούσαν να αλλάξουν την εξίσωση, δηλαδή να καταθέσουν κάτι σταθερό, να αντισταθμίσουν τις παλιές εγγραφές, αντιμετωπίζονται με την ίδια δυσπιστία με την οποία αντιμετωπίζεται κάθε επίτευγμα. Δεν απορρίπτονται ανοιχτά. Απλώς δεν εγγράφονται πλήρως. Μένουν σαν κάτι εκκρεμές, κάτι που δεν έχει ακόμη επικυρωθεί.

Ίσως εκεί να βρίσκεται η πραγματική δουλειά, όχι στο να πειστεί κάποιος πως αξίζει, κάτι που ούτε ο πιο πειστικός λόγος δεν καταφέρνει εύκολα να αλλάξει, αλλά στο να αρχίσει να προσέχει αυτά που μέχρι τώρα άφηνε να περάσουν χωρίς ίχνος. Όχι με μια μεγάλη απόφαση. Με κάτι πιο μικρό: να μείνει λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω σε ένα καλό λόγο πριν τον προσπεράσει. Να παρατηρήσει πότε το χέρι σφίγγεται μπροστά σε ένα κομπλιμέντο. Να ρωτήσει, έστω σιωπηλά, γιατί το ένα γίνεται τόσο εύκολα αποδεκτό, ενώ το άλλο αφήνεται να προσπεράσει.

Αυτός ο λογαριασμός μάλλον δεν ισοσταθμίζεται ποτέ εντελώς. Κάποιες παλιές εγγραφές μοιάζει να μένουν εκεί για πάντα, ανεξάρτητα από το πόσες καλές εγγραφές προστεθούν μετά.

Αλλά μπορεί, με τον καιρό, να πάψει να είναι μονόπλευρος, όχι επειδή θα ισοσταθμισθούν ποτέ πλήρως οι δύο πλευρές, κάτι που ποτέ δεν είναι σίγουρο, αλλά επειδή η άδεια στήλη μπορεί, σιγά σιγά, να αρχίσει να γεμίζει λίγο περισσότερο απ’ όσο γέμιζε ως τώρα. Λίγο. Όχι, όμως, αρκετά ώστε να ισορροπήσει. Ίσως ούτε αυτό να χρειάζεται, τελικά.

 

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

1. Τι είναι η αυτοεκτίμηση;

Η αυτοεκτίμηση είναι ο τρόπος με τον οποίο αξιολογούμε την προσωπική μας αξία. Δεν εξαρτάται μόνο από τις επιτυχίες ή τις αποτυχίες μας, αλλά κυρίως από τις εμπειρίες, τις σχέσεις και τα εσωτερικά πρότυπα που έχουμε διαμορφώσει από τα πρώτα χρόνια της ζωής μας.


2. Ποια είναι τα σημάδια της χαμηλής αυτοεκτίμησης;

Η χαμηλή αυτοεκτίμηση μπορεί να εκδηλώνεται με συνεχή αυτοκριτική, δυσκολία στην αποδοχή επαίνων, φόβο της αποτυχίας, ανάγκη για συνεχή επιβεβαίωση, τελειοθηρία ή αμφιβολία ακόμη και μετά από σημαντικές επιτυχίες.


3. Γιατί δυσκολεύομαι να πιστέψω τα καλά λόγια που μου λένε;

Όταν η εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας είναι αρνητική, κάθε θετικό σχόλιο συγκρούεται με αυτή την εσωτερική πεποίθηση. Έτσι, ο έπαινος συχνά αμφισβητείται ή αποδίδεται στην τύχη, στην ευγένεια των άλλων ή σε σύμπτωση.


4. Μπορεί η αυτοεκτίμηση να αλλάξει;

Ναι. Η αυτοεκτίμηση δεν είναι ένα σταθερό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας. Μέσα από την αυτογνωσία, τις διορθωτικές εμπειρίες στις σχέσεις και, όταν χρειάζεται, την ψυχοθεραπεία, ο τρόπος με τον οποίο βλέπουμε τον εαυτό μας μπορεί να αλλάξει ουσιαστικά.


5. Ποια είναι η σχέση ανάμεσα στην αυτοεκτίμηση και την ψυχοθεραπεία;

Η ψυχοθεραπεία δεν προσπαθεί απλώς να αυξήσει την αυτοπεποίθηση. Βοηθά τον άνθρωπο να αναγνωρίσει τις βαθύτερες πεποιθήσεις που διαμορφώνουν την εικόνα του εαυτού του και να αναπτύξει μια πιο ρεαλιστική και συμπονετική σχέση με τον εαυτό του.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

1 Comment

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *