Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Πριν από μερικά χρόνια, ένα 6χρονο κοριτσάκι παρουσίαζε σοβαρά προβλήματα στο σχολείο και στο σπίτι. Οι γονείς του ζήτησαν βοήθεια. Κάποια στιγμή το παιδί μου είπε κάτι συγκλονιστικό:

«Όταν δεν μ΄ακούει κανείς, θυμώνω, λυπάμαι και θέλω να κρύβομαι. Όταν όμως κανείς δεν έρχεται να με βρει, τότε κρύβομαι κάπου που να φαίνομαι».

Αυτά τα λόγια δείχνουν κάτι πολύ σημαντικό με κρυστάλλινη σαφήνεια. Κάθε άνθρωπος, ανεξάρτητα από την ηλικία του, χρειάζεται αυθεντικό ενδιαφέρον. Θέλουμε οι άνθρωποι γύρω μας να νοιάζονται πραγματικά για εμάς. Πρέπει να ενδιαφέρονται για τα συναισθήματα, τις σκέψεις και τις εμπειρίες μας.

Αυτή η στάση από την πλευρά των άλλων μας επιβεβαιώνει. Μας κάνει να νιώθουμε σημαντικοί, αποδεκτοί και αγαπητοί. Έτσι, δεν αισθανόμαστε μόνοι με τον εσωτερικό μας κόσμο. Επιπλέον, η αποδοχή μας βοηθά να εξελιχθούμε. Μαθαίνουμε να εκφράζουμε λεκτικά τις ανάγκες μας. Επίσης, αξιολογούμε καλύτερα τις σκέψεις και τις πράξεις μας.

Γιατί είναι σημαντικός ο διάλογος με τα παιδιά και τους εφήβους;

Ο διάλογος βοηθά τα παιδιά και τους εφήβους να αισθάνονται ότι ακούγονται, ότι οι σκέψεις και τα συναισθήματά τους έχουν αξία και ότι μπορούν να απευθυνθούν στους γονείς τους όταν δυσκολεύονται. Παράλληλα, ενισχύει την εμπιστοσύνη και δημιουργεί μια σχέση μέσα στην οποία μπορούν να εκφράζουν τις ανάγκες και τις διαφωνίες τους με μεγαλύτερη ασφάλεια.

Η επικοινωνία ως θεμέλιο της κοινωνικής μας φύσης

Ο άνθρωπος είναι ον κοινωνικό. Η κοινωνικότητα, με τη σειρά της, απαιτεί ικανότητα επικοινωνίας. Ο δημιουργικός διάλογος αποτελεί κεντρικό μέρος μιας καλής επικοινωνίας. Μέσα από αυτόν επηρεάζουμε και επηρεαζόμαστε πολύπλευρα.

Αυτή η διαδικασία προϋποθέτει να εκφραζόμαστε αβίαστα. Πρέπει να αναλαμβάνουμε την ευθύνη των επιλογών, των συναισθημάτων και των αναγκών μας. Ταυτόχρονα, οφείλουμε να σεβόμαστε την ίδια δυνατότητα και στον συνομιλητή μας.

Η επικοινωνία ενηλίκων και παιδιών έχει μια ιδιαίτερη πρόκληση. Ο ενήλικας οφείλει να δει και να κατανοήσει το παιδί. Πρέπει να αντιληφθεί το περιεχόμενο των όσων εκφράζει μέσα από τη δική του οπτική. Η οπτική του παιδιού διαφέρει κατά πολύ από τη δική μας. Η ικανότητα του ενήλικα να κάνει αυτή την υπέρβαση είναι το σημαντικότερο όλων.

Ενεργητική ακρόαση και διάλογος με το παιδί
Για να ανοιχτεί ένα παιδί, πρέπει να νιώσει πως ο ενήλικας ενδιαφέρεται πραγματικά και ακούει χωρίς να κρίνει.

Γιατί η συζήτηση με το παιδί καταλήγει συχνά σε μονόλογο;

Εμείς οι ενήλικες θεωρούμε συχνά πως η συζήτηση με ένα παιδί δεν έχει νόημα ή πως το παιδί δεν την επιθυμεί. Αυτό είναι παντελώς αναληθές. Αν ένα παιδί αποφεύγει τον διάλογο, σημαίνει πως οι προηγούμενες προσπάθειές μας δεν έλαβαν υπόψη τη δική του οπτική.

Στην πράξη, αυτό που πολλοί γονείς βαφτίζουν «διάλογο» είναι συνήθως ένας μονόλογος γεμάτος κατηγορητήρια, υποδείξεις ή οδηγίες με ένταση και απειλές.

Το αίσθημα της ματαιότητας και η παραίτηση του παιδιού

Έχω ακούσει εκατοντάδες παιδιά και εφήβους να αναρωτιούνται:

«Γιατί κανείς δεν με ρωτά πώς νιώθω; Τους νοιάζει μόνο αν διάβασα ή πού ξόδεψα το χαρτζιλίκι μου. Δεν καταλαβαίνουν ότι κάτι δεν πάει καλά με εμένα;»

Όταν ένα παιδί νιώθει ότι δεν το ακούν, παραιτείται. Σταματά να προσπαθεί να μιλήσει γιατί το θεωρεί μάταιο. Δεν τολμά να εκφραστεί, καθώς πιστεύει πως η γνώμη του δεν αξίζει τον κόπο.

Τα εμπόδια που υψώνουν οι γονείς στην επικοινωνία

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως οι γονείς είναι αδιάφοροι. Συχνά, το πρόβλημα είναι η δική τους εσωτερική ανησυχία. Ένας γονιός μπορεί να αποφεύγει τις ερωτήσεις επειδή φοβάται να ακούσει πράγματα που δεν αντέχει.

Το αποτέλεσμα; Το παιδί νιώθει μόνο με τα προβλήματά του. Πιστεύει πως οι γονείς του δεν έχουν χρόνο ή δεν αντέχουν το δικό του συναισθηματικό βάρος.

Η υποτίμηση του παιδιού ως ισότιμου συνομιλητή

Πολλοί ενήλικες (γονείς ή εκπαιδευτικοί) υποτιμούν τα παιδιά, θεωρώντας πως δεν έχουν να πουν κάτι ουσιαστικό. Αυτή η προκατάληψη στερεί και από τις δύο πλευρές μια ευκαιρία για βαθιά προσέγγιση.

Η παγίδα της “διακριτικότητας” από τους τρίτους

Ορισμένες φορές, δάσκαλοι ή καθηγητές δεν τολμούν να μιλήσουν σε ένα παιδί που υποφέρει, από φόβο μήπως παρέμβουν στην προσωπική του ζωή. Οι έρευνες όμως δείχνουν το αντίθετο: τα παιδιά διψούν να μοιραστούν τις αγωνίες τους με ενήλικες που είναι πρόθυμοι να ακούσουν με υπομονή και ευαισθησία.

Η έλλειψη χρόνου και το φάσμα της ανεπαρκούς επικοινωνίας

Ένας άλλος συνήθης λόγος είναι η έλλειψη χρόνου. Τόσο οι γονείς όσο και οι έφηβοι έχουν εξαντλητικά προγράμματα. Ωστόσο, ο διάλογος προϋποθέτει χρόνο. Αν δεν υπάρχει, οφείλουμε να τον δημιουργούμε.

Δυστυχώς, οι περισσότεροι άνθρωποι χρησιμοποιούν μια επικοινωνία που κυμαίνεται ανάμεσα στην παθητική και την επιθετική μορφή. Η ουσιαστική σύνδεση απαιτεί ικανότητες που σπάνια καλλιεργούνται στην πράξη.

Επικοινωνία με εφήβους και αποφυγή της παντογνωσίας
Ο διάλογος αποτυγχάνει όταν ο ενήλικας κάνει τον “παντογνώστη”· η ταπεινότητα ανοίγει δρόμους επικοινωνίας.

Ο ενήλικας ως παράγοντας προστασίας

Κάθε ενήλικας που συνομιλεί με ένα παιδί ή έφηβο έχει έναν συγκεκριμένο ρόλο. Ωστόσο, δεν πρέπει να αγνοούμε και τους άλλους σημαντικούς ενήλικες στη ζωή του. Ο ειδικός, για παράδειγμα, οφείλει να συνεργάζεται στενά με τους γονείς ή τους δασκάλους. Το ίδιο, φυσικά, ισχύει και αντίστροφα.

Είναι κρίσιμο για κάθε νέο άτομο να έχει πρόσβαση σε πολλούς υποστηρικτικούς ενήλικες. Αυτοί οι άνθρωποι λειτουργούν ως πολύτιμοι παράγοντες προστασίας. Στην πραγματικότητα, κάθε ενήλικας μπορεί να γίνει ένας τέτοιος παράγοντας. Το μόνο που χρειάζεται είναι η θέληση για ουσιαστική και ειλικρινή επαφή.

Η σημασία της ελπίδας

Το παιδί που αντιμετωπίζει κάποιο σοβαρό, όπως τουλάχιστον το αντιλαμβάνεται, πρόβλημα νιώθει ανημπόρια, μη ελπίζοντας πως τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο. Αυτό είναι συνήθως ένας από τους σημαντικότερους λόγους που το παιδί νιώθει άσχημα και χρειάζεται τη βοήθεια ενός διαθέσιμου και πρόθυμου ενήλικα.

Η ελπίδα αποτελεί τη βασική προϋπόθεση κάθε αλλαγής. Χωρίς αυτήν όλα φαντάζουν απελπιστικά γκρίζα και αδιέξοδα. Ως εκ τούτου, μία σημαντικότατη παράμετρος ενός διαλόγου με ένα παιδί ή έφηβο που αντιμετωπίζει μια δύσκολη κατάσταση είναι να μπορέσουμε να του δημιουργήσουμε μια αίσθηση αισιοδοξίας και ελπίδας η οποία μπορεί να εκπροσωπείται από εμάς τους ίδιους διαμέσου της στάσης και του λόγου μας.

Η σημασία του μοιράσματος

Όταν αντιμετωπίζουμε διάφορες δυσκολίες, αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι πως η οπτική από την οποία βλέπουμε τα πράγματα στενεύει κατά πολύ. Το να έχει ένα παιδί ή έφηβος, που αντιμετωπίζει μια δύσκολη κατάσταση, τη δυνατότητα πρόσβασης σε κάποιον ενήλικα με τον οποίο να μπορεί να μιλήσει και να μοιρασθεί τις σκέψεις και τα δύσκολα συναισθήματά του μπορεί να το/τον βοηθήσει να δει τα πράγματα πιο πολύπλευρα και ως ευκολότερα διαχειρίσιμα.

Μία βασική προϋπόθεση για να μπορέσει το παιδί ή ο έφηβος να μιλήσει με έναν ενήλικα για δύσκολα πράγματα είναι το να νιώσει πως ο τελευταίος ενδιαφέρεται πραγματικά, ακούει προσεκτικά, προσπαθεί να καταλάβει και να δει ανάμεσα από τις γραμμές, χωρίς να υιοθετεί το ρόλο του παντογνώστη που αρχίζει αμέσως να μοιράζει συμβουλές.

Εάν ο γονιός γίνει πρότυπο για το παιδί του -ως ένα άτομο που έχει διάθεση να μιλά ανοιχτά μαζί του, ακόμα και για δύσκολα πράγματα- τότε  το παιδί θα υιοθετήσει μια ανάλογη στάση σε παρόμοιες καταστάσεις της υπόλοιπης προσωπικής του ζωής.

Διαχείριση δύσκολων θεμάτων μέσω διαλόγου.
Η προϋπόθεση για να μιλήσει το παιδί για τα προβλήματά του είναι το αίσθημα ασφάλειας και η απουσία διδακτισμού

Επίλογος

Κανείς δεν μπορεί να καταφέρει τα πάντα στη ζωή χωρίς βοήθεια, κυρίως όταν είναι παιδί ή έφηβος. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να θεωρούμε ως δεδομένο πως τα παιδιά και οι έφηβοι που υπάρχουν στον άμεσο κοινωνικό μας περίγυρο κάποια στιγμή πιθανότατα θα χρειασθούν -είτε το εκφράσουν άμεσα είτε όχι- τη βοήθεια κάποιου ενήλικα που θα μπορούσε να είμαστε εμείς. Αυτό σημαίνει πως οφείλουμε να είμαστε σε εγρήγορση ώστε να εντοπίσουμε αυτόν που χρειάζεται βοήθεια, και διαθέσιμοι για κάτι τέτοιο.

Συνήθως, η συνεργασία του παιδιού με τους ενήλικες του περιβάλλοντός του είναι καθοριστική. Σε αυτόν τον συνδυασμό μπορούν να προστεθούν και ειδικοί. Τέτοιοι είναι οι εκπαιδευτικοί ή οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας. Αυτή η κοινή προσπάθεια αποτελεί τον ιδανικό τρόπο για την αντιμετώπιση των δυσκολιών ενός νέου ατόμου.

Συχνές ερωτήσεις

1. Γιατί είναι σημαντικός ο διάλογος με τα παιδιά και τους εφήβους;
Ο διάλογος βοηθά το παιδί ή τον έφηβο να αισθάνεται ότι ακούγεται και ότι η σκέψη και τα συναισθήματά του έχουν αξία. Παράλληλα, ενισχύει την εμπιστοσύνη στη σχέση με τον γονιό και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για να μπορεί να μιλά ανοιχτά ακόμη και όταν αντιμετωπίζει δυσκολίες.

2. Πώς μπορούν οι γονείς να κάνουν ένα παιδί να μιλήσει για όσα το απασχολούν;
Δεν μπορούμε να αναγκάσουμε ένα παιδί να μιλήσει. Μπορούμε όμως να δημιουργήσουμε ένα κλίμα ασφάλειας, να ακούμε χωρίς άμεση κριτική ή επίπληξη και να δείχνουμε πραγματικό ενδιαφέρον. Συχνά το παιδί ανοίγεται περισσότερο όταν αισθάνεται ότι ο γονιός θέλει πρώτα να το καταλάβει και όχι απλώς να του δώσει συμβουλές.

3. Πώς πρέπει να μιλούν οι γονείς στους εφήβους;
Με σεβασμό στην αυξανόμενη ανάγκη τους για αυτονομία, χωρίς να εγκαταλείπουν το ενδιαφέρον και τα όρια. Ο έφηβος χρειάζεται να αισθάνεται ότι μπορεί να εκφράσει διαφορετική άποψη χωρίς να ακυρώνεται. Ο διάλογος δεν σημαίνει ότι ο γονιός συμφωνεί με όλα, αλλά ότι είναι πρόθυμος να ακούσει και να συζητήσει.

4. Τι εμποδίζει τον ουσιαστικό διάλογο ανάμεσα σε γονείς και παιδιά;
Η συνεχής κριτική, οι απειλές, η ειρωνεία, η βιασύνη να δοθούν λύσεις και η αίσθηση ότι ο γονιός δεν ακούει πραγματικά μπορούν να κάνουν το παιδί να κλείνεται. Το ίδιο μπορεί να συμβεί όταν κάθε προσπάθεια επικοινωνίας μετατρέπεται σε ανάκριση ή διάλεξη.

5. Μπορεί ο διάλογος να βοηθήσει όταν υπάρχει σύγκρουση με το παιδί ή τον έφηβο;
Ναι, αν δεν χρησιμοποιείται ως τρόπος επιβολής. Ο διάλογος επιτρέπει να ακουστούν και οι δύο πλευρές, να αναγνωριστούν τα συναισθήματα και να αναζητηθούν λύσεις χωρίς να καταργούνται τα απαραίτητα όρια. Στόχος δεν είναι να αποφεύγεται κάθε σύγκρουση, αλλά να μπορεί η σχέση να αντέχει τη διαφωνία.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *