Τηλεφωνο

Τηλέφωνο επικοινωνίας : 2310.23.45.87

Email

salpistis@i-psyxologos.gr

Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Εισαγωγή: Η σιωπηλή μορφή του πόνου

Η αχαριστία είναι μια από τις πιο σιωπηλές και ύπουλες μορφές πόνου στις ανθρώπινες σχέσεις. Δεν εκρήγνυται ούτε τραυματίζει με θόρυβο. Αντίθετα, αφήνει πίσω της μια αίσθηση κενού, σαν να έδωσες κάτι πολύτιμο και αυτό να χάθηκε μέσα σε ένα πηγάδι που δεν επιστρέφει ούτε ηχώ.

Η έλλειψη ευγνωμοσύνης δεν είναι απλώς η απουσία ενός «ευχαριστώ». Είναι η εμπειρία του να βλέπεις τον κόπο, τη φροντίδα ή την προσφορά σου να περνούν απαρατήρητα, σαν να μην υπήρξαν ποτέ.

Αναμφίβολα, οι άνθρωποι έχουν μια βαθιά ψυχική ανάγκη για αναγνώριση. Από την παιδική ηλικία ακόμη, ένα βλέμμα επιβεβαίωσης, μια λέξη εκτίμησης, η απλή αίσθηση ότι «με βλέπουν» αποτελούν ακρογωνιαίους λίθους. Άρα, λοιπόν, «με υπολογίζουν» και αυτό θεμελιώνει την αυτοεκτίμησή μας.

Όταν αυτά λείπουν, όταν η προσφορά συναντά αδιαφορία, γεννιέται μια εσωτερική ρωγμή που εύκολα μετατρέπεται σε απογοήτευση και πικρία.

Η αχαριστία ως κοινωνικό φαινόμενο

Παράλληλα, η αχαριστία δεν είναι μόνο προσωπικό βίωμα, είναι και κοινωνικό φαινόμενο. Στον τρόπο που αναγνωρίζουμε ή αγνοούμε τους άλλους, καθρεφτίζεται η ηθική και η κουλτούρα μιας κοινότητας. Εκεί όπου η αχαριστία κυριαρχεί, οι ανθρώπινες σχέσεις γίνονται εργαλειακές, στηριγμένες περισσότερο στο «τι παίρνω» και λιγότερο στο «τι μοιράζομαι».

Ωστόσο, η αχαριστία δεν πρέπει να ιδωθεί μόνο ως αδυναμία του άλλου. Συχνά φωτίζει και τις δικές μας εσωτερικές ανάγκες: την ανάγκη μας να αγαπηθούμε, να επιβεβαιωθούμε, να νιώσουμε ότι η ύπαρξή μας έχει σημασία για κάποιον.

Έτσι, το φαινόμενο της αχαριστίας λειτουργεί σαν καθρέφτης, αναδεικνύοντας όχι μόνο το κενό της σχέσης αλλά και τα τρωτά σημεία της ψυχής μας.

Η βαθιά ψυχολογική διάσταση της αχαριστίας

Η αχαριστία δεν είναι μόνο μια εξωτερική πράξη ή μια απουσία λέξεων, είναι κυρίως ένα εσωτερικό βίωμα. Όταν κάποιος δεν αναγνωρίζει την προσφορά μας, νιώθουμε σαν να αμφισβητείται η αξία μας.

Αυτό συμβαίνει γιατί η ανθρώπινη ψυχή έχει ανάγκη από αντανάκλαση∙ από το να βλέπει τον εαυτό της μέσα από τα μάτια του άλλου. Όπως το παιδί χρειάζεται το βλέμμα της μητέρας για να νιώσει ότι υπάρχει, έτσι και ο ενήλικας χρειάζεται την αναγνώριση για να νιώσει ότι οι πράξεις του έχουν σημασία.

Πώς η αδιαφορία επηρεάζει την αυτοεκτίμηση

Η αχαριστία πληγώνει επειδή αγγίζει την καρδιά της αυτοεκτίμησης. Όταν οι κόποι μας περνούν απαρατήρητοι, μπορεί να γεννηθεί η αίσθηση ότι «δεν είμαι αρκετός», ότι «δεν αξίζει αυτό που προσφέρω».

Αυτή η αίσθηση δεν αφορά μόνο την εκάστοτε σχέση, αλλά συχνά ξυπνάει παλαιότερες πληγές, ίσως από την παιδική ηλικία, όταν η φροντίδα ή οι ανάγκες μας δεν αναγνωρίστηκαν.

Ναρκισσισμός και εγωκεντρισμός

Επιπλέον, πολλές φορές η αχαριστία συνδέεται με τον ναρκισσισμό ή τον εγωκεντρισμό του άλλου. Ένας άνθρωπος κλεισμένος στον εαυτό του, που βλέπει τους γύρω του ως μέσα για την ικανοποίηση των δικών του αναγκών, δεν διαθέτει τον ψυχικό χώρο. Επομένως, αδυνατεί να δει την προσφορά. Όμως, ακόμη κι αν η αχαριστία έχει τις ρίζες της στην ψυχολογία του άλλου, το βάρος το κουβαλά εκείνος που πρόσφερε. Πράγματι, η αδυναμία αναγνώρισης της προσφοράς του άλλου συνδέεται συχνά με ναρκισσιστικά στοιχεία προσωπικότητας, όπως αναφέρεται στην επιστημονική πύλη Psychology Today.

Η ψυχολογική διάσταση της αχαριστίας σχετίζεται, επίσης, και με τις προσδοκίες στις σχέσεις. Όσο πιο πολύ επενδύουμε σε μια σχέση, όσο πιο πολύ περιμένουμε αναγνώριση, τόσο πιο οδυνηρή είναι η αδιαφορία. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι προσδοκίες είναι λάθος, είναι ανθρώπινες, αλλά όταν δεν βρίσκουν ανταπόκριση, το κενό που αφήνουν γίνεται βαρύ και δυσβάσταχτο.

Στην πραγματικότητα, η αχαριστία μας θυμίζει πόσο εύθραυστη είναι η ισορροπία ανάμεσα στο «δίνω» και στο «παίρνω». Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην έχει νιώσει έστω και μια φορά στη ζωή του την πικρή γεύση της. Κι αυτό γιατί η αχαριστία δεν μιλά μόνο για τον άλλον, αλλά και για εμάς. Συγκεκριμένα, αναδεικνύει την ανάγκη μας να αγαπηθούμε και να έχει αξία η ύπαρξή μας.


Αχαριστία και κλονισμός εμπιστοσύνης στις ανθρώπινες σχέσεις
Η αχαριστία δεν πληγώνει μόνο την προσφορά μας, αλλά κλονίζει την ίδια την εμπιστοσύνη μας στους ανθρώπους.

Αχαριστία στις σχέσεις: Εκεί που η προσδοκία συναντά την πικρία

Η αχαριστία αποκαλύπτεται πιο έντονα μέσα στις στενές σχέσεις, εκεί όπου οι δεσμοί της αγάπης, της φιλίας ή της συνεργασίας δημιουργούν προσδοκίες αμοιβαιότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι η πικρία της αχαριστίας βιώνεται πιο οδυνηρά όχι απέναντι σε ξένους, αλλά απέναντι σε εκείνους που θεωρούμε «δικούς μας».

Οικογενειακοί δεσμοί και αχαριστία

Στις οικογένειες, η αχαριστία συχνά εκφράζεται ως αδυναμία να αναγνωριστούν οι θυσίες. Ένας γονιός μπορεί να αφιερώσει τη ζωή του για το καλό του παιδιού, μόνο και μόνο για να εισπράξει αργότερα αδιαφορία ή ακόμη και απόρριψη.

Από την άλλη, ένα παιδί μπορεί να νιώθει ότι οι ανάγκες και τα συναισθηματά του παραμελήθηκαν, χωρίς ποτέ να ακουστεί ο πόνος του. Η αχαριστία σε αυτό το πλαίσιο γίνεται πληγή που περνάει από γενιά σε γενιά.

Φιλία και εργασιακό περιβάλλον

Επιπλέον, η αχαριστία στις φιλίες εμφανίζεται όταν η ανιδιοτελής προσφορά αντιμετωπίζεται σαν δεδομένη. Ο φίλος που στέκεται, που ακούει, που στηρίζει στις δύσκολες στιγμές, μπορεί να βιώσει την πικρία της εγκατάλειψης όταν έρθει η δική του σειρά να χρειαστεί στήριξη. Το αίσθημα τότε δεν είναι απλώς «με ξέχασαν», αλλά «η σχέση μας δεν είχε το βάθος που νόμιζα».

Στο εργασιακό περιβάλλον, η αχαριστία παίρνει συχνά τη μορφή της μη αναγνώρισης κόπου. Ένας εργαζόμενος που δίνει τον καλύτερό του εαυτό, που προσφέρει ιδέες και ενέργεια, μπορεί να νιώσει αόρατος αν η συμβολή του αγνοείται. Η αίσθηση αδικίας και μη δικαίωσης μπορεί να οδηγήσει σε απογοήτευση, απώλεια κινήτρου και τελικά σε εσωτερική αποξένωση από το ίδιο το έργο του.

Η αχαριστία στις σχέσεις δεν αφορά μόνο την έλλειψη λέξεων, αλλά κυρίως την απουσία πράξεων. Ένα απλό «ευχαριστώ» μπορεί να ειπωθεί μηχανικά, όμως η αληθινή αναγνώριση φαίνεται στις στάσεις και στις επιλογές. Εκεί όπου λείπει η συνέπεια ανάμεσα σε λόγια και πράξεις, η αχαριστία γίνεται εμφανής και αφήνει το σημάδι της.

Η οριοθέτηση απέναντι στην αχαριστία είναι πράξη αυτοσεβασμού. Αν δυσκολεύεστε να βάλετε όρια, κλείστε μια online συνεδρία για να ενδυναμώσετε τον εαυτό σας.

Αχαριστία: Η σχέση του ευεργέτη με τον ευεργετημένο |  Μια ασύμμετρη σιωπηλή ιστορία

Υπάρχει μια μορφή σχέσης που δεν μοιάζει με τις άλλες. Δεν βασίζεται στην ανταλλαγή, ούτε στη σύμβαση. Είναι η σχέση του ανθρώπου που δίνει -από ψυχή, από πίστη κι από ελπίδα- με τον άνθρωπο που λαμβάνει. Όχι απλώς χρήματα ή υλικά, αλλά φροντίδα, εμπιστοσύνη, πίστωση ζωής. Αυτή η σχέση, η τόσο ευγενής, είναι ταυτόχρονα μια από τις πιο ευάλωτες, γιατί είναι βαθιά ασύμμετρη.

Ο ευεργέτης -είτε είναι θεραπευτής, φίλος, συγγενής ή δάσκαλος- παίρνει μια απόφαση: να προσφέρει χωρίς να ζητήσει. Να σταθεί δίπλα στον άλλον χωρίς τιμολόγιο για την καρδιά του. Η πράξη αυτή έχει κάτι από την ιερότητα της αγάπης, του λειτουργήματος, της πίστης στον άνθρωπο. Δεν προϋποθέτει ανταπόδοση. Αλλά ελπίζει στην αξιοπρέπεια, στην ηθική συνείδηση, στην αμοιβαία ανθρώπινη αναγνώριση.

Η δοκιμασία του ευεργετημένου

Από την άλλη, ο ευεργετημένος βρίσκεται στη θέση της ανάγκης. Είναι τρωτός, αλλά και ελεύθερος. Κι εκεί δοκιμάζεται κάτι πολύ βαθύτερο: η ικανότητά του να θυμάται ποιος ήταν αυτός που του στάθηκε, όταν οι άλλοι σχεδόν δεν υπήρχαν. Η δυνατότητά του να μη θεωρήσει το δώρο αυτό ως κάτι αυτονόητο. Να μη συνηθίσει την προσφορά σαν κάτι που του ανήκει ή που του χρωστούν.

Όταν ο δεχόμενος ξεχάσει -ή χειρότερα, εκμεταλλευτεί- δεν προδίδει μόνο τον Άλλον. Προδίδει μια σχέση που χτίστηκε πάνω στην εμπιστοσύνη. Και ο ευεργέτης, τότε, μένει με το βάρος μιας διπλής πληγής: τόσο της οικονομικής ή πρακτικής απώλειας όσο και της συναισθηματικής ματαίωσης.

Είναι δύσκολο να περιγραφεί ο πόνος όταν αυτός που σήκωσες, σου γυρίζει την πλάτη. Κι όμως, αυτός είναι ο αόρατος κίνδυνος κάθε πράξης γενναιοδωρίας: να καταλήξει να παρερμηνευτεί ως αδυναμία, ως υποχρέωση, ως κάτι αυτονόητο.

Πικρία από την αχαριστία σε φιλικές και οικογενειακές σχέσεις
Η πικρία της αχαριστίας βιώνεται πιο οδυνηρά απέναντι σε εκείνους που θεωρούμε «δικούς μας».

Όταν η ευγνωμοσύνη απουσιάζει – Τι μας λέει αυτό για τον Άλλον

Η απουσία ευγνωμοσύνης δεν είναι μια απλή παράλειψη. Είναι ένα υπαρξιακό στίγμα. Όταν κάποιος έχει δεχθεί συνεχή φροντίδα, εμπιστοσύνη και υποστήριξη και, τελικά, δεν αναγνωρίζει τίποτα από όλα αυτά, δεν πρόκειται για απλή αμέλεια. Πρόκειται για μια εσωτερική διαστρέβλωση του δεσμού.

Η αχαριστία, σε τέτοια πλαίσια, δεν είναι μόνο πράξη, αλλά και στάση ύπαρξης. Δείχνει ένα άτομο που, ακόμη κι αν έμοιαζε να θεραπεύεται/βοηθιέται, δεν μπόρεσε ποτέ πραγματικά να σχετιστεί. Που έμαθε να παίρνει, αλλά όχι να βλέπει. Να ζητά, αλλά όχι να λογαριάζει. Να εξυπηρετείται, αλλά όχι να συγκινείται.

Τα σχήματα του δομικού ναρκισσισμού

Μερικές φορές, η αχαριστία δεν πηγάζει από κακία, αλλά από δομικό ναρκισσισμό, μια αδυναμία να αναγνωριστεί η ύπαρξη του Άλλου ως ξεχωριστό, ισότιμο και σεβαστό άτομο. Το άτομο αυτό ενδέχεται να έχει βαθιά εδραιωμένα σχήματα όπως:

  • «Αυτό μου αξίζει»: βλέπει την προσφορά όχι ως δώρο, αλλά ως φυσική υποχρέωση του Άλλου.

  • «Αφού δε ζήτησε, δεν χρειάζεται»:αρνείται, δηλαδή, να φανεί υπόλογος, επειδή ο άλλος δεν διεκδίκησε ανοιχτά.

  • «Δεν είμαι εγώ υπεύθυνος για τα αισθήματά του»: αποσυνδέεται ηθικά, σαν να είναι ουδέτερος παρατηρητής.

  • «Αφού έχει σταματήσει να μου δίνει, θα εκδικηθώ/τιμωρήσω»: η προσφορά του Άλλου θεωρείται ως δικαίωμα που, αν δεν συνεχιστεί, δίνει το δικαίωμα για «αντίποινα» και ταυτόχρονα μπορεί να απαλλάσσει και από ενοχές.

Η ναρκισσιστική αποκοπή και η έλλειψη ενσυναίσθησης

Όταν, μάλιστα, η απομάκρυνση συνδυάζεται με αδιαφορία απέναντι στην ανθρώπινη ανάγκη του ευεργέτη, όπως π.χ. στην ασθένειά του ή την οικονομική του δυσκολία, τότε βλέπουμε το πλήρες πρόσωπο της ναρκισσιστικής αποκοπής: μια παγωμένη ψυχή που επιλέγει τη διαγραφή αντί για την ελάχιστη έκφραση αναγνώρισης ή ευγνωμοσύνης.

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το άτομο είναι “κακό”, αλλά πως τόσο μπορεί, πως είναι ασυνείδητα βαθιά προσανατολισμένο στον εαυτό του, με σοβαρά ψυχικά ελλείματα που δεν του επιτρέπουν να δει τη ζωή ως πεδίο σχέσης, ευθύνης και ηθικής ενσυναίσθησης. Και αυτή η διαπίστωση δεν είναι μόνο διάγνωση. Είναι πένθος.

Η αποτυχία της μεταβίβασης και η απουσία αμοιβαιότητας

Στην επιφάνεια, ο άνθρωπος αυτός, αν πρόκειται, για παράδειγμα, για μια θεραπευτική σχέση, μπορεί να δείχνει δεμένος με τη θεραπεία: να έρχεται τακτικά, να μιλά, να αλλάζει, να εξελίσσεται, να μοιράζεται κομμάτια του εαυτού του, να ακούει, να συμμετέχει. Και, όμως, κάτι θεμελιώδες ίσως να μην έχει συμβεί ποτέ πραγματικά: να δημιουργηθεί μέσα του σχέση.

Γιατί η σχέση, σε ψυχαναλυτικό και υπαρξιακό επίπεδο, δεν είναι μόνο μια συναλλαγή ή μια σταθερή παρουσία. Είναι συνάντηση συνειδήσεων. Είναι το να βλέπω τον Άλλον όχι μόνο ως κάποιον που με βοηθά, αλλά και ως ύπαρξη με όρια, ανάγκες, παρουσία και δικαίωμα.

Η αποτυχία της μεταβίβασης και η απουσία αμοιβαιότητας

Πολλές φορές, ο θεραπευτής μετατρέπεται -ασυνείδητα- σε μητρική φιγούρα που “δεν χρειάζεται τίποτα”. Γίνεται ένα “δοχείο” αέναης κατανόησης. Ετσι λοιπον, δεν θεμελιώνεται ποτέ μια πραγματική αμοιβαιότητα. Ως αποτέλεσμα, ο θεραπευόμενος παίζει το ρόλο του “παιδιού που σώζεται”, χωρίς να αναπτύσσει ποτέ την ικανότητα να βλέπει τον θεραπευτή ως πρόσωπο.

Αυτό δεν είναι μόνο άμυνα. Είναι και αποτυχία μεταβίβασης. Η θεραπευτική σχέση μπορεί να λειτουργεί, να βοηθά, να στηρίζει, αλλά να παραμένει μονόπλευρη. Το άτομο χρησιμοποιεί τον χώρο της θεραπείας ως “δεξαμενή” προσωπικής ενδυνάμωσης, αλλά δεν επενδύει κι ούτε δεσμεύεται ουσιαστικά στο ανθρώπινο βάθος της σχέσης.

