Υπάρχουν άνθρωποι που, όταν αισθανθούν κάτι ασυνήθιστο στο σώμα τους, θα το προσέξουν για λίγο και μετά θα συνεχίσουν τη μέρα τους. Ένας πονοκέφαλος αποδίδεται στην κούραση, μια ταχυπαλμία σε μια ένταση. Αυτό δεν είναι αδιαφορία για την υγεία τους, απλώς δεν χρειάζονται να ξέρουν αμέσως, και με απόλυτη βεβαιότητα, τι ακριβώς συμβαίνει.
Για έναν άνθρωπο που ζει με έντονο άγχος υγείας, αυτή η δυνατότητα δεν είναι καθόλου αυτονόητη. Μια σωματική αίσθηση μπορεί να τραβήξει απότομα την προσοχή του, αποκτώντας πολύ μεγαλύτερη σημασία από πριν. Ένας πόνος γίνεται ενδεχόμενο ασθένειας, το ενδεχόμενο γίνεται φόβος, ο φόβος γεννά την ανάγκη για έλεγχο, π.χ. μια αναζήτηση στο διαδίκτυο, μια εξέταση, ή η ερώτηση: «Εσύ τι λες; Μήπως σου φαίνεται κάτι περίεργο;»
Για λίγο η ανακούφιση έρχεται. Στη συνέχεια, μπορεί να επιστρέψει η αμφιβολία. Κι αν η εξέταση έγινε πολύ νωρίς; Κι αν ο γιατρός δεν πρόσεξε κάτι; Κι αν αυτό το σύμπτωμα είναι διαφορετικό από το προηγούμενο; Έτσι η προσπάθεια να βρεθεί ασφάλεια μπορεί σταδιακά να μετατραπεί σε έναν κύκλο αναζήτησης βεβαιότητας που δεν κλείνει ποτέ.
Αυτό είναι ένα από τα πρόσωπα αυτού που στην καθημερινή γλώσσα ονομάζουμε υποχονδρίαση, όρος που έχει αλλάξει σημαντικά στη σύγχρονη ορολογία. Το DSM-5-TR χρησιμοποιεί τη διάγνωση “διαταραχή άγχους ασθένειας”, ενώ το ICD-11 διατηρεί την υποχονδρίαση ως «health anxiety disorder». Ο ευρύτερος όρος άγχος υγείας περιγράφει σήμερα ένα φάσμα εμπειριών, από την ανησυχία μέχρι μια επίμονη κατάσταση που επηρεάζει την καθημερινή ζωή.
Δεν είναι, λοιπόν, τόσο η ονομασία που έχει σημασία. Είναι το τι συμβαίνει όταν η φροντίδα για την υγεία παύει να είναι μια φυσιολογική πλευρά της ζωής και γίνεται διαρκής επιτήρηση της ζωής.
Η υποχονδρίαση, ή άγχος υγείας, είναι η επίμονη ανησυχία ότι κάποιος έχει ή μπορεί να εμφανίσει κάποια σοβαρή ασθένεια, ακόμη και όταν οι ιατρικές ενδείξεις δεν δικαιολογούν την ένταση του φόβου. Συχνά, συνοδεύεται από συνεχή έλεγχο του σώματος, αναζήτηση διαβεβαίωσης, εξετάσεις ή αναζητήσεις συμπτωμάτων στο διαδίκτυο.
Όταν το σώμα παύει να είναι αυτονόητο
Αυτή η επιτήρηση έχει πάντα ένα σημείο εκκίνησης: το σώμα, που στέλνει διαρκώς μηνύματα. Η καρδιά αλλάζει ρυθμό, η αναπνοή βαθαίνει, το στομάχι συσπάται, ένας μυς πονά. Τις περισσότερες φορές δεν τα προσέχουμε ιδιαίτερα, το σώμα λειτουργεί στο παρασκήνιο ενώ εμείς ασχολούμαστε με τη δουλειά, μια συζήτηση ή τα παιδιά.
Όταν υπάρχει έντονο άγχος υγείας, το σώμα μετακινείται από το παρασκήνιο στο προσκήνιο. Μια αίσθηση που θα περνούσε απαρατήρητη μπορεί ξαφνικά να αποκτήσει χαρακτήρα απειλής. Η έρευνα δείχνει ότι η αυξημένη προσοχή στις σωματικές αισθήσεις, οι απειλητικές ερμηνείες και οι συμπεριφορές «ασφάλειας», όπως έλεγχος ή αναζήτηση διαβεβαίωσης, αποτελούν σημαντικούς μηχανισμούς του προβλήματος.
Αυτό δεν σημαίνει πως το άτομο «φαντάζεται» τα συμπτώματά του. Η σωματική αίσθηση είναι απολύτως πραγματική· εκείνο που αλλάζει είναι η σημασία που αποκτά και η ερμηνεία που του προσδίδεται. Ο ίδιος πονοκέφαλος μπορεί μια μέρα να είναι απλώς πονοκέφαλος, και μια άλλη να μοιάζει προειδοποίηση. Το πρόβλημα δεν βρίσκεται ούτε στο σώμα ούτε στη σκέψη, βρίσκεται στη σχέση ανάμεσα στη σωματική αίσθηση, στην ερμηνεία της και στον φόβο που ακολουθεί.

Η αναζήτηση βεβαιότητας που δεν τελειώνει ποτέ
Ο άνθρωπος που φοβάται για την υγεία του σπάνια αναζητά τον ίδιο τον φόβο, αναζητά την ασφάλεια. Είναι απολύτως φυσικό να θέλω να βεβαιωθώ πως δεν συμβαίνει κάτι σοβαρό. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η βεβαιότητα γίνεται προϋπόθεση για να μπορέσω να ηρεμήσω.
Ένας νέος άνδρας που είχα συναντήσει στη θεραπεία περιέγραφε κάτι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό. Κάθε φορά που ένιωθε μια μικρή σωματική ενόχληση, η ανησυχία μπορούσε μέσα σε λίγα λεπτά να πάρει τη μορφή μιας κρίσης πανικού. Είχε επισκεφθεί αρκετές φορές τα επείγοντα διαφορετικών νοσοκομείων, χωρίς ποτέ να διαπιστωθεί κάποια σωματική αιτία, και με τη σύσταση να αναζητήσει βοήθεια για το άγχος του. Κάποια στιγμή, άρχισε να ντρέπεται να ξαναμπεί μέσα και να ζητήσει βοήθεια για τον ίδιο λόγο. Συνέχιζε, όμως, να χρειάζεται την αίσθηση ότι βρίσκεται κοντά τους. Έτσι πήγαινε με το αυτοκίνητό του έξω από τα επείγοντα περιστατικά του εκάστοτε εφημερεύοντος νοσοκομείου και κοιμόταν εκεί. Το γεγονός πως τα επείγοντα βρίσκονταν λίγα μέτρα μακριά ήταν αρκετό για να τον καθησυχάσει.
Το περιστατικό αυτό δείχνει κάτι που θα το συναντήσουμε ξανά, από πιο υπαρξιακή οπτική: η ασφάλεια δεν βρισκόταν πια μέσα στο σώμα του, αλλά στον χώρο γύρω του που λειτουργούσε ως ένας εξωτερικός εγγυητής. Αν κάτι συνέβαινε, ήταν εκεί. Κι έτσι μπορούσε επιτέλους να αποκοιμηθεί.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει σε πιο ήπια κλίμακα: κάποιος παίρνει φυσιολογικές εξετάσεις και, αντί να ηρεμήσει, παρατηρεί λίγες ώρες αργότερα μια διαφορετική ενόχληση που τον αναστατώνει. Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι η σκέψη «μήπως έχω κάτι σοβαρό», αλλά η αδυναμία να κρατήσει μέσα του την αβεβαιότητα του «δεν ξέρω».
Έτσι το άτομο μπορεί να οδηγείται σε επαναλαμβανόμενες εξετάσεις, αναζητήσεις συμπτωμάτων στο διαδίκτυο, ψηλάφηση του σώματος, ερωτήσεις στους ανθρώπους του περιβάλλοντος — ή, αντίθετα, στην αποφυγή: κάποιος αποφεύγει τον γιατρό επειδή φοβάται τι μπορεί να ακούσει. Οι δύο δρόμοι μοιάζουν αντίθετοι, αλλά συχνά υπηρετούν τον ίδιο σκοπό, την προσπάθεια να ελεγχθεί η αβεβαιότητα.
Η ανακούφιση που ακολουθεί έναν έλεγχο είναι πραγματική, ακριβώς γι’ αυτό, όμως, ο έλεγχος επαναλαμβάνεται. Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος όπου η προσωρινή μείωση του άγχους ενισχύει την πεποίθηση πως ο έλεγχος ήταν απαραίτητος. Την επόμενη φορά που θα εμφανιστεί μια αμφιβολία, η ανάγκη για έναν ακόμη έλεγχο θα είναι πιο δυνατή.
Κάπως έτσι ο άνθρωπος δεν μαθαίνει μόνο «είμαι καλά». Μαθαίνει, χωρίς να το αντιλαμβάνεται, κάτι πιο περιοριστικό: «είμαι καλά επειδή ελέγχω». Και τότε η ζωή αρχίζει να οργανώνεται γύρω από την ανάγκη να ελέγχει.

Όταν το διαδίκτυο υπόσχεται την απάντηση
Ο έλεγχος αυτός, πια, δεν χρειάζεται καν να βγει από το σπίτι, χωράει σε μια τσέπη. Σήμερα ένας άνθρωπος μπορεί να πάρει το κινητό του και μέσα σε λίγα λεπτά να βρει εκατοντάδες πιθανές εξηγήσεις για ένα σύμπτωμα.
Η δυνατότητα αυτή μπορεί να είναι πολύτιμη όταν χρησιμοποιείται για αξιόπιστη ενημέρωση. Για κάποιον, όμως, που βρίσκεται ήδη σε φόβο, λειτουργεί αλλιώς: ένα κοινό σύμπτωμα οδηγεί σε μια σπάνια ασθένεια, η σπάνια ασθένεια σε λίστα συμπτωμάτων, η λίστα σε νέους ελέγχους. Η πληροφορία, αντί να μειώνει την αβεβαιότητα, ξεδιπλώνει συνεχώς νέες πιθανότητες κινδύνου.
Η προβληματική αναζήτηση πληροφοριών υγείας στο διαδίκτυο έχει μελετηθεί ως ιδιαίτερο φαινόμενο, γνωστό ως cyberchondria, και έχει συσχετιστεί με αυξημένο άγχος υγείας.
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι αν κάποιος ψάχνει πληροφορίες, αλλά τι συμβαίνει μέσα του όταν ψάχνει. Αν η αναζήτηση οδηγεί σε καλύτερη ενημέρωση, υπηρετεί την υγεία. Αν κάθε απάντηση γεννά τρεις καινούργιες ερωτήσεις και καμία πληροφορία δεν είναι ποτέ αρκετή, τότε μάλλον δεν αναζητείται πια γνώση αλλά ανακούφιση και ασφάλεια.
Ο φόβος της ασθένειας και ο φόβος της ευαλωτότητας
Εδώ ανοίγει μια διαφορετική, πιο ψυχοδυναμική και υπαρξιακή οπτική, όχι με την έννοια ότι κάθε υποχονδρίαση κρύβει υποχρεωτικά κάποιο βαθύτερο συμβολικό νόημα, αλλά επειδή ο φόβος σπάνια υπάρχει μέσα σε ένα ψυχικό κενό.
Για κάποιον η ασθένεια μπορεί να σημαίνει απώλεια ελέγχου, ενώ για κάποιον άλλον, εξάρτηση, αδυναμία, εγκατάλειψη. Μπορεί να σημαίνει ότι το σώμα, που θεωρούσε δεδομένο, γίνεται ξαφνικά εύθραυστο, ή να φέρνει κοντά τον φόβο του θανάτου, όχι ως αφηρημένη ιδέα, αλλά ως προσωπική υπενθύμιση ότι η ζωή έχει όρια.
Κάποτε ένας θεραπευόμενος μού είπε: «Δεν φοβάμαι τόσο ότι θα αρρωστήσω. Φοβάμαι ότι, αν αρρωστήσω, δεν θα μπορώ πια να κρατάω τη ζωή μου στα χέρια μου».
Δεν είναι απαραίτητο να ισχύει κάτι από όλα αυτά για κάθε άνθρωπο με άγχος υγείας. Μπορεί, όμως, να είναι θεραπευτικά χρήσιμο να αναρωτηθούμε τι σημαίνει η ασθένεια γι’ αυτόν συγκεκριμένα, και τι ακριβώς φοβάται.
Σε αυτή την οπτική, το άγχος υγείας αγγίζει κάτι βαθύτερα υπαρξιακό: την αδυναμία μας να εξασφαλίσουμε πως τίποτε κακό δεν θα μας συμβεί. Όλοι γνωρίζουμε, σε κάποιο επίπεδο, ότι κανένας έλεγχος δεν μπορεί να μας προστατέψει από κάθε πιθανότητα. Απλώς, αυτή η γνώση μένει συνήθως στο περιθώριο, ενώ ο άνθρωπος με έντονο άγχος υγείας τη βιώνει πολύ πιο άμεσα.
Γι’ αυτό η προσπάθεια να αποκτήσει απόλυτη βεβαιότητα μπορεί να γίνει τόσο επίμονη. Δεν προσπαθεί μόνο να μάθει αν έχει μια ασθένεια, προσπαθεί, μέσα από αυτήν, να εξασφαλίσει πως η ζωή δεν θα τον αιφνιδιάσει.
Όταν η ασθένεια γίνεται τρόπος να οργανώνεται η αγωνία
Υπάρχουν στιγμές που η ζωή γίνεται πιο εύθραυστη, και τότε αυτή η ανάγκη για βεβαιότητα συχνά φουντώνει. Μια απώλεια, η σοβαρή ασθένεια κάποιου κοντινού προσώπου, η γέννηση ενός παιδιού, μια μεγάλη αλλαγή ευθυνών, μια περίοδος έντονης πίεσης, όλα μπορούν να φέρουν στην επιφάνεια την αίσθηση ότι ο κόσμος δεν είναι τόσο προβλέψιμος όσο νομίζαμε.
Ένα συγκεκριμένο γεγονός, βέβαια, δεν «προκαλεί» από μόνο του υποχονδρίαση. Η έρευνα αναγνωρίζει πιθανούς παράγοντες κινδύνου, όπως, για παράδειγμα, προηγούμενες εμπειρίες ασθένειας, αυξημένη ευαισθησία στις σωματικές αισθήσεις, δυσκολία ανοχής της αβεβαιότητας, χωρίς όμως μια απλή σχέση αιτίας-αποτελέσματος.
Από ψυχοδυναμική σκοπιά, μπορεί να έχει νόημα να διερευνηθεί και ο τρόπος με τον οποίο οι πρώιμες σχέσεις έχουν διαμορφώσει την εμπειρία της ασφάλειας και της εξάρτησης, όχι ως καθολική εξήγηση, αλλά ως έναν ακόμη τρόπο να κατανοήσουμε την προσωπική ιστορία κάποιου μέσα στην οποία ο φόβος αποκτά νόημα.
Ίσως, λοιπόν, το πιο γόνιμο ερώτημα να μην είναι «ποιο γεγονός προκάλεσε την υποχονδρίαση», αλλά «τι κάνει ο φόβος της ασθένειας για αυτόν τον συγκεκριμένο άνθρωπο». Τι του επιτρέπει να ελέγχει; Από τι τον προστατεύει προσωρινά; Τι θα συνέβαινε αν σταματούσε; Και τι είναι εκείνο που δυσκολεύει περισσότερο κάποιον να εγκαταλείψει αυτήν την αβεβαιότητα;

Υποχονδρίαση δεν σημαίνει «όλα είναι στο μυαλό»
Ό,τι κι αν κρύβεται πίσω από τον φόβο, ένα πράγμα πρέπει να ειπωθεί καθαρά: το άγχος υγείας δεν είναι φαντασία.
Είναι σημαντικό να απαλλαγούμε από μια παλιά και πληγωτική αντίληψη, ότι, δηλαδή, ο άνθρωπος με άγχος υγείας είναι ένας «κατά φαντασίαν ασθενής». Ο όρος είναι υποτιμητικός και επιστημονικά ανεπαρκής: ο άνθρωπος αισθάνεται πραγματικό πόνο, ζάλη, ταχυκαρδία, δυσφορία, ακόμη κι όταν έχει και μια πραγματική ιατρική πάθηση. Η διάκριση δεν γίνεται με βάση το αν υπάρχει οργανικό εύρημα, αλλά με την ένταση της ενασχόλησης και τον τρόπο που το άτομο αντιδρά σ΄αυτήν.
Αυτό έχει σημασία και για τη θεραπευτική σχέση. Αν κάποιος ακούσει «δεν έχεις τίποτα, όλα είναι ψυχολογικά», μπορεί να νιώσει ότι δεν τον καταλαβαίνουν, και τότε η δυσπιστία μεγαλώνει. Η θεραπεία δεν χρειάζεται να αποφασίσει αν «ένοχο» είναι το σώμα ή η ψυχή, αλλά να βοηθήσει τον άνθρωπο να καταλάβει τι συμβαίνει ανάμεσα στα δύο.
Τρεις έννοιες συγχέονται συχνά εδώ. Στη νοσοφοβία, κυριαρχεί ο φόβος μιας συγκεκριμένης σοβαρής ασθένειας, ακόμη κι όταν δεν υπάρχει σημαντικό σύμπτωμα. Στο άγχος υγείας, η ανησυχία οργανώνει ολόκληρη τη σχέση με το σώμα. Έλεγχοι, αναζητήσεις, διαβεβαιώσεις ή αποφυγή γίνονται καθημερινότητα, ενώ τα σωματικά συμπτώματα είναι συνήθως ήπια. Στα ψυχοσωματικά συμπτώματα, αντίθετα, το βάρος πέφτει στην ίδια τη σωματική εμπειρία, δηλαδή στον πόνο, στην κόπωση ή στις γαστρεντερικές ενοχλήσεις που συνδέονται με την ψυχική ένταση.
Οι περιοχές αυτές επικαλύπτονται χωρίς να είναι ίδιες. Το σώμα, ο φόβος και η ψυχική ζωή συνδέονται στενά, χωρίς να χρειάζεται μία κοινή ετικέτα.
Τι μπορεί να βοηθήσει
Αν η διάγνωση χρειάζεται ακρίβεια, η θεραπεία χρειάζεται κάτι ευρύτερο.
Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία (CBT) έχει τη σταθερότερη ερευνητική υποστήριξη για το άγχος υγείας. Μια πρόσφατη μετα-ανάλυση 35 τυχαιοποιημένων μελετών επιβεβαιώνει την αποτελεσματικότητά της, ιδίως μέσω της έκθεσης με παρεμπόδιση της αντίδρασης και της γνωσιακής αναδόμησης.
Αυτό, όμως, είναι μόνο η μισή ιστορία. Καμία θεραπευτική δουλειά δεν χρειάζεται να περιοριορίζεται στο να «διορθώσει» μια λανθασμένη σκέψη. Η μείωση του ελέγχου μπορεί να είναι το πρώτο βήμα, αλλά για έναν άνθρωπο που ζει χρόνια με τον φόβο της ασθένειας, το ερώτημα πάει συνήθως πιο βαθιά: τι σημαίνουν γι’ αυτόν η ευαλωτότητα, η εξάρτηση, η αβεβαιότητα;
Εδώ είναι που η ψυχοδυναμική προσέγγιση προσφέρει κάτι που η τεχνική από μόνη της δεν καλύπτει. Δεν αναζητά απλώς να μειώσει τη συχνότητα των ελέγχων, αλλά να κατανοήσει γιατί αυτός ο άνθρωπος χρειάστηκε να οργανώσει τόσο μεγάλο μέρος της ζωής του γύρω από την ανάγκη να γνωρίζει και να ελέγχει. Ποια πρώιμη εμπειρία ασφάλειας, ή έλλειψής της, ενεργοποιείται όταν το σώμα στέλνει ένα ασαφές μήνυμα; Ηψυχοδυναμική προσέγγιση δεν προσφέρει τεχνικές διαχείρισης του συμπτώματος· προσφέρει έναν χώρο όπου το σύμπτωμα μπορεί επιτέλους να μιλήσει για κάτι άλλο.
Οι δύο προσεγγίσεις δεν είναι απαραίτητα αντίπαλες. Η CBT μπορεί να δώσει ανακούφιση από τον φαύλο κύκλο του ελέγχου. Η ψυχοδυναμική δουλειά μπορεί να δώσει νόημα σε αυτό που ο έλεγχος προσπαθούσε να αποφύγει, δηλαδή πώς η ανάγκη ενός ατόμου να βρίσκεται συνεχώς σε επιφυλακή ίσως το προστάτευε, ενώ ταυτόχρονα περιόριζε τη ζωή του. Και ότι η βεβαιότητα που αναζητά δεν μπορεί να δοθεί από καμία εξέταση, κανέναν γιατρό, καμία αναζήτηση στο διαδίκτυο.
Εκεί η ψυχοθεραπεία, όποια κι αν είναι η κατεύθυνσή της, γίνεται κάτι περισσότερο από προσπάθεια μείωσης ενός συμπτώματος: γίνεται ένας χώρος όπου ο άνθρωπος μαθαίνει να αντέχει αυτό που μέχρι τώρα προσπαθούσε απεγνωσμένα να εξαλείψει, δηλαδή το γεγονός ότι η ζωή δεν προσφέρει απόλυτες εγγυήσεις.
Να φροντίζουμε την υγεία χωρίς να παρακολουθούμε διαρκώς τη ζωή
Πώς μοιάζει, όμως, αυτό στην καθημερινότητα, και όχι μόνο στη θεωρία;
Θυμάμαι έναν θεραπευόμενο που μου έλεγε πως κάθε φορά που ένιωθε κάτι στο στήθος του, πριν καν προλάβει να σκεφτεί, σταματούσε αυτό που έκανε, έβαζε το χέρι του εκεί και περίμενε να «ακούσει» την καρδιά του.
Η έξοδος από το άγχος υγείας δεν είναι το να πάψει κανείς να ενδιαφέρεται για το σώμα του, ή να αγνοεί ένα επίμονο σύμπτωμα. Η κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση παραμένει σημαντική όταν υπάρχει λόγος. Η αλλαγή βρίσκεται αλλού: στο να μη χρειάζεται πλέον κάποιος να εξετάζει συνεχώς το σώμα του για να νιώσει πως έχει δικαίωμα να ζήσει.
Κάποτε μπορεί να καταφέρει, ενώ αισθάνεται μια ταχυπαλμία, να μη περάσει αμέσως στο χειρότερο σενάριο. Να ακούσει έναν πόνο χωρίς να ανοίξει μηχανικά το κινητό. Να δεχτεί πως σήμερα δεν ξέρει τι σημαίνει κάτι που αισθάνθηκε, και να περιμένει, αντί να απαιτήσει αμέσως μια απάντηση. Αυτό δεν είναι αδιαφορία. Είναι μια διαφορετική σχέση με την αβεβαιότητα.
Ίσως αυτό να είναι, τελικά, το πιο δύσκολο μάθημα του άγχους υγείας: πως δεν μπορούμε να προστατευτούμε από τη ζωή, γνωρίζοντας τα πάντα εκ των προτέρων. Μπορούμε, όμως, να μάθουμε να κατοικούμε μέσα σε αυτήν χωρίς να ζούμε, εξετάζοντας συνεχώς αν κρύβει κάποια απειλή.

Η υγεία αξίζει τη φροντίδα μας. Το σώμα αξίζει την προσοχή μας. Κανένα από τα δύο, όμως, δεν χρειάζεται να γίνει αντικείμενο αδιάκοπης επιτήρησης.
Γιατί κάποια στιγμή η ερώτηση δεν είναι πια «μήπως έχω κάτι;». Είναι κάτι βαθύτερο: αν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς να ξέρουμε, με απόλυτη βεβαιότητα, πως όλα θα πάνε καλά.
Ίσως η θεραπεία να αρχίζει κάπου εκεί, όχι τη στιγμή που αποκτούμε την εγγύηση πως είμαστε ασφαλείς, αλλά τη στιγμή που αρχίζουμε να υποψιαζόμαστε πως μπορούμε να ζήσουμε ακόμη και χωρίς αυτήν.
Συχνές ερωτήσεις για την υποχονδρίαση
1. Τι είναι η υποχονδρίαση;
Η υποχονδρίαση είναι ένας όρος που χρησιμοποιείται ευρέως για το έντονο και επίμονο άγχος γύρω από την υγεία και την πιθανότητα ύπαρξης ή εμφάνισης σοβαρής ασθένειας. Στη σύγχρονη ψυχιατρική χρησιμοποιούνται, ανάλογα με την κλινική εικόνα, όροι όπως «διαταραχή άγχους ασθένειας» και «άγχος υγείας». Το πρόβλημα δεν είναι απλώς ότι κάποιος ανησυχεί για την υγεία του, αλλά ότι η ανησυχία γίνεται δυσανάλογη και αρχίζει να επηρεάζει σημαντικά την καθημερινή του ζωή.
2. Ποια είναι τα συμπτώματα της υποχονδρίασης;
Συχνά εμφανίζονται επίμονες σκέψεις ότι ένα σωματικό σύμπτωμα μπορεί να σημαίνει σοβαρή ασθένεια, αυξημένη παρακολούθηση του σώματος, επαναλαμβανόμενοι έλεγχοι, αναζήτηση διαβεβαίωσης από γιατρούς ή άλλους ανθρώπους και συνεχής αναζήτηση πληροφοριών υγείας στο διαδίκτυο. Σε ορισμένους ανθρώπους εμφανίζεται αντίθετα αποφυγή γιατρών ή εξετάσεων, επειδή φοβούνται τι μπορεί να αποκαλυφθεί.
3. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στην υποχονδρίαση και τη νοσοφοβία;
Στη νοσοφοβία ο κεντρικός φόβος είναι ότι κάποιος έχει ή πρόκειται να αποκτήσει μια συγκεκριμένη σοβαρή ασθένεια. Στην υποχονδρίαση ή το άγχος υγείας, η ανησυχία συνδέεται συχνά με έναν ευρύτερο κύκλο παρακολούθησης του σώματος, ελέγχων, αναζήτησης πληροφοριών και ανάγκης για διαβεβαίωση. Οι δύο εμπειρίες μπορεί να επικαλύπτονται, αλλά δεν είναι ταυτόσημες.
4. Μπορεί κάποιος να έχει πραγματικά σωματικά συμπτώματα και ταυτόχρονα υποχονδρίαση;
Ναι. Το άγχος υγείας δεν σημαίνει ότι τα σωματικά συμπτώματα είναι φανταστικά ή «μόνο στο μυαλό». Ένας άνθρωπος μπορεί να βιώνει πραγματικό πόνο ή άλλη σωματική ενόχληση και ταυτόχρονα να έχει υπερβολική ανησυχία για τη σημασία της. Μπορεί επίσης να συνυπάρχει πραγματική ιατρική πάθηση. Σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο το άτομο ερμηνεύει τα συμπτώματα και πόσο η ανησυχία και οι συμπεριφορές γύρω από αυτά καταλαμβάνουν τη ζωή του.
5. Πώς αντιμετωπίζεται η υποχονδρίαση;
Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία έχει ισχυρή ερευνητική υποστήριξη για το άγχος υγείας και μπορεί να βοηθήσει το άτομο να αναγνωρίσει τον κύκλο φόβου, ελέγχου και προσωρινής ανακούφισης. Ανάλογα με τον άνθρωπο, η ψυχοθεραπεία μπορεί επίσης να διερευνήσει βαθύτερα ζητήματα που συνδέονται με την ευαλωτότητα, την ανάγκη ελέγχου, την εξάρτηση, την αβεβαιότητα και τον φόβο της απώλειας.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.


[…] https://www.i-psyxologos.gr/ipoxondriasi/ […]