Τροφή: η σημαντικότερη συμβολή της είναι η δημιουργία σχέσεων

Η τροφή ως φορέας συναισθημάτων

Η τροφή και η διατροφή γίνονται, τα τελευταία χρόνια, ολοένα και περισσότερο επίκεντρο προσοχής και ενασχόλησης, στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Ποτέ στο παρελθόν δεν έχουν υπάρξει τόσες πολλές τηλεοπτικές εκπομπές μαγειρικού περιεχομένου, όπως και τόσοι πολλοί τηλεοπτικοί chef, αρκετοί εκ των οποίων έχουν γίνει και περιζήτητοι τηλεοπτικοί αστέρες. Από τον καθημερινό τύπο και από κάθε διαδικτυακή του μορφή, δεν λείπουν τα ένθετα μαγειρικής για τις διάφορες τεχνικές της, τα συνεχή αφιερώματα για συνταγές και για κάθε είδους διατροφικές προτάσεις (που, συχνά, πρώτη φορά ακούμε) για το τι θα ήταν καλό (για ποιον;) να τρώμε την κάθε μέρα της εβδομάδας που έρχεται.

Όλοι μας έχουμε, λιγότερο ή περισσότερο, όμορφες  μνήμες που να αφορούν καταστάσεις και εμπειρίες, καθημερινές ή γιορτινές, από  το οικογενειακό μας τραπέζι, στη διάρκεια των παιδικών μας χρόνων. Αυτού του είδους οι εμπειρίες συμβάλλουν αποφασιστικά στη δημιουργία,  διατήρηση και ενίσχυση των συναισθηματικών μας σχέσεων και γίνονται φορείς σημαντικών συναισθημάτων και μνημών που σχετίζονται με μια αίσθηση συνύπαρξης και κοινότητας με άλλους.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το ότι και μόνον η οικεία οσμή κάποιου αγαπημένου φρεσκομαγειρεμένου φαγητού ξυπνά ευχάριστες μνήμες και συναισθήματα εντός μας από κοινές στιγμές με αγαπημένα μας πρόσωπα. Μόνο τυχαίες δεν είναι, επίσης, και εκφράσεις του τύπου «Ο έρωτας περνά από το στομάχι», «Σαν το παστίτσιο της μάνας μου κανείς δεν φτιάχνει» (που έχει γίνει αρκετές φορές και  αιτία διαζυγίων)κ.ά.

Τροφή και ταυτότητα

Δείξε μου τι τρως  για να σου πω ποιος είσαι

Η τροφή αποτελεί μέρος της ταυτότητάς μας και οι διατροφικές μας συνήθειες αποκαλύπτουν αρκετά στοιχεία για το ποιοι είμαστε ή για το ποιοι θα θέλαμε να είμαστε. Για όλους τους προαναφερθέντες λόγους, μπορούμε με ασφάλεια να πούμε πως η σημαντικότερη συμβολή της τροφής, πέραν της επιβίωσης, είναι η δημιουργία σημαντικών κοινωνικών και διαπροσωπικών σχέσεων. Σ΄αυτό, σημαντικό ρόλο παίζει και η μίμηση. Μιμούμαστε ή, καλύτερα, υιοθετούμε διατροφικές συνήθειες των γονιών μας ή ατόμων που εκτιμούμε, θαυμάζουμε ή με τα οποία έχουμε μια στενή συναισθηματική σχέση.

Όλα αυτά εξηγούν γιατί είναι τόσο δύσκολο να αλλάξουμε διατροφικές συνήθειες, ακόμα και όταν γνωρίζουμε πως , για διάφορους λόγους, θα έπρεπε να το πράξουμε. Μία τέτοιου είδους αλλαγή μπορεί να βιώνεται, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, ως μία απώλεια/αλλαγή παλαιών και αγαπημένων συνηθειών που αποτελούν φορείς σημαντικών συναισθημάτων και δεσμών και που αντιπροσωπεύουν ένα αίσθημα ασφάλειας και συνέχειας στη ζωή μας. Αυτός είναι και ο κυριότερος λόγος των έντονων, συνήθως, αντιδράσεων και αποδοκιμασιών του περίγυρου απέναντι σε άτομα, ιδιαίτερα του άμεσου περιβάλλοντος,  που επιλέγουν να αλλάξουν ριζικά τις διατροφικές τους συνήθειες (π.χ. χορτοφαγία, βεγκανισμός, κ.ά.). Κάτι τέτοιο βιώνεται ως ένα είδος «προδοσίας» ή εγκατάλειψης των όσων ενώνουν και αντιπροσωπεύουν ένα ισχυρό αίσθημα εγγύτητας και κοινής συνύπαρξης.