Γι’ αυτό, όταν έρθει η στιγμή που η σχέση δοκιμάζεται -με μια απαίτηση, ένα αίτημα, μια ανθρώπινη ανάγκη του θεραπευτή- ο άλλος φεύγει χωρίς καν να κοιτάξει πίσω. Γιατί δεν “φεύγει” από έναν άνθρωπο, φεύγει από έναν ρόλο που δεν τον εξυπηρετεί πια. Και αυτός είναι ο πυρήνας της ματαίωσης: να συνειδητοποιείς, αργά ή γρήγορα, ότι αυτό που για σένα ήταν πραγματικό, για τον Άλλον ήταν μηχανισμός.

Όχι επειδή εξαπατήθηκες, αλλά επειδή είχες ελπίσει ότι μπορεί να γίνει αλλιώς.

Έλλειψη ευγνωμοσύνης ως ναρκισσιστικό χαρακτηριστικό
Η απουσία ευγνωμοσύνης δεν είναι μια απλή παράλειψη, αλλά ένα υπαρξιακό στίγμα που δείχνει εσωτερική διαστρέβλωση του δεσμού.

Αχαριστία και το χρέος που δεν μετριέται με χρήματα | Η ηθική οφειλή που ποτέ δεν πληρώθηκε

Υπάρχουν χρέη που δεν αποτυπώνονται σε λογαριασμούς. Δεν μετριούνται σε ευρώ ή σε συνεδρίες. Είναι το άτυπο, υπαρξιακό, ανθρώπινο χρέος που ορίζεται από τη σύνδεση: το χρέος της αναγνώρισης, της ευγνωμοσύνης, της ενσυναίσθησης. Το χρέος του να πεις: “Αναγνωρίζω τι μου έδωσες”.

Όταν κάποιος σε στηρίζει για χρόνια, όταν σε βλέπει στα πιο ευάλωτα και σκοτεινά σου σημεία, όταν γίνεται το πρόσωπο που πιστεύει σε σένα πιο πολύ απ’ όσο εσύ ο ίδιος στον εαυτό σου, τότε η ευγνωμοσύνη δεν είναι υποχρέωση, είναι αντανακλαστικό ανθρώπινο. Συνεπώς, αν λείπει, κάτι βαθύ μέσα στον άνθρωπο αυτόν έχει παραμείνει παγωμένο ή ένα ανοιχτό κενό που χάσκει.

Ηθική έναντι Οικονομικής Οφειλής

Το ότι κάποιος μπορεί, για παράδειγμα, να χρωστάει δεκάδες χιλιάδες ευρώ και να μην ρωτήσει καν τον Άλλον “πώς είσαι;” όταν περνάει, για παράδειγμα, ένα πρόβλημα ζωής ή θανάτου, τότε το θέμα δεν είναι απλά οικονομικό. Είναι θέμα ήθους και δεσμού. Στην περίπτωση αυτή, δεν ζητά κάποιος απλά να του δοθεί πίσω η οφειλή, ζητά ένα σημάδι ότι η προσφορά καταγράφηκε στην καρδιά.

Στη δομή πολλών ναρκισσιστικών προσωπικοτήτων, όμως, το “χρωστάω” βιώνεται ως απειλή. Η παραδοχή ότι κάποιος τους έδωσε κάτι βαθύ δημιουργεί εσωτερικό άγχος, σχεδόν ντροπή. Γι’ αυτό και πολλοί -αντί να παραδεχτούν την οφειλή- τη διαγράφουν από το μυαλό τους, όπως σβήνεις ένα όνομα από έναν τηλεφωνικό κατάλογο. Και κάπως έτσι, ο άνθρωπος που τους στήριξε γίνεται “ανύπαρκτος”, ο «Κανένας».

Αυτή η απουσία ανταπόδοσης, όμως, δεν είναι απλώς προσωπική συμπεριφορά. Είναι μια σχέση με τον κόσμο. Όποιος λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο απέναντι, π.χ. σε έναν θεραπευτή, πιθανότατα λειτουργεί έτσι και σε γονείς, φίλους, συντρόφους: παίρνει χωρίς να δίνει. Αξιοποιεί χωρίς να τιμά. Και μετά αποσύρεται σιωπηλά, σαν να μην υπήρξε τίποτα.

Δεν είναι τα χρήματα. Είναι το σχήμα. Και αυτό το σχήμα μας πληγώνει πιο πολύ από κάθε λογιστικό υπόλοιπο.

Ο θυμός για την αδικία είναι ένα βαρύ φορτίο που δεν χρειάζεται να κουβαλάτε μόνοι. Αν νιώθετε ότι η πικρία σάς εγκλωβίζει, μπορείτε να προγραμματίσετε μια online συνεδρία για να βρούμε μαζί τον δρόμο της αποδέσμευσης.

Ο θυμός του ευεργέτη – Όταν η ματαίωση δεν είναι μόνο προδοσία, αλλά και απώλεια νοήματος

Ωστόσο, η αχαριστία προκαλεί έναν θυμό που δεν είναι κοινός θυμός· είναι πένθος. Γιατί, όταν έχεις επενδύσει με πίστη, στοργή, σταθερότητα, και το πρόσωπο που ωφελήθηκε εξαφανίζεται, νιώθεις πως όχι μόνο προδόθηκες, αλλά και πως γελοιοποιήθηκε το ίδιο το νόημα της προσφοράς σου.

Ο θεραπευτής, όπως και κάθε άνθρωπος που στέκεται πραγματικά δίπλα σε έναν Άλλον, δεν δίνει “για να πάρει”, αλλά ούτε και για να εξαϋλωθεί. Η βαθύτερη επιθυμία του είναι να έχει υπάρξει, να έχει αξία η παρουσία του μέσα στην ψυχή του άλλου. Όχι ως θεός ή σωτήρας, αλλά ως ζωντανή, υπαρκτή, αναγνωρίσιμη σχέση.

Η αφαίρεση της ύπαρξης

Όταν αυτό δεν συμβαίνει, όταν το “ευχαριστώ” δεν έρχεται, όταν το “τι κάνεις” δεν λέγεται ποτέ, όταν η προσφορά σβήνεται σαν να μην έχει γίνει ποτέ, τότε ο ευεργέτης δεν θυμώνει επειδή του οφείλουν, αλλά επειδή αφαιρέθηκε η ύπαρξή του μέσα στον άλλον.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο θυμός είναι σύνθετος. Είναι προδοσία, ματαίωση, ντροπή, αυτοαμφισβήτηση.

  • “Πώς μπόρεσε να το κάνει αυτό σε μένα;”

  • “Μήπως εγώ το προκάλεσα;”

  • “Ημουν αφελής;”

Είναι ο θυμός της παραβιασμένης εμπιστοσύνης, όχι μόνο του ανικανοποίητου χρέους. Και, δυστυχώς, είναι κι ένας θυμός δύσκολος να ειπωθεί. Γιατί συχνά ο ευεργέτης ντρέπεται να πει ότι πληγώθηκε. Φοβάται πως θα ακουστεί μικροπρεπής, υστερόβουλος ή “εγωιστής”. Όμως δεν είναι εγωισμός να περιμένεις ανθρωπιά. Είναι το ελάχιστο.

Η αδικία της αχαριστίας δεν έχει πάντα φωνή. Μα όταν την ονοματίσεις, δικαιώνεις το κομμάτι σου που ένιωσε πως άξιζε τουλάχιστον ένα βλέμμα πίσω.


Η αξία της σύνδεσης και της ευγνωμοσύνης έναντι της υλικής οφειλής
Υπάρχουν χρέη που δεν αποτυπώνονται σε λογαριασμούς, αλλά ορίζονται από τη σύνδεση, την ευγνωμοσύνη και την ενσυναίσθηση.

Η άρνηση της οφειλής ως μηχανισμός άμυνας :  Ήταν ανάγκη ή επιλογή;

Υπάρχουν άνθρωποι που, για να διατηρήσουν την εσωτερική τους συνοχή, αρνούνται πως οφείλουν οτιδήποτε σε οποιονδήποτε. Όχι επειδή είναι απλώς αγνώμονες, αλλά γιατί η αναγνώριση της οφειλής τούς καθιστά ευάλωτους και εξαρτημένους στα μάτια τους. Και αυτό δεν το αντέχουν.

Σε μια τέτοια ψυχική δομή, η παραδοχή ότι κάποιος τους βοήθησε, τους στήριξε ή τους άλλαξε τη ζωή σημαίνει αναγνώριση αδυναμίας, παραδοχή εξάρτησης, ίσως ακόμα και ντροπή. Το να πουν “χρωστάω” ισοδυναμεί με το να νιώσουν μικροί, εξουθενωμένοι ή ταπεινωμένοι. Γι’ αυτό, το διαγράφουν. Το εξαφανίζουν. Το αποσυνδέουν από το αφήγημά τους.

Ο ασυνείδητος επαναπροσδιορισμός του παρελθόντος

Η άρνηση της οφειλής είναι ένας αμυντικός μηχανισμός, συχνά ασυνείδητος. Εντάσσεται σε ένα εσωτερικό σχήμα του τύπου:

  • “Δεν χρωστάω σε κανέναν”

  • “Ό,τι έγινα, το έκανα μόνος μου”

  • “Όλα ήταν απλώς μια συναλλαγή”

Και τότε, το παρελθόν ξαναγράφεται. Το πρόσωπο που έπαιξε κρίσιμο ρόλο στη θεραπεία ή στην ανασυγκρότηση του εαυτού τους, υποβιβάζεται: “Δεν έκανε και κάτι σπουδαίο”, “Μου χρωστούσε, γιατί αυτός είναι ο ρόλος του”.

