Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Κάπου στη μέση μιας θεραπείας, κάποιος βγαίνει από τη συνεδρία και συνειδητοποιεί ότι εδώ και καιρό δεν έχει νιώσει τίποτα διαφορετικό. Έχει μιλήσει, έχει ακουστεί, έχει καταλάβει πράγματα για τον εαυτό του που παλιά δεν ήξερε. Και τα ίδια προβλήματα τον περιμένουν στην έξοδο, ακριβώς στο σημείο που τα άφησε.

Τότε έρχονται ερωτήματα που συχνά ντρεπόμαστε να πούμε δυνατά. Μήπως φταίω εγώ, που δεν προσπαθώ αρκετά, ή μήπως ο θεραπευτής δεν μπορεί να με βοηθήσει; Μήπως, τελικά, η ψυχοθεραπεία δεν είναι για μένα; Όταν βιαζόμαστε να τα απαντήσουμε, καταλήγουμε εύκολα σε μία από δύο λύσεις: κατηγορούμε τον εαυτό μας ή ακυρώνουμε ολόκληρη τη θεραπεία. Και οι δύο κλείνουν την ερώτηση πριν προλάβει να μας πει κάτι.

Η στασιμότητα σε μια θεραπεία έχει, συνήθως, περισσότερες από μία εξηγήσεις. Δεν αποδεικνύει από μόνη της αποτυχία ούτε έλλειψη προσπάθειας, αλλά και δεν είναι κάτι που πρέπει να υπομένεται επ’ αόριστον. Αξίζει να τη δούμε από κοντά.

Όταν η ψυχοθεραπεία δεν βοηθά, χρειάζεται να εξεταστούν η θεραπευτική σχέση, οι στόχοι και η μέθοδος της θεραπείας, καθώς και οι συνθήκες ζωής του ανθρώπου. Πρώτο βήμα είναι η ανοιχτή συζήτηση με τον θεραπευτή. Αν αυτή δεν αρκεί, μπορεί να χρειαστεί αναπροσαρμογή της θεραπείας ή διαφορετική επιλογή.

Η αλλαγή δεν έρχεται πάντα με τη μορφή που περιμέναμε

Όποιος ξεκινά θεραπεία κουβαλά, συνήθως, μια συγκεκριμένη ελπίδα: να σταματήσει να αγχώνεται, να πάψει να πληγώνεται στις σχέσεις του, να πάρει επιτέλους μια απόφαση που αναβάλλει χρόνια. Στην πράξη, όμως, πώς λειτουργεί η ψυχοθεραπεία δεν μοιάζει με ευθεία γραμμή. Μπορεί να αρχίσουμε να αναγνωρίζουμε ένα συναίσθημα πολύ πριν μάθουμε να το διαχειριζόμαστε αλλιώς. Άλλοτε καταλαβαίνουμε γιατί επιλέγουμε ξανά και ξανά ανθρώπους που δεν είναι διαθέσιμοι, και μένουμε παρ’ όλα αυτά στη σχέση. Συμβαίνει ακόμη να νιώθουμε μεγαλύτερη εσωτερική ελευθερία, ενώ οι εξωτερικές συνθήκες παραμένουν το ίδιο δύσκολες.

Η κατανόηση δεν είναι άχρηστη όταν δεν φέρνει αλλαγή. Απλώς, δεν την εγγυάται, και αυτή η διαφορά είναι από τις πιο δύσκολες που θα συναντήσει κανείς στη θεραπεία.

Παλιά πέτρινη σκάλα με φθαρμένα, ανώμαλα σκαλιά που στρίβει και χάνεται, εικόνα μιας αλλαγής που δεν προχωρά σε ευθεία γραμμή.
Η αλλαγή σπάνια ανεβαίνει σε ευθεία γραμμή.

Υπάρχει και ένας πιο πεζός λόγος. Οι στόχοι μιας θεραπείας συχνά μένουν ασαφείς ή δεν ξανασυζητιούνται καθώς περνά ο καιρός. Οι συνεδρίες προσφέρουν τότε μια προσωρινή ανακούφιση, χωρίς να είναι σαφές τι ακριβώς μετακινείται και πώς αυτό αγγίζει την καθημερινότητα. Η ψυχοθεραπεία χρειάζεται χώρο για την αβεβαιότητα και χρόνο, χρειάζεται όμως και μια στοιχειώδη αίσθηση κατεύθυνσης: τι προσπαθούμε να καταλάβουμε και πώς θα καταλάβουμε ότι κάτι αρχίζει να κινείται. Ένας δρόμος χωρίς πινακίδες μπορεί να είναι όμορφος για ένα διάστημα. Μετά κουράζει.

Η έρευνα δείχνει ότι, στο σύνολό της, η ψυχοθεραπεία ωφελεί πολλούς ανθρώπους (περισσότερα στο άρθρο για την αποτελεσματικότητα της ψυχοθεραπείας). Ο μέσος όρος, όμως, δεν περιγράφει κανέναν συγκεκριμένο θεραπευόμενο, και αυτό που ισχύει για τους πολλούς μπορεί να μη συμβαίνει σε κάποιον συγκεκριμένο άνθρωπο, τώρα, με αυτόν τον θεραπευτή.

Η θεραπευτική σχέση και όσα δεν λέγονται

Η σχέση ανάμεσα στον θεραπευτή και στον θεραπευόμενο δεν είναι απλώς το πλαίσιο των συνεδριών. Είναι μέρος της ίδιας της θεραπείας. Η εμπιστοσύνη, η αίσθηση ότι κάποιος μας ακούει χωρίς να μας μειώνει και η δυνατότητα να πούμε δύσκολα πράγματα επηρεάζουν το πώς θα βιώσσουμε ολόκληρη τη διαδικασία.

Η μετα-ανάλυση των Flückiger και συνεργατών (2018) συνέθεσε 295 ανεξάρτητες μελέτες με περισσότερους από 30.000 θεραπευόμενους και βρήκε σταθερή σχέση ανάμεσα στην ποιότητα της θεραπευτικής συμμαχίας και στην έκβαση της θεραπείας, ανεξάρτητα από την προσέγγιση. Πρόκειται για συσχέτιση και όχι για απόδειξη ότι μια καλή σχέση αρκεί από μόνη της. Δείχνει ,πάντως, ότι η ποιότητά της δεν είναι δευτερεύον ζήτημα.

Μια συχνή κλινική παρατήρηση είναι ότι το πιο ουσιαστικό δεν βρίσκεται πάντοτε σε όσα ο θεραπευόμενος αφηγείται με άνεση, αλλά μερικές φορές σε εκείνα στα οποία δυσκολεύεται να σταθεί. Μπορεί να περιγράψει με λεπτομέρειες μια σύγκρουση, να αναλύσει τη συμπεριφορά των άλλων και να εξηγήσει με αξιοσημείωτη διαύγεια τι συνέβη, ενώ το δικό του συναίσθημα (ο θυμός, η ντροπή, η απογοήτευση ή ο φόβος) παραμένει στο περιθώριο. Συνήθως, δεν αποκρύπτει κάτι συνειδητά. Ίσως δεν έχει βρει ακόμη τον τρόπο να το αναγνωρίσει ή δεν αισθάνεται αρκετά ασφαλής ώστε να το μοιραστεί. Η συνεδρία φαίνεται τότε ομαλή, ενώ το ουσιαστικό μένει απέξω.

Δύο βάρκες δεμένες με χαλαρό σχοινί σε ομιχλώδη λίμνη, εικόνα της απόστασης ανάμεσα σε δύο ανθρώπους και σε όσα μένουν ανείπωτα.
Ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, κάτι μένει συχνά ανείπωτο.

Ας φανταστούμε κάποιον που αισθάνεται ότι οι συνεδρίες άρχισαν να επαναλαμβάνονται. Δεν το λέει, γιατί φοβάται ότι θα φανεί αχάριστος, και η απογοήτευση μεγαλώνει σιωπηλά. Αν το ανείπωτο μείνει ανείπωτο, η στασιμότητα συνεχίζεται. Αν βρει τρόπο να ειπωθεί, μπορεί να φανεί κάτι πιο ουσιαστικό από μια διαφωνία: ο φόβος ότι κάθε διαφωνία απειλεί τη σχέση και η δυσκολία να ζητήσει κανείς αυτό που χρειάζεται.

Οι ερευνητές Safran και Muran μελέτησαν επί χρόνια ακριβώς αυτές τις στιγμές έντασης ή απομάκρυνσης μέσα στη θεραπευτική σχέση, που τις ονόμασαν ρήξεις της συμμαχίας. Οι ρήξεις είναι αναπόφευκτες. Αυτό που φαίνεται να μετρά είναι αν γίνονται κατανοητές και επιδιορθώνονται: μια μεταγενέστερη μετα-ανάλυση 11 μελετών βρήκε μέτριου μεγέθους σχέση ανάμεσα στην επιτυχή επίλυση τέτοιων ρήξεων και στην έκβαση της θεραπείας. Όταν ο θεραπευτής ακούει τη δυσαρέσκεια χωρίς να αμυνθεί και αναρωτιέται για τη δική του συμβολή, το αδιέξοδο μπορεί να γίνει υλικό της θεραπείας.

Όταν καταλαβαίνω, αλλά τίποτα δεν κουνιέται

Η ψυχοδυναμική προσέγγιση ρωτά πώς οι παλιές σχέσεις και εμπειρίες χρωματίζουν τις σημερινές μας επιλογές. Η ματιά αυτή ενδιαφέρεται για τον τρόπο που ο καθένας οργανώνει τις σχέσεις του, αντιμετωπίζει τις συγκρούσεις και προστατεύεται από όσα δεν αντέχει να νιώσει, και όχι απλώς για το ποιο γεγονός της παιδικής ηλικίας «φταίει».

Ας πάρουμε κάποιον που αναλαμβάνει συστηματικά τις ανάγκες των άλλων, ακόμη κι όταν εξαντλείται. Καταλαβαίνει πια ότι δυσκολεύεται να πει «όχι», γιατί φοβάται μήπως θεωρηθεί εγωιστής ή χάσει την αγάπη των άλλων (ένα μοτίβο που θυμίζει το σύνδρομο του «Καλού Παιδιού»). Και παρ’ όλα αυτά, την επόμενη φορά που κάποιος του ζητά βοήθεια, λέει ξανά «ναι».

Η επανάληψη δεν σημαίνει ότι δεν κατάλαβε. Η άρνηση μπορεί να φέρνει τόση ενοχή ή τόσο φόβο απόρριψης, ώστε το παλιό να μοιάζει ασφαλέστερο από το καινούργιο. Η γνώση ζει στο μυαλό, ενώ ο φόβος μένει στην εμπειρία.

Γι’ αυτό η ψυχοδυναμική σκέψη επιμένει σε κάτι που ο Franz Alexander ονόμασε διορθωτική συναισθηματική εμπειρία. Οι βαθιές προσδοκίες μας για το πώς θα μας δεχτούν οι άλλοι αλλάζουν, συνήθως, όταν τις ζήσουμε και τις δοκιμάσουμε μέσα σε μια σχέση, όχι μόνο όταν τις καταλάβουμε. Εδώ παίζει ρόλο και η μεταβίβαση: ο θεραπευόμενος μπορεί να περιμένει ότι ο θεραπευτής θα τον κρίνει, θα τον εγκαταλείψει ή θα μείνει αδιάφορος, όπως κάποιοι άλλοι κάποτε. Η προσδοκία αυτή δεν θεωρείται εκ των προτέρων λανθασμένη, ούτε ερμηνεύεται αυτόματα ως επανάληψη του παρελθόντος. Εξετάζεται αν προέρχεται από παλιές εμπειρίες, από όσα συμβαίνουν πραγματικά στη θεραπεία ή και από τα δύο.

