Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Εισαγωγή

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή όπου ο πόνος δεν είναι απλώς έντονος. Γίνεται τόσο επίμονος, ώστε ο άνθρωπος δυσκολεύεται να φανταστεί τον εαυτό του έξω από αυτόν, να δει την επόμενη μέρα ή να αισθανθεί ότι αυτό που ζει θα έχει κάποτε ένα τέλος.

Τότε μπορεί να εμφανιστούν αυτοκτονικές σκέψεις. Όχι πάντα ως καθαρή και σταθερή επιθυμία να πεθάνει κανείς, αλλά ως σκέψη που μοιάζει να υπόσχεται διακοπή ενός πόνου που έχει γίνει αβάσταχτος.

Η αυτοκτονία δεν εξηγείται από μία μόνο αιτία. Συνδέεται με την αλληλεπίδραση ψυχικού πόνου, προσωπικής ιστορίας, σχέσεων και κοινωνικών συνθηκών, γι’ αυτό και η κατανόησή της απαιτεί να κοιτάξουμε πέρα από την πράξη, προς την εμπειρία του ανθρώπου που βρίσκεται σε αδιέξοδο.

Οι αυτοκτονικές σκέψεις εμφανίζονται συνήθως όταν ο ψυχικός πόνος γίνεται αβάσταχτος και ο άνθρωπος δυσκολεύεται να φανταστεί ότι η κατάστασή του μπορεί να αλλάξει. Αυτά δεν σημαίνουν πάντα σταθερή επιθυμία θανάτου, αλλά ανάγκη να σταματήσει ο πόνος. Χρειάζονται πάντα σοβαρή αξιολόγηση, ανθρώπινη σύνδεση και έγκαιρη επαγγελματική βοήθεια.

Όταν ο ψυχικός πόνος γίνεται αβάσταχτος

Η αυτοκτονική σκέψη δεν εμφανίζεται πάντοτε σε έναν άνθρωπο που θέλει να πεθάνει. Μπορεί να εμφανιστεί σε έναν άνθρωπο που θέλει, πάνω απ’ όλα, να σταματήσει να υποφέρει.

Αυτή η διάκριση έχει σημασία, χωρίς να σημαίνει ότι κάθε αυτοκτονική σκέψη είναι «απλώς μια κραυγή για βοήθεια». Η αυτοκτονικότητα παίρνει πολλές μορφές και η έντασή της μεταβάλλεται μέσα στον χρόνο. Σε κάθε περίπτωση όμως, πίσω από τη σκέψη υπάρχει ψυχικός πόνος που χρειάζεται να ακουστεί και να αξιολογηθεί με σοβαρότητα.

Άτομο τυλιγμένο σε βαριά κουβέρτα, συμβολίζοντας το βάρος του ψυχικού πόνου
Όταν ο ψυχικός πόνος γίνεται αβάσταχτος, μπορεί να μοιάζει σαν ένα βάρος που καταλαμβάνει ολόκληρη την εσωτερική ζωή.

Ο άνθρωπος μπορεί να έχει φτάσει σε ένα σημείο όπου οι τρόποι με τους οποίους αντιμετώπιζε μέχρι τότε τις δυσκολίες του δεν επαρκούν πλέον. Οι σχέσεις δεν προσφέρουν την ίδια ανακούφιση, οι παλιές προσδοκίες χάνουν τη σημασία τους και το μέλλον μοιάζει να επαναλαμβάνει μόνο αυτό που ήδη πονά.

Σε ένα σύνθετο, ενδεικτικό κλινικό στιγμιότυπο, ένας άνθρωπος μπορεί να πει: «Δεν ξέρω αν θέλω πραγματικά να πεθάνω. Ξέρω, όμως, ότι δεν αντέχω να συνεχίσω να ζω έτσι». 

Η φράση αυτή δεν απαντά από μόνη της στο τι συμβαίνει μέσα του. Δείχνει, όμως, κάτι σημαντικό: ότι η προσοχή χρειάζεται να στραφεί όχι μόνο στον θάνατο, αλλά και στον πόνο από τον οποίο ο άνθρωπος προσπαθεί να απαλλαγεί.

Όταν ο κόσμος στενεύει

Στην έντονη απελπισία, ο ψυχικός κόσμος συρρικνώνεται. Οι δυνατότητες φαίνονται λιγότερες, οι σχέσεις πιο μακρινές και το μέλλον σχεδόν αδιανόητο. Οι επιλογές μπορεί αντικειμενικά να υπάρχουν ακόμη, αυτό όμως που έχει αλλάξει είναι η ικανότητα του ανθρώπου να τις δει εκείνη τη στιγμή.

Ένας άνθρωπος σε κρίση μπορεί να γνωρίζει θεωρητικά ότι υπάρχουν άνθρωποι που τον αγαπούν, χωρίς όμως να μπορεί να αισθανθεί αυτή τη δυνατότητα ως πραγματικά διαθέσιμη. Η απελπισία δεν είναι μόνο η παρουσία του πόνου, αλλά και η απώλεια της προσδοκίας ότι ο πόνος μπορεί να μειωθεί.

Γι’ αυτό η φράση «θα περάσει» συχνά δεν βοηθά. Για εκείνον που υποφέρει, το «μετά» μπορεί να μην είναι ψυχικά προσβάσιμο.

Η θεραπευτική δουλειά δεν ξεκινά, λοιπόν, πάντοτε προσπαθώντας να πείσει τον άνθρωπο ότι η ζωή είναι όμορφη. Μπορεί να ξεκινήσει πολύ πιο απλά: να δημιουργηθεί μαζί του ένας χώρος όπου αυτό που σήμερα μοιάζει αδύνατο να αντέξει μπορεί επιτέλους να ειπωθεί.

Όταν η επίθεση στρέφεται προς τον εαυτό: μια ψυχοδυναμική ματιά

Από μια ψυχοδυναμική οπτική, σε ορισμένες περιπτώσεις η αυτοκτονική σκέψη συνδέεται με έναν βαθύ εσωτερικό διχασμό: μπορεί να συνυπάρχουν η ανάγκη για σύνδεση και φροντίδα, και ταυτόχρονα μια έντονη εχθρότητα προς τον εαυτό. Ο άνθρωπος μπορεί να αισθάνεται ότι απέτυχε, ότι απογοήτευσε τους άλλους, ή ότι ο ίδιος αποτελεί το πρόβλημα.

Σε ένα σύνθετο, ενδεικτικό κλινικό στιγμιότυπο, ένας θεραπευόμενος περιγράφει τον εσωτερικό του διάλογο: «Ό,τι και να κάνω, στο τέλος αποδεικνύεται ότι φταίω εγώ».

Δεν σημαίνει ότι πίσω από κάθε αυτοκτονική σκέψη υπάρχει τέτοιος μηχανισμός. Η ψυχοδυναμική σκέψη προσφέρει, όμως, έναν τρόπο να κατανοήσουμε πώς, σε ορισμένους ανθρώπους, η σχέση με τον ίδιο τον εαυτό έχει γίνει τόσο τιμωρητική, ώστε η ζωή βιώνεται ως συνεχής καταδίκη.

Εδώ η ντροπή έχει ιδιαίτερη σημασία. Η ενοχή αφορά συχνά κάτι που κάποιος έκανε,  ενώ η ντροπή αφορά κάτι βαθύτερο, την αίσθηση ότι «εγώ ο ίδιος είμαι λάθος». Όταν ο άνθρωπος δεν αισθάνεται ότι έχει κάνει κάτι που μπορεί να διορθώσει, αλλά ότι ο ίδιος είναι η πηγή του προβλήματος, η αυτοκαταστροφική σκέψη αποκτά διαφορετικό νόημα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η αυτοκτονικότητα αναλύεται σε έναν μόνο ψυχοδυναμικό μηχανισμό.

Τραύμα, απώλεια και η προσωπική ιστορία

Ορισμένοι άνθρωποι φτάνουν σε αυτοκτονική κρίση ύστερα από ένα πρόσφατο γεγονός, όπως μια απώλεια, μια ρήξη, μια σοβαρή αλλαγή στη ζωή τους. Για άλλους, η κρίση ενεργοποιεί πολύ παλαιότερες εμπειρίες απόρριψης, εγκατάλειψης ή βαθιάς ανασφάλειας.

Πατημασιές στην άμμο που χάνονται προς τον ορίζοντα
Οι εμπειρίες που ζούμε αφήνουν το αποτύπωμά τους στην προσωπική μας ιστορία, ακόμη κι όταν ο χρόνος περνά.

Το τραύμα επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο κάποιος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τις σχέσεις του, χωρίς όμως να αποτελεί από μόνο του εξήγηση της αυτοκτονικότητας: άνθρωποι με τραυματικές εμπειρίες δεν οδηγούνται αναπόφευκτα σε αυτοκτονικές σκέψεις, όπως και μια αυτοκτονική κρίση δεν προϋποθέτει ιστορικό τραύματος.

Αυτό που έχει σημασία είναι να καταλάβουμε τι σημαίνει το γεγονός για τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Μια απώλεια μπορεί να βιωθεί όχι μόνο ως απώλεια ενός ανθρώπου, αλλά ως απώλεια ολόκληρης της εικόνας για το μέλλον. Μια επαγγελματική αποτυχία αγγίζει διαφορετικά κάθε άνθρωπο, ανάλογα με το τι σημαίνει για την ταυτότητά του.

Η προσωπική ιστορία δεν λειτουργεί σαν προκαθορισμένο σενάριο. Διαμορφώνει, όμως, τον τρόπο με τον οποίο μια σημερινή κρίση αποκτά νόημα.

Όταν χάνεται το νόημα

Υπάρχει και μια βαθύτερη διάσταση της αυτοκτονικής κρίσης: η υπαρξιακή. Δεν αφορά πια το πόσο μακρινές μοιάζουν οι δυνατότητες, αλλά κάτι πιο θεμελιώδες, δηλαδή  αν η ζωή του ανθρώπου εξακολουθεί να έχει νόημα, ταυτότητα, μια ιστορία που συνεχίζεται. Ο άνθρωπος δεν ζει μόνο με συναισθήματα, αλλά και μέσα σε νοήματα και σχέσεις που τον τοποθετούν κάπου. Όταν αυτά κλονίζονται σοβαρά, δεν είναι μόνο το μέλλον που στενεύει, είναι και το ίδιο το αίσθημα ότι «είμαι κάποιος, με μια πορεία» που αρχίζει να διαλύεται.

Γι’ αυτό η αποκατάσταση της ελπίδας δεν σημαίνει πάντα ότι πρέπει να βρεθεί αμέσως ένα μεγάλο «νόημα ζωής». Μερικές φορές, ξεκινά από κάτι μικρότερο: από μια σχέση που αντέχει, από την εμπειρία ότι κάποιος ακούει, από την ανακάλυψη ότι μια κατάσταση που έμοιαζε ακίνητη μπορεί να μετακινηθεί.

Η μοναξιά που δεν φαίνεται

Η μοναξιά της αυτοκτονικής κρίσης δεν είναι πάντοτε κοινωνική απομόνωση. Κάποιος μπορεί να έχει οικογένεια, φίλους, ακόμη και ενεργή κοινωνική ζωή, και παρ’ όλα αυτά να νιώθει βαθιά μόνος.

Σε ένα σύνθετο, ενδεικτικό κλινικό στιγμιότυπο, ένας άνθρωπος περιγράφει: «Μιλάω με τους δικούς μου, γελάω μαζί τους, πηγαίνω στη δουλειά. Κι όμως, όταν κλείνει η πόρτα πίσω μου, νιώθω ότι κανείς δεν ξέρει πού βρίσκομαι πραγματικά».

Άτομο καθισμένο μόνο ενώ γύρω του βρίσκονται άλλοι άνθρωποι
Η μοναξιά δεν σημαίνει πάντα απουσία ανθρώπων· μπορεί να υπάρχει ακόμη και όταν βρισκόμαστε ανάμεσα σε πολλούς.

Εδώ η μοναξιά αφορά περισσότερο την αίσθηση ότι η εσωτερική εμπειρία δεν φτάνει στον άλλον. Μπορεί, επίσης, να εμφανιστεί η πεποίθηση ότι η παρουσία του ανθρώπου δεν έχει σημασία ή ότι η απουσία του θα ήταν καλύτερη για τους άλλους, σκέψεις που χρειάζονται σοβαρή αντιμετώπιση, όχι επειδή αποτυπώνουν αντικειμενικά την πραγματικότητα, αλλά επειδή βιώνονται εκείνη τη στιγμή ως απολύτως αληθινές.

Ίσως εδώ βρίσκεται μια από τις πιο σημαντικές λειτουργίες της σχέσης: να μπορέσει κάποιος να βρεθεί ξανά μέσα στο βλέμμα ενός άλλου ανθρώπου, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει ότι αξίζει να υπάρχει.

Ανάμεσα στην επιθυμία να τελειώσει ο πόνος και στην επιθυμία για ζωή

Η αυτοκτονική κρίση συχνά περιλαμβάνει αμφιθυμία. Ένας άνθρωπος μπορεί να επιθυμεί να βάλει ένα τέλος σε αυτό που ζει και ταυτόχρονα να φοβάται τον θάνατο, να σκέφτεται τους ανθρώπους που αγαπά ή να επιθυμεί μια διαφορετική ζωή.

Η αμφιθυμία αυτή έχει κλινική σημασία, αλλά δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως εγγύηση ασφάλειας: κάποιος μπορεί να ταλαντεύεται έντονα και ταυτόχρονα να βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο.

Σε ένα σύνθετο, ενδεικτικό κλινικό στιγμιότυπο, κάποιος μπορεί να πει: «Υπάρχουν στιγμές που θέλω να τελειώσουν όλα. Και μετά σκέφτομαι τους ανθρώπους που αγαπώ και δεν θέλω να χαθώ».

Αυτό το «και» έχει σημασία. Δεν χρειάζεται να επιλέξουμε ποια πλευρά είναι η «αληθινή». Αυτό που χρειάζεται είναι να μπορέσουμε να ακούσουμε και τις δύο.

Η κοινωνική διάσταση: όταν η ευαλωτότητα δεν έχει χώρο

Ο άνθρωπος δεν ζει έξω από το κοινωνικό του περιβάλλον. Οι σχέσεις, οι οικονομικές συνθήκες, η κοινωνική απομόνωση και η αίσθηση ότι δεν ανταποκρίνεται σε όσα «θα έπρεπε» να έχει καταφέρει μπορούν να επηρεάσουν βαθιά τον τρόπο με τον οποίο βιώνει τον εαυτό του. Η ντροπή, που περιγράψαμε πιο πάνω ως εσωτερική, αυτοτιμωρητική φωνή, έχει και μια πιο κοινωνική εκδοχή: η σύγκριση με τους άλλους μπορεί να την εντείνει — «όλοι προχωρούν και εγώ μένω πίσω» — και η ψηφιακή εικόνα των άλλων να την κάνει ακόμη πιο έντονη, χωρίς όμως να αποτελεί από μόνη της αιτία αυτοκτονικότητας.

Η κοινωνική διάσταση δεν αντικαθιστά την ατομική ψυχολογική κατανόηση, την συμπληρώνει. Ο ψυχικός πόνος διαμορφώνεται και μέσα στις συνθήκες στις οποίες ζει ο άνθρωπος.

Η θεραπευτική σχέση: όταν ο πόνος μπορεί να ειπωθεί

Στο θεραπευτικό πλαίσιο, η αυτοκτονική σκέψη δεν αντιμετωπίζεται ούτε με πανικό ούτε με ηθικολογία. Χρειάζεται σοβαρή αξιολόγηση της ασφάλειας, σταθερή παρουσία και έναν χώρο όπου ο άνθρωπος μπορεί να μιλήσει όσο πιο ανοιχτά γίνεται.

