Η νοηματοποίηση ή εννόηση (mentalization) αποτελεί μια θεμελιώδη ψυχική λειτουργία. Είναι η ικανότητα κατανόησης όχι μόνο της ίδιας της συμπεριφοράς μας, αλλά και αυτής των άλλων, με βάση εσωτερικές ψυχικές καταστάσεις. Τέτοιες καταστάσεις περιλαμβάνουν τα συναισθήματα, τις σκέψεις, τις παρορμήσεις και τις επιθυμίες. Πράγματι, αυτή η ικανότητα διαχωρίζει τον άνθρωπο από τα υπόλοιπα έμβια όντα. Επιπλέον, η θεωρία της νοηματοποίησης βασίζεται στην παραδοχή πως το παιδί δεν διαθέτει από την αρχή αυτή την ενδοσκοπική πρόσβαση στον ψυχικό του κόσμο. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει σταδιακά να μάθει να βλέπει και να κατανοεί τόσο τον εαυτό του όσο και τους άλλους ως ψυχικές οντότητες.
Αυτή η γνώση αποκτάται μέσα από την αλληλεπίδρασή του με τους φροντιστές του. Αν και υπάρχει μια έμφυτη συνιστώσα σε αυτή τη διαδικασία, εντούτοις αφήνεται πολύς χώρος για την επιρροή από τον κοινωνικό περίγυρο και τα πρώτα αντικείμενα προσκόλλησης.

Ορισμός και η λειτουργία της Νοηματοποίησης
Η νοηματοποίηση είναι μια διαδικασία που αποσκοπεί στη δημιουργία παραστάσεων για την ψυχική ζωή που βρίσκεται πίσω από τις ανθρώπινες ενέργειες. Με άλλα λόγια, δεν είναι παρά μια σιωπηρή ή ρητή ερμηνεία προσωπικών ενεργειών ή ενεργειών άλλων που καθορίζονται από εσωτερικές ψυχικές καταστάσεις όπως οι προθέσεις, τα συναισθήματα, οι σκέψεις, οι επιθυμίες, τα κίνητρα κ.ά. Όπως επισημαίνει η American Psychological Association, η κατανόηση των εσωτερικών καταστάσεων είναι κλειδί για την ψυχική ισορροπία.
Θα πρέπει να σημειώσουμε πως, αν και ο όρος «νοηματοποίηση» παραπέμπει σε γνωστικές διεργασίες, στην ουσία λαμβάνει υπόψη και εστιάζεται σε όλες τις ψυχικές καταστάσεις, τόσο τις γνωστικές όσο και τις συναισθηματικές. Η νοηματοποίηση είναι, κατά κύριο λόγο, μια διεργασία που λαμβάνει χώρα στο παρασκήνιο, δηλαδή, σε ένα προσυνειδητό ή υποσυνείδητο επίπεδο, αποτελώντας ένα είδος ασπίδας προστασίας που συμβάλλει στη δημιουργία νοήματος και στην αποτροπή σύγχυσης και εσωτερικής διάλυσης. Είναι ένα είδος «αυτόματου πιλότου» που μας καθοδηγεί στην αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους και που εξελίσσεται μέσα από την αλληλεπίδρασή μας με αυτούς που μας φροντίζουν.
Τέλος, η νοηματοποίηση έχει τρεις διαφορετικές διαστάσεις:
Την ικανότητα κατανόησης του ίδιου του εαυτού.
Την κατανόηση των άλλων.
Την κατανόηση της σχέσης μεταξύ εαυτού και άλλων.
Η νοηματοποίηση συνδέεται με ανάλογες έννοιες όπως η ενσυναίσθηση, η αυτογνωσία, και το mindfulness (ενσυνειδητότητα: αυξημένη προσοχή και συνειδητότητα για την παρούσα κατάσταση/στιγμή, χωρίς κριτική). Οι παράμετροι που διαφοροποιούν τη νοηματοποίηση από τις παραπάνω έννοιες μπορούν να χωριστούν σε τρεις άξονες όπου κάποιος μπορεί να εξετάσει:
α) σε ποιο βαθμό το φαινόμενο εστιάζεται στον εαυτό ή τους άλλους,
β) σε ποιο βαθμό η ικανότητα αυτή είναι υποσυνείδητη ή συνειδητή και
γ) σε ποιο βαθμό εστιάζεται σε συναισθηματικά και γνωστικά στοιχεία.
Η ανάπτυξη της νοηματοποίησης μέσω της ψυχοθεραπείας αποτελεί μια επένδυση στην ποιότητα των σχέσεών μας.
Νοηματοποίηση, Ενσυναίσθηση και Ενσυνειδητότητα
Η νοηματοποίηση προσπαθεί να συμπεριλάβει όλα τα παραπάνω στοιχεία. Αντίθετα, η ενσυναίσθηση επικεντρώνεται κυρίως σιωπηρά στους άλλους. Παράλληλα, η ενσυνειδητότητα εστιάζεται σε μια αυξημένη συνειδητότητα της παρούσας κατάστασης. Σε αντίθεση με αυτές, η νοηματοποίηση αποτελεί μια συνεχή διεργασία. Κατά τη διάρκειά της, προσπαθούμε να ταυτοποιήσουμε συναισθήματα τόσο στον εαυτό μας όσο και στους άλλους. Υπό αυτήν την έννοια, πρόκειται για μια γνωστική και συναισθηματική διεργασία που συμπεριλαμβάνει το παρόν και το παρελθόν ταυτόχρονα.
Η νοηματοποίηση είναι μια μορφή συναισθηματικής επίγνωσης. Είναι, κατά κύριο λόγο μια υποσυνείδητη, διαισθαντική αντίδραση απέναντι σε διάφορες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Μας βοηθά να ρυθμίζουμε τα συναισθήματά μας, θέτοντάς τα σε ένα πλαίσιο, να αποδίδουμε προθέσεις και νόημα στην ανθρώπινη συμπεριφορά, να κατανοούμε άγραφους κανόνες και να διαμορφώνουμε την κατανόησή μας για τον εαυτό μας και τους άλλους.
Για όλους αυτούς τους λόγους, είναι τόσο σημαντική σε κάθε είδους επικοινωνία και σχέση. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η νοηματοποίηση είναι η ικανότητα να μπορούμε να βλέπουμε τον εαυτό μας εκ των έξω και τους άλλους εκ των έσω. Η νοηματοποίηση σημαίνει να μπορούμε να κατανοούμε τις παρανοήσεις τόσο του εαυτού μας όσο και των άλλων.
Μια μειωμένη ικανότητα νοηματοποίησης σημαίνει πως εύκολα μπορούμε να παρεξηγήσουμε και να παρεξηγηθούμε. Το να λειτουργούμε με βάση λανθασμένα δεδομένα δημιουργεί, συνηθέστατα, σύγχυση. Το να παρεξηγήσουμε και να παρεξηγηθούμε μπορεί να πυροδοτήσει έντονα συναισθήματα που, με τη σειρά τους, μπορεί να οδηγήσουν σε αισθήματα εχθρότητας, απόρριψης και απόσυρσης, κατάχρηση εξουσίας, και εμφάνιση ή ενίσχυση διαφόρων συμπτωμάτων.
Υπάρχει, όμως, και μία ηθική διάσταση, όσον αφορά στη λειτουργία και στις συνέπειες της νοηματοποίησης. Όσο καλύτερα κατανοούμε τους άλλους και τη συμπεριφορά τους τόσο δυσκολότερο γίνεται το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσουμε έναν άνθρωπο ως αντικείμενο…

Εξέλιξη της ικανότητας για νοηματοποίηση
Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται με προϋποθέσεις και προδιάθεση να μπορούν να νοηματοποιούν. Για να εξελιχθεί όμως αυτή η προδιάθεση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ασφαλών σχέσεων με τους φροντιστές. Οι σχέσεις αυτές πρέπει να καθρεφτίζουν τα συναισθήματα του παιδιού με τρόπο που να κατανοεί και το ίδιο τα όσα νιώθει: πως διαθέτει έναν εσωτερικό κόσμο, προσωπική βούληση και, τέλος, πως μπορεί να καταφέρει πράγματα.
Με άλλα λόγια, το περιβάλλον του παιδιού θα πρέπει να μπορεί να νοηματοποιεί γύρω από το παιδί. Εάν όλα εξελιχθούν ομαλά, τότε το παιδί αποκτά την ικανότητα να νοηματοποιεί περίπου στην ηλικία των 4-5 ετών.
Περισσότερες πληροφορίες για την ψυχοθεραπευτική διαδικασία θα βρείτε στην σελίδα i-psyxologos.gr.
Η πορεία για την απόκτηση της ικανότητας για νοηματοποίηση περνά από τρία διακριτά στάδια:
1. Η τελεολογική στάση
Εμφανίζεται στην ηλικία των 9 μηνών περίπου. Το παιδί αντιλαμβάνεται τον εξωτερικό του κόσμο με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη άλλους παράγοντες που τον διαμορφώνουν. Οι ενέργειες εκτιμώνται αποκλειστικά με βάση τα φυσικά και ορατά τους αποτελέσματα. Τα συναισθήματα δεν μπορούν να διαχειριστούν μέσω περισυλλογής· το παιδί πρέπει να κάνει κάτι που να έχει άμεσο, ορατό αποτέλεσμα.
2. Η κατάσταση ψυχικής ισοδυναμίας (Psychic equivalence mode)
Στην ηλικία των 2 ετών περίπου, το παιδί θεωρεί πως η εξωτερική και η εσωτερική/ψυχική πραγματικότητα είναι το ίδιο πράγμα. Εάν το παιδί γνωρίζει ή φαντάζεται κάτι, τότε αυτό «πρέπει» να ισχύει και στην πραγματικότητα.
Οι σκέψεις και τα συναισθήματά του θεωρούνται απόλυτα σωστά.
Οι άλλοι επιβάλλεται να αντιλαμβάνονται τον κόσμο με τον ίδιο ακριβώς τρόπο.
Η ψυχική πραγματικότητα είναι μία και αδιαίρετη (το παιδί δεν μπορεί να φανταστεί πως διαφορετικοί άνθρωποι ερμηνεύουν διαφορετικά τα πράγματα).
Αυτή η κατάσταση αποτελεί μια μορφή ψυχικής σύντηξης. Εδώ ο εαυτός δεν έχει ακόμη διαφοροποιηθεί ως ξεχωριστή οντότητα. Στο στάδιο αυτό, το παιδί δεν έχει τη δυνατότητα για πραγματικό παιχνίδι, καθώς αυτό προϋποθέτει τον διαχωρισμό ανάμεσα σε φαντασία και πραγματικότητα.
3. Η προσποιητή κατάσταση (Pretend mode)
Εμφανίζεται στην ηλικία των 2-3 χρόνων. Εδώ, η εξωτερική πραγματικότητα μπορεί πλέον να διαχωρίζεται εντελώς από την εσωτερική. Το παιδί αρχίζει να δημιουργεί φαντασιακές παραστάσεις, διαχωρισμένες από τη φυσική πραγματικότητα. Σε αντίθεση με την ψυχική ισοδυναμία, οι σκέψεις εδώ είναι εντελώς «μη πραγματικές».
Η νοηματοποίηση που ακολουθεί δημιουργεί μια ισορροπία, κάνοντας τις σκέψεις να φαντάζουν ως «μέτρια πραγματικές». Το παιδί καταφέρνει πλέον να διαχωρίζει τη φαντασία από την πραγματικότητα, συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα τις διασυνδέσεις ανάμεσά τους.
Η σημασία της νοηματοποίησης στην ανθεκτικότητα
Η ικανότητα νοηματοποίησης βοηθά το παιδί να διαχειρίζεται καλύτερα το στρες και τις ψυχικές επιβαρύνσεις. Για παράδειγμα, στρεσογόνοι παράγοντες όπως η κατάθλιψη ενός γονέα ή η εξάρτησή του από το αλκοόλ, βιώνονται με λιγότερο κατακλυσμιαίο τρόπο, καθώς το παιδί κατανοεί ότι τα προβλήματα αυτά ανήκουν στον γονέα και δεν προκλήθηκαν από το ίδιο.
Η ικανότητα αυτή μειώνεται υπό την πίεση έντονου άγχους. Τότε, έχουμε όλοι την τάση να επιστρέφουμε στην κατάσταση της ψυχικής ισοδυναμίας, θεωρώντας πως η δική μας πεποίθηση είναι η μόνη σωστή. Επιπλέον, η νοηματοποίηση:
Χτίζει μια σταθερή αίσθηση ταυτότητας.
Διευκολύνει την αυτοβιογραφική μνήμη.
Ενισχύει την αίσθηση κοινότητας και την κατανόηση των άλλων.
Η εξέλιξη αυτής της ικανότητας μπορεί να αναχαιτισθεί σε περιπτώσεις γενετικής ευαλωτότητας (π.χ. αυτισμός), όταν ο φροντιστής αδυνατεί να ανταποκριθεί στον ρόλο του (π.χ. μεταιχμιακή διαταραχή), ή λόγω έκθεσης σε τραυματικές καταστάσεις.