Πέτρες διάβασης σε ομιχλώδες ποτάμι με ένα κενό ανάμεσά τους, εικόνα της κατανόησης που δεν έχει ακόμη γίνει αλλαγή.
Το δύσκολο είναι συχνά το τελευταίο βήμα και όχι η κατανόηση.

Η αλλαγή μπορεί να αρχίσει από πολύ μικρά πράγματα: να αναγνωρίσει κανείς το αίτημα χωρίς να απαντήσει αμέσως, να αντέξει τη δυσφορία ενός «όχι» ή να διαπιστώσει ότι μια σχέση επιβιώνει μιας διαφωνίας. Τότε η κατανόηση αποκτά ειδικό βάρος, γιατί έχει συναντήσει μια νέα εμπειρία.

Μήπως δεν ταιριάζει η μέθοδος ή ο θεραπευτής;

Δεν ταιριάζει κάθε προσέγγιση σε κάθε δυσκολία, και δεν έχει κάθε θεραπευτής την ίδια εμπειρία σε όλα τα προβλήματα. Οι διαφορετικές θεραπείες δίνουν έμφαση σε διαφορετικούς μηχανισμούς αλλαγής, και το πόσο ταιριάζουν εξαρτάται από τη δυσκολία, τις ανάγκες και τις προτιμήσεις του ανθρώπου, από την τεκμηρίωση που υπάρχει για το συγκεκριμένο πρόβλημα και από την ποιότητα με την οποία εφαρμόζονται. Όποιος παλεύει με συγκεκριμένα συμπτώματα μπορεί να χρειάζεται πιο σαφείς στόχους και τακτική αξιολόγηση της προόδου, ενώ όποιος επαναλαμβάνει μοτίβα στις σχέσεις του μπορεί να χρειάζεται χρόνο. Οι ανάγκες αυτές δεν αποκλείονται, αλλά πρέπει να ειπωθούν.

Αν ο θεραπευόμενος νιώθει ότι δεν γίνεται κατανοητός, ότι οι συνεδρίες δεν έχουν κατεύθυνση ή ότι κάτι σημαντικό μένει εκτός συζήτησης, έχει κάθε λόγο να το πει. Ο θεραπευτής, από τη μεριά του, χρειάζεται να αναγνωρίζει πότε μια προσέγγιση δεν αποδίδει και πότε είναι ώρα για αναθεώρηση των στόχων ή για παραπομπή σε άλλον ειδικό. Την ευθύνη για μια θεραπεία που δεν προχωρά δεν τη σηκώνει μόνος ο θεραπευόμενος.

Όταν η θεραπεία δυσκολεύει περισσότερο απ’ όσο ανακουφίζει

Η ψυχοθεραπεία δεν είναι πάντα ευχάριστη. Η επαφή με επώδυνες αναμνήσεις και συγκρούσεις μπορεί να φέρει προσωρινή αναστάτωση, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η θεραπεία βλάπτει ή ότι πρέπει να διακοπεί. Διαφέρει, όμως, η δυσφορία που συνοδεύει την επεξεργασία δύσκολων εμπειριών από μια επίμονη επιδείνωση. Αν το άγχος, η απελπισία ή η δυσκολία να λειτουργήσει κανείς στην καθημερινότητα αυξάνονται αισθητά και δεν υποχωρούν, δεν αρκεί να λέμε ότι «η θεραπεία ανοίγει πληγές».

Ψηλό χορτάρι που λυγίζει από δυνατό άνεμο κάτω από σκοτεινό ουρανό, με μια λεπτή γραμμή φωτός στον ορίζοντα, εικόνα της δυσφορίας που χρειάζεται προσοχή.
Η δυσφορία αξίζει προσοχή και όχι σιωπηλή αντοχή.

Η έρευνα εδώ είναι πιο φτωχή απ’ όσο θα περίμενε κανείς. Στη μετα-ανάλυση για την ψυχοθεραπεία της κατάθλιψης στους ενήλικες (Cuijpers et al., 2018), μόνο το 6% των δοκιμών ανέφερε ποσοστά επιδείνωσης, και εκεί όπου αναφέρθηκαν το διάμεσο ποσοστό στις ομάδες θεραπείας ήταν 4%. Συνολικά, η ψυχοθεραπεία φαινόταν να μειώνει τον κίνδυνο επιδείνωσης σε σύγκριση με τις ομάδες ελέγχου, με την επιφύλαξη ότι τα δεδομένα είναι λίγα. Τα ευρήματα αφορούν την κατάθλιψη και δεν επιτρέπουν γενικεύσεις για όλες τις θεραπείες.

Ας φανταστούμε κάποιον που δυσκολεύεται όλο και περισσότερο στην καθημερινότητά του, ενώ κάθε συνεδρία τον αναστατώνει περισσότερο. Αντί να το πει, το διαβάζει ως απόδειξη ότι πρέπει να αντέξει κι άλλο για να «δουλέψει» πραγματικά με τον εαυτό του. Η επιδείνωση ούτε αποτελεί αναγκαίο στάδιο της θεραπείας ούτε αποδεικνύει αυτομάτως ότι η θεραπεία βλάπτει. Αξίζει να εξεταστεί: τι άλλαξε, πόσο επηρεάζεται η λειτουργικότητα, αν χρειάζονται άλλοι στόχοι ή και διαφορετική, συμπληρωματική βοήθεια.

Πώς καταλαβαίνουμε αν η θεραπεία κινείται

Δεν αρκεί να αναρωτιόμαστε αν νιώθουμε καλύτερα μετά από κάθε συνεδρία. Μια συνεδρία μπορεί να είναι δύσκολη και χρήσιμη, ενώ μια προσωρινή ανακούφιση δεν δείχνει πάντα ότι άλλαξε κάτι από όσα μας έφεραν στη θεραπεία. Βοηθά να κοιτάμε τον χρόνο. Έχει μετακινηθεί κάτι στα συμπτώματα ή στην καθημερινή λειτουργικότητα; Αναγνωρίζουμε νωρίτερα όσα μας δυσκολεύουν; Αντιδρούμε με περισσότερη ελευθερία σε καταστάσεις που παλιότερα μας εγκλώβιζαν; Οι ερωτήσεις αυτές βοηθούν να γίνει η πρόοδος πιο συγκεκριμένη, χωρίς να λειτουργούν ως κατάλογος επιτυχίας.

Εξίσου σημαντικό είναι να χωρούν οι αμφιβολίες. Το ερώτημα «μήπως δεν προχωράμε;» δεν χρειάζεται να ακούγεται σαν προσβολή προς τον θεραπευτή. Μπορεί να γίνει η αφετηρία μιας ουσιαστικής επανεκτίμησης.

Πώς το λέμε στον θεραπευτή

Η συζήτηση αυτή δεν χρειάζεται να ξεκινά ως κατηγορία. Βοηθά να περιγράφει κανείς όσα βιώνει και όχι να κρίνει τον θεραπευτή. Μερικές διατυπώσεις που μπορούν να ανοίξουν τον διάλογο:

«Τελευταία νιώθω ότι οι συνεδρίες επαναλαμβάνονται. Μπορούμε να δούμε τι προσπαθούμε να πετύχουμε;»

«Υπάρχει κάτι που δεν έχω καταφέρει να σας πω και το σκέφτομαι πριν από κάθε συνεδρία.»

«Αναρωτιέμαι αν αυτός ο τρόπος δουλειάς μού ταιριάζει. Θα θέλατε να το συζητήσουμε;»

Ο τρόπος που θα ανταποκριθεί ο θεραπευτής είναι από μόνος του πληροφορία. Ένας θεραπευτής που ακούει, ρωτά και δείχνει πρόθυμος να αναθεωρήσει δίνει στη θεραπεία τη δυνατότητα να ξαναβρεί κατεύθυνση.

Ξύλινη πινακίδα χωρίς κείμενο σε διχάλα χωματόδρομου μέσα σε ελαιώνα, εικόνα της επιλογής του δρόμου που θα πάρει η συζήτηση με τον θεραπευτή.
Η συζήτηση με τον θεραπευτή μπορεί να ανοίξει με περισσότερους από έναν τρόπους.

Πότε αξίζει να αναζητήσουμε κάτι διαφορετικό

Αν η πρόοδος μένει περιορισμένη, το πρώτο βήμα είναι συνήθως μια ειλικρινής συζήτηση με τον θεραπευτή: οι αρχικοί στόχοι, η καταλληλότητα της προσέγγισης, οι δυσκολίες της σχέσης και ό,τι ίσως εμποδίζει την αλλαγή έξω από τη συνεδρία. Κάποιες φορές, μια αναπροσαρμογή αρκεί για να ξαναβρεί η θεραπεία τον προσανατολισμό της. Άλλες φορές, χρειάζεται διαφορετική μέθοδος, συνεργασία με άλλον επαγγελματία ή δεύτερη γνώμη. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτός ο επαγγελματίας είναι ψυχίατρος. Για το πότε έχει νόημα ο συνδυασμός ψυχοθεραπείας και φαρμακευτικής αγωγής, δείτε το άρθρο ψυχοθεραπεία και ψυχοφάρμακα.

Η αναζήτηση μιας άλλης επιλογής δεν σημαίνει απαραίτητα αποτυχία ούτε απόρριψη όσων προηγήθηκαν. Μπορεί να είναι μια υπεύθυνη απόφαση, όταν οι ανάγκες ενός ανθρώπου δεν καλύπτονται. Όποιος σκέφτεται να αλλάξει θεραπευτή μπορεί να δει τι αξίζει να προσέξει στην επιλογή ψυχολόγου ή ψυχοθεραπευτή. Η απόφαση δεν χρειάζεται να παρθεί βιαστικά, αλλά ούτε και να αναβάλλεται επ’ αόριστον από τον φόβο μήπως θεωρηθεί ότι ο θεραπευόμενος δεν προσπάθησε αρκετά.

Αν υπάρχουν σοβαρά ή επιδεινούμενα συμπτώματα, σημαντική δυσκολία στη λειτουργικότητα ή ανησυχία για την ασφάλεια του ανθρώπου, χρειάζεται έγκαιρη επαγγελματική αξιολόγηση και όχι αναμονή για να φανεί αν η θεραπεία θα αποδώσει. Σε οξεία κρίση, μπορεί κανείς να απευθυνθεί στο 112, στη 24ωρη Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία 1018 ή στη Γραμμή Ψυχολογικής Υποστήριξης 10306.

Τι κρατάμε όταν δεν βλέπουμε την αλλαγή

Όταν δεν βλέπουμε την αλλαγή που περιμέναμε, μπορούμε να σταθούμε σε αυτό που συμβαίνει, αντί να σπεύσουμε να κατηγορήσουμε τον εαυτό μας ή να απορρίψουμε συνολικά την ψυχοθεραπεία. Ίσως χρειάζεται περισσότερος χρόνος, βαθύτερη δουλειά ή ένας διαφορετικός τρόπος εργασίας. Ίσως πάλι χρειάζεται να παραδεχτούμε ότι αυτή η συγκεκριμένη σχέση δεν μας βοηθά αρκετά.

Η ουσία δεν είναι να μένει κανείς σε μια θεραπεία πάση θυσία ούτε να φεύγει μόλις δυσκολευτεί. Είναι να μπορεί να ρωτήσει με ειλικρίνεια τι συμβαίνει, να το πει δυνατά και να αποφασίσει με υπευθυνότητα για το επόμενο βήμα. Σε έναν δρόμο χωρίς πινακίδες, βοηθά περισσότερο να σταματήσουμε και να ρωτήσουμε πού βρισκόμαστε παρά να επιταχύνουμε.

Συχνές ερωτήσεις για την ψυχοθεραπεία που δεν βοηθά

  1. Πόσο καιρό χρειάζεται να περιμένω πριν κρίνω ότι η ψυχοθεραπεία δεν με βοηθά;

Δεν υπάρχει καθολικό χρονικό όριο, γιατί ο ρυθμός αλλάζει ανάλογα με τη δυσκολία, τη μέθοδο και τους στόχους που έχουν συμφωνηθεί. Αν για μεγάλο διάστημα δεν υπάρχει καμία κίνηση σε αυτούς τους στόχους, ή αν η κατάσταση χειροτερεύει, αξίζει να τεθεί το θέμα στον θεραπευτή χωρίς άλλη αναμονή.

  1. Είναι φυσιολογικό να νιώθω χειρότερα μετά από μια συνεδρία;

Μπορεί να συμβεί όταν συζητιούνται επώδυνες εμπειρίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάτι πάει στραβά. Αν η αναστάτωση ή η δυσκολία στην καθημερινότητα επιμένει ή μεγαλώνει, δεν αρκεί να περιμένει κανείς, χρειάζεται συζήτηση με τον θεραπευτή και αξιολόγηση.

  1. Αν δεν βλέπω αλλαγή, σημαίνει ότι δεν προσπαθώ αρκετά;

Όχι αναγκαστικά. Η περιορισμένη πρόοδος μπορεί να σχετίζεται με τους στόχους, τη μέθοδο, τη θεραπευτική σχέση ή τις συνθήκες της ζωής. Την αξιολόγηση της πορείας τη μοιράζονται θεραπευτής και θεραπευόμενος.

  1. Μπορεί να φταίει ο θεραπευτής ή η θεραπευτική προσέγγιση;

Μπορεί. Η εμπειρία του θεραπευτή στο συγκεκριμένο πρόβλημα και η καταλληλότητα της μεθόδου έχουν σημασία. Αν κάποιος δεν νιώθει ότι ακούγεται ή ότι η θεραπεία έχει κατεύθυνση, αξίζει να το πει, η αντίδραση του θεραπευτή θα δείξει πολλά.

  1. Πότε είναι σωστό να αλλάξω θεραπευτή;

Όταν, μετά από ειλικρινή συζήτηση και επανεκτίμηση των στόχων, η πρόοδος εξακολουθεί να λείπει, όταν η συνεργασία δεν καλύπτει τις ανάγκες του θεραπευόμενου ή όταν υπάρχουν σοβαρές ανησυχίες για την ποιότητα ή την ασφάλεια της θεραπείας. Η απόφαση αξίζει να παρθεί με προσοχή και όχι από ενοχή ή φόβο.

  1. Αν μία ψυχοθεραπεία δεν με βοήθησε, θα με βοηθήσει κάποια άλλη;

Μια θεραπεία, που δεν βοήθησε, δεν κλείνει το ζήτημα για όλες. Μπορεί να χρειάζεται άλλη προσέγγιση, άλλοι στόχοι, άλλος θεραπευτής ή συμπληρωματική αξιολόγηση. Όσα έμαθε κανείς για το τι τον βοηθά και τι όχι μετρούν στην επόμενη προσπάθεια.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *