Νοηματοποίηση: Τι είναι και τι σημαίνει


Η νοηματοποίηση, δηλαδή, η ικανότητα κατανόησης όχι μόνο της ίδιας συμπεριφοράς, αλλά και αυτής των άλλων, με βάση εσωτερικές ψυχικές καταστάσεις, όπως τα συναισθήματα, οι σκέψεις, οι παρορμήσεις και οι επιθυμίες, είναι αυτό που διαχωρίζει, περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, τον άνθρωπο από τα ζώα.

Η θεωρία της νοηματοποίησης βασίζεται στην παραδοχή πως το παιδί δεν διαθέτει από την αρχή της ζωής του την ικανότητα μιας ενδοσκοπικής πρόσβασης στον ψυχικό του κόσμο και, για το λόγο αυτό, θα πρέπει σταδιακά να μάθει να βλέπει και να κατανοεί τόσο τον εαυτό του όσο και τους άλλους ως ψυχικές οντότητες. Αυτή η γνώση αποκτάται μέσα από την αλληλεπίδρασή του με τους φροντιστές του, αν και υπάρχει μια έμφυτη συνιστώσα που, όμως, αφήνει πολύ χώρο για αυτού του είδους την επιρροή από τον περίγυρο.

Νοηματοποίηση

Ορισμός και λειτουργία

Η νοηματοποίηση είναι μια διαδικασία που αποσκοπεί στη δημιουργία παραστάσεων για την ψυχική ζωή που βρίσκεται πίσω από τις ανθρώπινες ενέργειες. Με άλλα λόγια, δεν είναι παρά μια σιωπηρή ή ρητή ερμηνεία προσωπικών ενεργειών ή ενεργειών άλλων που καθορίζονται από  εσωτερικές ψυχικές καταστάσεις όπως  οι προθέσεις, τα συναισθήματα, οι σκέψεις, οι επιθυμίες, τα κίνητρα κ.ά. Θα πρέπει να σημειώσουμε πως, αν και ο όρος «νοηματοποίηση» παραπέμπει σε γνωστικές διεργασίες, στην ουσία λαμβάνει υπόψη και εστιάζεται  σε όλες τις ψυχικές καταστάσεις, τόσο τις γνωστικές όσο και τις συναισθηματικές. Η νοηματοποίηση είναι, κατά κύριο λόγο, μια διεργασία που λαμβάνει χώρα στο παρασκήνιο, δηλαδή, σε ένα  προσυνειδητό ή υποσυνείδητο επίπεδο, αποτελώντας ένα είδος ασπίδας προστασίας που συμβάλλει στη δημιουργία νοήματος και στην αποτροπή σύγχυσης και εσωτερικής διάλυσης. Είναι ένα είδος «αυτόματου πιλότου» που μας καθοδηγεί στην αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους και που εξελίσσεται μέσα από την αλληλεπίδρασή μας με αυτούς που μας φροντίζουν. Τέλος, η νοηματοποίηση έχει τρεις διαφορετικές διαστάσεις: 1. την ικανότητα κατανόησης του ίδιου του εαυτού, 2. την κατανόηση των άλλων και 3. την κατανόηση της σχέσης μεταξύ εαυτού και άλλων.

Η νοηματοποίηση συνδέεται με ανάλογες έννοιες όπως ενσυναίσθηση, αυτογνωσία, και mindfulness (ενσυνειδητότητα: αυξημένη προσοχή και συνειδητότητα για την παρούσα κατάσταση/στιγμή, χωρίς κριτική). Οι παράμετροι  που  διαφοροποιούν τη νοηματοποίηση από τις παραπάνω έννοιες μπορούν να χωριστούν σε τρεις άξονες όπου κάποιος μπορεί να εξετάσει: α) σε ποιο βαθμό το φαινόμενο εστιάζεται στον εαυτό ή τους άλλους, β) σε ποιο βαθμό η ικανότητα αυτή είναι υποσυνείδητη ή συνειδητή και γ) σε ποιο βαθμό εστιάζεται σε συναισθηματικά και γνωστικά στοιχεία. Η νοηματοποίηση προσπαθεί να συμπεριλάβει όλα τα παραπάνω στοιχεία, ενώ, για παράδειγμα, η ενσυναίσθηση επικεντρώνεται, κυρίως, σιωπηρά στους άλλους, η  δε ενσυνειδητότητα εστιάζεται, όπως προείπαμε, σε μια αυξημένη συνειδητότητα της παρούσας κατάστασης, σε αντίθεση με τη νοηματοποίηση που είναι μια συνεχής διεργασία στη διάρκεια της οποίας προσπαθούμε να ταυτοποιήσουμε συναισθήματα τόσο στον εαυτό μας όσο και στους άλλους. Υπό αυτήν την έννοια, η νοηματοποίηση είναι περισσότερο μια γνωστική και συναισθηματική διεργασία που συμπεριλαμβάνει παρόν και παρελθόν ταυτόχρονα.

Η νοηματοποίηση είναι μια μορφή συναισθηματικής επίγνωσης. Είναι, κατά κύριο λόγο μια υποσυνείδητη, διαισθαντική αντίδραση απέναντι σε διάφορες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις. Μας βοηθά να ρυθμίζουμε τα συναισθήματά μας, θέτοντάς τα σε ένα πλαίσιο, να αποδίδουμε προθέσεις και νόημα στην ανθρώπινη συμπεριφορά, να κατανοούμε άγραφους κανόνες και να διαμορφώνουμε την κατανόησή μας για τον εαυτό μας και τους άλλους. Για όλους αυτούς τους λόγους, είναι τόσο σημαντική σε κάθε είδους επικοινωνία και σχέση. Θα μπορούσαμε να πούμε πως η νοηματοποίηση είναι η ικανότητα να  μπορούμε να βλέπουμε τον εαυτό μας εκ των έξω και τους άλλους εκ των έσω. Η νοηματοποίηση σημαίνει να μπορούμε να κατανοούμε τις παρανοήσεις τόσο του εαυτού μας όσο και των άλλων. Μια μειωμένη ικανότητα νοηματοποίησης  σημαίνει πως εύκολα μπορούμε να παρεξηγήσουμε και να παρεξηγηθούμε. Το να λειτουργούμε με βάση λανθασμένα δεδομένα δημιουργεί, συνηθέστατα, σύγχυση. Το να παρεξηγήσουμε και να παρεξηγηθούμε μπορεί να πυροδοτήσει έντονα συναισθήματα που, με τη σειρά τους, μπορεί να οδηγήσουν σε αισθήματα εχθρότητας, απόρριψης και απόσυρσης, κατάχρηση εξουσίας, και εμφάνιση ή ενίσχυση διαφόρων συμπτωμάτων.

Υπάρχει, όμως, και μία ηθική διάσταση, όσον αφορά στη λειτουργία και στις συνέπειες της νοηματοποίησης. Όσο καλύτερα κατανοούμε τους άλλους και τη συμπεριφορά τους τόσο δυσκολότερο γίνεται το ενδεχόμενο να αντιμετωπίσουμε έναν άνθρωπο  ως αντικείμενο…

Ενσυναίσθηση

Εξέλιξη της ικανότητας για νοηματοποίηση

Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται με προϋποθέσεις και προδιάθεση να μπορούν να νοηματοποιούν. Για να εξελιχθεί, όμως, αυτή η προδιάθεση, προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ασφαλών σχέσεων με τους φροντιστές που να καθρεφτίζουν τα συναισθήματα του παιδιού με τρόπο που να κατανοεί και το ίδιο τα όσα νιώθει, πως διαθέτει έναν εσωτερικό κόσμο και προσωπική βούληση και, τέλος, πως μπορεί να καταφέρει πράγματα. Με άλλα λόγια, το περιβάλλον του παιδιού θα πρέπει να μπορεί να νοηματοποιεί γύρω από το παιδί. Εάν όλα εξελιχθούν ομαλά, τότε το παιδί μπορεί να νοηματοποιεί περίπου στην ηλικία των 4-5 ετών.

Η πορεία για την απόκτηση ικανότητας για νοηματοποίηση περνά από τρία στάδια:

  1. Την τελεολογική στάση που σημαίνει πως το παιδί, στην ηλικία των 9 μηνών περίπου, αντιλαμβάνεται τον εξωτερικό του κόσμο με πολύ συγκεκριμένο τρόπο, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την ενδεχόμενη ύπαρξη άλλων παραγόντων που να τον διαμορφώνουν. Οι όποιες ενέργειες εκτιμώνται με βάση τα φυσικά και ορατά τους αποτελέσματα. Τα συναισθήματα δεν μπορούν να διαχειρίζονται διαμέσου περισυλλογής και το παιδί θα πρέπει να κάνει κάτι που να έχει ορατό αποτέλεσμα.
  • Την κατάσταση ψυχικής ισοδυναμίας (psychic equivalence mode) που σημαίνει πως το παιδί, στην ηλικία των 2 ετών περίπου, θεωρεί πως εξωτερική και εσωτερική/ψυχική πραγματικότητα είναι το ίδιο και το αυτό πράγμα. Με άλλα λόγια, εάν το παιδί γνωρίζει ή φαντάζεται κάτι, τότε αυτό το κάτι έτσι θα πρέπει να είναι και στην πραγματικότητα. Οι σκέψεις και τα συναισθήματα του παιδιού ΠΡΕΠΕΙ να είναι, δηλαδή, σωστά. Οι άλλοι ΠΡΕΠΕΙ να αντιλαμβάνονται τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο που τον αντιλαμβάνεται και το παιδί. Επίσης, για ένα παιδί της ηλικίας αυτής (2-3 ετών), που βρίσκεται σε αυτό το στάδιο νοηματοποίησης, η ψυχική πραγματικότητα είναι μία και αδιαίρετη, δηλαδή, το παιδί δεν μπορεί να φανταστεί πως διαφορετικοί άνθρωποι βιώνουν και ερμηνεύουν με διαφορετικό τρόπο την πραγματικότητα. Για το λόγο αυτό, η ψυχική ισοδυναμία αποτελεί μία μορφή ψυχικής, γνωστικής και συναισθηματικής σύντηξης ή αλλιώς ο εαυτός του παιδιού δεν έχει ακόμα διαφοροποιηθεί ως  μία ξεχωριστή ψυχική και σωματική βιωματική οντότητα.

Όταν το παιδί βρίσκεται στο στάδιο της ψυχικής ισοδυναμίας δεν έχει τη δυνατότητα να παίξει. Η δυνατότητα για παιχνίδι προϋποθέτει τη δυνατότητα πλήρους διαχωρισμού ανάμεσα σε φαντασία και πραγματικότητα, ανάμεσα σε εσωτερική και εξωτερική πραγματικότητα.  Οι σκέψεις στο στάδιο αυτό είναι εντελώς συγκεκριμένες.                                                                                     

  • Την προσποιητή κατάσταση (pretend mode),  που εμφανίζεται στην ηλικία των 2-3 χρόνων περίπου, και όπου η εξωτερική πραγματικότητα μπορεί πλέον να διαχωρίζεται εντελώς από την εσωτερική. Αυτό σημαίνει πως το παιδί αρχίζει να έχει την ικανότητα να δημιουργεί φαντασιακές παραστάσεις, εντελώς διαχωρισμένες από τη φυσική πραγματικότητα. 

Σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει κατά τη διάρκεια του σταδίου της ψυχικής ισοδυναμίας, οι σκέψεις στο στάδιο αυτό είναι εντελώς μη πραγματικές. Η νοηματοποίηση που ακολουθεί δημιουργεί ενός είδους ισορροπία που κάνει τις σκέψεις να φαντάζουν ως μέτρια πραγματικές. Το παιδί καταφέρνει πλέον  να διαχωρίζει φαντασία από πραγματικότητα, συνειδητοποιώντας, ταυτόχρονα, πως υπάρχουν διασυνδέσεις ανάμεσα σε αυτά τα δύο.

Η ικανότητα νοηματοποίησης βοηθά το παιδί να διαχειρίζεται καλύτερα καταστάσεις στρες και κάθε είδους ψυχικές επιβαρύνσεις. Για παράδειγμα, στρεσσογόνοι παράγοντες, όπως η κατάθλιψη ενός γονέα ή η εξάρτησή του από το αλκοόλ, βιώνονται πλέον, συγκριτικά πάντα, με έναν λιγότερο κατακλυσμιαίο τρόπο και πως τα προβλήματα αυτά είναι του γονέα και δεν προκλήθηκαν από το ίδιο το παιδί. Η ικανότητα νοηματοποίησης διαφέρει, ως προς την ανθεκτικότητά της απέναντι σε στρεσσογόνες καταστάσεις, από άτομο σε άτομο, αλλά αυτό που ισχύει για όλους μας είναι πως η ικανότητα αυτή μειώνεται κάτω από την πίεση έντονου άγχους και, τότε, έχουμε την τάση να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο με βάση την κατάσταση της ψυχικής ισοδυναμίας, δηλαδή, πως αυτό που εμείς πιστεύουμε είναι το μόνο σωστό.

Η ικανότητα νοηματοποίησης βοηθά το παιδί να νιώθει πως είναι συνεχώς το ίδιο άτομο, παρόλο που οι σκέψεις και τα συναισθήματά του αλλάζουν, και, ως εκ τούτου, να έχει μια πιο σταθερή αίσθηση ταυτότητας. Η νοηματοποίηση διευκολύνει το παιδί να θυμάται τη δική του ζωή, να κατανοεί καλύτερα τους άλλους και να έχει μια μεγαλύτερη αίσθηση κοινότητας μαζί τους.

Η εξέλιξη της ικανότητας για νοηματοποίηση μπορεί να αναχαιτισθεί όταν, για παράδειγμα, το παιδί έχει κάποιου είδους  γενετική ευαλωτότητα (π.χ. αυτισμό ή κάποια άλλη βαριά αναπτυξιακή διαταραχή), όταν ο φροντιστής του δεν μπορεί να ανταποκριθεί στο ρόλο του ως καθρέφτης του παιδιού (π.χ. σε περιπτώσεις μεταιχμιακής διαταραχής), και, τέλος, όταν το παιδί εκτεθεί σε κάποια τραυματική κατάσταση (π.χ. Σύνδρομο Μετατραυματικού Στρες).

σχέση δεσμού

Σιωπηρή και ρητή νοηματοποίηση

Αρκετές φορές, διαμορφώνουμε άποψη για τους άλλους με βάση το τι ακούμε ή βλέπουμε. Μοιάζει να αποδεχόμαστε, χωρίς δεύτερη σκέψη, αυτά που λέγονται. Για παράδειγμα, κάποιος συναντά ένα φίλο του και του λέει πως η σύζυγός του θέλει να χωρίσουν, χωρίς κάτι περισσότερο. Ο φίλος τότε, εντελώς αυθόρμητα, τον πλησιάζει, τον αγκαλιάζει σφιχτά, κάνοντας το μόνο σωστό για τη συγκεκριμένη στιγμή. Αυτό είναι ένα παράδειγμα σιωπηρής νοηματοποίησης.

Σιωπηρή νοηματοποίηση αφορά στο να χρησιμοποιούμε σιωπηρά και υποσυνείδητα μια γνώση, να διαθέτουμε, δηλαδή,  εντός μας μια ετοιμότητα που να ενεργοποιείται όταν εκτιμούμε και μαντεύουμε τι μπορεί να συμβαίνει, ποια συναισθήματα έχουν πυροδοτηθεί και κυριαρχούν στη συγκεκριμένη κατάσταση, τι μπορεί να σκέφτεται ή να θέλει κάποιος, χωρίς να χρειάζεται να ειπωθεί κάτι για να υπάρξει αυτή η κατανόηση.

Αντίθετα, η ρητή νοηματοποίηση σημαίνει να μπορεί κάποιος να κατανοήσει και να εκφράσει το τι ο ίδιος ή κάποιος άλλος σκέπτεται ή νιώθει.

Πως μπορεί κάποιος να βελτιώσει την ικανότητά του να νοηματοποιεί;

Η απάντηση δεν είναι απλή. Αυτό που θα πρέπει να έχουμε υπόψη είναι πως ένα βασικό συστατικό της νοηματοποίησης είναι η αβεβαιότητα. Το σημαντικό δεν είναι το που, τελικά, καταλήγουμε ή οδηγούμαστε, το να γνωρίζουμε ακριβώς τους λόγους που μας έκαναν, για παράδειγμα, να εξοργιστούμε τόσο πολύ ή γιατί η σύντροφός μας ζήλεψε πολύ μια συγκεκριμένη στιγμή. Το σημαντικό είναι να μπορούμε να προβληματιζόμαστε από τέτοιου είδους καταστάσεις και να ρωτάμε, για παράδειγμα, «Γιατί στεναχωρήθηκες τόσο πολύ τότε; Τι ένιωσες; Μήπως επειδή σου φάνηκα πολύ θυμωμένος ή κάτι άλλο;». Θα πρέπει, επίσης, να είμαστε πάντα έτοιμοι να εκπλαγούμε, όπως, επίσης, να επιστρέφουμε σε μια έντονη κατάσταση που βιώσαμε, όταν τα πράγματα έχουν ηρεμήσει, για να διαπιστώσουμε, ενδεχομένως, τις όποιες υπερβολές, παρερμηνείες, σκέψεις και συναισθήματα έχουμε κάνει ή βιώσει.

Κάτι ιδιαίτερα σημαντικό είναι -πριν τοποθετηθούμε σε μία κατάσταση και διαμορφώσουμε άποψη εντός μας- να προσπαθούμε πάντα να κατανοήσουμε την κατάσταση του άλλου (συναισθήματα, κίνητρα, σκέψεις κ.τ.λ.). Αυτό ισχύει για κάθε είδους σχέση (θεραπευτή-θεραπευόμενου, γονέα-παιδιού, εκπαιδευτικού-μαθητού κ.ά.) και αποτελεί τον συνδετικό ιστό που συνδέει τη νοηματοποίηση με την αμοιβαιότητα, την ανοχή, την υπομονή και την αποδοχή.

Υπερνοηματοποίηση

Ορισμένα άτομα μπορεί να είναι υπερβολικά ικανά, όσον αφορά στην ικανότητα τους να νοηματοποιούν. Είναι πολύ καλοί ακροατές, δείχνουν ενδιαφέρον για τους άλλους, συνειδητοποιούν εύκολα καταστάσεις κ.τ.λ. αλλά, όσον αφορά στη δική τους ζωή, εκεί μπορεί να κυριαρχεί το χάος, η αδιαφορία, το μίσος προς τον ίδιο τον εαυτό κ.ά.

Ψευδονοηματοποίηση

Η ψευδονοηματοποίηση είναι ένα φαινόμενο όπου ένα άτομο φαίνεται να νοηματοποιεί, ενώ την ίδια στιγμή απουσιάζουν βασικά συστατικά αυτής της διεργασίας, όπως αυτό της αβεβαιότητας. Το άτομο που ψευδονοηματοποιεί θεωρεί πως γνωρίζει ακριβώς πως έχουν τα πράγματα, τα δε συμπεράσματα που βγάζει είναι, συνήθως, προς όφελός του. Ένα επιπλέον στοιχείο που χαρακτηρίζει την ψευδονοηματοποίηση αφορά στον τρόπο που κάποιος ενεργεί. Στην περίπτωση που κάποιος νοηματοποιεί αυθεντικά,  αυτό βοηθά πάντα στον τρόπο που το άτομο θα ενεργήσει στη συγκεκριμένη κατάσταση. Αντίθετα, στην περίπτωση της ψευδονοηματοποίησης, είναι χαρακτηριστική η απουσία συσχέτισης ανάμεσα σε σκέψεις και εξωτερική πραγματικότητα.

Σχέση μητέρας-παιδιού

Η θεραπευτική αντιμετώπιση που εστιάζεται στη νοηματοποίηση

Στόχος αυτής της μορφής θεραπευτικής αντιμετώπισης δεν είναι η συνειδητοποίηση ή κάτι άλλο ανάλογο. Ο θεραπευτικός στόχος εστιάζεται στο συνειδητό και προσυνειδητό επίπεδο και όχι στο υποσυνείδητο. Ο θεραπευτής είναι ενεργητικός και αποφεύγει τις μεγάλες σιωπές. Είναι ανοιχτός και σαφής όσον αφορά στους στόχους και στην πορεία της θεραπευτικής διαδικασίας, αλλά και για το τι σκέφτεται για τον θεραπευόμενο. Δουλεύει, συνεχώς, με τη θεραπευτική σχέση, αποφεύγοντας τις ερμηνείες της μεταβίβασης και την υιοθέτηση του ρόλου του ειδικού.

Επίλογος

Η θεωρία της νοηματοποίησης βασίζεται στην παραδοχή πως ο άνθρωπος γεννιέται με μία βαθιά ανάγκη να τον αντιμετωπίσουν και να τον κατανοήσουν ως μία ψυχική οντότητα και πως αυτού του είδους η κατανόηση αποτελεί τη βάση δημιουργίας όχι μόνο συναισθηματικά ασφαλών δεσμών, αλλά και της εξέλιξης της ικανότητας του παιδιού να νοηματοποιεί.

Η ικανότητα νοηματοποίησης θα μπορούσε να θεωρηθεί ως  το «ψυχικό ανοσοποιητικό σύστημα» του ανθρώπου, ως μία ικανότητα ερμηνείας και κατανόησης διαπροσωπικών δρώμενων που, στη συνέχεια, χρησιμοποιούμε για να μπορέσουμε να επεξεργασθούμε και να ενσωματώσουμε τα βιώματά μας, καταχωρώντας τα στην αυτοβιογραφική μας μνήμη. Η ικανότητα αυτή και η εξέλιξή της βασίζεται και χρωματίζεται από τις πρωταρχικές σχέσεις του παιδιού με τους φροντιστές του.

Η έρευνα έχει καταδείξει πως όσο σοβαρότερα είναι τα ψυχικά τραύματα που έχει βιώσει η μητέρα τόσο μεγαλύτερη είναι η αποχή της από τη συναισθηματική αλληλεπίδραση με το παιδί της και τόσο σοβαρότερες οι συνέπειές της. Αυτά τα τραύματα της μητέρας, με τα συνακόλουθα  κενά που δημιουργούν στην προσωπικότητά της, έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός ελλείμματος νοηματοποίησης που διαποτίζει ολόκληρη τη σχέση, καθιστώντας ανέφικτη την ανεύρεση της συναισθηματικής αλήθειας και των δύο.

Για την υπηρεσία online ψυχολόγος (online συνεδρίες) κάντε κλικ ΕΔΩ

Για ραντεβού στο γραφείο του Σάββα Ν. Σαλπιστή Ph.D. κάντε κλικ ΕΔΩ

 Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης

Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής

Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης


Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D.

 
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης