Παιδικός σταθμός: από ποια ηλικία είναι κατάλληλος;
Όταν ένα παιδί πρόκειται να ξεκινήσει παιδικό σταθμό, οι γονείς συχνά ψάχνουν έναν αριθμό. «Είναι πολύ μικρό στους δώδεκα μήνες;», «Να περιμένουμε μέχρι τα δύο;», «Μήπως στα τρία θα είναι πιο έτοιμο;» Πίσω από αυτές τις ερωτήσεις κρύβεται κάτι βαθύτερο: θα αντέξει το παιδί μου τον αποχωρισμό, θα νιώσει ασφαλές χωρίς εμένα;
Δεν υπάρχει μία ηλικία κατάλληλη για όλα τα παιδιά. Η ηλικία έναρξης μετράει, αλλά δεν αρκεί από μόνη της για να προβλέψει πώς θα βιώσει ένα συγκεκριμένο παιδί τον παιδικό σταθμό. Εξίσου καθοριστικά είναι η ιδιοσυγκρασία του, οι προηγούμενες εμπειρίες αποχωρισμού, η ποιότητα και η σταθερότητα της φροντίδας, οι ώρες παραμονής και ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η μετάβαση.
Με λίγα λόγια: δεν υπάρχει «σωστή» ηλικία για όλα τα παιδιά. Η προσαρμογή στον παιδικό σταθμό εξαρτάται από την ιδιοσυγκρασία του παιδιού, την ποιότητα και σταθερότητα της φροντίδας, τις ώρες παραμονής και τον τρόπο του αποχωρισμού, και όχι μόνο από τον αριθμό των μηνών.
Δεν υπάρχει μία σωστή ηλικία για όλα τα παιδιά για την έναρξη του παιδικού σταθμού. Σημαντικό ρόλο έχουν η συναισθηματική και αναπτυξιακή ετοιμότητα του παιδιού, η ποιότητα της φροντίδας, η σταθερότητα των φροντιστών, οι ώρες παραμονής και ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται ο αποχωρισμός.
Η ηλικία δεν είναι όλη η ιστορία
Ένα παιδί ενός έτους και ένα παιδί τριών ετών δεν έχουν τις ίδιες δυνατότητες. Διαφέρουν στο πώς κατανοούν τον αποχωρισμό, πώς επικοινωνούν τις ανάγκες τους, πώς αναζητούν παρηγοριά και κατά πόσο έχουν ήδη κατακτήσει την ιδέα ότι ο γονιός που φεύγει, επιστρέφει.
Αυτό όμως δεν σημαίνει πως «κάτω από τα δύο χρόνια ο παιδικός σταθμός βλάπτει» ή πως «στα τρία όλα τα παιδιά είναι έτοιμα». Τέτοιες απόλυτες διατυπώσεις απλουστεύουν μια σύνθετη αναπτυξιακή πραγματικότητα. Η σύγχρονη έρευνα δίνει πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα στην ποιότητα της φροντίδας παρά σε μια συγκεκριμένη ηλικία, όπως θα δούμε παρακάτω.
Το ουσιαστικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο «πόσων μηνών είναι το παιδί» αλλά και «τι θα συναντήσει όταν φύγει από την αγκαλιά του γονιού του».
Το παιδί δεν αποχωρίζεται μόνο τον γονιό του
Για έναν ενήλικα, η έναρξη του παιδικού σταθμού μπορεί να μοιάζει με απλή αλλαγή προγράμματος. Για ένα μικρό παιδί πρόκειται για πολύ μεγαλύτερη μετάβαση: αλλάζει ο χώρος, οι ήχοι, οι μυρωδιές, οι άνθρωποι που το φροντίζουν, οι ώρες του φαγητού και του ύπνου, ακόμη κι ο τρόπος με τον οποίο ζητά βοήθεια. Και εκτός από όλα αυτά, για κάποιες ώρες απουσιάζει και το πρόσωπο στο οποίο έχει μάθει να στρέφεται όταν φοβάται ή χρειάζεται παρηγοριά.

Για τους λόγους αυτούς, η προσαρμογή δεν είναι απλώς να μάθει το παιδί «να μην κλαίει», αλλά να αποκτήσει σταδιακά την εμπειρία ότι ο γονιός φεύγει αλλά επιστρέφει, ότι ο κόσμος γύρω του παραμένει ασφαλής, και ότι όταν δυσκολεύεται υπάρχει κάποιος να το βοηθήσει.
Αυτό γίνεται πιο εφικτό όταν το παιδί καταφέρνει να χτίσει μια σταθερή σχέση με έναν συγκεκριμένο φροντιστή στον σταθμό. Η έρευνα για την ευαισθησία των φροντιστών δείχνει σταθερά ότι η ποιότητα αυτής της σχέσης βαρύνει για την ασφάλεια του παιδιού. Ο παιδικός σταθμός δεν χρειάζεται να λειτουργεί ως αντίπαλος της γονεϊκής σχέσης, μπορεί να γίνει ένα ακόμη ασφαλές πλαίσιο, αρκεί το παιδί να συναντήσει εκεί ενήλικες διαθέσιμους και σταθερούς.
Ο γονιός αποχωρίζεται κι αυτός
Υπάρχει και μια άλλη πλευρά που συχνά περνά απαρατήρητη: αποχωρίζεται κι ο γονιός, όχι μόνο το παιδί. Η πρώτη μέρα στον παιδικό σταθμό μπορεί να ξυπνήσει ενοχή, φόβο και μια παράξενη αίσθηση απώλειας. «Μήπως το εγκαταλείπω;», «Μήπως περνάει δύσκολα και εγώ δεν είμαι εκεί;». Τίποτα από αυτά δεν είναι παθολογικό, η γονεϊκότητα περιλαμβάνει και την οδυνηρή συνειδητοποίηση ότι το παιδί δεν μπορεί να μείνει για πάντα μέσα στον προστατευμένο χώρο της οικογένειας.
Από ψυχοδυναμική σκοπιά, ο αποχωρισμός μπορεί να αγγίξει κάτι παλιότερο στον ίδιο τον γονιό: τον δικό του φόβο εγκατάλειψης, τον τρόπο που βίωσε ο ίδιος τους πρώτους δικούς του αποχωρισμούς. Η συναισθηματική κατάσταση του γονιού είναι κι αυτή μέρος του κλίματος μέσα στο οποίο συντελείται ο αποχωρισμός, όχι με την έννοια ότι κάθε άγχος περνάει αυτόματα στο παιδί, αλλά με την έννοια ότι το παιδί “διαβάζει”, έστω αμυδρά, πώς νιώθει ο ενήλικας δίπλα του.
Ένας γονιός μπορεί να το θέσει έτσι: «Κάθε φορά που κλαίει νιώθω σαν να του κάνω κάτι κακό. Μένω, τον παίρνω αγκαλιά, ξαναφεύγω, ξαναγυρίζω… και στο τέλος δεν ξέρω ποιος φοβάται περισσότερο, εκείνος ή εγώ;». Η δυσκολία εδώ δεν είναι μόνο το κλάμα του παιδιού, αλλά και το πόσο μπορεί ο γονιός να αντέξει τη δική του δυσφορία, χωρίς να χρειάζεται να την εξαφανίσει αμέσως. Το παιδί χρειάζεται να νιώσει ότι ο γονιός μπορεί να φύγει χωρίς να καταρρεύσει η σχέση, ένα πρώτο βήμα προς την ψυχική αυτονομία.

Πώς μαθαίνει ένα παιδί να αντέχει την απουσία
Ένα παιδί χρειάζεται σχέση, σταθερότητα, συναισθηματική διαθεσιμότητα, και όχι έναν γονιό μόνιμα δίπλα του. Η ανάπτυξη περιλαμβάνει και την ικανότητα να αντέχει κανείς την απουσία: το παιδί απομακρύνεται λίγο για να παίξει και επιστρέφει, μένει για λίγο με έναν άλλο οικείο ενήλικα, αργότερα περνά κάποιες ώρες στον παιδικό σταθμό. Μέσα από αυτές τις μικρές απομακρύνσεις, χτίζεται σταδιακά η εμπειρία ότι η απουσία δεν ισοδυναμεί με απώλεια της σχέσης.
Το παιδί δεν χρειάζεται να βρίσκεται συνεχώς μπροστά στον γονιό για να αισθάνεται ασφαλές. Αυτό που χρειάζεται είναι να μπορεί, με τον καιρό, να κρατά μέσα του μια σταθερή αίσθηση της σχέσης ακόμη κι όταν ο άλλος λείπει. Αυτή η εσωτερικευμένη αίσθηση δεν χτίζεται απότομα, αλλά μέσα από πολλές επαναλήψεις: ο γονιός φεύγει, επιστρέφει, ακούει, παρηγορεί, αντέχει το συναίσθημα και παραμένει διαθέσιμος.
Το κλάμα στον αποχωρισμό, και η απουσία του
Λίγες στιγμές είναι πιο δύσκολες για έναν γονιό απ’ αυτήν: αφήνει το παιδί στον σταθμό κι εκείνο γαντζώνεται πάνω του, κλαίει, φωνάζει, τρέχει πίσω του μέχρι την πόρτα. Ο γονιός φεύγει με ένα βάρος στο στήθος: «Το τραυματίζω; Μήπως δεν είναι έτοιμο;».
Το κλάμα από μόνο του δεν αποδεικνύει ότι ο παιδικός σταθμός είναι ακατάλληλος. Είναι ένας τρόπος έκφρασης της δυσκολίας του αποχωρισμού. Σημασία έχει τι συμβαίνει μετά: υπάρχει ενήλικας που μπορεί να το παρηγορήσει; Στρέφεται σταδιακά προς αυτόν, ξαναβρίσκει το παιχνίδι, εξερευνά τον χώρο; Με τον καιρό αποχωρίζεται με μικρότερη δυσφορία;

Μια μητέρα το περιέγραφε έτσι: «Κάθε πρωί κλαίει όταν φεύγω. Όταν γυρίζω, όμως, έχει σταματήσει και παίζει. Δεν ξέρω αν πρέπει να ανησυχώ ή αν απλώς με έχει ξεχάσει.» Η ουσία δεν βρίσκεται στο αν έκλαψε στην πόρτα, αλλά σε ό,τι συμβαίνει ανάμεσα στην πόρτα και στην επιστροφή της: αναζητά τον φροντιστή, δέχεται την παρηγοριά του, μπορεί να παίξει και να χαρεί;
Υπάρχει κι η αντίστροφη ανησυχία: «Δεν έκλαψε καθόλου, μήπως δεν με χρειάζεται;», κάτι που δεν είναι πιο ασφαλές συμπέρασμα από το προηγούμενο. Τα παιδιά διαφέρουν στον τρόπο που εκφράζουν τη δυσφορία τους: άλλο κλαίει έντονα, άλλο παρατηρεί σιωπηλά, άλλο προσκολλάται σε έναν φροντιστή, άλλο στρέφεται γρήγορα στο παιχνίδι. Ούτε το κλάμα ούτε η απουσία του αποδεικνύουν, μόνα τους, ασφάλεια ή ανασφάλεια. Αυτό που μετράει είναι η συνολική εικόνα και η πορεία στον χρόνο.
Τι κάνει έναν παιδικό σταθμό «καλό»
Δεν είναι μόνο τα παιχνίδια, ο όμορφος χώρος ή το εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Για ένα μικρό παιδί, μετράει κυρίως πώς το κοιτάζει, το ακούει και του ανταποκρίνεται ένας ενήλικας όταν χτυπάει το γόνατό του, τρομάζει από έναν θόρυβο ή απλώς κουράζεται και ζητά αγκαλιά. «Κράτα με.», «Φοβάμαι.», «Πού είναι η μαμά;». Αυτές οι μικρές στιγμές είναι η καθημερινή γλώσσα της συναισθηματικής ασφάλειας, και εκεί βρίσκεται μεγάλο μέρος της ποιότητας της φροντίδας.
Η σύγχρονη βιβλιογραφία είναι αρκετά συνεπής ως προς αυτό. Μια εκτεταμένη umbrella review του 2026, που συνέθεσε 17 μετα-αναλύσεις, εντόπισε μέτρια συσχέτιση της ευαισθησίας του φροντιστή με την ασφάλεια του δεσμού, και μικρότερες αλλά σταθερές συσχετίσεις με τη γνωστική, γλωσσική και κοινωνικοσυναισθηματική ανάπτυξη. Μια συστηματική ανασκόπηση 36 μελετών, με 21 δείγματα και 3.847 συμμετέχοντες, εντόπισε, ειδικά για την προσχολική ηλικία, υψηλότερα επίπεδα ευαισθησίας στους φροντιστές παιδιών με ασφαλή και οργανωμένη προσκόλληση, αριθμοί που απλώς επιβεβαιώνουν κάτι που κάθε γονιός αναγνωρίζει μόλις δει το παιδί του να τρέχει αγκαλιά σε έναν συγκεκριμένο φροντιστή. Αυτό δεν σημαίνει ότι ένας φροντιστής «αντικαθιστά» τον γονιό, ούτε ότι ένας καλός σταθμός εξαλείφει κάθε δυσκολία. Σημαίνει κάτι πιο απλό, ότι το παιδί χρειάζεται να συναντά κι έξω από το σπίτι έναν ενήλικα που το βλέπει, το καταλαβαίνει και ανταποκρίνεται. Ένας παιδικός σταθμός, λοιπόν, δεν κρίνεται μόνο από το πρόγραμμα που προσφέρει, αλλά και από τον τρόπο που σχετίζονται με τα παιδιά οι άνθρωποι που εργάζονται εκεί, και ίσως αυτό το τελευταίο να είναι ακόμα πιο σημαντικό.

Δεν είναι το ίδιο, τέλος, να περνά ένα παιδί λίγες ώρες σε σταθερό περιβάλλον και να περνά καθημερινά πολλές ώρες εκεί όπου οι φροντιστές αλλάζουν συχνά. Γι’ αυτό η ερώτηση «σε ποια ηλικία;» χρειάζεται πάντα συνοδεία: πόσες ώρες, με ποιους ανθρώπους, με πόση σταθερότητα. Η ηλικία είναι ένας παράγοντας μέσα σε αυτό το σύνολο, όχι η μόνη απάντηση.
Όταν φαίνεται ότι το παιδί «μας απορρίπτει»
Μερικές φορές, η έναρξη προκαλεί ένα παράδοξο: το παιδί περνά καλά στον σταθμό, αλλά μόλις γυρίζει σπίτι γίνεται πιο απαιτητικό, κλαίει περισσότερο, ζητά διαρκώς αγκαλιά. «Στον σταθμό είναι μια χαρά και μόλις με βλέπει αρχίζουν τα δύσκολα. Μήπως κάτι κάνω λάθος;» σκέφτεται ο γονιός. Συχνά, όμως, συμβαίνει κάτι διαφορετικό: το παιδί έχει καταφέρει να συγκρατήσει τη δυσφορία μέσα στη νέα κατάσταση και την εκφράζει μόλις επιστρέφει στο πρόσωπο με το οποίο νιώθει τη μεγαλύτερη ασφάλεια. Δεν μπορούμε να ξέρουμε με βεβαιότητα από μία τέτοια συμπεριφορά τι ακριβώς συμβαίνει, χρειάζεται να κοιτάμε το παιδί συνολικά και τη συνολική πορεία του, όχι μόνο μια μεμονωμένη σκηνή.
Ένας άλλος πειρασμός είναι να θεωρούμε πως όσο πιο γρήγορα σταματά ένα παιδί να κλαίει, τόσο πιο «ώριμο» είναι. Η ψυχική ανάπτυξη, όμως, δεν μετριέται από την ταχύτητα με την οποία ένα παιδί παύει να χρειάζεται τους άλλους: μπορεί να είναι πολύ αυτόνομο σε μια δραστηριότητα και να χρειάζεται ακόμη βοήθεια σε μια άλλη. Η αυτονομία δεν γεννιέται από την απότομη απομάκρυνση από τη σχέση, αλλά μέσα σε αυτήν.
Τι μπορούν να κάνουν οι γονείς
Η προετοιμασία ξεκινά πριν από την πρώτη μέρα: όπου είναι εφικτό, και βοηθά το παιδί να γνωρίσει σταδιακά τον χώρο και τους ανθρώπους που θα συναντήσει, καθώς και μια σταθερή ρουτίνα κάνει τη μετάβαση πιο προβλέψιμη. Οι αποχαιρετισμοί βοηθούν περισσότερο όταν είναι σύντομοι και σαφείς παρά όταν παρατείνονται σε αλλεπάλληλες επιστροφές, και καλύτερα να αποφεύγεται η κρυφή αποχώρηση. Το παιδί χρειάζεται να καταλαβαίνει ότι ο γονιός έφυγε μεν, αλλά θα επιστρέψει.

Μια απλή φράση αρκεί συχνά: «Ξέρω ότι σου είναι δύσκολο να με αποχωρίζεσαι. Θα φύγω τώρα και θα έρθω να σε πάρω μετά τον ύπνο.» Δεν προσπαθεί να εξαφανίσει το συναίσθημα, το αναγνωρίζει, και ταυτόχρονα μεταφέρει κάτι σημαντικό στο παιδί: ότι ο ενήλικας αντέχει τη δυσκολία χωρίς να διαλύεται η σχέση.
Πότε χρειάζεται περισσότερη προσοχή
Κάποια δυσκολία στον αποχωρισμό είναι αναμενόμενη. Όταν όμως η έντονη δυσφορία επιμένει χωρίς καμία βελτίωση, ή συνοδεύεται από επίμονες αλλαγές στον ύπνο, στο φαγητό, στο παιχνίδι ή στη γενικότερη λειτουργικότητα του παιδιού, αξίζει να διερευνηθεί τι συμβαίνει, χωρίς να χρειάζεται να αναζητηθεί αμέσως μια διάγνωση. Μπορεί να χρειάζεται πιο σταδιακός ρυθμός προσαρμογής, μπορεί να υπάρχει δυσκολία με κάποιο συγκεκριμένο στοιχείο του περιβάλλοντος ή με τη σχέση με έναν φροντιστή, μπορεί απλώς να χρειάζεται περισσότερος χρόνος. Κάποιες φορές, βοηθάει η συμβολή ενός ειδικού ψυχικής υγείας, ώστε να κατανοηθεί καλύτερα η δυσκολία.
Τελικά, από ποια ηλικία είναι κατάλληλος;
Ίσως η πιο χρήσιμη απάντηση να μην είναι ένας αριθμός, αλλά η δυνατότητα να κοιτάξουμε το συγκεκριμένο παιδί: πώς αποχωρίζεται, πώς αναζητά παρηγοριά, πώς αντιδρά σε νέους ανθρώπους, πώς επιστρέφει μετά τον αποχωρισμό και πώς είναι η σχέση του με τους γονείς όταν γυρίζει σπίτι. Και δίπλα σε αυτό, ένα εξίσου σημαντικό ερώτημα: τι είδους παιδικό σταθμό θα συναντήσει;
Γιατί ένα παιδί δεν χρειάζεται απλώς να μάθει να αποχωρίζεται τον γονιό του. Χρειάζεται, μέσα στον νέο κόσμο που ανοίγεται μπροστά του, να βρει ανθρώπους που θα το βοηθήσουν να νιώσει ξανά ασφαλές. Ο στόχος δεν είναι να μην κλάψει, ούτε να γίνει γρήγορα «ανεξάρτητο». Είναι να ανακαλύψει, λίγο λίγο, ότι μπορεί να απομακρύνεται από τον γονιό του χωρίς να χάνει τη σχέση μαζί του, να εξερευνά χωρίς να χάνει το ασφαλές σημείο επιστροφής. Η ψυχική αυτονομία δεν γεννιέται όταν το παιδί πάψει να χρειάζεται τον άλλον, αλλά όταν μπορεί να απομακρύνεται από τον άλλον χωρίς να νιώθει ότι τον χάνει.
Συχνές ερωτήσεις για τον παιδικό σταθμό
Ποια είναι η κατάλληλη ηλικία για να ξεκινήσει ένα παιδί παιδικό σταθμό;
Δεν υπάρχει μία ηλικία κατάλληλη για όλα τα παιδιά. Η απόφαση εξαρτάται από την αναπτυξιακή και συναισθηματική κατάσταση του παιδιού, την οικογενειακή πραγματικότητα, την ποιότητα της φροντίδας και τον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η μετάβαση.
Είναι κακό να ξεκινήσει ένα παιδί παιδικό σταθμό πριν από τα δύο χρόνια;
Όχι απαραίτητα. Η πρώιμη έναρξη δεν οδηγεί από μόνη της σε αρνητική έκβαση. Σημαντικό ρόλο έχουν η ποιότητα και η σταθερότητα της φροντίδας, οι ώρες παραμονής, η σχέση με τους φροντιστές και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του παιδιού.
Πόσο καιρό χρειάζεται ένα παιδί για να προσαρμοστεί στον παιδικό σταθμό;
Δεν υπάρχει ίδιος χρόνος για όλα τα παιδιά. Είναι πιο χρήσιμο να παρακολουθούμε αν το παιδί δείχνει σταδιακά μεγαλύτερη άνεση, δημιουργεί σχέση με τους φροντιστές και συμμετέχει στο παιχνίδι, παρά να περιμένουμε να ολοκληρωθεί η προσαρμογή σε συγκεκριμένο αριθμό ημερών.
Είναι φυσιολογικό να κλαίει ένα παιδί όταν το αφήνουμε στον παιδικό σταθμό;
Ναι. Το κλάμα μπορεί να αποτελεί φυσιολογική έκφραση της δυσκολίας του αποχωρισμού. Μεγαλύτερη σημασία έχει αν το παιδί μπορεί σταδιακά να παρηγορηθεί, να δημιουργήσει σχέση με τους φροντιστές και να συμμετέχει στις δραστηριότητες.
Αν ένα παιδί δεν κλαίει όταν φεύγει ο γονιός, σημαίνει ότι έχει προσαρμοστεί;
Όχι απαραίτητα. Ούτε το κλάμα ούτε η απουσία του αποτελούν από μόνες τους ασφαλή δείκτη προσαρμογής. Χρειάζεται να εξετάζεται η συνολική συμπεριφορά του παιδιού κατά τη διάρκεια της ημέρας και η πορεία του στον χρόνο.
Τι είναι πιο σημαντικό από την ηλικία έναρξης στον παιδικό σταθμό;
Η ποιότητα και η σταθερότητα της φροντίδας, η σχέση του παιδιού με τους φροντιστές, οι ώρες παραμονής, η οικογενειακή κατάσταση και η ιδιοσυγκρασία του παιδιού. Η ευαισθησία του φροντιστή συνδέεται με την ασφάλεια του δεσμού και με πλευρές της γνωστικής, γλωσσικής και κοινωνικοσυναισθηματικής ανάπτυξης.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.


Θα ήταν εφικτό να παραθέσετε σχετικές πηγές και έρευνες; Με ενδιαφέρει ιδιαίτερα το θέμα και θα ήμουν ευγνώμων αν με βοηθούσατε με σχετική βιβλιογραφία.
Ευχαριστώ εκ των προτέρων.
Μαίρη Τσάτση
Kαλησπερα, ενδιαφερομαι και εγω αν υπαρχει σχετικη βιβλιογραφια. Ευχαριστω πολύ!
[…] i-psyxologos.gr […]
[…] Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής https://www.i-psyxologos.gr/paidikos-stathmos/ […]
Και αν υπάρχει κάποια οικονομική πχ δυσκολία δεν πρέπει να πηγαίνουμε τα παιδιά μας για να έχουν αυτή κάτι καλύτερο να μην τους λείψει τίποτα?
Δυστυχώς, δεν κατάλαβα την ερώτησή σας.
Ευχαριστούμε πολύ για το διαφωτιστικό κείμενο! …Κι αν το παιδί δεν πάει καθόλου παιδικό σταθμό και πάει κατευθείαν στο υποχρεωτικό σχολείο (προνήπιο) στα 4; Εγώ και ο σύντροφός μου αυτό σκοπεύουμε να κάνουμε, αλλά ο παιδικός σταθμός έχει καθιερωθεί πλέον τόσο πολύ που εμείς φαινόμαστε “περίεργοι” και συχνά μας λένε ότι αν κρατήσουμε την κόρη μας στο σπίτι μέχρι 4 ετών θα μείνει πίσω κοινωνικά κτλ… Ποια είναι η γνώμη σας; Ευχαριστώ.
Καλημέρα σας!
Προσωπικά, θεωρώ πως ένα παιδί θα ήταν καλό να μην ξεκινήσει παιδικό σταθμό ΠΡΙΝ από το δεύτερο έτος της ηλικίας του, αν υπάρχουν οι κατάλληλες προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Μεταξύ του 2ου και 3ου χρόνου, περισσότερο δε μετά το τρίτο έτος, τα περισσότερα παιδιά -και υπό την προϋπόθεση να έχουν εισπράξει τη συναισθηματική ασφάλεια εκείνη ώστε να μπορούν να αποχωρίζονται με ασφάλεια το γονιό τους- θα μπορούσαν με σχετική ευκολία να ξεκινήσουν παιδικό σταθμό.
Πέραν του τρίτου έτους, δεν υπάρχει, συνήθως, ιδιαίτερος λόγος ώστε να παραμένει το παιδί μόνο με κάποιον γονέα σπίτι. Κανένας γονέας δεν μπορεί να υποκαταστήσει την παιδική παρέα και τις δυνατότητες που αυτή δίνει στο παιδί ώστε να αναπτύξει ετοιμότητες, όπως να μοιράζεται, να διεκδικεί, να περιμένει τη σειρά του, να συγκρούεται και να συμφιλιώνεται, να αποκτά καινούργιους φίλους, να αποχωρίζεται και να επανενώνεται με σημαντικά του πρόσωπα και πολλά άλλα.
Ως εκ τούτου, θεωρώ πως, το αργότερο, μετά το τρίτο έτος της ηλικίας ένα μέσο παιδί που έχει μεγαλώσει αρμονικά μπορεί άνετα να ξεκινήσει παιδικό σταθμό. Μετά το 4ο έτος, νομίζω πως είναι περισσότερο η ανάγκη των γονιών να το έχουν κοντά τους αυτή που το κρατά σπίτι παρά κάποιες θεμελιώδεις συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού που το επιτάσσουν.
Ευχαριστώ και καλή συνέχεια!
Ευχαριστώ πολύ για την απάντηση. Η γνώμη σας έχει άλλη βαρύτητα. Να είστε καλα!
Η κόρη μου είναι 27 μηνών και ξεκίνησε πρόσφατα παιδικό σταθμό. Προβληματιζομαι έντονα, καθώς περίμενα ότι θα της αρέσει το “σχολικό περιβάλλον”.
Είναι γενικά πολύ χαρούμενη και κοινωνική. Αγαπάει πολύ τα παιδάκια και προσπαθεί να τα προσεγγίσει, να τα αγκαλιάσει, να τα χαϊδέψει… Στο σπίτι της αρέσει να διαβάζουμε να μαθαίνει αγγλικά, το αλφάβητο, τους αριθμούς. Δε θέλει όμως να πηγαίνει στον παιδικό σταθμό, κάθε πρωι κλαίει στο αυτοκίνητο και φωνάζει βοήθεια. Όταν μπαίνει μέσα δεν γκρινιάζει, όμως λίγο αργότερα κλαίει και με ζητάει. Επιπλέον, όταν πάω να την πάρω και με βλέπει, κλαίει με τρομερό παράπονο. Στο σταθμό προτιμάει να παίζει μόνη της, αποφεύγει τα άλλα παιδιά και δε θέλει να βγει στην αυλή . Είναι σα να μου περιγράφουν άλλο παιδί… Σκέφτομαι σοβαρά να τη σταματήσω. Οι δασκάλες λένε πως δεν κλαίει πολύ και πως παίζει αρκετά και το έχει αποδεχτεί , όμως εγώ ξέρω πως δεν αισθάνεται καλά. Δε θέλω να τη ζορίσω παραπάνω. Ποια είναι η δική σας άποψη;
Να σημειώσω πως την πρώτη μέρα μπήκε με πολύ ενθουσιασμό βλέποντας παιχνίδια και παιδιά.Τόσο που δεν πρόλαβα καν να τη χαιρετήσω. Είχαμε κάνει και προετοιμασία κάποιο καιρό πριν. Όταν όμως κατάλαβε τν απουσία μου, μάλλον αγχωθηκε και έκλαψε.
Ελισάβετ, καλησπέρα!
Από τις πληροφορίες που δίνεις, δεν είναι εύκολο να βγάλει κάποιος ασφαλή συμπεράσματα. Το κατά πόσο ένα παιδί είναι έτοιμο να αποχωρισθεί τη μητέρα του ή το ασφαλές περιβάλλον του σπιτιού του εξαρτάται από πολλούς παράγοντες και ποικίλει από παιδί σε παιδί, ανάλογα με τα βιώματα και το ταμπεραμέντο του.
Οι συνηθέστεροι παράγοντες που μπορεί να παίξουν ρόλο στη διαδικασία αποχωρισμού του παιδιού από το οικείο του περιβάλλον είναι: η ηλικία του, το είδος της σχέσης που έχει με τη μητέρα του (πόσο, δηλαδή, συναισθηματικά ασφαλές νιώθει το παιδί στη σχέση αυτή), προηγούμενες εμπειρίες αποχωρισμού (αν υπάρχουν ή όχι και πως βιώθηκαν από το παιδί), αν υπάρχει μικρότερης ηλικίας παιδί που μένει σπίτι, ενώ το άλλο πρέπει να πάει στον παιδικό, η σχέση των γονιών και, εν γένει, η οικογενειακή κατάσταση (οικονομική, κοινωνική), το εύρος του κοινωνικού ιστού της οικογένειας (αν υπάρχουν και πόσο ουσιαστικές κοινωνικές σχέσεις έχει (φίλοι, συγγενείς), η συναισθηματική ωριμότητα του παιδιού και το εξελικτικό στάδιο στο οποίο βρίσκεται τη δεδομένη στιγμή, η δυσκολία/ευκολία της ίδιας της μητέρας να αποχωρισθεί το παιδί, διάφορα σημαντικά γεγονότα που συνέβησαν πρόσφατα (κάποια ασθένεια/θάνατος στο στενό περιβάλλον της οικογένειας).
Όλα τα παραπάνω και ο όποιος συνδυασμός τους μπορεί να παίζει ρόλο που θα πρέπει να διερευνηθεί και να εντοπισθεί ώστε να γίνει και η καλύτερη δυνατή αντιμετώπιση.
Θα αναφέρω ένα πρόσφατο παράδειγμα ώστε να γίνουν πιο σαφή τα όσα παραπάνω αναφέρω. Έκανα 4 συνεδρίες με τους γονείς ενός 4 1/2 ετών αγοριού που, ξαφνικά, και ενώ πήγαινε χωρίς πρόβλημα στον παιδικό σταθμό από τον προηγούμενο χρόνο, μετά από μία αρχική περίοδο 2 μηνών που είχε κάποιες δυσκολίες οι οποίες ξεπεράσθηκαν. Το αγοράκι αυτό άρχισε να κάνει εμετό, να αρνείται να φύγει από το σπίτι, να θέλει να κοιμάται με τους γονείς του κ.ά. Για να μη πολυλογώ, αυτό στο οποίο κατέληξα ήταν πως το παιδί, στην ηλικία που είναι άρχισε να συνειδητοποιεί το σημαίνει θάνατος και πως είναι μια κατάσταση οριστική και αμετάκλητη. Αυτό το κατατρόμαξε και ο λόγος που δεν ήθελε να πάει στον παιδικό ήταν μην τυχόν και συμβεί κάτι στους γονείς του, όσο αυτό λείπει από το σπίτι.
Όταν οι γονείς, με τη βοήθεια των συναντήσεών μας και την αγορά κατάλληλων βιβλίων και τη σκηνοθέτηση διαφόρων παιχνιδιών με μινιατούρες (ανθρώπους, ζωάκια κ.τ.λ.) που διαπραγματεύονταν διαφόρων ειδών απώλειες βοήθησαν το παιδί να επεξεργασθεί αυτόν το φόβο του για το θάνατο, ξανάρχισε σιγά-σιγά να μπορεί να πηγαίνει στον παιδικό σταθμό χωρίς πρόβλημα…
Καλή δύναμη!
ΥΓ. Αν θέλεις, μπορείς να διαβάσεις στην ιστοσελίδα μου και το παρακάτω άρθρο που αναφέρεται σε δυσκολίες αποχωρισμού και στο χειρισμό τους.
https://www.i-psyxologos.gr/agxos-apoxorismou/
Καλησπέρα σας. Γνωρίζεται αν υπάρχει κπ παιδικός Σταθμός που να δέχεται την παρουσία των γονέων μέχρι το παιδί να προσαρμοστεί? Σας ευχαριστώ πολύ εκ των προτέρων
Καλησπέρα σας
Δυστυχώς, δεν γνωρίζω τέτοιου είδους στοιχεία.
Περίπτωση αγοριού 27 μηνών που δεν έχει μιλήσει ακόμη (χρησιμοποιεί ελάχιστες λέξεις και καθόλου φράσεις), αλλά με φαινομενικά καλό επίπεδο κατανόησης του προφορικού λόγου. Πιστεύετε ότι ένα ξεκίνημα σε παιδικό σταθμό θα μπορούσε να επιφέρει θετικά αποτελέσματα στο κομμάτι της ομιλίας ή θα ήταν προτιμότερο να περιμένουμε πρώτα να εξελιχθεί η ικανότητά του να εκφράζεται; Σας ευχαριστώ πολύ.
Χαίρετε και καλό μήνα!
Ο παιδικός σταθμός βοηθά γενικά στην κοινωνικοποίηση και στην εξέλιξη του λόγου. Πριν απ΄όλα αυτά, όμως,
θα ήταν καλό να κάνετε μια συνολική εκτίμηση της κατάστασης του παιδιού σε κάποιο παιδοψυχιατρικό τμήμα ή
σε κάποιον αναπτυξιολόγο παίδων.