Σιωπηρή και ρητή νοηματοποίηση
Αρκετές φορές διαμορφώνουμε άποψη για τους άλλους με βάση το τι ακούμε ή βλέπουμε. Μοιάζει να αποδεχόμαστε, χωρίς δεύτερη σκέψη, αυτά που λέγονται. Για παράδειγμα, κάποιος συναντά ένα φίλο του και του λέει πως η σύζυγός του θέλει να χωρίσουν, χωρίς να προσθέσει κάτι περισσότερο. Ο φίλος τότε, εντελώς αυθόρμητα, τον πλησιάζει και τον αγκαλιάζει σφιχτά, κάνοντας το μόνο σωστό για τη συγκεκριμένη στιγμή. Αυτό είναι ένα κλασικό παράδειγμα σιωπηρής νοηματοποίησης.
Η σιωπηρή νοηματοποίηση αφορά στο να χρησιμοποιούμε σιωπηρά και υποσυνείδητα μια γνώση. Διαθέτουμε, δηλαδή, εντός μας μια ετοιμότητα που ενεργοποιείται όταν εκτιμούμε και μαντεύουμε τι μπορεί να συμβαίνει: ποια συναισθήματα έχουν πυροδοτηθεί, τι μπορεί να σκέφτεται ή να θέλει κάποιος, χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί κάτι ρητά για να υπάρξει αυτή η κατανόηση.
Αντίθετα, η ρητή νοηματοποίηση σημαίνει να μπορεί κάποιος να κατανοήσει και να εκφράσει συνειδητά το τι ο ίδιος ή κάποιος άλλος σκέπτεται ή νιώθει.
Πώς μπορεί κάποιος να βελτιώσει την ικανότητά του να νοηματοποιεί;
Η απάντηση δεν είναι απλή. Αυτό που θα πρέπει να έχουμε υπόψη είναι πως ένα βασικό συστατικό της νοηματοποίησης είναι η αβεβαιότητα. Το σημαντικό δεν είναι το πού, τελικά, καταλήγουμε ή το να γνωρίζουμε ακριβώς τους λόγους που μας έκαναν, για παράδειγμα, να εξοργιστούμε ή γιατί η σύντροφός μας ζήλεψε μια συγκεκριμένη στιγμή.
Το σημαντικό είναι να μπορούμε να προβληματιζόμαστε από τέτοιου είδους καταστάσεις και να ρωτάμε: «Γιατί στεναχωρήθηκες τόσο πολύ τότε; Τι ένιωσες; Μήπως επειδή σου φάνηκα πολύ θυμωμένος ή κάτι άλλο;». Θα πρέπει, επίσης:
Να είμαστε πάντα έτοιμοι να εκπλαγούμε.
Να επιστρέφουμε σε μια έντονη κατάσταση που βιώσαμε, όταν τα πράγματα έχουν ηρεμήσει.
Να διαπιστώνουμε τις όποιες υπερβολές, παρερμηνείες, σκέψεις και συναισθήματα βιώσαμε.
Κάτι ιδιαίτερα σημαντικό είναι —πριν τοποθετηθούμε σε μία κατάσταση— να προσπαθούμε πάντα να κατανοήσουμε την κατάσταση του άλλου (συναισθήματα, κίνητρα, σκέψεις). Αυτό αποτελεί τον συνδετικό ιστό που ενώνει τη νοηματοποίηση με την αμοιβαιότητα, την ανοχή, την υπομονή και την αποδοχή σε κάθε είδους σχέση (θεραπευτή-θεραπευόμενου, γονέα-παιδιού, εκπαιδευτικού-μαθητή).
Υπερνοηματοποίηση και Ψευδονοηματοποίηση
Υπάρχουν περιπτώσεις όπου η διεργασία αυτή αποκλίνει από την αυθεντική της μορφή:
Υπερνοηματοποίηση: Ορισμένα άτομα μπορεί να είναι υπερβολικά ικανά στο να νοηματοποιούν για τους άλλους. Είναι καλοί ακροατές και συνειδητοποιούν εύκολα καταστάσεις, αλλά όσον αφορά στη δική τους ζωή μπορεί να κυριαρχεί το χάος, η αδιαφορία ή το μίσος προς τον ίδιο τον εαυτό.
Ψευδονοηματοποίηση: Πρόκειται για ένα φαινόμενο όπου το άτομο φαίνεται να νοηματοποιεί, ενώ απουσιάζουν βασικά συστατικά όπως η αβεβαιότητα. Το άτομο που ψευδονοηματοποιεί θεωρεί πως γνωρίζει ακριβώς πώς έχουν τα πράγματα, με συμπεράσματα που είναι συνήθως προς όφελός του. Στην αυθεντική νοηματοποίηση, η κατανόηση βοηθά στον τρόπο δράσης, ενώ στην ψευδονοηματοποίηση παρατηρείται απουσία συσχέτισης ανάμεσα στις σκέψεις και την εξωτερική πραγματικότητα.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση που εστιάζεται στη νοηματοποίηση
Στόχος αυτής της μορφής θεραπευτικής αντιμετώπισης δεν είναι η συνειδητοποίηση ή κάτι άλλο ανάλογο. Ο θεραπευτικός στόχος εστιάζεται στο συνειδητό και προσυνειδητό επίπεδο και όχι στο υποσυνείδητο.
Ο θεραπευτής είναι ενεργητικός και αποφεύγει τις μεγάλες σιωπές. Είναι ανοιχτός και σαφής όσον αφορά στους στόχους και στην πορεία της θεραπευτικής διαδικασίας, αλλά και για το τι σκέφτεται για τον θεραπευόμενο. Δουλεύει συνεχώς με τη θεραπευτική σχέση, αποφεύγοντας τις ερμηνείες της μεταβίβασης και την υιοθέτηση του ρόλου του ειδικού. Η ψυχοθεραπεία που βασίζεται στη νοηματοποίηση (MBT) στοχεύει στην ενδυνάμωση της ικανότητας του ατόμου να επεξεργάζεται τις σχέσεις του με μεγαλύτερη ασφάλεια και λιγότερη παρορμητικότητα.
Επίλογος
Η θεωρία της νοηματοποίησης βασίζεται σε μια βασική παραδοχή. Ο άνθρωπος γεννιέται με τη βαθιά ανάγκη να τον κατανοούν ως μια ψυχική οντότητα. Αυτού του είδους η κατανόηση αποτελεί τη βάση για τη δημιουργία ασφαλών δεσμών. Παράλληλα, βοηθά στην εξέλιξη της ικανότητας του παιδιού να νοηματοποιεί.
Η ικανότητα νοηματοποίησης θα μπορούσε να θεωρηθεί ως το «ψυχικό ανοσοποιητικό σύστημα» του ανθρώπου. Είναι μια ικανότητα ερμηνείας και κατανόησης διαπροσωπικών δρώμενων που χρησιμοποιούμε για να επεξεργαστούμε και να ενσωματώσουμε τα βιώματά μας, καταχωρώντας τα στην αυτοβιογραφική μας μνήμη. Η ικανότητα αυτή και η εξέλιξή της βασίζεται και χρωματίζεται από τις πρωταρχικές σχέσεις του παιδιού με τους φροντιστές του.
Η έρευνα έχει καταδείξει πως όσο σοβαρότερα είναι τα ψυχικά τραύματα που έχει βιώσει η μητέρα, τόσο μεγαλύτερη είναι η αποχή της από τη συναισθηματική αλληλεπίδραση με το παιδί της και τόσο σοβαρότερες οι συνέπειές της. Αυτά τα τραύματα της μητέρας, με τα συνακόλουθα κενά που δημιουργούν στην προσωπικότητά της, έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ελλείμματος νοηματοποίησης. Αυτό διαποτίζει ολόκληρη τη σχέση, καθιστώντας ανέφικτη την ανεύρεση της συναισθηματικής αλήθειας και των δύο.
Η νοηματοποίηση είναι η πυξίδα που μας επιτρέπει να περιηγούμαστε στον κόσμο των σχέσεων. Αν νιώθετε ότι παγιδεύεστε σε παρερμηνείες, η θεραπευτική ενδυνάμωση μπορεί να σας βοηθήσει.
Η ανακάλυψη του νοήματος είναι ένα ταξίδι προς την εσωτερική ελευθερία. Είμαι εδώ για να σας υποστηρίξω μέσα από online συνεδρίες ή συνεδρίες δια ζώσης.
Επικοινωνήστε μαζί μου για να βρούμε μαζί τη σταθερότητα που αναζητάτε.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Dr. Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση ή χρήση μέρους του κειμένου επιτρέπεται αποκλειστικά και μόνο με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) που θα οδηγεί στην πηγή.
