Η εσωτερική ερημία: Οι ψυχολογικές ρίζες στην εφηβική επιθετικότητα
Το φαινόμενο που ονομάζουμε βία ανηλίκων και η έξαρση στην εφηβική επιθετικότητα δεν αποτελούν πλέον απλά κοινωνικά στατιστικά, αλλά μια οδυνηρή πραγματικότητα που ζητά απαντήσεις. Αυτό που συχνά περιγράφουμε ως σχολικό εκφοβισμό ή bullying, δεν είναι παρά η ορατή κορυφή ενός παγόβουνου που κρύβει βαθύτερα αίτια: μια εσωτερική ερημία και μια κραυγή για ύπαρξη που μεταφράζεται σε νεανική παραβατικότητα.
Διότι η βία δεν αρχίζει από το χέρι. Αυτή η βίαιη ορμή προς τον άλλον αρχίζει πολύ πριν την επαφή, εκεί που δεν υπάρχει τίποτα. Ξεκινά από μια εσωτερική ερημία που κανείς δεν αντιλήφθηκε, κανείς δεν ονόμασε, κανείς δεν τόλμησε να αγγίξει. Το κενό στην ψυχοδυναμική θεωρία δεν είναι μια απλή απουσία περιεχομένου. Είναι η ενεργητική παρουσία του αρνητικού, ένα βαρύ, ασήκωτο “τίποτα” που πιέζει βασανιστικά τον ψυχισμό από μέσα. Όταν δεν υπήρξε ποτέ ένα υποστηρικτικό πλαίσιο να κρατήσει τον πόνο του παιδιού αρκετά ώστε αυτό να αποκτήσει μορφή, όνομα και νόημα, η ενόρμηση δεν εξαφανίζεται. Δεν μπορεί να εξαφανιστεί. Απλά, εκτρέπεται. Αυτή η εκτροπή είναι αυτό που τελικά εκδηλώνεται ως βία ανηλίκων.
Και η εκτροπή αυτή δεν ακολουθεί κάποια ηθική που εστιάζει στις επικείμενες συνέπειες. Ακολουθεί απλώς τον δρόμο της ελάχιστης αντίστασης, που στην περίπτωση του ανηλίκου είναι πάντα το σώμα. Το σώμα του άλλου ή το δικό του σώμα. Στην πραγματικότητα, αυτή η διάκριση είναι δευτερεύουσα μπροστά στην ανάγκη για εκτόνωση. Αναρωτιέμαι συχνά, καθώς παρατηρώ τις ειδήσεις, πόσο “τίποτα” μπορεί να αντέξει ένας ψυχισμός πριν η πίεση γίνει δολοφονική;
Η ψυχοδυναμική ανάγνωση του φαινομένου δεν ζητά συγγνώμη για τον θύτη, ούτε προσπαθεί να δικαιολογήσει το αποτρόπαιο. Ζητά κάτι πολύ δυσκολότερο: να αντέξεις να ακούσεις τον θόρυβο πίσω από τη σιωπή. Κάθε πράξη επιθετικότητας, όσο ειδεχθής κι αν είναι, αποτελεί μια κραυγή που δεν κατάφερε να αρθρωθεί. Μια οδύνη που δεν έγινε ποτέ λόγος, και γι’ αυτό αναγκάστηκε να γίνει πράξη.
Ο έφηβος που ξεσπά με μανία δεν είναι απλώς ένας παραβάτης. Είναι ένας άνθρωπος σε απόγνωση, παγιδευμένος στο εσωτερικό του χάος. Μην μπορώντας να επεξεργαστεί τα συναισθήματά του, τα μετατρέπει αναγκαστικά σε βία. Το σώμα τού άλλου γίνεται ο μόνος καθρέφτης όπου μπορεί να επιβεβαιώσει την ύπαρξή του. Όταν όμως αυτό το σώμα “σπάει”, καταρρέει και η ψευδαίσθησή του: ότι η βίαιη πράξη θα μπορούσε ποτέ να αναπληρώσει το βαθύ κενό που νιώθει μέσα του.
Η βία μεταξύ ανηλίκων και η εφηβική επιθετικότητα δεν είναι απλές παραβατικές πράξεις, αλλά μια βίαιη εκτροπή της ενόρμησης που πηγάζει από την εσωτερική ερημία. Ο σχολικός εκφοβισμός και το bullying αποτελούν την κορυφή ενός παγόβουνου, όπου το ψυχικό κενό και η απουσία υποστηρικτικού πλαισίου μετατρέπουν τον πόνο σε νεανική παραβατικότητα.