Διαφόρων ειδών δίαιτες και διατροφικές συνήθειες τείνουν να γίνουν, τα τελευταία χρόνια, ενός είδους «πρέπει» για πολλούς ανθρώπους, στο οποίο προσπαθούν να ανταποκριθούν, τουλάχιστον για κάποιες χρονικές περιόδους της ζωής τους. Εάν οι δίαιτες αυτές αντιπροσωπεύουν έναν τρόπο καθημερινής διατροφής πολύ διαφορετικό από αυτόν με τον οποίο κάποιος έχει μεγαλώσει και  εξοικειωθεί -και που, ταυτόχρονα,  αντιπροσωπεύει και ισχυρούς συναισθηματικούς δεσμούς- τότε είναι πολύ δύσκολο να ακολουθηθεί και να διατηρηθεί ως τρόπος διατροφής που μπορεί μεν να συμβάλει στην καλή του υγεία, αλλά, ταυτόχρονα, σημαίνει και παραίτηση από την τροφή με την οποία ενηλικιώθηκε και που αποτελεί μέρος της προσωπικής του ταυτότητας.

Θεωρώ πως ένας από τους σημαντικότερους λόγους αποδυνάμωσης των οικογενειακών δεσμών στις σύγχρονες κοινωνίες είναι το γεγονός πως το καθημερινό οικογενειακό τραπέζι τείνει να γίνει ρούχο που φοριέται ολοένα και σπανιότερα. Τα διαφορετικά ωράρια, τα διαφορετικά δωμάτια των μελών της οικογένειας, που το καθένα τους διαθέτει τη δική του συσκευή τηλεόρασης, όπου όποιος το επιθυμεί μπορεί να παίρνει το πιάτο του, να κλείνεται στο δωμάτιό του, βλέποντας με την ησυχία/μοναχικότητά  του το πρόγραμμα που τον ενδιαφέρει, ή, ακόμα και αν κάθεται στο κοινό τραπέζι, όλη η προσοχή του μπορεί να επικεντρώνεται στην οθόνη του κινητού του, όλα αυτά τείνουν να σμπαραλιάσουν παλιές συνήθειες αιώνων που ενώνουν και που αποτελούν, εκτός από συστατικά προσωπικής ταυτότητας, και  ισχυρά όπλα απέναντι σε μια αίσθηση κενού, μοναξιάς, ανασφάλειας, υπαρξιακών κενών και έλλειψης νοήματος.

Τροφή και συναισθήματα

Η τροφή ως φορέας πολιτισμικών χαρακτηριστικών και αίσθησης ταυτότητας

Ζούμε σε μια εποχή που, όπως προαναφέρθηκε,  χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, και από τις συχνά αντιφατικές μεταξύ τους συμβουλές και προτροπές των  διαφόρων ειδικών για τον τρόπο διατροφής που θα πρέπει να ακολουθήσουμε. Έχοντας αυτό ως δεδομένο,  η κατηγοριοποίηση της τροφής από τους ανθρώπους σε «καλή» και «κακή» τροφή θα πρέπει να θεωρηθεί ως μία αναγκαία στρατηγική που αποσκοπεί στη δημιουργία ενός  αισθήματος ασφάλειας και εμπιστοσύνης, σε έναν ασαφή και ανασφαλή κόσμο, και το οποίο, ταυτόχρονα,  ενδυναμώνει και την προσωπική αίσθηση αυτονομίας και ταυτότητας.

Η «κουζίνα» του κάθε τόπου (ελληνική, ιταλική, κρητική κ.τ.λ.) είναι κάτι πολύ περισσότερο από απλές γεύσεις και από το αν μια τροφή είναι νόστιμη ή όχι. Μας βοηθά να μπορούμε να διακρίνουμε τι θα πρέπει να θεωρούμε ως τροφή ή μη τροφή, τον τρόπο με τον οποίο μπορούμε να μετατρέπουμε τις πρώτες ύλες σε φαγώσιμη τροφή, πότε επιτρέπεται να καταναλώνουμε μια τροφή ή όχι, τι θεωρείται ως καλή και υγιεινή διατροφή κ.τ.λ.

Η διαδικασία δημιουργίας προσωπικής ταυτότητας περιπλέκεται στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες. Οι τεράστιες αγροτικές, κτηνοτροφικές και βιομηχανικές μονάδες, που παράγουν έτοιμο φαγητό, δυσχεραίνουν  την κατηγοριοποίηση της τροφής. Η μαζική παραγωγή καθιστά, σε μεγάλο βαθμό,  την τροφή ως βρώσιμο είδος δίχως ταυτότητα, ιστορία, μνήμες, συναισθήματα και ρίζες προέλευσης. Αυτό, με τη σειρά του, μετατρέπει  όλους εμάς σε απλούς καταναλωτές τροφής που γνωρίζουν ολοένα και λιγότερο τι είναι αυτό που τρώνε. Οι σύγχρονες τροφές καθίστανται ολοένα και περισσότερο μη αναγνωρίσιμες με βάση την αρχική υφή και γεύση τους. Είναι επεξεργασμένες τροφές σε συσκευασίες που, συχνά, μόνον οι εντυπωσιακές και παραπλανητικές φωτογραφίες τους παραπέμπουν στο είδος της τροφής που περιέχουν. Επιπλέον, ακόμα και η ετικέτα της πίσω πλευράς, που «ενημερώνει» για τα υλικά παρασκευής της, αναγράφουν με δυσδιάκριτα και ιδιαιτέρως μικρά γράμματα την ονομασία δεκάδων συστατικών που μόνο τεχνικοί τροφίμων γνωρίζουν το τι είναι το καθένα τους και ποιος ο ρόλος τους στην παρασκευή της συσκευασμένης τροφής, καθιστώντας την παντελώς απογυμνωμένη από τα χαρακτηριστικά εκείνα που διεγείρουν τις αισθήσεις και ξυπνούν μνήμες, εικόνες και συναισθήματα.      

Ως εκ τούτου, η αναζήτηση ενός αισθήματος ασφάλειας, ελέγχου, ταυτότητας αλλά και ανάγκης κάποιου να θέλει να «ξεχωρίζει» ή να είναι κάτι το ιδιαίτερο ή διαφορετικό, μπορεί να εκφράζονται μέσα από μία συστηματική ενασχόληση ή εμμονή γύρω από κάποιον συγκεκριμένο τρόπο διατροφής ή παρασκευής τροφής (π.χ. χορτοφαγία, βεγκανισμός, ωμοφαγία κ.ά.). Αυτοί οι «αυστηροί» τρόποι διατροφής αποτελούν, αρκετές φορές, και μία ανάγκη συμβολικού ελέγχου του σώματος, όπως συμβαίνει και στις διάφορες διαταραχές λήψης τροφής, όπως π.χ. στην ψυχογενή ανορεξία. Αυτό δεν σημαίνει πως ο καθένας που ακολουθεί έναν από αυτούς τους τρόπους διατροφής αναζητά οπωσδήποτε και μια αίσθηση προσωπικής ταυτότητας, ένα αίσθημα ασφάλειας κ.τ.λ. Προσωπικά, πιστεύω, όμως, πως όσο νεότερης, συνήθως, ηλικίας είναι ένα άτομο, καθώς και όσο φανατικότερα υποστηρίζει τον τρόπο διατροφής που έχει επιλέξει, αφορίζοντας ταυτόχρονα τον οποιονδήποτε άλλον, τότε η υπόθεση που κάναμε είναι πολύ πιθανόν να ισχύει.

Όσον αφορά στην ανάγκη αναζήτησης ενός είδους προσωπικής ταυτότητας, κάτι ανάλογο με τα προαναφερθέντα συμβαίνει και με νεαρά κυρίως άτομα που εντάσσονται σε κάποια υποκουλτούρα π.χ. χρηστών ναρκωτικών ουσιών, ατόμων ή ομάδας με παραβατική ή αντικοινωνική συμπεριφορά, με ακραίες πολιτικοκοινωνικές θέσεις και τυφλές πρακτικές καταστροφής και βίας, οπαδικών ποδοσφαιρικών συνδέσμων που καταφεύγουν συστηματικά στην άσκηση βίας κ.ά. Για ένα τέτοιο άτομο,  είναι πολύ καλύτερο το νιώθει πως είναι π.χ. χρήστης, οπαδός, μέλος και πως ανήκει κάπου, από το νιώθει πως είναι απλά ένα Τίποτα ή ο Κανένας…

Ο τρόπος διατροφής μας δεν σχετίζεται μόνο με τις βιολογικές μας ανάγκες, αλλά και με την ακόμα μεγαλύτερη αποσαφήνιση των ορίων  μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών τάξεων, γεωγραφικών περιοχών, εθνών, πολιτισμών, φύλων, θρησκειών, και των διαφόρων φάσεων της ζωής μας. Η κατανάλωση και επιλογή τροφής συμβάλει στη διάκριση και στον τονισμό διαφόρων  κοινωνικών τελετουργιών και παραδόσεων, εορταστικών εκδηλώσεων, εποχών του έτους και χρονικών στιγμών του 24ώρου μας. Η σύγχρονη βιομηχανία παραγωγής τροφίμων, κυρίως στη Δύση, και η εύκολη πρόσβαση στην παγκοσμιοποιημένη πλέον αγορά τροφίμων έχουν συμβάλει στο «ξεθώριασμα» αυτών των ορίων μεταξύ εθνών, πολιτισμών και φύλων, κάτι που καθιστά την επιλογή τροφής και τον τρόπο διατροφής ακόμα πιο σημαντικούς παράγοντες, όσον αφορά στην ανάγκη κάποιων να θέλουν να «ξεχωρίζουν» ή να διαφοροποιηθούν από τους Άλλους, διαμέσου της (ψευδ)αίσθησης ταυτότητας που τους δίνει αυτός ο διαφορετικός τρόπος διατροφής.

Τροφή και διαπροσωπικές σχέσεις

Επίλογος

Ο σχολιασμός του τρόπου διατροφής των άλλων ήταν πάντα ένα ιδιαίτερα φορτισμένο συναισθηματικά πεδίο, από τη στιγμή που αυτά που τρώμε αποτελούν έναν τρόπο να δείχνουμε το ποιοι είμαστε, έναν «προσωπικό χώρο», ένα προσωπικό σήμα κατατεθέν. Η τροφή μας σφύζει από αξίες και προσωπικά βιώματα που, σε καμία περίπτωση, δεν μπορούν να παραβλεφθούν δίχως συναισθηματικό/ψυχικό κόστος.

Κάθε μέρα που περνά, το φαγητό στο πιάτο μας αποτελεί μια αφήγηση για τον εαυτό μας. Η τροφή μας είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα απλό φαγητό, η δε ώρα του φαγητού είναι η αρχαιότερη πολιτισμική έκφραση της ιστορίας της ανθρωπότητας. Όμως, από το να αποτελεί, ως φορέας αξιών της ομάδας στην οποία ανήκουμε, μία κατεξοχήν συλλογική έκφραση, έχει μεταλλαχθεί σε μια ατομική επιλογή και ένα ξεκάθαρο συστατικό της προσωπικής μας ταυτότητας.

Ο καθένας έχει το δικαίωμα να τρώει ότι θέλει. Αυτό που έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι ο τρόπος που τρώμε και το νόημα που δίνουμε σε αυτή τη στιγμή/τελετουργία. Θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί με τις αμέτρητες διατροφικές προτάσεις με τις οποίες βομβαρδιζόμαστε από τους πανταχόθεν ειδικούς περί διατροφής. Θεωρώ πως την τροφή μας θα πρέπει, κατά κύριο λόγο, να τη βλέπουμε ως ένα σημαντικό μέσο δημιουργίας προϋποθέσεων ουσιαστικής επικοινωνίας και συνύπαρξης. Η τροφή μας δεν θα πρέπει να είναι πολύ πολύπλοκη γιατί κάτι τέτοιο παρεμποδίζει το διάλογο και την επικοινωνία.

Τέλος, πριν εγκαταλείψουμε αυτόν τον μάταιο κόσμο, θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι είναι σημαντικότερο: το να έχουμε ζήσει προς χάριν ενός  υγιούς και καλοσχηματισμένου σώματος ή προς χάριν  μίας αρμονικής συνύπαρξης και επικοινωνίας με άλλους;

Για την υπηρεσία online ψυχολόγος (online συνεδρίες) κάντε κλικ ΕΔΩ

Για ραντεβού στο γραφείο του Σάββα Ν. Σαλπιστή Ph.D. κάντε κλικ ΕΔΩ

 Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης

Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής

Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *