Τηλεφωνο

Τηλέφωνο επικοινωνίας : 2310.23.45.87

Email

salpistis@i-psyxologos.gr

Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Εισαγωγή: Ο αθέατος κόσμος που ορίζει η μη λεκτική επικοινωνία

Πόσες φορές έχουμε νιώσει πως οι λέξεις, όσο κι αν προσπαθούμε, δεν αρκούν για να περιγράψουν αυτό που συμβαίνει μέσα μας; Στο άρθρο που ακολουθεί, επιχειρούμε μια βουτιά στον αθέατο κόσμο που ορίζει η μη λεκτική επικοινωνία. Εκεί που η σιωπή δεν είναι κενό, αλλά ένας πυκνός χώρος γεμάτος νόημα

Υπάρχουν στιγμές στις ανθρώπινες σχέσεις όπου οι λέξεις μοιάζουν φτωχές μπροστά σε αυτό που βιώνεται. Είναι εκείνες οι στιγμές που κάποιος μπορεί να μιλά για πολλή ώρα, να αναφέρεται σε γεγονότα, να αναλύει καταστάσεις, αλλά, παρ’ όλα αυτά, εμείς να αισθανόμαστε πως κάτι ουσιαστικό παραμένει εντελώς άθικτο.

Το αληθινό νόημα δεν βρίσκεται πάντα στο περιεχόμενο των φράσεων που ανταλλάσσονται. Συχνά, κρύβεται στον τόνο της φωνής που ξαφνικά σπάει, στο βλέμμα που στρέφεται αμήχανα προς το κενό, σε μια ανεπαίσθητη κίνηση των χεριών. Άλλες φορές πάλι, μπορεί να υπάρχει μια απόλυτη σιωπή, και όμως το δωμάτιο να είναι τόσο γεμάτο από νόημα, που οι λέξεις να φαντάζουν περιττές ή ακόμα και ενοχλητικές. Σε αυτές τις παύσεις, η επικοινωνία δεν σταματά· αντίθετα, βαθαίνει, καθώς το σώμα και η αύρα του άλλου αναλαμβάνουν να πουν όσα το στόμα δεν τολμά ή δεν μπορεί ακόμα να αρθρώσει.

 

Σιωπή και μη λεκτική επικοινωνία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους
Μερικές φορές η πιο βαθιά επικοινωνία συμβαίνει όταν δύο άνθρωποι αντέχουν μαζί μια παύση.

Η πρωταρχική γλώσσα και οι ρίζες της μη λεκτικής επικοινωνίας

Πρέπει να θυμηθούμε πως η πρώτη μορφή ανθρώπινης κατανόησης δεν είναι λεκτική. Ένα βρέφος δεν γνωρίζει λέξεις, δεν γνωρίζει συντακτικό ούτε γραμματική, όμως επικοινωνεί αδιάκοπα και με μια συγκλονιστική ειλικρίνεια. Διαθέτει το σώμα του, το κλάμα του, το βλέμμα του, την ένταση της κίνησής του και τον ρυθμό της αναπνοής του. Το κλάμα ενός μωρού δεν είναι απλώς ένας ήχος που υποδηλώνει δυσφορία· είναι ένα πρωταρχικό σήμα σχέσης.

Η μητέρα, ή όποιος έχει αναλάβει τη φροντίδα του, καλείται να «διαβάσει» αυτά τα σήματα με μια σχεδόν ενστικτώδη ακρίβεια. Πρέπει να καταλάβει πότε το κλάμα σημαίνει πείνα, πότε φόβο για το άγνωστο και πότε μια βαθιά ανάγκη για ανθρώπινη επαφή και ζεστασιά. Εκεί ακριβώς, στους πρώτους κιόλας μήνες της ζωής μας, διαμορφώνεται το θεμέλιο της ενσυναίσθησης, δηλαδή η ικανότητά μας να αναγνωρίζουμε και να νιώθουμε συναισθήματα που δεν έχουν ακόμη ονοματιστεί.

Από ψυχοδυναμική σκοπιά, η ικανότητα του φροντιστή να αναγνωρίζει και να καθρεφτίζει το συναίσθημα του παιδιού αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ψυχική του οργάνωση. Όταν το βρέφος βιώνει μια εσωτερική ένταση και ο ενήλικας την ονοματίζει, την πλαισιώνει και τη ρυθμίζει, το συναίσθημα αυτό παύει να είναι απειλητικό και γίνεται ανεκτό. Όταν, όμως, αυτή η ανάγκη δεν αναγνωρίζεται, όταν το άγχος του παιδιού συναντά την αδιαφορία, την απόρριψη, μια υπερδιέγερση ή ένα άγχος που το κατακλύζει, τότε το βίωμα παραμένει άμορφο και τρομακτικό. Η γλώσσα, επομένως, δεν γεννιέται ποτέ στο κενό, στηρίζεται πάντα σε μια προϋπάρχουσα εμπειρία μη λεκτικής κατανόησης που μας επιτρέπει να νιώθουμε ασφαλείς μέσα στον κόσμο.

Το σώμα αποκαλύπτει την αλήθεια στη μη λεκτική επικοινωνία
Το σώμα συνεχίζει να μιλά, ακόμα κι όταν το στόμα σωπαίνει ή αρνείται την αλήθεια.

 

Το σώμα ως καθρέφτης της αλήθειας στη μη λεκτική επικοινωνία

Καθώς μεγαλώνουμε και κοινωνικοποιούμαστε, οι λέξεις αποκτούν ολοένα και πιο κεντρική θέση στην επικοινωνία μας. Μαθαίνουμε να περιγράφουμε τον εαυτό μας, να επιχειρηματολογούμε, να αφηγούμαστε την ιστορία μας με τρόπο που να βγάζει νόημα για εμάς και τους άλλους. Κι όμως, το σώμα μας συνεχίζει να μιλά, ακόμα κι όταν το στόμα μας σωπαίνει επίμονα. Η στάση του σώματος, η απόσταση που κρατά κάποιος από τον συνομιλητή του, ο τρόπος που αγγίζει ή αποφεύγει επιδεικτικά να αγγίξει, το χαμόγελο που μένει παγωμένο στα χείλη — όλα αυτά αποτελούν μια ολοζώντανη γλώσσα. Συχνά, μάλιστα, η μη λεκτική διάσταση είναι πολύ πιο αληθινή και από τις ίδιες τις λέξεις, γιατί είναι λιγότερο φιλτραρισμένη από τη λογική και τις κοινωνικές συμβάσεις.

Σκεφτείτε για λίγο κάποιον που σας λέει «δεν με πείραξε», ενώ η φωνή του είναι σφιγμένη και τα μάτια του είναι υγρά από έναν πόνο που παλεύει να κρύψει. Αν επιλέξουμε να ακούσουμε μόνο τη φράση, θα θεωρήσουμε πως όλα είναι εντάξει και θα προχωρήσουμε. Αν, όμως, «ακούμε» ολόκληρο τον άνθρωπο, θα αντιληφθούμε αμέσως την αντίφαση. Εκεί αρχίζει η αληθινή ακρόαση· όχι απλά σε αυτό που λέγεται, αλλά στη συνολική έκφραση του προσώπου και της ύπαρξης. Η μη λεκτική επικοινωνία προηγείται του λόγου και τον υποστηρίζει —ή τον διαψεύδει— σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Το σώμα μας παραμένει ένας αδιάψευστος μάρτυρας των όσων νιώθουμε, ακόμα κι όταν εμείς οι ίδιοι προσπαθούμε να τα αρνηθούμε.

Πολλές φορές, το πιο δύσκολο κομμάτι είναι να βρούμε τις κατάλληλες λέξεις για αυτά που μας βαραίνουν. Αν νιώθεις την ανάγκη να εξερευνήσεις όσα μένουν άρρητα σε ένα ασφαλές πλαίσιο, ένας online ψυχολόγος μπορεί να σε ακούσει ουσιαστικά, από την ασφάλεια του δικού σου χώρου.

Η ψυχοδυναμική της σιωπής: Το μη ειπωμένο δεν είναι κενό

Από ψυχοδυναμική σκοπιά, το μη ειπωμένο δεν είναι ποτέ ένας χώρος κενός· αντίθετα, είναι ένας χώρος εξαιρετικά φορτισμένος. Η σιωπή σε μια συζήτηση δεν σημαίνει απαραίτητα απουσία περιεχομένου ή σκέψης. Σημαίνει συχνά ότι το περιεχόμενο αυτό δεν έχει ακόμη γίνει ανεκτό από τον ψυχισμό ώστε να μπορέσει να ειπωθεί. Υπάρχουν εμπειρίες τόσο έντονες, τόσο τραυματικές ή ντροπιαστικές, που ο άνθρωπος τις κρατά σε μια άφωνη περιοχή, εκεί όπου η γλώσσα δεν έχει ακόμη πρόσβαση.

Στις ανθρώπινες σχέσεις, αυτή η άφωνη περιοχή γίνεται συχνά αισθητή με έναν τρόπο που μας προκαλεί αμηχανία. Κάποιος μπορεί να λέει «είμαι καλά», αλλά το σώμα του να δείχνει συρρικνωμένο, σαν να θέλει να εξαφανιστεί. Κάποιος άλλος μπορεί να περιγράφει ένα τραγικό γεγονός με απόλυτη ουδετερότητα, όμως ο τόνος της φωνής του να τρέμει ελαφρά, προδίδοντας την εσωτερική του αναστάτωση. Αν ακούμε μόνο τις λέξεις, θα χάσουμε το πραγματικό νόημα. Αν ακούμε ολόκληρο τον άνθρωπο, κάτι θα αγγιχθεί αναπόφευκτα μέσα μας. Είναι αλήθεια πως η σιωπή συχνά προκαλεί άγχος και οι άνθρωποι σπεύδουμε να την καλύψουμε με εξηγήσεις, ερωτήσεις ή συμβουλές. Όμως, η βιασύνη μας να αρθρωθεί λόγος μπορεί να καταστρέψει τη λεπτή διαδικασία μέσα από την οποία ένα συναίσθημα προσπαθεί να βρει μορφή. Μερικές φορές, η πιο βαθιά επικοινωνία συμβαίνει όταν δύο άνθρωποι αντέχουν να μοιραστούν μια παύση, αναγνωρίζοντας τη σημασία της χωρίς να προσπαθούν να την “εξαφανίσουν”.

Η αληθινή ακρόαση και η συναισθηματική διαθεσιμότητα

Το μεγάλο ερώτημα που ανακύπτει είναι: μπορούμε εμείς οι ίδιοι να αντέξουμε αυτό που ακούμε όταν αυτό δεν λέγεται; Η αληθινή ακρόαση απαιτεί μια μορφή παρουσίας που υπερβαίνει την απλή προσοχή. Απαιτεί συναισθηματική διαθεσιμότητα. Σημαίνει να παραμένουμε ανοιχτοί σε αυτό που αναδύεται από τον άλλον, ακόμη κι αν είναι ασαφές, σκοτεινό ή επώδυνο. Σημαίνει να μην σπεύδουμε να ερμηνεύουμε αυθαίρετα ή να διορθώνουμε τον άλλον. Να μη γεμίζουμε κάθε παύση με δικά μας λόγια, μόνο και μόνο επειδή εμείς οι ίδιοι δεν αντέχουμε τη σιωπή ή επειδή φοβόμαστε μήπως η σιωπή αποκαλύψει κάτι που θα μας δυσκολέψει.

Η σιωπή είναι ίσως η πιο παρεξηγημένη μορφή επικοινωνίας. Δεν υπάρχει μόνο μία σιωπή, υπάρχουν πολλές. Σε κάποιες περιπτώσεις, λειτουργεί ως άμυνα, ως ένας τρόπος να προστατευτεί κάποιος από την έκθεση. Σε άλλες, μπορεί να είναι ένας βουβός θυμός, μια μορφή τιμωρίας. Μπορεί, όμως, να είναι και πένθος, βαθιά συγκέντρωση, ή ακόμα και η απόλυτη εμπιστοσύνη. Υπάρχει η σιωπή που απομονώνει και η σιωπή που συνδέει.

Στη θεραπευτική σχέση, αυτή η διάκριση αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Ο θεραπευτής δεν ακούει μόνο τι του λέει ο θεραπευόμενος, αλλά ακούει και τι αποφεύγει να του πει. Παρατηρεί τις παύσεις, τις μικρές μετατοπίσεις στο σώμα, τα σημεία όπου η αφήγηση διακόπτεται απότομα. Συχνά, το πιο ουσιαστικό ψυχικό υλικό βρίσκεται εκεί όπου η φωνή χαμηλώνει ή εκεί που ο λόγος σκοντάφτει πάνω σε αόρατα εμπόδια. Το μη ειπωμένο δεν είναι κενό, είναι ένας χώρος πυκνός από ζωή και νόημα που περιμένει να ανακαλυφθεί.

Ενσυναίσθηση και βαθιά ακρόαση του άγνωστου
Η αληθινή ακρόαση απαιτεί παρουσία και την ικανότητα να αντέχουμε το άγνωστο του άλλου.

Ενσυναίσθηση: Πέρα από τις λέξεις και τις συμβουλές

Η ικανότητα να ακούμε πίσω από τα λόγια προϋποθέτει μια εσωτερική σταθερότητα από τη δική μας πλευρά. Είναι μια δεξιότητα σχέσης που δεν περιορίζεται στο θεραπευτικό πλαίσιο, αλλά αφορά κάθε ανθρώπινη επαφή. Αν βιαζόμαστε να απαντήσουμε, να συμβουλεύσουμε ή να διορθώσουμε τον άλλον, πιθανόν να μην αντέχουμε τη δική του αβεβαιότητα ή τον δικό του πόνο. Η ενσυναίσθηση δεν είναι μια τεχνική που μαθαίνεται σε σεμινάρια· είναι μια στάση ύπαρξης. Είναι η προθυμία μας να παραμείνουμε παρόντες σε κάτι που δεν έχει ακόμη σαφή μορφή, προσφέροντας στον άλλον την ασφάλεια που χρειάζεται για να το εξερευνήσει.

Στις ερωτικές σχέσεις, για παράδειγμα, οι συγκρούσεις σπάνια αφορούν αποκλειστικά το περιεχόμενο της διαφωνίας. Συχνά, η βαθύτερη αιτία είναι το βίωμα ότι «δεν με άκουσες». Αυτό το παράπονο σημαίνει συνήθως «δεν ένιωσα ότι κατάλαβες τι νιώθω». Σημαίνει ότι ο άλλος απάντησε μεν στις λέξεις μου, αλλά αγνόησε το συναίσθημά μου. Η λεκτική ακρόαση δεν είναι ποτέ αρκετή αν δεν συνοδεύεται από μια συναισθηματική ανταπόκριση που να δείχνει στον άλλον ότι η ψυχική του κατάσταση έγινε αντιληπτή.

Τα ασυνείδητα συναισθήματα και τα μη λεκτικά σήματα

Η ψυχοδυναμική θεωρία μάς υπενθυμίζει διαρκώς ότι ένα μεγάλο μέρος της ψυχικής μας ζωής παραμένει ασυνείδητο. Τα συναισθήματα δεν είναι πάντα άμεσα προσβάσιμα στη συνείδηση. Μπορεί κάποιος να θυμώνει χωρίς να το γνωρίζει ή να φοβάται χωρίς να το αναγνωρίζει. Άλλες φορές, μπορεί να πενθεί χωρίς να το ομολογεί ούτε στον ίδιο του τον εαυτό. Αυτά τα συναισθήματα εκφράζονται συχνά μέσα από μη λεκτικά σήματα. Τέτοια σημάδια είναι μια ένταση στο σώμα ή η αποφυγή της επαφής. Μπορεί επίσης να παρατηρηθεί ένα υπερβολικό, νευρικό γέλιο ή απότομες αλλαγές θέματος στη συζήτηση.

Το να ακούμε πίσω από τα λόγια σημαίνει να λαμβάνουμε σοβαρά υπόψη αυτά τα σήματα. Όχι για να ερμηνεύσουμε αυθαίρετα, αλλά για να ανοίξουμε έναν χώρο διερεύνησης. Η ενσυναίσθηση εδώ είναι λεπτή και ταπεινή: «Παρατηρώ ότι δυσκολεύεσαι να το πεις. Θέλεις να μείνουμε για λίγο εδώ;». Αυτή η πρόταση δεν επιβάλλει νόημα, αλλά προσκαλεί τον άλλον να αναζητήσει το δικό του.

Η σιωπή δεν χρειάζεται να είναι μοναχική ούτε να λειτουργεί ως τοίχος. Αν νιώθεις πως στις δικές σου σχέσεις η επικοινωνία μπλοκάρει, ίσως είναι η στιγμή να το δουλέψουμε μαζί. Μπορούμε να δώσουμε χώρο σε όσα δεν λέγονται από κοντά, κλείνοντας μια δια ζώσης συνεδρία

Η εσωτερική αντήχηση και η αναγνώριση του άλλου

Η μη λεκτική επικοινωνία δεν αφορά μόνο το σώμα του άλλου· αφορά εξίσου και τη δική μας εσωτερική αντήχηση. Μερικές φορές νιώθουμε μια δυσφορία, μια ανησυχία ή μια ξαφνική συγκίνηση πριν καν καταλάβουμε τον λόγο. Αυτή η εσωτερική μας κίνηση αποτελεί μια πολύτιμη πληροφορία για το τι συμβαίνει στη σχέση εκείνη τη στιγμή. Αν μάθουμε να τη διακρίνουμε από τις προσωπικές μας προβολές, μπορεί να γίνει ένα ισχυρό εργαλείο κατανόησης του άλλου.

Η ενσυναίσθηση δεν σημαίνει απαραίτητα να συμφωνούμε με τον άλλον. Σημαίνει να αναγνωρίζουμε το συναισθηματικό του τοπίο ως κάτι υπαρκτό. Να μπορούμε να πούμε: «Ακούω ότι πονάς», ακόμη κι αν δεν συμμεριζόμαστε την ερμηνεία που δίνει ο άλλος για τον λόγο που πονά. Αυτή η αναγνώριση δημιουργεί έναν ζωτικό χώρο όπου ο άλλος νιώθει πως υπάρχει και πως η εμπειρία του έχει αξία. Στην παιδική ηλικία, όταν ένα συναίσθημα δεν αναγνωρίζεται, παραμένει άμορφο και τρομακτικό. Όταν όμως ο ενήλικας το αντανακλά —για παράδειγμα, «μοιάζεις θυμωμένος»— τότε δημιουργείται εσωτερική συνοχή στο παιδί. Η μη λεκτική εμπειρία μετατρέπεται σταδιακά σε λόγο και το άτομο αποκτά έλεγχο πάνω στον εσωτερικό του κόσμο.

Η ενσυναίσθηση, λοιπόν, είναι μια γέφυρα ανάμεσα στο άφωνο και στο ειπωμένο. Δεν πιέζει για αποκάλυψη, αλλά προσφέρει την απαραίτητη ασφάλεια ώστε το συναίσθημα να μπορέσει να πάρει μορφή. Είναι μια λεπτή λειτουργία που απαιτεί να αφήσουμε προσωρινά στην άκρη τον εαυτό μας και να στραφούμε προς τον άλλον, χωρίς να τον κατακλύσουμε με τις δικές μας υποθέσεις. Η αληθινή ενσυναίσθηση παραμένει πάντα ταπεινή· ρωτά με ενδιαφέρον και αποδέχεται τη διόρθωση, χωρίς να διεκδικεί την παντογνωσία.

Μη λεκτική επικοινωνία, βλέμμα και χειρονομίες για αποτελεσματική κατανόηση
Η στάση του σώματος, το βλέμμα και οι χειρονομίες παίζουν καθοριστικό ρόλο στην αποτελεσματική συνεργασία και την αμοιβαία κατανόηση.

Η σύνδεση στην ψηφιακή εποχή και η επιστροφή στην παρουσία

Σήμερα, η ανάγκη για αυτή τη βαθιά ακρόαση είναι πιο επιτακτική από ποτέ. Όταν δεν μαθαίνουμε να ακούμε πίσω από τα λόγια, οι σχέσεις μας γίνονται επιφανειακές και διεκπεραιωτικές. Ανταλλάσσουμε πληροφορίες, αλλά όχι πραγματική εμπειρία. Μιλάμε πολύ, αλλά δεν συναντιόμαστε σχεδόν καθόλου. Η πραγματική σύνδεση απαιτεί ένα ρίσκο: να επιτρέψουμε στον εαυτό μας να επηρεαστεί από αυτό που δεν λέγεται. Υπάρχει μια λεπτή στιγμή στις ανθρώπινες συναντήσεις, όπου το βλέμμα συναντά το βλέμμα και κάτι αναγνωρίζεται χωρίς λόγια. Αυτές οι στιγμές δεν είναι θεαματικές, είναι ήσυχες, όμως αφήνουν ένα βαθύ αποτύπωμα στην ψυχή μας.

Όταν οι λέξεις δεν αρκούν, η σχέση δοκιμάζεται στην πράξη. Μπορούμε να παραμείνουμε δίπλα σε κάποιον που δυσκολεύεται να εκφραστεί; Μπορούμε να αντέξουμε την αμηχανία, την αβεβαιότητα ή την ατελή διατύπωση; Η ώριμη ακρόαση δεν βιάζεται, δίνει τον απαραίτητο χρόνο. Η σύγχρονη εποχή, με την ταχύτητα και τη συνεχή ροή πληροφοριών, δυσκολεύει αυτή τη βαθιά ακρόαση. Οι συνομιλίες μας γίνονται γρήγορες, οι παύσεις γεμίζουν αμέσως με ειδοποιήσεις στις οθόνες μας. Όμως, η βαθιά κατανόηση δεν μπορεί να επισπευσθεί. Χρειάζεται ρυθμό, χρειάζεται την ανεκτικότητα του κενού και την ικανότητα να παραμένουμε με μια ερώτηση ανοιχτή χωρίς να την κλείνουμε πρόωρα.

Συμπέρασμα: Η σιωπή ως γέφυρα και η ακρόαση ως σεβασμός

Υπάρχουν στιγμές όπου δύο άνθρωποι κάθονται μαζί χωρίς να μιλούν και αισθάνονται μια σύνδεση πιο ισχυρή από οποιαδήποτε συζήτηση. Αυτή η σύνδεση δεν είναι αποτέλεσμα επιχειρηματολογίας, αλλά αποτέλεσμα καθαρής παρουσίας. Αντίθετα, όταν οι λέξεις χρησιμοποιούνται ως άμυνα για να αποφευχθεί το συναίσθημα —μέσα από υπερβολικές εξηγήσεις, εκλογίκευση ή χιούμορ που ξορκίζει την ένταση— η επικοινωνία παύει να είναι γέφυρα και γίνεται τείχος.

Το να ακούμε πίσω από τα λόγια σημαίνει, τελικά, να ακούμε και τα δικά μας όρια. Η ενσυναίσθηση δεν είναι αυτοθυσία, αλλά μια ισορροπία ανάμεσα στην εγγύτητα και τη διαφοροποίηση. Όταν οι λέξεις δεν αρκούν, καλούμαστε να επιστρέψουμε σε μια πιο πρωταρχική μορφή επικοινωνίας. Να θυμηθούμε ότι πριν μιλήσουμε, νιώσαμε. Η ενσυναίσθηση δεν είναι πολυτέλεια, είναι η ίδια η προϋπόθεση για κάθε ουσιαστική σχέση. Χωρίς αυτήν, οι λέξεις μας γίνονται κενές· με αυτήν, ακόμη και η πιο βαθιά σιωπή μπορεί να γίνει η γέφυρα που θα μας ενώσει πραγματικά.

Η αξία της παύσης στην επικοινωνία

Ίσως, λοιπόν, το να ακούμε πίσω από αυτά που δεν λέγονται να είναι η βαθύτερη μορφή σεβασμού που μπορούμε να δείξουμε προς τον άλλον. Ο άνθρωπος δεν είναι μόνο όσα λέει· είναι η παύση του, η ανάσα του, η σιωπή του. Οι λέξεις είναι πολύτιμες, αλλά δεν είναι το μόνο κανάλι επικοινωνίας. Όταν οι λέξεις σταματούν, αρχίζει η πιο ουσιαστική μορφή ακρόασης: εκείνη που δεν φοβάται το άγνωστο, που δεν βιάζεται να γεμίσει το κενό και που επιτρέπει στο συναίσθημα να αναδυθεί με τον δικό του, μοναδικό ρυθμό. Η ενσυναίσθηση είναι ακριβώς αυτή η διαθεσιμότητα: να στεκόμαστε μπροστά στον άλλον με προσοχή, σεβασμό και απέραντη υπομονή.

Κλείνοντας αυτόν τον κύκλο σκέψεων, ίσως το μόνο που μένει είναι η συνειδητοποίηση πως η επικοινωνία εμπεριέχει και ένα ρίσκο. Το ρίσκο να αφήσουμε τον εαυτό μας να επηρεαστεί από το άγνωστο του άλλου. Ας δώσουμε χρόνο στις σιωπές μας, ίσως εκεί να κρύβονται οι πιο αληθινές μας απαντήσεις.

Η αληθινή ακρόαση και η ουσιαστική σύνδεση ξεκινούν πάντα από εμάς τους ίδιους. Αν είσαι έτοιμος/η να δώσεις χρόνο στον εαυτό σου και να ακούσεις τις δικές σου αλήθειες χωρίς φόβο, βρίσκομαι εδώ. Έλα σε επικοινωνία μαζί μου για να ξεκινήσουμε.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Your email address will not be published. Required fields are marked *