Εισαγωγή
Υπάρχει ένα βλέμμα που δεν αποτυπώνεται συχνά σε φωτογραφίες. Πρόκειται για την εσωτερική κρίση της μητρότητας, εκείνο το βλέμμα που στρέφεται κρυφά στο κενό, όταν όλα γύρω είναι ήσυχα αλλά μέσα της όχι. Αντιθέτως, δεν είναι το τρυφερό βλέμμα πάνω από το βρέφος. Ουσιαστικά, είναι η ματιά που λέει: “Δεν ξέρω ποια είμαι πια”
Η μητρότητα έχει υμνηθεί όσο λίγες ανθρώπινες εμπειρίες και, ίσως γι’ αυτό, είναι τόσο δύσκολο να μιλήσουμε για την άλλη της όψη: τη μοναξιά, την ψυχική κατάρρευση, την κούραση, την αμφιθυμία, την απώλεια ταυτότητας. Η μητέρα καλείται να είναι ταυτόχρονα ηθικά ακέραιη, συναισθηματικά διαθέσιμη, πρακτικά επαρκής και ψυχικά ήρεμη, χωρίς ανάπαυση, χωρίς ρωγμές, χωρίς χώρο για δικά της συναισθήματα.
Σε αυτό το άρθρο, θα φωτίσουμε την κρίση της μητρότητας όχι ως απόκλιση από το «φυσιολογικό», αλλά ως κομμάτι της αλήθειας που συχνά αποσιωπάται. Θα μιλήσουμε για τις εσωτερικές συγκρούσεις, τις ενοχές, τις ψυχικές μεταπτώσεις και τον φόβο της έλλειψης επάρκειας που βιώνουν πολλές γυναίκες, χωρίς να τολμούν να το πουν φωναχτά.
Γιατί η μητρότητα δεν είναι μόνο ροζ, ούτε μόνο άσπρη. Είναι φτιαγμένη από όλες τις αποχρώσεις της ανθρώπινης ψυχής.
Η αθέατη απώλεια ταυτότητας: από «γυναίκα» σε «μητέρα» – και μετά;
Η ψυχολογική πίεση της αυταπάρνησης
Πράγματι, η μητρότητα έρχεται με έναν ριζικό επαναπροσδιορισμό του εαυτού. Ως εκ τούτου, η γυναίκα δεν είναι πια μόνο κόρη, σύντροφος, εργαζόμενη ή φίλη. Γίνεται «μητέρα», μια ταυτότητα με τεράστιο συναισθηματικό βάρος, κοινωνικό νόημα και βιολογική δύναμη. Και όμως, ακριβώς μέσα σε αυτή τη νέα ταυτότητα, πολλές γυναίκες νιώθουν να χάνουν άλλες πτυχές του εαυτού τους. Δεν ξέρουν πού τελειώνουν οι ίδιες και πού αρχίζει το παιδί. Η έννοια του «εγώ» θολώνει.
Μία γυναίκα που υπήρξε δημιουργική, αυτόνομη, ερωτική, κοινωνική, μπορεί ξαφνικά να βρεθεί καθηλωμένη στον ρόλο της φροντίδας. Όλα περιστρέφονται γύρω από το μωρό: ο ύπνος της, το φαγητό της, οι ρυθμοί της καθημερινότητας, ακόμα και ο εσωτερικός της διάλογος. Ακόμη κι αν το ήθελε με όλη της την καρδιά, η απότομη αυτή μετάβαση μπορεί να είναι τραυματική. Όχι επειδή δεν αγαπά το παιδί της, αλλά επειδή η ψυχική της συνέχεια κόβεται απότομα.
Η εμπειρία της ψυχολογικής εξαφάνισης
Κάποιες γυναίκες περιγράφουν αυτή την εμπειρία ως «ψυχολογική εξαφάνιση». Σαν να τις κατάπιε η ιδιότητα της μητέρας και να μην ξέρουν πλέον πώς να επιστρέψουν στον εαυτό τους. Δεν είναι τυχαίο πως πολλές γυναίκες, όταν τα παιδιά τους μεγαλώνουν και αρχίζουν να ανεξαρτητοποιούνται, περνούν μία δεύτερη κρίση: δεν ξέρουν πια ποια είναι χωρίς τον ρόλο της φροντίδας.
Σε μια κοινωνία που εξιδανικεύει τη μητρική αυταπάρνηση, η γυναίκα που αναζητά χώρο για τον εαυτό της ενοχοποιείται. Αν πει πως της λείπει η παλιά της ζωή, θεωρείται αχάριστη. Αν πει πως δεν είναι ευτυχισμένη, θεωρείται «κακή μητέρα». Έτσι, σιωπά. Και μαζί με τη σιωπή, έρχεται και η μοναξιά.
Αναζητώντας την αναγνώριση της γυναικείας φύσης
Πράγματι, η αλήθεια είναι πως η μητρότητα δεν σβήνει τη γυναικεία υποκειμενικότητα. Επιπλέον, η γυναίκα συνεχίζει να έχει ανάγκες, επιθυμίες, κούραση και σαφή όρια. Και όταν δεν αναγνωρίζεται αυτή η αλήθεια, τότε αρχίζει η φθορά. Μία εσωτερική θλίψη που δεν έχει όνομα, αλλά γίνεται σταδιακά μόνιμος συνοδοιπόρος.
Αντί, λοιπόν, να μιλάμε μόνο για τον ηρωισμό της μητρότητας, ίσως ήρθε η ώρα να μιλήσουμε και για την απώλεια που τη συνοδεύει. Για να μπορέσει η γυναίκα να ξαναβρεί τον εαυτό της μέσα σε αυτόν τον νέο ρόλο, και όχι να τον ξεχάσει.
Αναγνωρίζοντας την αλήθεια πίσω από τη μάσκα
Η κρίση της μητρότητας δεν είναι αδυναμία, αλλά μια βαθιά υπαρξιακή μετάβαση. Μέσα από την ψυχοθεραπεία, μπορείτε να βρείτε έναν ασφαλή χώρο για να εκφράσετε όσα η σιωπή κάνει αβάσταχτα.
Αμφιθυμία και ενοχή: μπορεί μια μητέρα να πει «δεν είμαι καλά»;
Επιπλέον, η κρίση της μητρότητας συχνά συνοδεύεται από αντιφατικά συναισθήματα. Χαρά και εξάντληση, πληρότητα και μοναξιά, αγάπη και φόβος. Η αμφιθυμία είναι φυσική και αναπόφευκτη, όμως για πολλές γυναίκες είναι και βαθιά απαγορευμένη. Σαν να μην υπάρχει χώρος να πεις την αλήθεια, χωρίς να νιώσεις ένοχη.
Πολλές μητέρες νιώθουν ντροπή όταν δεν «συγκινούνται» κάθε φορά που κοιτάζουν το παιδί τους. Ή όταν κουράζονται από την επανάληψη των καθημερινών ρουτινών, όταν θυμώνουν, όταν νοσταλγούν τη ζωή «πριν». Σκέφτονται: «Τι μητέρα είμαι που δεν είμαι ευτυχισμένη κάθε λεπτό;». Αυτός ο εσωτερικός διάλογος δημιουργεί μια ψυχική φυλακή, όπου δεν επιτρέπεται καμία αδυναμία.
Η ιδεολογική εξιδανίκευση της μητρότητας ως υπέρτατης προσφοράς και άνευ όρων ευτυχίας αφήνει πολλές γυναίκες παγιδευμένες σε μια εσωτερική διάσπαση. Από τη μία, νιώθουν συναισθηματικά εξουθενωμένες και, από την άλλη, θεωρούν πως δεν έχουν το δικαίωμα να παραπονιούνται. Ο φαύλος κύκλος των αυτομομφών δυναμώνει.
Η μάσκα της χαράς και η πραγματικότητα
Μια μητέρα θυμάται χαρακτηριστικά: «Ένιωθα σαν να έπρεπε να φοράω μια μάσκα χαράς, ακόμα και όταν το μόνο που ήθελα ήταν να κοιμηθώ ή να είμαι για λίγο μόνη. Δεν τολμούσα να πω στους γύρω μου πως μερικές φορές δεν ήθελα να κρατήσω άλλο αγκαλιά το παιδί μου — όχι γιατί δεν το αγαπούσα, αλλά γιατί δεν άντεχα άλλο την εγγύτητα εκείνη τη στιγμή. Και αυτό με έκανε να νιώθω πως είμαι ένα τέρας».
Αυτό που περιγράφεται εδώ δεν είναι απόρριψη, αλλά κόπωση. Κι όμως, η ίδια η μητέρα το βιώνει ως αποτυχία. Αυτό που λείπει, στην πραγματικότητα, είναι η δυνατότητα να ειπωθούν αυτά τα συναισθήματα χωρίς φόβο. Να υπάρξει ένας χώρος —στην οικογένεια, στην κοινωνία, στη θεραπεία— όπου θα ακούγεται η μητέρα, όχι μόνο ως ρόλος, αλλά και ως άνθρωπος.
Ο ψυχαναλυτής Donald Winnicott μίλησε για την «αρκετά καλή μητέρα»: όχι την τέλεια, όχι την αλάνθαστη, αλλά εκείνη που είναι αυθεντική, επαρκής και ψυχικά παρούσα. Η αλήθεια είναι πως η μητέρα που τολμά να παραδεχτεί την αδυναμία της είναι ίσως πιο συνδεδεμένη με το παιδί της από εκείνη που πασχίζει να είναι αψεγάδιαστη.
Γιατί τα παιδιά δεν χρειάζονται τέλειες μητέρες. Χρειάζονται μητέρες που να αντέχουν την προσωπική τους αλήθεια, αλλά και τη μεταξύ τους σχέση.

Η σιωπηλή μοναξιά της μητέρας
Οι προσδοκίες των άλλων και η εσωτερική κρίση της μητρότητας
Υπάρχει μια μοναξιά που δεν φαίνεται, γιατί την περιβάλλει ένα χαμόγελο. Μια μοναξιά που δεν τολμά να μιλήσει, γιατί ξέρει πως κανείς δεν θέλει να την ακούσει. Είναι η μοναξιά της μητέρας. Όχι της εγκαταλειμμένης ή της απομονωμένης από την κοινωνία, αλλά της «κανονικής» μητέρας, αυτής που υποτίθεται πως έχει όλα όσα θα έπρεπε να την κάνουν ευτυχισμένη.
«Έχεις ένα υγιές παιδί, έναν σύντροφο, ένα σπίτι, τι άλλο θέλεις;» ακούν συχνά οι γυναίκες όταν τολμούν να ψελλίσουν ότι κάτι μέσα τους δεν πάει καλά. Κι έτσι, σταδιακά, σταματούν να μιλούν. Συγκρατούν τα λόγια τους και τα καταπίνουν μαζί με τις ενοχές, τον θυμό και την ψυχική τους κούραση.
Η μητρότητα φέρνει συχνά μια ριζική αλλαγή στη σχέση της γυναίκας με τον εαυτό της. Το σώμα δεν είναι πια μόνο δικό της. Ο χρόνος δεν της ανήκει. Η αίσθηση ταυτότητας μετακινείται. Από «είμαι» γίνεται «είμαι για κάποιον άλλον». Αυτός ο υπαρξιακός αποχωρισμός, όσο αναμενόμενος κι αν είναι, αφήνει μέσα της ένα αίσθημα απώλειας. Και αυτή η απώλεια δύσκολα γίνεται αντιληπτή από τους άλλους.
Η μοναξιά της μητέρας μέσα στο οικογενειακό πλαίσιο
Μια γυναίκα μπορεί να έχει αγαπημένο σύντροφο και υποστήριξη από τους γονείς, αλλά να νιώθει βαθιά μόνη. Γιατί η εμπειρία της μητρότητας δεν είναι μόνο συλλογική. Είναι και εσωτερική, με προσωπικό βάθος. Κανείς δεν μπορεί να ξέρει πώς είναι να είσαι αυτή η μητέρα, με αυτό το παιδί, σε αυτό το σώμα, με αυτά τα βιώματα και αυτές τις ανάγκες.
Συχνά η μητέρα βρίσκεται εγκλωβισμένη ανάμεσα σε αντικρουόμενες φωνές: τις προσδοκίες των άλλων, τις κοινωνικές αφηγήσεις για το πώς «πρέπει» να νιώθει και τις δικές της ανάγκες που παραμένουν άγνωστες και ακατονόμαστες. Μέσα σε αυτό το κενό γεννιέται η μοναξιά.
Αυτό που χρειάζεται δεν είναι μια λύση. Είναι να της επιτραπεί να υπάρξει. Η δυνατότητα να μπορεί να μιλήσει όπως ακριβώς νιώθει, χωρίς να συναντήσει την απαίτηση για «θετική σκέψη». Να μπορεί να πει: «Ναι, είμαι ευγνώμων που έγινα μητέρα, αλλά ταυτόχρονα νιώθω χαμένη μέσα σε αυτό».
Η θεραπεία μπορεί να λειτουργήσει εδώ ως χώρος αναγνώρισης αυτής της πολυπλοκότητας. Όχι για να βρεθεί το «σωστό συναίσθημα», αλλά για να επιτραπεί κάθε συναίσθημα. Και έτσι να πάψει η γυναίκα να είναι αόρατη μέσα στην πιο ορατή της ιδιότητα.
Η απώλεια του παλιού εαυτού: ποια ήμουν πριν γίνω μητέρα;
Το πένθος για την προηγούμενη ταυτότητα
Η γέννηση ενός παιδιού δεν είναι το μόνο που έρχεται στο φως στη ζωή μιας γυναίκας. Ταυτόχρονα με το παιδί, γεννιέται και μια νέα ταυτότητα: αυτή της μητέρας. Και, σχεδόν αθόρυβα, πεθαίνει και κάτι άλλο — ο προηγούμενος εαυτός της. Εκείνος που είχε άλλα όνειρα, άλλες προτεραιότητες, άλλους ρυθμούς και, κυρίως, περισσότερο χώρο για τον εαυτό του.
Αυτός ο εσωτερικός θάνατος δεν θρηνείται συχνά. Δεν τον αναγνωρίζουν οι γύρω, ούτε η ίδια η γυναίκα έχει λέξεις να τον περιγράψει. Κι όμως, είναι υπαρκτός και βαθύς. Η γυναίκα ανακαλύπτει ότι δεν μπορεί πια να λειτουργήσει όπως πριν. Οι βραδινές έξοδοι, τα αργοπορημένα πρωινά, ο αυθορμητισμός, ακόμη και η σιωπή, μοιάζουν πολυτέλειες. Δεν είναι μόνο ότι δεν προλαβαίνει. Είναι ότι δεν μπορεί να τις νιώσει πια με τον ίδιο τρόπο. Είναι σαν κάτι μέσα της να έχει αλλάξει τροχιά.
Πολλές γυναίκες περιγράφουν αυτή τη μετάβαση με έναν υπόγειο τόνο πένθους: «Σαν να έχασα μια εκδοχή του εαυτού μου που δεν πρόλαβα να γνωρίσω καλά», λένε. Δεν πρόκειται για μετάνοια. Δεν πρόκειται για αμφισβήτηση της αγάπης προς το παιδί. Πρόκειται για μια ειλικρινή παραδοχή: ότι η μητρότητα δεν έρχεται μόνο να προσθέσει, αλλά και να αφαιρέσει. Και ότι αυτό το «κομμένο κομμάτι» χρειάζεται αναγνώριση.
Αναζητώντας την ισορροπία ανάμεσα στους ρόλους
Ο αποχωρισμός από τον παλιό εαυτό είναι συχνά γεμάτος ενοχές. Γιατί η κοινωνική αφήγηση λέει πως η μητέρα πρέπει να βρίσκει το «νόημα της ζωής» στο παιδί της. Όμως καμία ταυτότητα, όσο ιερή κι αν θεωρείται, δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον ολόκληρο εαυτό. Η γυναίκα χρειάζεται να μπορεί να ξαναβρεί κάποια από τα πρόσωπα που είχε πριν: της ερωμένης, της φίλης, της κόρης, της δημιουργού. Όχι για να «ξεφύγει» από τη μητρότητα, αλλά για να μπορέσει να είναι μητέρα χωρίς να χαθεί μέσα της.
Η ψυχανάλυση μάς διδάσκει ότι κάθε νέα ταυτότητα χρειάζεται επεξεργασία, και ότι κάθε μεγάλη αλλαγή εμπεριέχει μια απώλεια. Το τραύμα της μητρότητας δεν βρίσκεται μόνο στις δύσκολες γέννες ή στους κολικούς των πρώτων μηνών. Βρίσκεται και στο αθέατο κενό που αφήνει η αναγκαστική απομάκρυνση από έναν οικείο εαυτό. Και αν δεν δοθεί χώρος γι’ αυτή την απώλεια, τότε γεννιέται μέσα στη γυναίκα μια σιωπηλή θλίψη, που μεταμφιέζεται σε ευσυνειδησία, υπερπροσφορά ή εξουθένωση.
Αυτή η θλίψη δεν είναι απόδειξη αχαριστίας. Είναι το τίμημα μιας ριζικής αλλαγής. Και η αποδοχή της είναι το πρώτο βήμα για να μπορέσει η γυναίκα να χτίσει έναν καινούριο εαυτό, πιο αληθινό, πιο σύνθετο και πιο δικό της.

Το αθέατο άγχος και οι φαντασιώσεις αποτυχίας: μήπως δεν είμαι αρκετά καλή μητέρα;
Πίσω από το χαμόγελο της μητέρας που φροντίζει, οργανώνει, θηλάζει ή ξενυχτά, κρύβεται συχνά ένα βουβό άγχος: Είμαι αρκετή; Είμαι καλή μητέρα; Μήπως του κάνω κακό χωρίς να το καταλαβαίνω; Αυτές οι σκέψεις, αν και πολύ συνηθισμένες, σπάνια λέγονται δυνατά. Και αυτό τις κάνει πιο τοξικές, πιο ύπουλες.
Η κοινωνία, οι παιδίατροι, τα περιοδικά, οι φίλοι, ακόμη και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, παράγουν μια ασφυκτική εικόνα της «τέλειας μητέρας» — εκείνης που είναι πάντα διαθέσιμη, χαρούμενη, ήρεμη, υπομονετική και γεμάτη ενσυναίσθηση. Αυτή η εικόνα, όμως, δεν αντέχει στη ζωή. Η πραγματικότητα είναι πιο ακατάστατη, γεμάτη αντιφάσεις, στιγμές αμφιβολίας, εξάντλησης και εσωτερικής απόσυρσης.
Και τότε ξεκινά το εσωτερικό μαρτύριο. Όταν η μητέρα θυμώσει, κουραστεί, βαρεθεί ή χρειαστεί απλώς πέντε λεπτά χωρίς το παιδί της, εμφανίζεται μια εσωτερική φωνή — συχνά εσωτερικευμένη από τη δική της μητέρα ή από αυστηρές κοινωνικές αξίες — που ψιθυρίζει: «Δεν είσαι αρκετά καλή». Αυτή η φαντασίωση αποτυχίας, αν δεν λεκτικοποιηθεί και δεν επεξεργαστεί, μπορεί να μετατραπεί σε βαθιά ντροπή ή ακόμη και κατάθλιψη. Συνεπώς, η κρίση της μητρότητας επιδεινώνεται όταν η γυναίκα πασχίζει να είναι αψεγάδιαστη.
Η έννοια της αρκετά καλής μητέρας ως λύτρωση
Ο Winnicott, με τη θεμελιώδη έννοια της «αρκετά καλής μητέρας» (good enough mother), μας προσφέρει μια ανακουφιστική απάντηση. Δεν χρειάζεται η μητέρα να είναι τέλεια. Χρειάζεται να είναι «αρκετά καλή»: παρούσα αλλά όχι αλάνθαστη, ανταποκρινόμενη αλλά όχι καταπιεστική, διαθέσιμη αλλά και ικανή να αντέχει τη δική της αδυναμία. Μέσα από τις ατέλειες, το παιδί μαθαίνει να διαχειρίζεται την απογοήτευση, να χτίζει αντοχή και να σχηματίζει ρεαλιστικές προσδοκίες από τη ζωή.
Η ψυχοθεραπεία προσφέρει έναν χώρο όπου αυτές οι ενοχές μπορούν να αρθρωθούν χωρίς φόβο. Η γυναίκα μπορεί να παραδεχτεί ότι δεν είναι πάντα δοτική, ότι έχει επιθετικά ή αμφίθυμα συναισθήματα, χωρίς να απειλείται από αυτό η μητρική της αξία. Το παιδί δεν χρειάζεται μια «άγια» μητέρα. Χρειάζεται μια ανθρώπινη μητέρα — μια μητέρα που αναγνωρίζει τα όριά της, που ζητά συγγνώμη, που δείχνει στοργή αλλά και κόπωση, αγάπη αλλά και αμφιθυμία.
Όταν το άγχος της αποτυχίας γίνει λέξεις, όταν η μητέρα τολμήσει να πει «δεν είμαι τέλεια και δεν πειράζει», τότε γεννιέται κάτι πολύ πιο πολύτιμο από την τελειότητα: η αυθεντικότητα.

Η αόρατη μοναξιά της μητέρας: ποιος φροντίζει εκείνη που φροντίζει;
Πολλές μητέρες, ακόμη και όταν περιβάλλονται από οικογένεια, φίλους ή συγγενείς, νιώθουν έναν βαθύ, αδιόρατο τύπο μοναξιάς. Όχι απαραίτητα επειδή είναι μόνες πρακτικά, αλλά επειδή βιώνουν μια εσωτερική απομόνωση, σαν να μη βλέπει κανείς πραγματικά τι περνούν.
Η μητρότητα συνοδεύεται από μία σχεδόν αυτόματη παραδοχή: η μητέρα θα είναι ο φροντιστής όλων. Θα φροντίζει το μωρό, τον σύντροφο, το σπίτι, την ισορροπία της οικογένειας, ακόμη και τα συναισθήματα των άλλων. Ποιος, όμως, φροντίζει την ίδια τη μητέρα;
Είναι συχνό φαινόμενο μια γυναίκα, που μόλις έγινε μητέρα, να μην τολμά να πει: «Δεν είμαι καλά», «Νιώθω να πνίγομαι», «Μου λείπει η παλιά μου ζωή», γιατί φοβάται μήπως θεωρηθεί αχάριστη, αδύναμη ή «κακιά μητέρα». Έτσι, πολλές γυναίκες καταλήγουν να σωπαίνουν. Να κουβαλούν μέσα τους την εξάντληση, τη μοναξιά, τις ενοχές και τις αμφιβολίες, χωρίς χώρο έκφρασης.
Αυτή η σιωπή, όμως, είναι βαριά. Κι όσο δεν μοιράζεται, τόσο γίνεται πιο απειλητική. Η μητέρα μπορεί να νιώθει πως δεν έχει το δικαίωμα να ζητήσει φροντίδα, σαν να μην της «ανήκει» πια το προνόμιο της αδυναμίας. Και όταν επιχειρεί να το κάνει, συχνά συναντά σχόλια που υποτιμούν την εμπειρία της: «Έλα τώρα, όλες οι μαμάδες τα περνούν αυτά» ή «Μα δεν είναι ευλογία να έχεις παιδί;»
Η μοναξιά αυτή μπορεί να είναι υπαρξιακή. Δεν αφορά μόνο την έλλειψη βοήθειας, αλλά και την απουσία ενός τόπου όπου μπορούν να κατατεθούν τα ακατέργαστα συναισθήματα: οι διχογνωμίες, η θλίψη που συνυπάρχει με τη χαρά, η κούραση που δεν χωρά σε εύκολες απαντήσεις. Αυτή η απομόνωση μπορεί να οδηγήσει σε συναισθηματικό μούδιασμα, απόσυρση ή ακόμη και κατάθλιψη, που δεν είναι πάντοτε άμεσα αναγνωρίσιμη.
Το βάρος της σιωπηλής εξάντλησης
Μια μητέρα με δύο μικρά παιδιά περιέγραφε στη θεραπεία πως, κάθε βράδυ, μετά το μπάνιο, το φαγητό, το παραμύθι και την αγκαλιά, καθόταν στο πάτωμα της κουζίνας και έκλαιγε μόνη της. Όχι γιατί δεν αγαπούσε τα παιδιά της — τα λάτρευε. Αλλά γιατί ένιωθε πως κανείς δεν έβλεπε πόσα κρατούσε μέσα της, πόσα ανέβαλλε, πόσο είχε χάσει την αίσθηση του εαυτού της.
Η μητρότητα δεν είναι μόνο δόσιμο· είναι και απώλεια. Χάνεις χρόνο, ελευθερία, ατομικότητα, ακόμη και φίλους ή εργασία. Και όταν αυτές οι απώλειες δεν αναγνωρίζονται, η μητέρα μένει χωρίς «καθρέφτη», χωρίς κάποιον να τη δει όπως είναι — και όχι μόνο μέσα από τον ρόλο της.
Η φροντίδα της μητέρας δεν είναι πολυτέλεια. Είναι προϋπόθεση για να μπορεί να συνεχίσει να φροντίζει. Αν δεν υπάρχει χώρος για τα δικά της συναισθήματα, αν δεν υπάρχει άνθρωπος να τη δει, τότε η μητρική παρουσία κινδυνεύει να γίνει κενή ή εξαντλημένη. Πράγματι, η κρίση της μητρότητας απαιτεί αναγνώριση της απώλειας για να μη γίνει η μητέρα μια “σκιά”.

Η αναδιαπραγμάτευση της ταυτότητας: ποια είμαι τώρα που έγινα μητέρα;
Η μητρότητα είναι μια ριζική μεταμόρφωση. Δεν προστίθεται απλώς ένας ρόλος στη ζωή της γυναίκας· αναδιαμορφώνει βαθιά τον τρόπο που εκείνη βιώνει τον εαυτό της, το σώμα της, τον χρόνο, τις προτεραιότητες και τις σχέσεις. Η μητρότητα δεν είναι μια γραμμική εμπειρία, αλλά μια εσωτερική επανάσταση. Και κάθε επανάσταση αφήνει πίσω της ερωτήματα: «Ποια είμαι τώρα;», «Τι σημαίνει να είμαι εγώ, έξω από τον ρόλο της μητέρας;», «Χωράνε ακόμη τα παλιά μου κομμάτια στο καινούργιο μου πρόσωπο;»
Πολλές γυναίκες περιγράφουν αυτή την εμπειρία σαν ένα «ψυχολογικό ξεγύμνωμα». Δεν είναι μόνο το σώμα που αλλάζει, είναι και η ψυχή. Οι παλιές ταυτότητες που είχαν οριστεί από την εργασία, τις φιλίες, τις δραστηριότητες, την αυτονομία ή την εικόνα του σώματος, μοιάζουν να μπαίνουν σε παύση. Για ένα μεγάλο διάστημα, η γυναίκα νιώθει πως υπάρχει μόνο μέσα από το βλέμμα του παιδιού της. Είναι μητέρα — και τίποτε άλλο.
Η διατήρηση του εαυτού πέρα από τον ρόλο
Αυτό το πέρασμα μπορεί να γίνει οδυνηρό, αν δεν αναγνωριστεί. Η μητρότητα δεν χρειάζεται να ισοδυναμεί με ακύρωση των άλλων όψεων του εαυτού. Αντίθετα, είναι σημαντικό να παραμένει χώρος για όλα τα κομμάτια που συνθέτουν την προσωπικότητα μιας γυναίκας. Μπορεί να είσαι μητέρα, αλλά και δημιουργός, επαγγελματίας, σύντροφος, γυναίκα που επιθυμεί, που σκέφτεται, που έχει δικές της ανάγκες.
Όταν αυτός ο χώρος δεν διαφυλάσσεται, τότε η μητέρα κινδυνεύει να χαθεί μέσα στον ρόλο της. Και αυτό έχει συνέπειες και για το παιδί. Γιατί ένα παιδί χρειάζεται μια μητέρα παρούσα, αλλά όχι απορροφημένη και διαλυμένη. Χρειάζεται ένα πρόσωπο με όρια, με δικό του ψυχισμό, με επιθυμίες και προσωπικό στίγμα. Χρειάζεται ένα παράδειγμα εσωτερικής ταυτότητας, όχι μια ύπαρξη που ζει μόνο μέσα από τον ρόλο της.
Η αναδιαπραγμάτευση της ταυτότητας δεν είναι απλή. Περιλαμβάνει ενοχές, απώλειες, αλλά και νέες συνθέσεις. Χρειάζεται χρόνος, αποδοχή και υποστήριξη. Μια θεραπευόμενη είχε πει: «Νόμιζα ότι θα έχανα τον εαυτό μου όταν γίνω μητέρα. Αλλά τελικά γνώρισα καινούργια κομμάτια μου που δεν φανταζόμουν ότι υπήρχαν». Αυτή η εμπειρία δεν έρχεται αυτόματα. Προϋποθέτει ότι η γυναίκα θα μπορέσει να μιλήσει για τις εσωτερικές μετατοπίσεις της χωρίς φόβο και ντροπή.
Η κρίση της μητρότητας ως ευκαιρία αυτογνωσίας
Κάθε μετάβαση ενέχει κρίση. Αλλά και κάθε κρίση μπορεί να γίνει πεδίο ανάπτυξης, αν αντιμετωπιστεί με φροντίδα και σεβασμό. Η μητρότητα δεν χρειάζεται να είναι ένας δρόμος αποξένωσης από τον εαυτό. Μπορεί να γίνει και γέφυρα προς βαθύτερη κατανόηση του εσωτερικού κόσμου. Μπορεί να φέρει τη γυναίκα αντιμέτωπη με τραύματα, αλλά και να της δώσει ευκαιρίες να θεραπευτεί.
Η αποδοχή της αλλαγής ως βήμα εξέλιξης
Το ερώτημα «Ποια είμαι τώρα;» δεν είναι αδυναμία. Είναι τόλμη. Είναι το πρώτο βήμα για να βρεθεί ξανά μέσα στον εαυτό της, σε μια νέα εποχή όπου ο εαυτός δεν καταργείται, αλλά μεταμορφώνεται.
Σύμφωνα με μελέτες για την ψυχική υγεία, η υποστήριξη κατά τη μετάβαση αυτή είναι καθοριστική, όπως επισημαίνει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO).

Επίλογος: μιλώντας για την αλήθεια της μητρότητας
Η μητρότητα δεν είναι μόνο μια πράξη αγάπης· είναι και μια δοκιμασία ταυτότητας. Δεν είναι μόνο ένα θαύμα, είναι και ένα σοκ. Δεν είναι μόνο προσφορά, αλλά και απώλεια: του χρόνου, της ανεξαρτησίας, της ψυχικής ηρεμίας. Κι όμως, μέσα στην κοινωνία, η μητρότητα εξακολουθεί συχνά να παρουσιάζεται ως μια εμπειρία ομοιογενής, φωτεινή, χωρίς ρωγμές — σαν μια εικόνα που δεν επιτρέπει εσωτερικές σκιές.
Γι’ αυτό και πολλές γυναίκες σιωπούν. Δεν τολμούν να πουν ότι νιώθουν αποξενωμένες από τον εαυτό τους. Δεν τολμούν να πουν ότι δυσκολεύονται να βρουν χαρά ή ότι θυμώνουν με το παιδί τους. Παράλληλα, πολλές κλαίνε μόνες τις νύχτες, νοσταλγώντας την παλιά τους ζωή. Επιπλέον, νιώθουν βαθιές τύψεις επειδή η μητρότητα δεν τους αρκεί για να είναι ευτυχισμένες. Κι όμως, όλα αυτά δεν τις κάνουν κακές μητέρες. Τις κάνουν απλώς ανθρώπινες.
Η μητρότητα δεν χρειάζεται να είναι τέλεια για να είναι αληθινή. Ούτε οι μητέρες χρειάζεται να γίνουν υπεράνθρωπες για να αγαπηθούν. Χρειάζονται χώρο να πουν την αλήθεια τους. Να εκφράσουν τον φόβο, την εξάντληση, τη μοναξιά και την αμφιβολία τους. Επιπλέον, έχουν ανάγκη να ακουστούν χωρίς να κριθούν. Ουσιαστικά, οφείλουμε να τις κατανοήσουμε χωρίς να τις στιγματίσουμε.
Αλλάζοντας το κοινωνικό αφήγημα για τη μητρότητα
Ίσως, λοιπόν, είναι ώρα να αλλάξει το αφήγημα. Να επιτρέψουμε στις γυναίκες να μην είναι μόνο «μητέρες», αλλά και άνθρωποι με ανάγκες, όρια, θλίψεις και πόθους. Να αναγνωρίσουμε πως η μητρότητα, για πολλές, είναι και κρίση. Μια κρίση που μπορεί να γίνει γέφυρα προς βαθύτερη αυτογνωσία, αρκεί να υπάρχει ψυχολογική υποστήριξη, ειλικρίνεια και κοινωνική αποδοχή.
Η γυναίκα δεν χάνει τον εαυτό της όταν γίνεται μητέρα. Τον ξαναβρίσκει — αλλά αλλιώς. Και όσο περισσότερο τολμά να μιλήσει για την αλήθεια της, όχι μόνο για την αγάπη αλλά και για τη δυσκολία, τόσο περισσότερο διεκδικεί μια μητρότητα που δεν την ακυρώνει, αλλά την εμπλουτίζει.
Κάθε γυναίκα αξίζει να μη νιώθει μόνη σε αυτή τη μετάβαση. Και κάθε κοινωνία οφείλει να της επιτρέψει να πει αυτό που σπάνια λέγεται: ότι η μητρότητα δεν είναι μόνο φως. Είναι και σκιά. Και μόνο όταν αναγνωριστούν και τα δύο, μπορεί να γεννηθεί η αυθεντική σχέση — όχι μόνο με το παιδί, αλλά και με τον ίδιο της τον εαυτό.
Κάθε μητέρα αξίζει να νιώθει ορατή και πέρα από τον ρόλο της: Αν αισθάνεστε χαμένη μέσα στην κρίση της μητρότητας, η αναζήτηση βοήθειας είναι το πρώτο βήμα. Είμαι εδώ για να σας ακούσω χωρίς κριτική και να σας στηρίξω στη διαδικασία ανακάλυψης του νέου σας εαυτού.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Dr. Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση ή χρήση μέρους του κειμένου επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) που θα οδηγεί στην πηγή.