Οικογένεια και βία ανηλίκων: Ο πρώτος τόπος κατοίκησης του εαυτού
Πριν όμως το παιδί βγει στον δρόμο, πριν συναντήσει τη συμμορία ή το θύμα του, υπάρχει ο πρώτος τόπος κατοίκησης του εαυτού: η οικογένεια. Ή, σε πολλές περιπτώσεις, ο πρώτος τόπος εκτοπισμού του.
Δεν αναφέρομαι εδώ στη συνειδητή διδασκαλία κανόνων ή στην ηθική διαπαιδαγώγηση. Αναφέρομαι σε κάτι πολύ πιο βαθύ και προλεκτικό: στον τρόπο που αντιμετωπίσθηκε το κλάμα στις πρώτες μέρες της ζωής, η πρώτη οργή και στον τρόπο που η μητρική ή πατρική φιγούρα αντιμετώπισε την ολοκληρωτική αδυναμία του βρέφους. Αυτές οι μικρές, επαναλαμβανόμενες και συχνά απαρατήρητες στιγμές, αποτελούν την πραγματική γραμματική πάνω στην οποία χτίζεται ο ψυχισμός.
Η οικογένεια που αντέχει τον πόνο του παιδιού, χωρίς να αντεπιτίθεται ή να αποσύρεται σε μια παγερή σιωπή, του προσφέρει κάτι ανεκτίμητο: την αίσθηση ότι ο εσωτερικός του κόσμος είναι ανεκτός. Ότι τα συναισθήματά του, όσο άγρια κι αν είναι, δεν πρόκειται να καταστρέψουν τον κόσμο. Αυτό σημαίνει ότι το συναίσθημα δεν χρειάζεται να εξαφανιστεί ούτε να εξαπολυθεί ως επίθεση. Μπορεί, όμως, να γίνει αντικείμενο σκέψης. Και ίσως αυτός να είναι ο ορισμός του τραύματος στην εποχή μας: μια άμυνα που έμεινε ενεργή επειδή κανείς δεν τη βοήθησε να καταλάβει ότι ο πόλεμος τελείωσε.
Όταν όμως η οικογένεια αποτυγχάνει σε αυτόν τον ρόλο, όταν γίνεται η ίδια ο χώρος της απειλής, της συναισθηματικής απουσίας ή μιας αδιαφορίας που τραυματίζει βαθιά χωρίς καν να το αντιλαμβάνεται, τότε ο έφηβος δεν μαθαίνει ποτέ να μεταβολίζει. Μαθαίνει μόνο να επιβιώνει.
Όταν τα λόγια τελειώνουν και μένει μόνο ο θυμός, είναι ανθρώπινο ως γονιός να νιώθετε εγκλωβισμένος. Η κατανόηση και η διαχείριση της βίας ανηλίκων δεν είναι μια διαδρομή που πρέπει να περπατήσετε μόνοι σας. Αν αναζητάτε έναν ασφαλή χώρο για να ξεμπερδέψετε τις σκέψεις σας, μπορείτε να επικοινωνήσετε μαζί μου για ψυχολογική υποστήριξη και να δώσουμε ξανά χώρο στον λόγο.

Η σκληρότητα του χαρακτήρα, η διαρκής υπερεπαγρύπνηση και η προληπτική επιθετικότητα που βλέπουμε στους δρόμους δεν είναι παθολογίες που φύτρωσαν στο κενό. Είναι εξαιρετικά προσαρμοσμένες, αν και τραγικές, απαντήσεις σε ένα περιβάλλον που δεν υπήρξε ποτέ ασφαλές. Το πραγματικό δράμα είναι ότι αυτές οι απαντήσεις επιβίωσης δεν διαθέτουν διακόπτη. Μεταφέρονται αυτούσιες από το σαλόνι του σπιτιού στο προαύλιο του σχολείου και από εκεί στις οθόνες των κινητών. Έτσι, κλείνει ένας κύκλος που τρέφεται από την ίδια του την απόγνωση.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση ενός εφήβου που εμπλέκεται συστηματικά σε βίαια περιστατικά, έχοντας κερδίσει τον τίτλο του «εκρηκτικού». Όταν καλείται να εξηγήσει την οργή του, η μόνη λέξη που διαθέτει είναι ένας αόριστος «εκνευρισμός». Πίσω όμως από αυτή τη φτωχή λέξη, κρύβεται ένα σπίτι όπου το συναίσθημα δεν βρήκε ποτέ χώρο. Εκεί όπου ο θυμός καταπνίγηκε από την τιμωρία ή την ψυχρή απομάκρυνση των γονέων. Το παιδί αυτό δεν έμαθε ποτέ να μεταβολίζει την εσωτερική του ένταση σε λόγο, κι έτσι το σώμα του άλλου γίνεται η μόνη διαθέσιμη διέξοδος για όσα δεν μπορεί να ονομάσει.
Σχολική βία ανηλίκων: Το σχολείο ως «εργοστάσιο επιδόσεων»
Όταν ο έφηβος βγαίνει από τον κλειστό κύκλο της οικογένειας, το σχολείο προβάλλει ως η πρώτη μεγάλη υπόσχεση ή η πρώτη μεγάλη διάψευση. Στη θεωρία, θα μπορούσε να είναι ένας χώρος “επανορθωτικός”, ένα πεδίο όπου η αγωνία μετατρέπεται σε γνώση. Στην πράξη, όμως, ο θεσμός αυτός συχνά λειτουργεί ως ένα ψυχρό “εργοστάσιο επιδόσεων” που διαχειρίζεται συμπεριφορές, αλλά αδυνατεί δομικά να ακούσει ψυχές.
Ο μαθητής που προκαλεί αντιμετωπίζεται ως μια “τεχνική δυσλειτουργία” που πρέπει να αποκατασταθεί μέσω της πειθαρχίας.

Αυτή η προσέγγιση αγνοεί ότι η επιθετικότητα είναι ένα “μήνυμα σε μπουκάλι” ριγμένο σε έναν ωκεανό αδιαφορίας. Αν ο εκπαιδευτικός δεν διαθέτει τον ψυχικό χώρο να “δει” τον έφηβο πέρα από τον ρόλο του ταραξία, τότε το σχολείο απλώς επικυρώνει την πεποίθηση του παιδιού: ότι ο κόσμος είναι μια αρένα ισχύος όπου η υποκειμενικότητά του παραμένει αόρατη.
Υπό αυτό το πρίσμα, ο σχολικός εκφοβισμός δεν ανθεί μόνο λόγω της επιθετικότητας των παιδιών, αλλά μέσα στη σιωπή ενός συστήματος που δίνει προτεραιότητα στους βαθμούς έναντι της ψυχικής ανθεκτικότητας. Εκεί που το σχολείο παύει να είναι κοινότητα και γίνεται εξεταστικό κέντρο, η βία γίνεται ο μόνος τρόπος για να “υπάρξει” ο έφηβος.
Η έλλειψη ορίων και η υπαρξιακή ορφάνια των εφήβων
Αυτή η αίσθηση της αρένας ενισχύεται από μια ευρύτερη κοινωνική “αφασία”. Ζούμε σε μια εποχή όπου οι μεγάλες αφηγήσεις έχουν καταρρεύσει, αφήνοντας τους ανηλίκους χωρίς υπαρξιακό έρμα, χωρίς ένα νόημα που να υπερβαίνει την κατανάλωση και την εικόνα. Η κοινωνία των ενηλίκων συχνά εκπέμπει αντιφατικά μηνύματα: από τη μία κηρύσσει την ειρήνη και από την άλλη θεοποιεί την επιτυχία με κάθε μέσο. Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια του “ορίου” υφίσταται μια βαθιά καθίζηση. Το όριο, στην ψυχοδυναμική σκέψη, δεν είναι ένας τοίχος που σε φυλακίζει. Είναι το δέρμα της ψυχής, αυτό που σε προστατεύει και σου επιτρέπει να συναντήσεις τον άλλον χωρίς να τον καταστρέψεις ή να καταστραφείς.
Η απουσία ορίου δεν είναι αναρχία ή ελευθερία, είναι μια υπαρξιακή ορφάνια. Ο έφηβος που μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου το όριο ήταν είτε ανύπαρκτο είτε αυθαίρετο και τιμωρητικό, δεν έμαθε ποτέ ότι η ετερότητα του άλλου είναι ένα ιερό σύνορο.
Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη παρεξήγηση. Νομίζουμε ότι τα παιδιά σήμερα είναι “ανεξέλεγκτα” λόγω υπερβολικής ελευθερίας. Στην πραγματικότητα, όμως, είναι “ασυγκράτητα” λόγω έλλειψης ενός ορίου που να εμπνέει ασφάλεια και όχι φόβο. Χωρίς την εσωτερικευμένη εμπειρία ενός ορίου που “κρατά”, ο άλλος παύει να είναι πρόσωπο με βάθος και ιστορία. Μετατρέπεται σε εμπόδιο που πρέπει να παραμεριστεί ή σε εργαλείο που πρέπει να χρησιμοποιηθεί.
Συμμορίες και βία ανηλίκων: Η “φυλή” και το τελετουργικό της ομαδικής βίας
Όταν η κοινωνία αποτυγχάνει να προσφέρει σταθερές αξίες, το σχολείο αδυνατεί να αναγνωρίσει τον πόνο πίσω από την οργή. Τότε, ο έφηβος στρέφεται στη μοναδική δομή που του προσφέρει την αίσθηση, έστω και ψευδαισθητική, ότι ανήκει κάπου. Αναζητά καταφύγιο στην ομάδα των συνομηλίκων, στη δική του “φυλή”. Εκεί, η βία παύει να είναι ατομική παρεκτροπή και γίνεται τελετουργικό μύησης. Μέσα στην ανωνυμία της ομάδας, η ατομική ευθύνη διαχέεται και εξατμίζεται. Αυτό επιτρέπει σε παιδιά που κατά μόνας μπορεί να είναι ευαίσθητα, να μεταμορφώνονται σε αγέλες που κατασπαράζουν τον “αδύναμο”.
Η βία στην ομάδα είναι μια απέλπιδα προσπάθεια να νικηθεί η μοναξιά. “Χτυπώ μαζί με άλλους, άρα υπάρχω μέσα από τους άλλους”. Είναι μια τραγική ανταλλαγή: παραδίδεις την ηθική σου συνείδηση για να πάρεις ως αντάλλαγμα μια ταυτότητα, όσο σκοτεινή κι αν είναι αυτή.
Η συνειδητοποίηση ότι ο άλλος έχει βάθος, ιστορία και πόνο ανάλογο με τον δικό μου προϋποθέτει κάτι που δεν είναι δεδομένο. Προϋποθέτει να έχεις βιώσει εσύ ο ίδιος ότι κάποιος άντεξε την επαφή με τον δικό σου πόνο, χωρίς να σε εγκαταλείψει ή να σε διαλύσει.Η καλλιέργεια αυτής της ενσυναίσθησης είναι το κλειδί για να μειωθεί η βία ανηλίκων.
Η εσωτερική ερημία συχνά εμποδίζει έναν έφηβο να ζητήσει βοήθεια. Αν νιώθετε ότι τα σημάδια της εφηβικής επιθετικότητας μεγαλώνουν, το σημαντικότερο είναι να δημιουργηθεί μια γέφυρα επικοινωνίας, όπου κι αν βρίσκεστε. Ανακαλύψτε πώς ένας online ψυχολόγος μπορεί να προσφέρει το ασφαλές πλαίσιο που χρειάζεται η οικογένεια, μετατρέποντας την οργή σε κατανόηση από την ασφάλεια του σπιτιού σας.
Social media και βία: Η ψηφιακή αρένα των εφήβων
Σε αυτό το ήδη εύφλεκτο τοπίο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν ήρθαν απλώς για να προσθέσουν ένα νέο εργαλείο επικοινωνίας, αλλά για να μετασχηματίσουν την ίδια τη φύση της βίας. Δεν πρόκειται πια για μια σύγκρουση στο προαύλιο, αλλά για ένα θέαμα που απαιτεί κοινό για να επικυρωθεί. Ο έφηβος που βιντεοσκοπεί μια επίθεση δεν είναι απαραίτητα ένας κυνικός σαδιστής. Είναι ένας άνθρωπος που έχει εσωτερικεύσει τη σκληρή λογική της εποχής: ό,τι δεν καταγράφεται, δεν υπάρχει.
Τα likes μετατρέπουν τον πόνο σε pixels και τη βία σε μετρήσιμο μέγεθος.

Η οθόνη όμως είναι ένας καθρέφτης παγωμένος. Απορροφά την εικόνα και την επιστρέφει ως απαίτηση για περισσότερη δράση. Η παρουσία της κάμερας αποσυνδέει την πράξη από το σώμα και τον πόνο του άλλου. Ο πόνος γίνεται “περιεχόμενο” και η ενσυναίσθηση εξατμίζεται, καθώς η ψηφιακή διαμεσολάβηση μετατρέπει τον θύτη και το θύμα σε αναλώσιμα υλικά μιας αδηφάγου ροής.
Δεν είναι τυχαίο ότι πολλοί έφηβοι που συμμετέχουν ή παρακολουθούν τέτοια βίντεο αδυνατούν αργότερα να περιγράψουν τι ακριβώς ένιωθαν εκείνη τη στιγμή. Η κάμερα λειτουργεί συχνά σαν ψυχική απόσταση. Σαν να μην συνέβη πραγματικά μπροστά τους, αλλά μέσα σε μια οθόνη όπου όλα μοιάζουν λιγότερο αληθινά.
Η σιωπή των λέξεων: Η βία ως η μόνη διαθέσιμη σύνταξη
Αυτή η αποσύνδεση μας φέρνει αντιμέτωπους με τη μεγάλη απουσία: την απουσία της γλώσσας. Η γλώσσα, στην ψυχοδυναμική της διάσταση, δεν είναι ένα μέσο για να ανταλλάσσουμε πληροφορίες, αλλά το κατεξοχήν εργαλείο ψυχικής συγκρότησης. Το να μπορείς να ονομάσεις αυτό που νιώθεις, δηλαδή να πεις «πονώ», «φοβάμαι», «απογοητεύθηκα», σημαίνει ότι μπορείς να το οριοθετήσεις.
Ο λόγος μετατρέπει την ψυχική πλημμύρα σε ένα ποτάμι λιγότερο ορμητικό, που κυλά χωρίς να παρασύρει τα πάντα στο διάβα του. Όταν όμως ο έφηβος δεν διαθέτει αυτήν τη συμβολική ικανότητα, επειδή κανείς δεν του τη δίδαξε μέσα από μια σχέση αναμονής και ακρόασης, τότε η βία δεν είναι επιλογή. Είναι η μόνη γλώσσα που του απέμεινε για να μπορέσει να υπάρξει.
Δεν επιλέγει τη βία αντί του λόγου. Καταφεύγει στη βία γιατί ο λόγος του είναι ακρωτηριασμένος. Η τιμωρία, ο αποκλεισμός και η αυστηροποίηση των ποινών, αν και συχνά απαραίτητα για την κοινωνική προστασία, παραμένουν στην επιφάνεια του προβλήματος. Επιβεβαιώνουν στον έφηβο αυτό που ήδη υποψιαζόταν, ότι δηλαδή ο κόσμος είναι ένας τόπος όπου μόνο η ισχύς και η καταστολή έχουν τον τελευταίο λόγο. Η ποινή δεν διδάσκει νέα γλώσσα, απλώς επιβάλλει μια πιο βαριά σιωπή.

Η βία μεταξύ ανηλίκων είναι ο καθρέφτης της συλλογικής μας αποτυχίας να στεγάσουμε τον ψυχικό πόνο. Αν αφαιρέσουμε τη βίαιη πράξη χωρίς να προσφέρουμε στη θέση της μια σχέση, ένα βλέμμα αναγνώρισης ή μια γλώσσα για το ανείπωτο, τότε δεν θα επέλθει ποτέ μια ηρεμία. Το αρχέγονο κενό θα παραμείνει εκεί, περιμένοντας την επόμενη ρωγμή για να εκδηλωθεί.
Η βία είναι μια κραυγή ύπαρξης. Όσο αρνούμαστε να ακούσουμε την οδύνη που την τροφοδοτεί, τόσο θα την καταδικάζουμε να επαναλαμβάνεται ως απόδειξη ότι κάποιος, κάπου, ζητά απελπισμένα να τον δουν. Η μεγαλύτερη πρόκληση της εποχής μας δεν είναι η καταστολή της βίας, αλλά η αποκατάσταση της ικανότητάς μας να σχετιζόμαστε αληθινά.
Ίσως πίσω από πολλούς βίαιους εφήβους να υπάρχει ένα παιδί που κάποτε προσπάθησε να μιλήσει και δεν ακούστηκε ποτέ πραγματικά. Και ίσως η ουσιαστική πρόληψη να αρχίζει ακριβώς εκεί: στη στιγμή που ένας ενήλικας θα αντέξει να μείνει παρών απέναντι σε αυτόν τον πόνο, αρκετά ώστε να μη χρειαστεί πια να μεταφραστεί σε βία.
Επίλογος: Η γλώσσα του αναπάντητου
Η βία των ανηλίκων δεν είναι το πρόβλημα· είναι το σύμπτωμα. Είναι μια κραυγή σε μια γλώσσα που εμείς οι ενήλικες αρνούμαστε να μάθουμε: τη γλώσσα του αναπάντητου. Όταν ένα παιδί σηκώνει το χέρι του για να χτυπήσει, στην πραγματικότητα προσπαθεί να «γεμίσει» με θόρυβο τη σιωπή ενός σπιτιού που λείπει ή ενός σχολείου που το βλέπει μόνο ως βαθμό.
Αν ψάχνουμε τη λύση στη βία ανηλίκων, δεν αρκεί να αυξήσουμε τις ποινές ή να κλειδώσουμε τα κινητά. Πρέπει να δώσουμε στα παιδιά έναν λόγο να υπάρχουν έξω από την «αρένα». Η παρέμβαση δεν πρέπει να είναι μόνο κατασταλτική, καθώς τα κοινωνικά αίτια παραβατικότητας είναι βαθιά και ξεκινούν από την αποξένωση. Όσο αφήνουμε τις ψυχές των νέων να περιφέρονται στην εσωτερική τους ερημία, η εφηβική επιθετικότητα θα παραμένει ο μόνος τρόπος για να νιώσουν, έστω και για μια στιγμή, ζωντανοί.
Το ερώτημα δεν είναι γιατί τα παιδιά γίνονται βίαια, αλλά γιατί η κοινωνία μας έγινε τόσο άδεια, ώστε η βία να φαντάζει ως η μόνη διέξοδος.
Κάθε πράξη βίας είναι μια κραυγή για βοήθεια που δεν ακούστηκε. Δεν χρειάζεται να περιμένετε να “ξεσπάσει” η επόμενη κρίση για να δράσετε. Είτε χρειάζεστε καθοδήγηση από κοντά, κλείνοντας ένα ραντεβού επικοινωνίας, είτε προτιμάτε την αμεσότητα που προσφέρει ένας ψυχολόγος online, είμαι εδώ για να αντέξουμε και να ακούσουμε τον πόνο, πριν αυτός μετατραπεί σε νεανική παραβατικότητα. Κάντε το πρώτο βήμα σήμερα.
Συχνές Ερωτήσεις (FAQ) για τη Βία Ανηλίκων
Ποια είναι τα βαθύτερα αίτια στη βία ανηλίκων;
Τα αίτια δεν είναι μόνο επιφανειακά, όπως η μίμηση προτύπων, αλλά εντοπίζονται στην εσωτερική ερημία. Η βία ανηλίκων πηγάζει από το ψυχικό κενό, την απουσία υποστηρικτικού πλαισίου από την οικογένεια και τη μετατροπή του σχολείου σε ένα ψυχρό εξεταστικό κέντρο που αγνοεί τις ανάγκες των εφήβων.
Πώς συνδέεται ο σχολικός εκφοβισμός (bullying) με τη βία ανηλίκων;
Ο σχολικός εκφοβισμός αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου. Είναι η εκτόνωση μιας εσωτερικής ενόρμησης που δεν βρήκε λόγο και όνομα. Η επιθετικότητα γίνεται το “νόμισμα” ισχύος σε ένα σύστημα που αγνοεί την ψυχική ανθεκτικότητα των εφήβων, οδηγώντας τελικά σε ευρύτερη βία ανηλίκων.
Τι ρόλο παίζουν τα Social Media στη νεανική παραβατικότητα;
Τα κοινωνικά δίκτυα λειτουργούν ως μια “ψηφιακή αρένα” όπου η βία ανηλίκων εργαλειοποιείται για την απόκτηση likes και αποδοχής. Η βιντεοσκόπηση των επιθέσεων επιβεβαιώνει την ανάγκη του εφήβου να “υπάρξει”, μετατρέποντας τον πόνο σε θέαμα και αποσυνδέοντας τον θύτη από την ενσυναίσθηση.
Ποια είναι η ουσιαστική λύση στη βία ανηλίκων σύμφωνα με την ψυχολογία;
Η λύση στη βία ανηλίκων δεν βρίσκεται μόνο στην αυστηροποίηση των ποινών, αλλά στην επανασύνδεση. Απαιτείται η δημιουργία ενός ασφαλούς ορίου από την οικογένεια και η μετατροπή του σχολείου σε αληθινή κοινότητα. Οι έφηβοι χρειάζονται ενήλικες που θα αντέξουν να ακούσουν τον ψυχικό τους πόνο προτού αυτός γίνει πράξη.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.