Δύο πολυθρόνες αντικριστά σε ζεστό χώρο ψυχοθεραπείας με έναν άνθρωπο καθισμένο
Η θεραπευτική σχέση δημιουργεί έναν χώρο όπου ο ψυχικός πόνος μπορεί σταδιακά να βρει λόγια και να μοιραστεί.

Η θεραπεία δεν σημαίνει ότι ο θεραπευτής προσπαθεί απλώς να «πείσει» κάποιον να θέλει να ζήσει. Σημαίνει ότι προσπαθεί να κατανοήσει τι έχει γίνει τόσο αβάσταχτο, ποια ανάγκη βρίσκεται πίσω από την απόγνωση, και πώς μπορεί σταδιακά να ξαναδημιουργηθεί η δυνατότητα να φανταστεί κανείς ένα διαφορετικό αύριο.

Σε ένα σύνθετο, ενδεικτικό κλινικό στιγμιότυπο, ένας άνθρωπος μπορεί να πει: «Φοβόμουν να το πω γιατί νόμιζα ότι, αν το πω, όλα θα γίνουν χειρότερα. Τώρα τουλάχιστον μπορώ να το πω».

Δεν είναι μικρό πράγμα. Η σκέψη που μέχρι εκείνη τη στιγμή υπήρχε μόνο μέσα του έχει γίνει λόγος μέσα σε μια σχέση. Και όταν κάτι μπορεί να ειπωθεί, μπορεί για πρώτη φορά να εξεταστεί, να κατανοηθεί και να αντιμετωπιστεί μαζί με έναν άλλον άνθρωπο.

Όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος

Η ψυχολογική κατανόηση δεν αντικαθιστά την άμεση προστασία.

Αν κάποιος εκφράζει ότι κινδυνεύει να κάνει κακό στον εαυτό του ή υπάρχει άμεσος κίνδυνος, χρειάζεται άμεση επαγγελματική και επείγουσα βοήθεια. Δεν τον αφήνουμε μόνο και δεν προσπαθούμε να διαχειριστούμε μόνοι μας μια κατάσταση που ξεπερνά τις δυνατότητές μας.

Στην Ελλάδα, για επείγον περιστατικό μπορεί να κληθεί το 112. Ειδικά για αυτοκτονικές σκέψεις, λειτουργεί η 24ωρη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία 1018 της «Κλίμακας», με ανώνυμες και εμπιστευτικές κλήσεις. Για γενικότερη ψυχοκοινωνική στήριξη, λειτουργεί επίσης η δωρεάν 24ωρη Γραμμή Ψυχοκοινωνικής Υποστήριξης 10306 του Υπουργείου Υγείας.

Η ασφάλεια προηγείται κάθε ψυχολογικής ερμηνείας.

Όταν ο ψυχικός ορίζοντας ξανανοίγει

Στις πιο κρίσιμες στιγμές, η αυτοκτονική σκέψη συνοδεύεται από μια βαθιά συρρίκνωση του ψυχικού ορίζοντα: οι επιλογές μοιάζουν ελάχιστες, οι σχέσεις μακρινές, το μέλλον αδιέξοδο.

Σκοτεινός διάδρομος που ανοίγει σε φωτεινό τοπίο με έναν άνθρωπο στον ορίζοντα
Όταν ο ψυχικός ορίζοντας διευρύνεται ξανά, μπορεί να εμφανιστούν δυνατότητες που πριν έμοιαζαν αόρατες.

Κι όμως, αυτό που βιώνεται ως απόλυτο δεν είναι απαραίτητα αμετάβλητο. Ένας άνθρωπος σε κρίση μπορεί να μην είναι σε θέση να δει σήμερα αυτό που θα μπορέσει να δει αργότερα. Αυτό δεν έχει σχέση με το αν «το βάζει στο μυαλό του» ή με το αν αρκεί να σκεφτεί θετικά. Έχει σχέση με το πόσο δραματικά η ίδια η κρίση περιορίζει την ικανότητα να φανταστεί κανείς εναλλακτικές.

Η θεραπεία, η ανθρώπινη παρουσία και η κατάλληλη υποστήριξη δεν προσφέρουν μαγικές λύσεις. Μπορούν, όμως, να βοηθήσουν ώστε ο ορίζοντας να αρχίσει, λίγο λίγο, να ανοίγει ξανά.

Επίλογος: Η ελπίδα δεν χρειάζεται να είναι μεγάλη

Η αυτοκτονία δεν είναι ούτε ρομαντική χειρονομία ούτε ηθική αποτυχία. Είναι ένα σύνθετο φαινόμενο που συνδέεται με βαθύ ψυχικό πόνο, απελπισία, διαπροσωπικές δυσκολίες και πολλούς ακόμη παράγοντες.

Ίσως γι’ αυτό η πρόληψη δεν αρχίζει μόνο όταν εμφανιστεί μια κρίση. Αρχίζει νωρίτερα: στην ικανότητά μας να ακούμε χωρίς να τρομάζουμε, να ρωτάμε χωρίς να κρίνουμε, να παίρνουμε στα σοβαρά αυτό που λέγεται και να μην αφήνουμε τον άνθρωπο μόνο με κάτι που δεν μπορεί πια να σηκώσει μόνος του.

Μερικές φορές, η πρώτη μορφή ελπίδας δεν είναι να θέλει κανείς να ζήσει. Είναι, απλώς, να μπορέσει να μην μείνει μόνος με τον πόνο του.

 

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

  1. Τι μπορεί να οδηγήσει έναν άνθρωπο σε αυτοκτονικές σκέψεις; Δεν έχουν μία μόνο αιτία. Μπορεί να συνδέονται με έντονο ψυχικό πόνο, απελπισία, απώλεια, τραυματικές εμπειρίες, δυσκολίες στις σχέσεις ή κοινωνική απομόνωση — συνήθως πρόκειται για αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων.
  2. Η αυτοκτονική σκέψη σημαίνει ότι κάποιος θέλει οπωσδήποτε να πεθάνει; Όχι απαραίτητα. Μπορεί να υπάρχει έντονη αμφιθυμία ή η επιθυμία να σταματήσει ο πόνος χωρίς σταθερή επιθυμία θανάτου. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η σκέψη είναι ακίνδυνη· κάθε αυτοκτονική αναφορά χρειάζεται σοβαρή αντιμετώπιση και, όταν υπάρχει κίνδυνος, άμεση αξιολόγηση.
  3. Η συζήτηση για την αυτοκτονία μπορεί να ενθαρρύνει την πράξη; Όχι. Η άμεση και μη επικριτική ερώτηση για αυτοκτονικές σκέψεις δεν «βάζει την ιδέα» στον άνθρωπο. Μπορεί αντίθετα να του δώσει τη δυνατότητα να μιλήσει ανοιχτά για κάτι που μέχρι τότε κρατούσε μόνος του.
  4. Μπορεί κάποιος να έχει ανθρώπους γύρω του και να αισθάνεται βαθιά μόνος; Ναι. Η μοναξιά δεν ταυτίζεται με την απουσία ανθρώπων. Κάποιος μπορεί να έχει σχέσεις και παρ’ όλα αυτά να αισθάνεται ότι κανείς δεν καταλαβαίνει πραγματικά αυτό που βιώνει, κάτι που μπορεί να εντείνει την απελπισία.
  5. Πώς μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία; Μπορεί να προσφέρει έναν ασφαλή χώρο για την αναγνώριση του ψυχικού πόνου, την ενίσχυση της συναισθηματικής ρύθμισης και, ανάλογα με την περίπτωση, την επεξεργασία τραυματικών ή διαπροσωπικών δυσκολιών. Σε οξεία κρίση χρειάζεται παράλληλα άμεση φροντίδα.
  6. Τι πρέπει να κάνουμε αν υπάρχει άμεσος κίνδυνος; Αν ένας άνθρωπος βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο να βλάψει τον εαυτό του, χρειάζεται άμεση επαγγελματική βοήθεια και δεν πρέπει να μείνει μόνος. Στην Ελλάδα μπορεί να κληθεί το 112, η 24ωρη Γραμμή 1018 για την αυτοκτονία ή η δωρεάν Γραμμή Ψυχοκοινωνικής Υποστήριξης 10306.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *