Υπερπροστατευτικοί γονείς: Πού σταματά η φροντίδα και πού αρχίζει ο έλεγχος;
Όλοι σχεδόν οι υπερπροστατευτικοί γονείς, αλλά και κάθε γονέας γενικότερα, επιθυμούν πραγματικά να φροντίσουν το παιδί τους. με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στόχος τους είναι να το προστατεύουν από κινδύνους, να το στηρίζουν στα δύσκολα και να του προσφέρουν ένα αίσθημα ασφάλειας, ώστε να εξελιχθεί ομαλά.
Ωστόσο, προκύπτουν καίρια ερωτήματα που απασχολούν κάθε σύγχρονο γονέα:
Μέχρι ποιου σημείου θα πρέπει να παρεμβαίνω και να βοηθώ;
Πού βρίσκονται τα όρια μιας αποδεκτής παρέμβασης;
Πώς μπορώ να αξιολογήσω αν οι πράξεις μου ενισχύουν την ψυχοσυναισθηματική εξέλιξη του παιδιού ή αν την αναστέλλουν;
Σε ποιο σημείο το «βοηθώ» μετατρέπεται σε «υποκαθιστώ»;
Το μέτρο και οι προσωπικές ανασφάλειες
Οι περισσότεροι γονείς καταφέρνουν να βρουν μια ισορροπία στις παρεμβάσεις τους, διασφαλίζοντας την ηρεμία τη δική τους και του παιδιού. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις όπου η στάση του γονέα αποκλίνει:
Υπερβάλλων ζήλος: Η πίεση για γρήγορη αυτονόμηση που φέρνει αντίθετα αποτελέσματα.
Προσωπικές ανασφάλειες: Η δυσκολία του γονέα να δει το παιδί να ανεξαρτητοποιείται και να μην τον έχει πλέον «τόσο ανάγκη».
Στις περιπτώσεις αυτές, οι υπερπροστατευτικοί γονείς —συχνά υποσυνείδητα— όχι μόνο δεν ενθαρρύνουν τη σταδιακή αυτονόμηση, αλλά με διάφορα προσχήματα ενισχύουν την εξάρτηση του παιδιού από τους ίδιους.

Η υπερβολική προστασία μπορεί ακούσια να καλλιεργήσει την αίσθηση της ανημπόριας στο παιδί.
Η σπουδαιότητα μιας ασφαλούς σχέσης δεσμού
Κάθε παιδί γεννιέται παντελώς έκθετο και ανήμπορο. Η φροντίδα που θα εισπράξει από τους γονείς του κατά τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής του αποτελεί τη «μήτρα» των διαπροσωπικών του σχέσεων.
Αν η σχέση αυτή δημιουργήσει ένα σταθερό αίσθημα ασφάλειας και προβλεψιμότητας, τότε το παιδί θα μπορεί μελλοντικά:
Να δημιουργεί υγιείς και σταθερές σχέσεις.
Να εξαρτάται συναισθηματικά χωρίς να φοβάται ότι θα χάσει την αυτονομία του.
Να εμπιστεύεται τον εαυτό του και να εξερευνά τον κόσμο με δημιουργική περιέργεια.
Αυτονομία: Εννοούμε όλοι το ίδιο πράγμα;
Θα πρέπει να διευκρινίσουμε πως η αυτονομία δεν είναι συνώνυμο της «αντοχής» στην απουσία του γονέα. Υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά ανάμεσα στο αυτονομημένο και το παραιτημένο παιδί:
Η παγίδα της «ψευδο-αυτονόμησης»
Ένα παιδί που έπαψε να κλαίει επειδή ο γονιός δεν ανταποκρίνεται (για να μην το «κακομάθει»), στην πραγματικότητα έχει παραιτηθεί. Ουσιαστικά, έχει χάσει την ελπίδα ότι οι ανάγκες του. για παρηγοριά και αγκαλιά θα εισακουστούν. Αυτή η «αυτάρκεια» πηγάζει από την έλλειψη εμπιστοσύνης προς τους άλλους και όχι από εσωτερική δύναμη.
Η βάση της πραγματικής ανεξαρτησίας
Σύμφωνα με τη θεωρία των σχέσεων δεσμού, η αυτονόμηση του παιδιού απαιτεί μια ασφαλή βάση. Οι ανάγκες για εγγύτητα και αγάπη είναι αδιαπραγμάτευτες.
Κανένα παιδί δεν «κακομαθαίνει» επειδή οι γονείς του είναι εγγυημένα διαθέσιμοι.
Η αυτονομία αναπτύσσεται όταν το παιδί εξερευνά τον περίγυρό του, έχοντας τη βεβαιότητα πως οι γονείς θα είναι εκεί αν τους χρειαστεί.
Ο κάθε γονιός οφείλει να διαθέτει την απαραίτητη ευαισθησία ώστε:
Να μην βρίσκεται υπερβολικά κοντά («μπούκωμα»).
Να μην βρίσκεται πολύ μακριά (συναισθηματικός «υποσιτισμός»).
Ανησυχείτε για τα όρια της προστασίας που παρέχετε στο παιδί σας; Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στη φροντίδα και τον έλεγχο μπορεί να αναλυθεί σε βάθος. Ενημερωθείτε για τις συνεδρίες για παιδιά και εφήβους ή κλείστε μια online συνεδρία για να βρούμε μαζί τις ισορροπίες που ταιριάζουν στη δική σας οικογένεια.

Η παγίδα της «εκπαιδευμένης» αυτονόμησης
Αυτό το είδος αυτονόμησης, όπως διαπιστώνουμε, είναι εντελώς διαφορετικό από την «εξάσκηση» —τύπου θηριοδαμαστή τσίρκου— του βρέφους ή του παιδιού ώστε να αρκείται σε «μέτριες» δόσεις αγκαλιάς. Όσο και αν κλαίει αποζητώντας συναισθηματική τροφή, καθησυχασμό και ασφάλεια, η αναγκαστική αυτή προσαρμογή στις περιορισμένες δόσεις εγγύτητας που έχει διάθεση ο γονιός να προσφέρει, δεν αποτελεί υγιή εξέλιξη.
Αυτό που πολλοί γονείς δεν γνωρίζουν είναι πως ορισμένες συμπεριφορές που συχνά επιβραβεύονται στα μικρά παιδιά, στην πραγματικότητα αποτελούν ενδείξεις μιας ανασφαλούς και αποφευκτικής σχέσης δεσμού. Τέτοιες αντιδράσεις είναι:
Το να μη δείχνουν σημάδια λύπης ή ανησυχίας όταν οι γονείς τους φεύγουν.
Το να καθησυχάζονται από τον οποιονδήποτε βρίσκεται δίπλα τους τη στιγμή εκείνη.
Το να μην δείχνουν πως έχουν ιδιαίτερη ανάγκη για φυσική εγγύτητα.
Η πεποίθηση της μη ανταπόκρισης και οι συνέπειές της
Οι εμπειρίες που έχουν από τους γονείς τους τα παιδιά με αυτού του είδους τη σχέση δεσμού, έχουν δημιουργήσει εντός τους την πεποίθηση πως οι φροντιστές τους δεν είχαν τη διάθεση ή τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στις ανάγκες τους για εγγύτητα.
Το αποτέλεσμα αυτής της υποσυνείδητης πεποίθησης είναι πολυεπίπεδο:
Πνίξιμο αναγκών: Τα παιδιά αναγκάζονται να κρύψουν τις ανάγκες τους για συναισθηματική ανατροφοδότηση από τον περίγυρό τους.
Η εικόνα του «αυτάρκους»: Δίνουν την εικόνα ενός πολύ «αυτόνομου» παιδιού που σπανίως ζητά βοήθεια.
Ενήλικη ζωή: Ως ενήλικες, δεν αναγνωρίζουν εύκολα και δεν δίνουν προτεραιότητα στις προσωπικές τους συναισθηματικές ανάγκες.
Δυσκολία στην εγγύτητα: Δυσκολεύονται ιδιαίτερα να έρθουν ψυχικά και σωματικά κοντά με άλλους, διατηρώντας μια αμυντική απόσταση στις ερωτικές και κοινωνικές τους σχέσεις.

Η υποκατάσταση του παιδιού και η αίσθηση ανεπάρκειας
Παράλληλα, υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος : οι γονείς εκείνοι που δεν θέτουν καν τα στοιχειώδη όρια που θα επέτρεπαν στο παιδί τους να δοκιμάσει τα φτερά του. Αντί να το αφήσουν να διαπιστώσει τις δυνατότητές του και να χτίσει προσωπική αξία, το υποκαθιστούν σχεδόν σε κάθε του κίνηση.
Αυτή η στάση δημιουργεί στο παιδί:
Μια μόνιμη αίσθηση προσωπικής ανεπάρκειας και αμφισβήτησης.
Έναν διάχυτο φόβο για τους πάντες και τα πάντα.
Την πεποίθηση ότι ο κόσμος, πέρα από την ακτίνα δράσης του γονιού, είναι απειλητικός και επικίνδυνος.
Ποια είναι τα συνηθέστερα χαρακτηριστικά που έχουν οι υπερπροστατευτικοί γονείς;
Οι υπερπροστατευτικοί γονείς εκδηλώνουν συνήθως τα εξής μοτίβα συμπεριφοράς:
Υπερβολικός φόβος: Διαρκής ανησυχία γύρω από οτιδήποτε αφορά το παιδί.
Άμεση ικανοποίηση: Σπεύδουν να ικανοποιήσουν κάθε ανάγκη πριν καν εκφραστεί.
Μετάθεση ευθυνών: Τάση να δικαιολογούν λάθη ή αποτυχίες του παιδιού, ρίχνοντας την ευθύνη σε τρίτους (δασκάλους, φίλους, γείτονες).
Καθολική υποκατάσταση: Παρέμβαση σε πράγματα απόλυτα προσωπικά, όπως η επιλογή φίλων, ενδιαφερόντων ή η μελέτη των μαθημάτων.
Η διάκριση ανάμεσα στον υπερπροστατευτικό και τον συμμετέχοντα γονέα
Ο ρόλος του γονέα είναι αναμφίβολα δύσκολος. Η τεράστια ευθύνη, οι προσωπικές ανασφάλειες από τη δική μας ανατροφή και οι αντιφατικές απόψεις των “ειδικών” δημιουργούν μια ναρκοθετημένη περιοχή.
Οφείλουμε όμως να διευκρινίσουμε: Ένας πραγματικά ενδιαφερόμενος και συμμετέχων γονιός ΔΕΝ είναι απαραίτητα υπερπροστατευτικός. Το διαφοροποιό στοιχείο είναι ο τρόπος συμμετοχής:
Αν η συμμετοχή ΔΕΝ υποκαθιστά το παιδί.
Αν γίνεται με ειλικρινή σεβασμό στα “θέλω” και τη μοναδικότητά του.
Τότε πρόκειται για υγιή φροντίδα και όχι για υπερπροστασία.
Η παγίδα της «σκληρής» διαπαιδαγώγησης
Από την εποχή του Ησιόδου μέχρι σήμερα, κάθε γενιά τείνει να θεωρεί τη νεότερη ως “αποκλίνουσα” ή “κακομαθημένη”. Στις μέρες μας, πολλοί υποστηρίζουν ότι τα παιδιά χρειάζονται περισσότερη σκληρότητα και αυστηρούς κανόνες. Μέσα από αυτό το πρίσμα, γονείς που αφιερώνουν χρόνο και ενέργεια στα παιδιά τους κινδυνεύουν να χαρακτηριστούν λανθασμένα ως υπερπροστατευτικοί.
Ωστόσο, οι ανάγκες του παιδιού για αγάπη είναι αδιαπραγμάτευτες. Κανένα παιδί δεν τραυματίζεται από την πολλή αγάπη, αρκεί αυτή:
Να μην παρέχεται με προαπαιτούμενα.
Να μην αποτελεί μέσο ελέγχου για την κάλυψη των συναισθηματικών κενών του γονέα.
Πού εντοπίζεται η πραγματική υπερβολή;
Η πραγματική υπερπροστασία και υπερβολή που επιδεικνύουν οι υπερπροστατευτικοί γονείς είναι:
Η αγορά εκατοντάδων παιχνιδιών ως υποκατάστατο παρουσίας.
Η υπόσχεση ανταλλαγμάτων για αυτονόητες υποχρεώσεις (π.χ. “φάε για να σου πάρω δώρο”).
Η παρέμβαση σε συνήθεις συγκρούσεις με συνομηλίκους.
Η καλλιέργεια ενοχών (π.χ. “δεν εκτιμάς τις θυσίες μου”).
Ο συναισθηματικός εκβιασμός (“δεν σ’ αγαπάω αν δεν είσαι καλό παιδί”).
Στόχος του γονέα είναι να βρίσκεται μισό βήμα πίσω από το παιδί του, υποστηρίζοντάς το, και όχι δέκα βήματα μπροστά, ανοίγοντας δρόμους που το παιδί πρέπει να μάθει να περπατά μόνο του.

Επίλογος: Η μετάβαση από τον «φύλακα άγγελο» στο ηθικό στήριγμα
Όλα τα παιδιά του κόσμου που νιώθουν στοιχειωδώς καλά με τον εαυτό τους, απολαμβάνουν το παιχνίδι, την περιπέτεια και την εξερεύνηση του περίγυρού τους με συνομηλίκους. Τα αναπόφευκτα μικροατυχήματα, οι αντιπαραθέσεις και οι συγκρούσεις που προκύπτουν, τους δίνουν τη δυνατότητα να διαχειρίζονται ολοένα και αποτελεσματικότερα ανάλογες καταστάσεις. Με αυτόν τον τρόπο ενδυναμώνεται η αυτοεκτίμηση, η εμπιστοσύνη προς τον εαυτό και η ευχάριστη επίγευση της ζωής.
Αντίθετα, στα παιδιά που δεν δίνεται η δυνατότητα να δοκιμάσουν τις δυνάμεις τους, αναπτύσσεται μια αίσθηση ανασφάλειας και φόβου χωρίς την παρουσία του γονιού. Όταν ο γονέας λειτουργεί ως «φύλακας άγγελος» που σπεύδει να τα «σώσει» από καταστάσεις που θα μπορούσαν να διαχειριστούν μόνα τους, τους στερεί την απαραίτητη ενθάρρυνση για την ανάπτυξη της ψυχικής τους ανθεκτικότητας.
Η σταδιακή αποκλιμάκωση των γονεϊκών παρεμβάσεων
Ο γονιός οφείλει να αποκλιμακώνει σταδιακά εκείνες τις παρεμβάσεις που υποκαθιστούν το παιδί. Είναι σημαντικό να παραμένει κοντά του ως ηθικό στήριγμα και ως ένας ρεαλιστικός αξιολογητής της σοβαρότητας των καταστάσεων. Αυτή η στάση επιτρέπει στο παιδί να αντιμετωπίζει τα συναισθήματά του με μεγαλύτερη άνεση και μικρότερο δισταγμό. Ο υπερπροστατευτικός γονιός, άθελά του, στερεί από το παιδί αυτή τη σημαντικότατη κατάκτηση της αυτοπεποίθησης και της αυτονομίας.
Αξίες ζωής και υπεύθυνη ενηλικίωση
Κάθε παιδί έχει ανάγκη να νιώθει πως η άποψή του έχει αξία και εισακούγεται. Είναι ουσιώδες να μαθαίνει ότι οι συμβιβασμοί είναι εφικτοί και απαραίτητοι, να ακούει τους άλλους, αλλά και να λαμβάνει υπόψη τα δικά του θέλω. Οι αξίες αυτές, όπως το να μοιράζεται και να στηρίζει ανυστερόβουλα, υιοθετούνται κυρίως μέσα από μια γενναιόδωρη και συνεπή αλληλεπίδραση με τους γονείς.
Με αυτόν τον τρόπο, το παιδί διαπαιδαγωγείται σε έναν ενήλικα που θα ονειρεύεται και θα αγωνίζεται υπεύθυνα για μια κοινωνία αλληλεγγύης, ισοτιμίας και δημοκρατικής συνύπαρξης.
Η μετάβαση από τον έλεγχο στην εμπιστοσύνη είναι ένα δώρο ζωής για το παιδί σας. Για περισσότερα άρθρα και συμβουλές γονεϊκότητας, επισκεφθείτε την αρχική σελίδα του i-psyxologos.gr. Είμαι στη διάθεσή σας για να σας υποστηρίξω σε αυτή την προσπάθεια, είτε μέσω ψυχοθεραπείας online είτε με ραντεβού δια ζώσης στο γραφείο μου.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.

[…] πηγή: i-psyxologos.gr […]