Η καρδιά χτυπά πιο γρήγορα πριν από μια δύσκολη συζήτηση. Το στομάχι σφίγγεται σε μια περίοδο έντασης. Οι μύες μένουν για ώρες σε σύσπαση, χωρίς να το έχουμε αποφασίσει. Τέτοιες αντιδράσεις είναι τόσο συνηθισμένες, ώστε συνήθως περνούν απαρατήρητες. Μέχρι να σταματήσουν να περνούν.
Τα πράγματα δυσκολεύουν όταν μια σωματική ενόχληση επιμένει ή επανέρχεται, και αρχίζει να επηρεάζει την καθημερινότητα.
Τότε γεννιέται συνήθως ένα δίλημμα: είναι κάτι σωματικό ή κάτι ψυχολογικό; Δεν είναι, ίσως, το ένα ή το άλλο.Είναι ένας άνθρωπος, στο σύνολό του, που αντιδρά με όσα μέσα διαθέτει, και τα μέσα αυτά δεν χωρίζονται καθαρά σε σωματικά και ψυχικά. Όσα φοβόμαστε, οι σχέσεις μας, η πίεση που δεχόμαστε, ο τρόπος που επεξεργαζόμαστε ό,τι μας συμβαίνει, όλα αυτά συνδέονται διαρκώς με το πώς βιώνουμε και ρυθμίζουμε τη σωματική μας κατάσταση.
Αυτό δεν σημαίνει πως κάθε σωματικό σύμπτωμα έχει ψυχολογική αιτία. Σημαίνει πως σώμα και ψυχική ζωή δεν κατοικούν σε δύο χωριστά δωμάτια, με κλειστή πόρτα ανάμεσά τους.
Οι ψυχοσωματικές διαταραχές είναι σωματικές δυσκολίες στις οποίες ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάζουν την εμφάνιση, την ένταση ή την πορεία των συμπτωμάτων. Δεν σημαίνουν ότι τα συμπτώματα είναι φανταστικά ή «μόνο ψυχολογικά». Η κατανόησή τους απαιτεί να εξετάζουμε μαζί τη σωματική κατάσταση, την ψυχική ζωή, το στρες και τις συνθήκες ζωής του ανθρώπου.
Τι εννοούμε όταν λέμε «ψυχοσωματική διαταραχή»
Ο ίδιος ο όρος, όμως, οδηγεί εύκολα σε παρεξήγηση, πριν προλάβουμε καν να πούμε τι εννοούμε.
Στην καθημερινή γλώσσα, μπορεί να ακουστεί σαν να λέμε ότι ένα σύμπτωμα «δεν είναι πραγματικό», ότι οφείλεται στη φαντασία ή σε υπερβολική ευαισθησία. Δεν είναι αυτό το νόημα.
Με απλά λόγια, ο όρος περιγράφει την αλληλεπίδραση ανάμεσα στη σωματική κατάσταση και στην ψυχική, κοινωνική ζωή του ανθρώπου, χωρίς να σημαίνει ότι η δυσκολία είναι «μόνο ψυχολογική». Η ψυχική επιβάρυνση μπορεί να επηρεάσει ουσιαστικά την εμφάνιση, την ένταση ή την πορεία μιας σωματικής δυσκολίας, χωρίς αυτό να την κάνει λιγότερο πραγματική. Το άγχος, η παρατεταμένη ένταση, οι συναισθηματικές συγκρούσεις, οι συνθήκες ζωής, όλα αυτά μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο που λειτουργεί ο οργανισμός. Η σχέση όμως αυτή δεν είναι απλή, ούτε ίδια για όλους.
Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή και στον τρόπο με τον οποίο εκφραζόμαστε. Δεν είναι σωστό να λέμε ότι «το άγχος προκαλεί» κάθε σωματικό πρόβλημα, ούτε ότι ένα σύμπτωμα αποκαλύπτει από μόνο του κάποιο κρυμμένο συναίσθημα.
Η ψυχοσωματική προσέγγιση δεν αντικαθιστά την ιατρική διερεύνηση. Τη συμπληρώνει, όταν υπάρχει λόγος να εξετάσουμε και την επίδραση της ψυχικής και της κοινωνικής ζωής στην υγεία, γιατί το ίδιο σύμπτωμα, ο ίδιος πονοκέφαλος, η ίδια κόπωση, ο ίδιος πόνος στο στομάχι, μπορεί να εμφανιστεί σε πολύ διαφορετικές καταστάσεις, χωρίς να έχει από μόνο του μία μοναδική εξήγηση.
Ψυχοσωματική αντίδραση δεν σημαίνει απαραίτητα διαταραχή
Πριν προχωρήσουμε, αξίζει να ξεκαθαρίσουμε κάτι ακόμη πιο βασικό.
Το σώμα αντιδρά συνεχώς σε ό,τι συμβαίνει γύρω μας. Κοκκινίζουμε όταν ντρεπόμαστε, ιδρώνουμε πριν από μια δύσκολη συνάντηση, νιώθουμε την καρδιά να χτυπά γρήγορα όταν φοβηθούμε. Η αναπνοή αλλάζει, οι μύες σφίγγονται σε μια περίοδο έντονης πίεσης.
Τίποτα από αυτά δεν είναι, από μόνο του, ψυχοσωματική διαταραχή. Είναι ο τρόπος που ο οργανισμός κινητοποιείται και προσαρμόζεται στις διάφορες καταστάσεις..

Η δυσκολία αρχίζει όταν η σωματική επιβάρυνση γίνεται επίμονη, επαναλαμβανόμενη και αρκετά έντονη ώστε να επηρεάζει την καθημερινότητα. Δεν υπάρχει ένα σαφές χρονικό όριο, ούτε ένα σύμπτωμα που να χωρίζει απόλυτα τις δύο καταστάσεις. Μετράει η διάρκεια, η ένταση, η επίδραση στην καθημερινή λειτουργικότητα, και κυρίως η συνολική εικόνα.
Το «ψυχοσωματικό» δεν σημαίνει «φανταστικό». Και το «ψυχολογικό» δεν σημαίνει «λιγότερο πραγματικό».
Ψυχοσωματικές διαταραχές και σωματοποίηση δεν είναι το ίδιο
Υπάρχει κι ένας δεύτερος διαχωρισμός που αξίζει να αποσαφηνισθεί, γιατί αλλιώς όλα μπαίνουν κάτω από την ίδια ταμπέλα.
Η σωματοποίηση περιγράφει περιπτώσεις όπου η ψυχική δυσφορία συνδέεται τόσο στενά με τη σωματική εμπειρία, ώστε τα σωματικά συμπτώματα αποκτούν κεντρική θέση στην εικόνα του ανθρώπου. Κάποιος μπορεί να βιώνει επίμονο πόνο, κόπωση, άλλες ενοχλήσεις, ενώ η ιατρική διερεύνηση δεν εξηγεί πλήρως την ένταση ή την επιμονή τους, χωρίς αυτό, όμως, να σημαίνει ότι «τα φαντάζεται».
Θυμάμαι έναν άνθρωπο με επίμονα γαστρεντερικά ενοχλήματα. Είχε απευθυνθεί σε γιατρούς ανάλογης ειδικότητας και είχε κάνει όλες τις εξετάσεις που κρίνονταν αναγκαίες. Καμία οργανική νόσος δεν εξηγούσε συνολικά την κλινική του εικόνα. Αυτό, όμως, δεν σήμαινε πως «δεν είχε τίποτα». Στη θεραπευτική διερεύνηση, φάνηκε σταδιακά ότι τα συμπτώματα παρουσίαζαν διακυμάνσεις σε περιόδους έντονης συναισθηματικής πίεσης, ιδιαίτερα όταν υπήρχε δυσκολία να εκφράσει θυμό, διαφωνία, ή να βάλει ένα όριο. Δεν χρειάστηκε να θεωρηθεί ότι το σύμπτωμα ήταν φανταστικό, ούτε ότι αποτελούσε συνειδητή έκφραση κάποιου συναισθήματος. Φάνηκε απλώς ότι η ψυχική και η σωματική του ζωή ήταν αλληλένδετες με έναν τρόπο που ο ίδιος δεν είχε αντιληφθεί ως τότε.
Ψυχική δυσφορία και σωματική εμπειρία έμοιαζαν συνυφασμένες εξαρχής, όχι σαν αιτία που προκαλεί απλά ένα αποτέλεσμα σε ευθεία γραμμή, αλλά σαν δύο όψεις του ίδιου πράγματος, δύσκολο να διαβαστεί η μία χωρίς την άλλη.
Η απουσία μιας σαφούς ιατρικής εξήγησης δεν αποτελεί, από μόνη της, διάγνωση σωματοποίησης, όπως δεν αποτελεί και άγχος υγείας. Στην υποχονδρίαση, το κεντρικό πρόβλημα είναι ο φόβος και η επίμονη ανησυχία γύρω από την πιθανότητα ύπαρξης κάποιας ασθένειας. Στη σωματοποίηση, το βάρος πέφτει περισσότερο στην ίδια τη σωματική εμπειρία, και στο πώς αυτή συνδέεται με την ψυχική δυσφορία. Το ίδιο σώμα μπορεί να γίνει πεδίο πολύ διαφορετικών ψυχικών ιστοριών, γι΄αυτό δεν βοηθάει να τις βάζουμε όλες κάτω από την ίδια ονομασία.
Πώς η ψυχική επιβάρυνση επηρεάζει το σώμα
Το ερώτημα, βέβαια, παραμένει: πώς ακριβώς περνάει η πίεση της ζωής μέσα στο σώμα;
Δεν χρειάζεται να το αναζητήσουμε μόνο σε ακραίες καταστάσεις. Το βλέπουμε σε καθημερινές εμπειρίες, όπως στον ύπνο που διαταράσσεται σε μια δύσκολη περίοδο, στο στομάχι που σφίγγεται πριν από μια σημαντική συνάντηση, στους ώμους που μένουν τεντωμένοι όταν κάποιος βρίσκεται καιρό σε επιφυλακή.
Όταν η πίεση παρατείνεται, ο οργανισμός δεν «αντέχει» απλώς. Προσαρμόζεται.
Η λειτουργία του νευρικού συστήματος, η μυϊκή ένταση, η αναπνοή, ο καρδιακός ρυθμός, μπορούν να επηρεαστούν από τη διαρκή ενεργοποίηση του στρες. Δεν υπάρχει ένας απλός μηχανισμός τύπου «ένα συναίσθημα προκαλεί ένα συγκεκριμένο σύμπτωμα». Η βιολογία είναι πιο σύνθετη από αυτό. Το ίδιο συναισθηματικό φορτίο μπορεί να εκφραστεί διαφορετικά από άνθρωπο σε άνθρωπο, και το ίδιο σύμπτωμα μπορεί να έχει περισσότερες από μία αιτίες.
Αυξημένες επαγγελματικές απαιτήσεις, η φροντίδα ενός κοντινού προσώπου, σχεδόν καμία δραστηριότητα που να ξεκουράζει πια. Αυτή ήταν η καθημερινότητα κάποιου ανθρώπου για μεγάλο διάστημα, χωρίς ο ίδιος να αναγνωρίζει τον εαυτό του ως αγχωμένο. Εξακολουθούσε, άλλωστε, να λειτουργεί, να δουλεύει, να ανταποκρίνεται. Όταν άρχισαν οι σωματικές ενοχλήσεις και ο ιατρικός έλεγχος δεν έδειξε αντίστοιχη οργανική εξήγηση, χρειάστηκε να κοιτάξει πίσω τους προηγούμενους μήνες. Εκεί φάνηκε κάτι: η ψυχική επιβάρυνση δεν είχε εμφανιστεί ποτέ ως συνειδητό αίσθημα άγχους. Είχε γίνει τρόπος ζωής.
Η κόπωση εκείνων των μηνών, απλώς, δεν είχε πουθενά αλλού να πάει.

Όταν το σύμπτωμα και ο φόβος αρχίζουν να τροφοδοτούν ο ένας τον άλλον
Κάποιες φορές, όμως, δεν είναι μόνο το σώμα που αλλάζει, αλλάζει και το πώς το αντιλαμβανόμαστε και το παρατηρούμε.
Ένα σωματικό σύμπτωμα δεν βιώνεται ποτέ εντελώς ξεκομμένο από το πώς το αντιλαμβανόμαστε. Σε μια περίοδο ηρεμίας, μπορεί να περάσει σχεδόν απαρατήρητο, σε μια περίοδο πίεσης μπορεί να μας ανησυχήσει πολύ περισσότερο. Κι αν ήδη φοβόμαστε για την υγεία μας, η ίδια αίσθηση αποκτά τελείως διαφορετικό νόημα.
Μια ήπια σωματική ενόχληση εμφανιζόταν κατά διαστήματα, και στην αρχή δεν προκαλούσε ιδιαίτερη ανησυχία. Κάποια στιγμή, όμως, φάνηκε πιθανό να σημαίνει κάτι σοβαρότερο, και από εκεί και πέρα η παρακολούθηση του σώματος έγινε πολύ πιο στενή.
Η ενόχληση έγινε αφορμή για έλεγχο. Ο έλεγχος αύξησε την ανησυχία. Η ανησυχία αύξησε την ένταση, και η ένταση έκανε την αρχική ενόχληση πιο αισθητή.
Κάπου εδώ μπερδεύεται το πράγμα: το σύμπτωμα δεν ήταν πια μόνο ένα σωματικό γεγονός. Είχε αποκτήσει και μια ψυχική σημασία, τη σημασία του κινδύνου. Η εμπειρία του συμπτώματος και ο τρόπος που ερμηνευόταν είχαν αρχίσει, απλώς, να τρέφουν το ένα το άλλο, χωρίς να ξεκινούν από το ίδιο σημείο.
Όταν ο φόβος μιας ασθένειας γίνει ο κεντρικός τρόπος με τον οποίο κάποιος παρακολουθεί το σώμα του, μπορεί να ξεκινήσει ένας διαφορετικός κύκλος ελέγχων, αναζητήσεων, διαβεβαιώσεων, δηλαδή η πλευρά που εξετάζεται αναλυτικότερα στο άρθρο για την υποχονδρίαση και το άγχος υγείας. Εδώ το ενδιαφέρον μας μένει πιο κοντά στο πώς η σωματική κατάσταση, η ψυχική επιβάρυνση και οι συνθήκες ζωής συνδέονται μεταξύ τους. και όχι στο ποιος «φταίει».
Το σώμα δεν έχει ένα «λεξικό»
Κι εδώ ακριβώς κρύβεται μία από τις μεγαλύτερες παγίδες.
Πονάει το στομάχι; Ίσως είναι θυμός. Σφίγγεται ο αυχένας; Ίσως καταπιεσμένη ένταση. Εμφανίζεται πονοκέφαλος; Ίσως κάτι που δεν έχει ειπωθεί. Τέτοιες ερμηνείες ακούγονται ελκυστικές, γιατί προσφέρουν μια γρήγορη απάντηση.

Η πραγματική εμπειρία, όμως, είναι πιο σύνθετη. Δεν υπάρχει σταθερό λεξικό που να αντιστοιχίζει κάθε σύμπτωμα σε ένα συγκεκριμένο συναίσθημα.
Η ψυχολογική διάσταση έχει θέση εδώ, όχι σαν γενικός κανόνας, αλλά μέσα στην προσωπική ιστορία του συγκεκριμένου ανθρώπου. Πότε εμφανίζεται το σύμπτωμα; Τι έχει προηγηθεί; Υπάρχει περίοδος ζωής όπου εντείνεται; Τι συμβαίνει στις σχέσεις του; Πόσο καιρό ζει υπό πίεση; Τι δυσκολεύεται να αναγνωρίσει ή να εκφράσει; Οι ερωτήσεις αυτές δεν αποκαλύπτουν έναν κρυφό συμβολισμό της ασθένειας. Μπορούν όμως να δείξουν το πλαίσιο μέσα στο οποίο σώμα και ψυχική ζωή συναντιούνται.
Τι μπορεί να βοηθήσει;
Το ερώτημα, τότε, δεν είναι τόσο τι σημαίνει το σύμπτωμα, όσο τι μπορεί να γίνει με αυτό.
Όταν ένα σύμπτωμα είναι καινούργιο, επίμονο ή έντονο, η πρώτη κίνηση δεν είναι να αποφασίσουμε αν είναι ψυχολογικό. Είναι η κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση. Το ότι το στρες μπορεί να επηρεάσει το σώμα δεν σημαίνει ότι κάθε νέο σύμπτωμα ανήκει αυτόματα στη σφαίρα της ψυχολογίας.
Αν η σωματική πλευρά έχει διερευνηθεί και η δυσκολία επιμένει, αξίζει να δούμε τι συμβαίνει και στην ψυχική ζωή, στις συνθήκες μέσα στις οποίες εμφανίζεται.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να προσφέρει έναν χώρο όπου κάποιος δεν χρειάζεται να διαλέξει ανάμεσα στο «έχω κάτι σωματικό» και στο «είναι όλα ψυχολογικά». Μπορεί να αρχίσει να παρατηρεί τη σχέση ανάμεσα στα συμπτώματα, στην ένταση, στις σχέσεις του, σε όσα απαιτεί από τον εαυτό του.
Για καιρό, κάποιος προσπαθούσε να καταλάβει τι ακριβώς «σήμαινε» κάθε ενόχληση. Μέσα στη θεραπεία, άρχισε σταδιακά να μετακινείται από την αναζήτηση της ερμηνείας προς την παρατήρηση της συνολικής του κατάστασης. Αντί να αντιμετωπίζει κάθε σύμπτωμα σαν μήνυμα που έπρεπε οπωσδήποτε να αποκωδικοποιηθεί, άρχισε να προσέχει τι είχε προηγηθεί: πώς ήταν η καθημερινότητά του, τι είχε αναλάβει, τι απέφευγε να πει, πού πίεζε τον εαυτό του πέρα από όσα άντεχε.
Κάτι πιο απλό συνέβη, τελικά: σταμάτησε να αντιμετωπίζει το σώμα του σαν κάτι που έπρεπε να αποκρυπτογραφήσει, και άρχισε να το ακούει.
Το σώμα και η ψυχική ζωή δεν χρειάζεται να βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα
Ίσως τελικά το πιο χρήσιμο να είναι να ξεφύγουμε από την ανάγκη να αποφασίσουμε αν ένα σύμπτωμα είναι «σωματικό» ή «ψυχολογικό».
Το σώμα δεν είναι μηχανισμός που λειτουργεί ανεξάρτητα από τη ζωή που ζούμε. Η ψυχική ζωή δεν αιωρείται έξω από τον οργανισμό. Η πίεση, ο φόβος, οι σχέσεις, η απώλεια, η διαρκής προσπάθεια να αντέξουμε, αλλά και η αίσθηση ασφάλειας και φροντίδας, μπορούν να συνδέονται με τον τρόπο που βιώνουμε τη σωματική μας κατάσταση.

Δεν είναι δύο δωμάτια με κλειστή πόρτα. Είναι ένα σπίτι, όπου ό,τι συμβαίνει σε ένα δωμάτιο, με κάποιον τρόπο περνάει και στο άλλο.
Αυτό δεν εξηγεί κάθε σύμπτωμα, και δεν θα έπρεπε να προσπαθεί να το πράξει. Μας επιτρέπει, ίσως, να κοιτάξουμε τον άνθρωπο λίγο πιο ολικά, χωρίς να ξέρουμε πάντα με σιγουριά ποιο δωμάτιο μιλάει πρώτο.
Συχνές ερωτήσεις για τις ψυχοσωματικές διαταραχές
Τι είναι οι ψυχοσωματικές διαταραχές;
Οι ψυχοσωματικές διαταραχές αφορούν σωματικές δυσκολίες στις οποίες η ψυχική επιβάρυνση, το στρες και άλλοι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες μπορούν να επηρεάζουν την εμφάνιση, την ένταση ή την πορεία των συμπτωμάτων. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα συμπτώματα είναι φανταστικά ή ότι έχουν αποκλειστικά ψυχολογική αιτία.
Ποια είναι τα συχνότερα ψυχοσωματικά συμπτώματα;
Τα ψυχοσωματικά συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, σωματική ένταση, αλλαγές στην αναπνοή ή στον καρδιακό ρυθμό, ενοχλήσεις στο στομάχι, πόνο, κόπωση ή άλλες σωματικές αισθήσεις. Ωστόσο, κανένα συγκεκριμένο σύμπτωμα δεν έχει από μόνο του μία μοναδική ψυχολογική εξήγηση.
Ποια είναι η σχέση του άγχους με τα ψυχοσωματικά συμπτώματα;
Η παρατεταμένη ψυχική ένταση μπορεί να επηρεάσει λειτουργίες του οργανισμού, όπως τη μυϊκή ένταση, την αναπνοή και τον καρδιακό ρυθμό. Παράλληλα, ένα σωματικό σύμπτωμα μπορεί να προκαλέσει ανησυχία, η οποία με τη σειρά της να εντείνει τη σωματική ένταση, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο.
Είναι οι ψυχοσωματικές διαταραχές το ίδιο με τη σωματοποίηση;
Όχι απαραίτητα. Οι δύο όροι δεν είναι ταυτόσημοι και χρησιμοποιούνται για να περιγράψουν διαφορετικές πλευρές της σχέσης ανάμεσα στη σωματική εμπειρία και την ψυχική δυσφορία. Η απουσία μιας σαφούς οργανικής εξήγησης δεν αποτελεί από μόνη της διάγνωση σωματοποίησης.
Πώς αντιμετωπίζονται οι ψυχοσωματικές διαταραχές;
Η αντιμετώπιση ξεκινά με την κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν ένα σύμπτωμα είναι καινούργιο, επίμονο ή έντονο. Όταν η σωματική πλευρά έχει διερευνηθεί και η δυσκολία επιμένει, η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει στην κατανόηση της σχέσης ανάμεσα στα συμπτώματα, την ψυχική ένταση, τις σχέσεις και τις συνθήκες ζωής.
Μπορεί ένα ψυχοσωματικό σύμπτωμα να είναι πραγματικό;
Ναι. Το ότι ένα σύμπτωμα επηρεάζεται από την ψυχική επιβάρυνση δεν σημαίνει ότι είναι φανταστικό ή λιγότερο πραγματικό. Η σωματική εμπειρία είναι πραγματική και αξίζει να αντιμετωπίζεται με σοβαρότητα, ενώ χρειάζεται να εξετάζονται τόσο οι σωματικοί όσο και οι ψυχολογικοί παράγοντες που μπορεί να συμμετέχουν σε αυτήν.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.

