Η φύση του βρέφους και η ανάγκη για επικοινωνία
Κείτεται γυμνό στην κούνια του ή σε κάποια αφιλόξενη αγκαλιά, κλαίγοντας γοερά. Δεν είναι καν σε θέση να γυρίσει το κορμάκι του στο πλάι, ούτε και να βάλει τα δαχτυλάκια του στο στόμα για να αυτοπαρηγορηθεί. Είναι παντελώς ανήμπορο, όχι εξαιτίας κάποιας ανεπάρκειας, αλλά επειδή αυτή είναι η φύση του. Είναι απόλυτα εξαρτημένο, όχι επειδή έχει κάποια αναπηρία, αλλά γιατί έτσι πλάστηκε. Έτσι ήμασταν όλοι μας κάποτε. Παντού και πάντα. Ανήμποροι να φροντίσουμε τον εαυτό μας, παντελώς αβοήθητοι, στο έλεος αυτών που μας έφεραν στον κόσμο και μιας κοινωνίας που έχει αναγάγει το ανθρώπινο βρέφος σε ένα από τα πλέον ιερά ιδεώδη της.
Και όμως ακόμα και η σύγχρονη κοινωνία προσπαθεί εδώ και δεκαετίες να «δαμάσει» τις «υπερβολικές θυμικές αντιδράσεις» των βρεφών, δηλαδή το κλάμα τους, διαμέσου των επιστημονικών της εκπροσώπων που συμβουλεύουν τους γονείς να τις «οριοθετούν» και να μη τις πριμοδοτούν. Και όμως, ένα βρέφος δεν διαθέτει τίποτ΄άλλο εκτός από το κλάμα του για να επικοινωνήσει την οποιαδήποτε ανάγκη του. Το να βουβάνουμε αυτό το κλάμα είναι ταυτόσημο με τη φίμωση ενός ενήλικα ή με την παραίτηση κάποιου που ουρλιάζει μάταια για βοήθεια επί ώρες, χωρίς κανείς να τον ακούει.
Πότε η προστασία του παιδιού γίνεται υπερπροστασία;
Η προστασία του παιδιού γίνεται υπερπροστασία όταν ο γονιός προσπαθεί να το προφυλάξει από κάθε δυσκολία, κίνδυνο ή απογοήτευση, περιορίζοντας τις ευκαιρίες του να δοκιμάζει, να αποφασίζει και να αντιμετωπίζει προβλήματα ανάλογα με την ηλικία του. Η υπερπροστατευτική στάση μπορεί να μειώσει σταδιακά την αυτονομία και την εμπιστοσύνη του παιδιού στις δικές του ικανότητες.
Σύγχρονη φροντίδα παιδιού: Η έρευνα για το κλάμα και τη σωματική επαφή
Η σύγχρονη έρευνα έχει διαψεύσει στο σύνολό τους τις επί δεκαετίες ισχύουσες αντιλήψεις που ήθελαν τους γονείς να αφήνουν το παιδί τους να κλαίει για να μη «κακομάθει». Έχει αποδειχθεί πως τα μωρά μητέρων που αντιδρούν άμεσα στο κλάμα τους όχι μόνο κλαίνε πολύ λιγότερο μετά τους 6 πρώτους μήνες, αλλά είναι και πολύ πιο ασφαλή απ΄ότι τα μωρά μητέρων που τα αφήνουν να κλαίνε για να μη «κακομάθουν».
Όταν ένα έμβρυο ζει και αναπτύσσεται για 9 μήνες μέσα σε μία ζεστή «αγκαλιά» -τη μήτρα- δεν του είναι καθόλου εύκολο, ως βρέφος πλέον, να εξοικειωθεί χωρίς κάτι να το περιβάλει, χωρίς το άκουσμα του γνώριμου χτύπου της μητρικής καρδιάς, ιδιαίτερα όταν κάποιο εσωτερικό ή εξωτερικό ερέθισμα το αναστατώσει. Οι πρώτες επιστημονικές αποδείξεις για τη σημασία της άμεσης σωματικής επαφής έχουν να κάνουν με τη μέθοδο καγκουρό.
Σύμφωνα και με τις κατευθυντήριες οδηγίες του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (WHO), η μέθοδος καγκουρό και η άμεση σωματική επαφή επιταχύνουν την ανάρρωση των πρόωρων βρεφών, αποδεικνύοντας πως όσα μωρά τοποθετούνταν καθημερινά στο γυμνό στήθος της μητέρας τους, τυλιγμένα σε ένα ζεστό σάλι, ανέκαμπταν γρηγορότερα και με λιγότερες επιπλοκές.

Αλλάζοντας την ουσιαστική φροντίδα παιδιού: Από την αγκαλιά στην αποξένωση
Ο άνθρωπος, ως νομαδικό είδος, κουβαλούσε για χιλιετίες πάνω στο σώμα του τα βρέφη του. Αυτό σημαίνει πως το βρέφος είναι «προγραμματισμένο» να έχει ανάγκη τη σωματική επαφή. Για πρώτη φορά στη βιομηχανική κοινωνία, τέθηκε ζήτημα για το πού θα πρέπει να κοιμούνται τα μωρά.
Παλαιότερα κοιμόντουσαν όλοι μαζί στον ίδιο χώρο, κατόπιν όλα τα αδέλφια μαζί. Τώρα πλέον το κάθε παιδί «πρέπει» να έχει το δωμάτιο, την TV, τον υπολογιστή του κλπ. Μαζί με τις αυξημένες, και τεχνητές συχνά, υλικές ανάγκες των παιδιών, αυξάνεται και η αποξένωσή τους. Μια αποξένωση από την άμεση επικοινωνία και επαφή με τον περίγυρο.
Είναι βέβαιο πως πολλές από τις αντιλήψεις για τη φροντίδα παιδιού καθορίστηκαν και καθορίζονται από τις ανάγκες της αλλαγής του τρόπου της ζωής μας. Όχι από τις ανάγκες της ίδιας μας της φύσης ως ανήμπορων βρεφών ή μικρών παιδιών.
Τα παιδιά δεν χρειάζονται μόνο θερμίδες για να μεγαλώσουν, αλλά και αγάπη, φιλική διάθεση και σωματική/συναισθηματική εγγύτητα. Έχουν ανάγκη από την ύπαρξη κάποιου που να είναι πάντα διαθέσιμος. Κάποιου να τα χαϊδέψει, να τα αγγίξει, να τα αγκαλιάσει, να τα φιλήσει, να τα παρηγορήσει.
Το βρέφος, μη έχοντας την αίσθηση του χρόνου, όταν νιώσει μια έντονη ανάγκη πανικοβάλλεται. Είτε αυτό λέγεται πείνα, φόβος, μοναξιά, πόνος κλπ. Πανικοβάλλεται, αν κάποιος δεν προστρέξει άμεσα να το καθησυχάσει και να το ανακουφίσει.
Αυτό του δημιουργεί σταδιακά μια αίσθηση ασφάλειας και μια εσωτερική βεβαιότητα για την ύπαρξη κάποιου που θα βρεθεί δίπλα του. Κάθε φορά που θα νιώσει ανάλογα, θα το φροντίσει, θα το προστατέψει. Αυτό με τη σειρά του θα το κάνει να αντιδρά ολοένα και ηπιότερα σε ανάλογες μελλοντικές περιπτώσεις «εκτάκτου ανάγκης».

Ο συναισθηματικός ρόλος των γονέων
Το αν κάποιος γίνει ή όχι ασφαλές άτομο και επαρκής γονιός αργότερα στη ζωή έχει σε μεγάλο βαθμό να κάνει και με το αν έχει βιώσει αυτήν την ατόφια και χωρίς όρια και όρους αποδοχή και σωματική επαφή ως βρέφος και μικρό παιδί. Και αυτή η φροντίδα δεν έχει κι ούτε πρέπει να έχει φύλο. Θα πρέπει να ασκείται και από τους δύο γονείς με τρόπο που να ανταποκρίνεται τόσο στις ανάγκες του ίδιου του παιδιού, αλλά και στις προσωπικές ανάγκες των φροντιστών του.
Το να γίνει κάποιος γονιός εμπεριέχει πολύ περισσότερα πράγματα από το να φέρει στον κόσμο ένα παιδί. Μία ψυχολογική γονεϊκότητα σημαίνει μία δια βίου ευθύνη και έγνοια, χωρίς τη δυνατότητα μετάνοιας. Το δε παιδί χρειάζεται μία ζεστή, στενή και διαρκή σχέση με αυτούς που το φροντίζουν. Η σχέση γονέα-παιδιού γεννά τόσο έντονα συναισθήματα που θα μπορούσε να συγκριθεί με το τυφλό ερωτικό πάθος, όπου, εκτός από τον απύθμενο έρωτα και τα πολύ θετικά συναισθήματα, το παιδί γίνεται αποδέκτης και των πιο επώδυνων και κρυφών αισθημάτων του γονέα, όπως ο φθόνος, το μίσος και το άγχος. Συνήθως, τα αισθήματα αυτά -σχεδόν πάντα υποσυνείδητα- έχουν τις ρίζες τους σε βιώματα της παιδικής ηλικίας του γονέα, από τα οποία κανένας δεν είναι δυνατόν να απαλλαγεί, αν πρώτα δεν τα συνειδητοποιήσει και δεν επεξεργασθεί εντός του.

Η σωστή φροντίδα παιδιού απαιτεί ευαισθησία και ισορροπία
Μια ιδεολογία φροντίδας του παιδιού δεν θα πρέπει να έχει τη μορφή προγραμματικών δηλώσεων. Πρέπει να βασίζεται, κυρίως, στη μοναδικότητα του κάθε παιδιού και στην ευαισθησία του γονέα να διαβάζει τα μηνύματά του. Ανταποκρινόμενος σ’ αυτά με τρόπο που προάγει την αίσθηση «ευ ζην» του παιδιού, νιώθει ταυτόχρονα κι ο ίδιος καλά.
Συχνές ερωτήσεις
- Τι σημαίνει προστασία του παιδιού και πότε γίνεται υπερπροστασία;
Η προστασία είναι απαραίτητη για την ασφάλεια και την ανάπτυξη του παιδιού. Γίνεται υπερπροστασία όταν ο γονιός προσπαθεί να απομακρύνει από τη ζωή του παιδιού κάθε δυσκολία, κίνδυνο ή απογοήτευση, ακόμη και όταν αυτά θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με την κατάλληλη υποστήριξη και ανάλογη με την ηλικία του ελευθερία. - Ποια είναι τα σημάδια ότι ένας γονιός είναι υπερπροστατευτικός;
Η συνεχής παρέμβαση στις επιλογές του παιδιού, η υπερβολική ανησυχία για πιθανούς κινδύνους, η δυσκολία να το αφήσει να κάνει πράγματα μόνο του και η προσπάθεια να λύνει κάθε πρόβλημα πριν εκείνο προσπαθήσει να το αντιμετωπίσει μπορεί να δείχνουν υπερπροστατευτική στάση. - Πώς επηρεάζει η υπερπροστασία την αυτονομία του παιδιού;
Όταν το παιδί δεν έχει ευκαιρίες να δοκιμάσει, να αποφασίσει και να αντιμετωπίσει μικρές δυσκολίες, μπορεί να δυσκολευτεί να αναπτύξει αυτοπεποίθηση και αίσθηση ικανότητας. Η υπερπροστασία μπορεί επίσης να ενισχύσει την πεποίθηση ότι ο κόσμος είναι υπερβολικά επικίνδυνος ή ότι το ίδιο δεν μπορεί να τα καταφέρει χωρίς τη βοήθεια του γονιού. - Πώς μπορούν οι γονείς να προστατεύουν το παιδί χωρίς να περιορίζουν την ανεξαρτησία του;
Χρειάζεται να προσαρμόζουν την προστασία στην ηλικία και στις πραγματικές ανάγκες του παιδιού, να θέτουν σαφή όρια και ταυτόχρονα να του δίνουν χώρο για πρωτοβουλία. Ο γονιός δεν χρειάζεται να απομακρύνει κάθε δυσκολία, αλλά να είναι διαθέσιμος ώστε να βοηθήσει το παιδί να την αντιμετωπίσει με ασφάλεια. - Πώς μπορεί ένας γονιός να διαχειριστεί τον δικό του φόβο για το παιδί;
Η υπερπροστασία συχνά συνδέεται περισσότερο με το άγχος του γονιού παρά με τον πραγματικό κίνδυνο που αντιμετωπίζει το παιδί. Η αναγνώριση αυτού του φόβου και η διάκριση ανάμεσα στον πραγματικό κίνδυνο και στην ανάγκη του γονιού να ελέγχει τα πάντα μπορούν να βοηθήσουν. Όταν η ανησυχία γίνεται έντονη και επηρεάζει σημαντικά τη σχέση με το παιδί, μπορεί να είναι χρήσιμη η υποστήριξη ειδικού.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.