Αυτό είναι αποτέλεσμα μιας εσωτερικής σύγκρουσης ανάμεσα στην ανάγκη για βοήθεια και τον τρόμο της εξάρτησης. Το ερώτημα παραμένει βαθύτερο: αν η αχαριστία αυτή ήταν μια αναπόφευκτη άμυνα ή μια ηθική επιλογή. Το πρώτο εμπεριέχει ψυχικό πόνο, το δεύτερο συνειδητή σκληρότητα.

Όταν η προσφορά καταγράφεται ως δικαίωμα εκμετάλλευσης: Η παρερμηνεία της αγάπης ως αδυναμίας

Υπάρχει μια ιδιαίτερα επώδυνη διαστρέβλωση που συχνά βιώνουν όσοι αγαπούν ή φροντίζουν βαθιά: η προσφορά τους ερμηνεύεται όχι ως δύναμη ψυχής, αλλά ως περιθώριο εκμετάλλευσης. Ο άλλος δεν βλέπει το δόσιμο ως επιλογή ελευθερίας ή γενναιοδωρίας, αλλά ως “πάτημα” για να ζητά κι άλλο, χωρίς όριο, χωρίς αμοιβαιότητα, χωρίς καν αναγνώριση.

Πίσω από αυτή τη διαστρέβλωση, υπάρχει συχνά ένα εσωτερικό σχήμα που λέει:

  1. «Όποιος δίνει πολλά, δεν έχει ανάγκη».

  2. «Αν δίνει τόσο, κάτι θα θέλει, άρα μπορώ κι εγώ να πάρω χωρίς ενοχές».

Σ’ αυτή τη στρεβλή ανάγνωση της αγάπης, η φροντίδα παύει να είναι δώρο και θεωρείται υποχρέωση, η εμπιστοσύνη παύει να είναι τιμή και γίνεται ευκολία.

Η αλαζονεία του αποδέκτη

Ειδικά σε σχέσεις μακροχρόνιες -όπως η θεραπευτική, ή ακόμη και οι γονεϊκές ή φιλικές- η σταθερότητα αυτού που προσφέρει μπορεί να εκληφθεί ως δεδομένη. Γεννιέται μια ιδιότυπη αλαζονεία: “Θα είναι πάντα εκεί”, “Δεν χρειάζεται να δώσω κάτι πίσω”.

Επομένως, όταν τελικά τίθεται όριο ή ζητείται η ελάχιστη ανταπόδοση, εκείνοι που είχαν μάθει να παίρνουν νιώθουν προδομένοι. Αντί να νιώσουν ευγνωμοσύνη, αισθάνονται πως αδικούνται. Είναι η στιγμή που η αγάπη παρερμηνεύεται ως αδυναμία και η προσφορά ως δουλικότητα. Όχι επειδή ο ευεργετημένος δεν καταλαβαίνει, αλλά επειδή δεν θέλει να αναγνωρίσει το βάρος της αλήθειας. Αυτό όμως δεν ακυρώνει την αξία του προσφέροντος. Τον αναδεικνύει, ακόμη και μέσα στην πιο πικρή σιωπή.


Η άρνηση της οφειλής ως ψυχολογικός μηχανισμός άμυνας απέναντι στο αίσθημα της εξάρτησης.
Για κάποιους, το να πουν “χρωστάω” ισοδυναμεί με το να νιώσουν μικροί ή ταπεινωμένοι, γι’ αυτό και επιλέγουν τη διαγραφή της οφειλής.

Το αντίο στον άνθρωπο που βοήθησες – Όταν η σιωπή του δεν είναι ξεχασιά, αλλά απόφαση

Ίσως το πιο οδυνηρό στοιχείο στην ιστορία ενός τέτοιου δεσμού να μην είναι καν το χρέος που δεν ξεπληρώθηκε ή η όποια άλλου είδους ανταπόδοση. Ούτε το ότι ο άλλος εξαφανίστηκε. Αλλά το ότι το έκανε συνειδητά. Όχι από αμέλεια, αλλά από επιλογή.

Συνεπώς, η αχαριστία και η σιωπή που την ακολουθεί δεν είναι αθώες. Δεν είναι αποτέλεσμα αφηρημάδας ή συναισθηματικής αποστασιοποίησης. Είναι ένας τρόπος να αποφύγει την ανάληψη ευθύνης. Να αποδράσει από την αλήθεια του χρέους, της ευεργεσίας, της ανθρώπινης υποχρέωσης να πει έστω: “Σε θυμάμαι”, “Σε ευχαριστώ”, “Δεν μπορώ, αλλά νοιάζομαι”.

Κι όμως, δεν λέει τίποτα. Γιατί το τίποτα, πολλές φορές, κοστίζει λιγότερο από το λίγο. Δεν χρειάζεται να λογοδοτήσει. Παράλληλα, αποφεύγει να εκτεθεί, ενώ συχνά επιλέγει να μη θυμάται τι του προσφέρατε, επειδή ποτέ δεν ήθελε να αναγνωρίσει πόσο εξαρτήθηκε.

Ο κόμπος της διάψευσης και η λύτρωση

Και τότε εσύ μένεις με μια βουβή οργή, ένα κόμπο στο στομάχι, μια διάψευση: πώς γίνεται να έδωσες τόσα, και να μη μετράς ούτε ως άνθρωπος πια; Σε τέτοιες στιγμές, η αλήθεια είναι σκληρή αλλά λυτρωτική: το πώς σε αποχαιρέτησε δεν ακυρώνει αυτό που ήσουν. Ακυρώνει μόνο αυτό που εκείνος δεν μπόρεσε να γίνει.

Ίσως να μην σου πει ποτέ “ευχαριστώ”. Ίσως να μη σε πλησιάσει ποτέ ξανά. Μα εσύ, μέσα σου, γνωρίζεις τι σήμαινες για εκείνον όταν ακόμη ζούσε στο σκοτάδι του. Ξέρεις πόσο τέντωσες τα όρια της αντοχής σου για να του σταθείς. Ξέρεις την ευεργεσία σου.

Και, κάποτε, αυτή η γνώση αρκεί για να πενθήσεις, να θυμώσεις, και στο τέλος να αποχαιρετήσεις. Όχι εκείνον, αλλά την ιδέα πως θα σε αναγνωρίσει. Και αυτό είναι το τέλος. Όχι του δεσμού, αλλά της προσδοκίας.

Το δώρο της αναγνώρισης

Η αχαριστία είναι μια σιωπηλή δύναμη που μπορεί να πληγώσει βαθιά, αλλά ταυτόχρονα προσφέρει πολύτιμα μαθήματα για τη ζωή και τις σχέσεις μας. Μας υπενθυμίζει ότι η αξία μας δεν εξαρτάται από την αναγνώριση των άλλων, ότι οι σχέσεις δεν είναι πάντα αμφίδρομες και ότι οι προσδοκίες μας μπορεί να συγκρούονται με την πραγματικότητα.

Παράλληλα, μας διδάσκει να εκτιμούμε την ευγνωμοσύνη. Κάθε «ευχαριστώ», κάθε μικρή χειρονομία αναγνώρισης, είναι δώρο που ενδυναμώνει, ενώ κάθε πράξη αδιαφορίας μπορεί να μας κάνει να δούμε βαθύτερα τον εαυτό μας και τις ανάγκες μας. Η ευγνωμοσύνη δεν ακυρώνει την πικρία της αχαριστίας, αλλά την υποστηρίζει με φως, δείχνοντας ότι η ζωή έχει και ανταπόδοση, και νόημα, και ζεστασιά.

Η υπέρβαση και η προσωπική πληρότητα

Ουσιαστικά, η διαχείριση αυτής της κατάστασης απαιτεί ενσυνειδητότητα, διάκριση και συγχώρεση. Σημαίνει να μην αφήνουμε τον πόνο να μας καθορίσει, να προστατεύουμε την αυτοεκτίμησή μας, και να συνεχίζουμε να δίνουμε χωρίς να περιμένουμε αντάλλαγμα. Είναι μια διαδικασία που μας μαθαίνει να ζούμε με πληρότητα, να αγαπάμε χωρίς όρους, να αναγνωρίζουμε τα καλά που υπάρχουν γύρω μας και να μην αφήσουμε την τοξικότητα του αχάριστου να αλλάξει τις αξίες που έχουμε ως άνθρωποι γενναιόδωροι, υπεύθυνοι, αλληλέγγυοι, με ενσυναίσθηση.

Στο τέλος, η αχαριστία μας καλεί να δούμε τη ζωή με καθαρό βλέμμα. Πρέπει να μάθουμε να διακρίνουμε το ουσιώδες και να μην ταυτιζόμαστε με την αδιαφορία του άλλου. Έτσι, θα εκτιμούμε κάθε πράξη αναγνώρισης ως δώρο.

Η σιωπή της αχαριστίας μπορεί να είναι πικρή, αλλά μέσα από αυτήν ανακαλύπτουμε τη δύναμη της ευγνωμοσύνης και τη χαρά της συνειδητής προσφοράς. Με αυτόν τον τρόπο, η αχαριστία παύει να είναι μόνο πληγή και γίνεται δάσκαλος. Μας μαθαίνει ποιοι είμαστε και πώς να ζούμε με αυτοσεβασμό και αγάπη. Αυτό αφορά τόσο τη σχέση μας με τους άλλους όσο και με τον ίδιο μας τον εαυτό.

Η αχαριστία μπορεί να κλονίσει την εμπιστοσύνη σας, αλλά δεν χρειάζεται να την αντιμετωπίσετε μόνοι σας. Επικοινωνήστε μαζί μου για συνεδρίες δια ζώσης ή για online ψυχοθεραπεία και ας μετατρέψουμε την πικρία σε δύναμη

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *