Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

 Με λίγα λόγια

Η σχέση ανάμεσα στους γονείς και τα ενήλικα παιδιά αλλάζει καθώς και οι δύο πλευρές εξελίσσονται. Η ψυχολογική πρόκληση δεν είναι να διατηρηθούν οι παλιοί ρόλοι, αλλά να δημιουργηθεί μια νέα σχέση που να στηρίζεται στην εμπιστοσύνη, την αυτονομία και τον αμοιβαίο σεβασμό.

Όταν η αγάπη καλείται να αλλάξει μορφή

Κάποια στιγμή, σχεδόν ανεπαίσθητα, συμβαίνει μια αλλαγή που δεν σημειώνεται σε κανένα ημερολόγιο. Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη ημέρα που ο γονιός παύει να είναι ο άνθρωπος που οργανώνει, προστατεύει ή καθοδηγεί τη ζωή του παιδιού του.

Ένα τηλεφώνημα που δεν γίνεται πια κάθε μέρα. Μια απόφαση που ανακοινώνεται αντί να συζητηθεί. Ένα σαββατοκύριακο που περνά χωρίς οικογενειακή συνάντηση, όχι επειδή υπάρχει κάποια σύγκρουση, αλλά επειδή η ζωή του παιδιού έχει αποκτήσει τον δικό της ρυθμό.

Στη δημόσια συζήτηση μιλάμε συχνά για τη δυσκολία των παιδιών να ενηλικιωθούν. Πολύ λιγότερο μιλάμε για τη δική τους μετάβαση σε αυτή τη σχέση. Άλλο είναι να μεγαλώνεις ένα παιδί που χρειάζεται την προστασία σου. Άλλο να στέκεσαι δίπλα σε έναν άνθρωπο που έχει πλέον το δικαίωμα να κάνει τις δικές του επιλογές, ακόμη κι όταν δεν συμφωνείς μαζί του.

Δεν αλλάζει μόνο το παιδί που μεγαλώνει. Αλλάζει και η σχέση.

Από τη φροντίδα στην εμπιστοσύνη

Όταν τα παιδιά είναι μικρά, η φροντίδα έχει κυρίως πρακτική μορφή. Ο γονιός αποφασίζει, οργανώνει, προστατεύει. Με τα χρόνια όμως αυτό που χρειάζεται το παιδί αλλάζει, και η προστασία αρχίζει να δίνει τη θέση της στην εμπιστοσύνη.

Δεν αρκεί να γνωρίζει κανείς, λογικά, ότι το παιδί του μεγάλωσε. Χρειάζεται να μπορέσει να αποδεχθεί και συναισθηματικά ότι δεν είναι πια ο άνθρωπος που λύνει τα προβλήματα, παίρνει τις αποφάσεις ή γνωρίζει πρώτος όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή του.

Σε μια συνεδρία, μια μητέρα γύρω στα εξήντα περιέγραφε τη σχέση της με τους δύο γιους της, 28 και 31 ετών. Και οι δύο εργάζονταν, ζούσαν μόνοι τους, είχαν οργανώσει τη ζωή τους. Δεν υπήρχε κάποια σύγκρουση ανάμεσά τους. Κάποια στιγμή ανέφερε σχεδόν σαν ασήμαντη λεπτομέρεια:

«Την περασμένη εβδομάδα πέρασαν τέσσερις ημέρες χωρίς να με πάρει κανείς τηλέφωνο. Δεν ήθελα να τους ενοχλήσω, αλλά έπιασα τον εαυτό μου να κοιτάζει το κινητό κάθε λίγο. Όταν τελικά χτύπησε, ήταν από την τράπεζα.»

Σταμάτησε για λίγο και άρχισε να διπλώνει αργά το χαρτομάντιλο που κρατούσε στα χέρια της. Δεν έκλαιγε. Δεν έμοιαζε θυμωμένη. Έμοιαζε περισσότερο να προσπαθεί να καταλάβει κάτι που μόλις είχε αρχίσει να συνειδητοποιεί.

Δεν ήταν η απόσταση που την πονούσε περισσότερο. Ήταν η αίσθηση ότι η σχέση έμπαινε σε μια νέα φάση, για την οποία κανείς δεν την είχε προετοιμάσει.

Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο απαιτητικές μεταβάσεις της γονεϊκής σχέσης: να συνεχίζεις να είσαι παρών χωρίς να χρειάζεται πια να καθοδηγείς.

Μητέρα περιποιείται τα φυτά της στο μπαλκόνι ενώ το κινητό της παραμένει δίπλα της, συμβολίζοντας τη μετάβαση από τη συνεχή φροντίδα στην εμπιστοσύνη προς τα ενήλικα παιδιά της.
Όταν τα παιδιά ενηλικιώνονται, η καθημερινή φροντίδα δεν εξαφανίζεται· μεταμορφώνεται σιγά σιγά σε εμπιστοσύνη και διακριτική παρουσία.

Όταν τα όρια μοιάζουν με απόρριψη

Το ίδιο κενό που άφηνε το αθόρυβο τηλέφωνο εμφανίζεται και αλλού, απλώς ντυμένο αλλιώς. Οι περισσότεροι γονείς δεν δυσκολεύονται επειδή τα παιδιά τους θέτουν όρια. Δυσκολεύονται επειδή αυτά τα όρια συναντούν έναν βαθύτερο φόβο: ότι η θέση τους στη ζωή του παιδιού αλλάζει.

Μια μητέρα περιέγραφε ότι ο γιος της είχε αρχίσει να της στέλνει μήνυμα αντί να τηλεφωνεί. «Όλα καλά. Θα μιλήσουμε αύριο.» Δεν παραπονιόταν για το μήνυμα. Παρατηρούσε μόνο ότι, χωρίς να το καταλάβει, είχε αρχίσει να διαβάζει ξανά και ξανά τις δύο αυτές προτάσεις μέσα στη μέρα, σαν να προσπαθούσε να ακούσει τη φωνή του πίσω από τις λέξεις.

Δεν είναι σπάνιο ένας γονιός να ακούει πίσω από τη φράση «θα σας επισκεφτούμε την άλλη Κυριακή» ένα μήνυμα που ποτέ δεν ειπώθηκε: «Δεν σας έχουμε πια τόσο μεγάλη ανάγκη.» Κι όμως, οι δύο αυτές προτάσεις απέχουν πολύ μεταξύ τους.

Η ενηλικίωση προϋποθέτει ότι ο άνθρωπος αποκτά έναν χώρο που του ανήκει – αποφάσεις, προτεραιότητες, σχέσεις που οργανώνονται με βάση τη δική του ζωή. Οι γονείς δεν χάνουν τη θέση τους σε αυτόν τον χώρο. Απλώς παύουν να είναι οι μόνοι που τον διαμορφώνουν.

Η εγγύτητα, τότε, δεν μετριέται πια με το πόσο απαραίτητος είναι ο ένας για τον άλλον. Μετριέται με το αν μπορούν να παραμένουν συνδεδεμένοι χωρίς να περιορίζουν ο ένας την αυτονομία του άλλου.

Οι παλιοί ρόλοι, και το δικαίωμα να διαφωνείς

Αυτός ο φόβος της απόρριψης κρατιέται ζωντανός από κάτι πιο παλιό: τους ρόλους που η οικογένεια έμαθε να μοιράζει πολύ πριν κάποιος μεγαλώσει. Ο «μικρός» της οικογένειας μπορεί να είναι σαράντα ετών και να ακούει ακόμη συμβουλές σαν να κάνει τα πρώτα του βήματα. Η μεγαλύτερη κόρη μπορεί να αισθάνεται πως οφείλει να εξηγεί κάθε σημαντική απόφασή της, παρότι έχει τη δική της οικογένεια και επαγγελματική πορεία.

Οι παλιοί αυτοί ρόλοι δεν διατηρούνται επειδή κάποιος το επιδιώκει συνειδητά. Διατηρούνται επειδή προσφέρουν μια αίσθηση οικειότητας, μέσα τους, όλοι γνωρίζουν ποια είναι η θέση τους.

Καμιά φορά, στη θεραπεία, αυτό γίνεται ορατό μέσα από μια φαινομενικά ασήμαντη λεπτομέρεια. Ένας πατέρας περιγράφει τον γιο του ως «το παιδί», ενώ εκείνος είναι πλέον σαράντα δύο ετών και πατέρας δύο μικρών παιδιών. Δεν είναι λάθος έκφραση, είναι η γλώσσα μιας σχέσης που χρειάζεται χρόνο για να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα.

Η ψυχική αλλαγή δεν συμβαδίζει πάντοτε με τη βιολογική ηλικία.

Όταν οι παλιοί ρόλοι παραμένουν άθικτοι, κάθε προσπάθεια διαφοροποίησης παρερμηνεύεται εύκολα. Η διαφορετική γνώμη ακούγεται σαν αμφισβήτηση. Η ανάγκη για αυτονομία μοιάζει με απομάκρυνση.

Κι όταν επιτέλους ο παλιός ρόλος υποχωρεί, ξεπροβάλλει συχνά κάτι που κανείς δεν το είχε προϋπολογίσει: η διαφωνία. Σε πολλές οικογένειες υπάρχει η σιωπηρή προσδοκία ότι η αγάπη θα έπρεπε να συνοδεύεται από συμφωνία. Όσο περισσότερο αγαπιόμαστε, τόσο λιγότερες διαφωνίες θα έχουμε, έτσι λέει, τουλάχιστον, η προσδοκία.

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Όσο οι άνθρωποι αποκτούν τη δική τους πορεία, βλέπουν τον κόσμο μέσα από διαφορετικές εμπειρίες. Οι επιλογές γύρω από την εργασία, τον τρόπο ζωής, τη δημιουργία οικογένειας μπορεί να αποκλίνουν σημαντικά από εκείνες των γονιών τους. Η διαφωνία, από μόνη της, δεν αποτελεί ένδειξη απομάκρυνσης, συχνά αποτελεί ένδειξη ότι η διαφοροποίηση έχει προχωρήσει αρκετά ώστε ο καθένας να μπορεί να υπάρχει ως ξεχωριστό πρόσωπο μέσα στη σχέση.

Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση να μην είναι να πείσουμε τον άλλον ότι έχουμε δίκιο. Ίσως είναι να παραμείνουμε σε σχέση ακόμη κι όταν αναγνωρίζουμε ότι δεν βλέπουμε τον κόσμο με τον ίδιο τρόπο.

Πατέρας και ενήλικος γιος συζητούν ήρεμα σε καφέ, εκφράζοντας τη μετάβαση της σχέσης από τη γονεϊκή καθοδήγηση στον ισότιμο διάλογο.
Η ενηλικίωση δεν σημαίνει ότι οι διαφωνίες εξαφανίζονται. Σημαίνει ότι δύο άνθρωποι μπορούν να συνεχίσουν να συνδέονται ακόμη και όταν βλέπουν διαφορετικά τον κόσμο.

Όταν το παιδί γίνεται εκείνο που φροντίζει

Υπάρχει, όμως, μια αντιστροφή που καμία διαφωνία δεν μπορεί να προετοιμάσει κανέναν γι’ αυτήν: η στιγμή που ο γονιός αρχίζει να χρειάζεται βοήθεια. Στην αρχή, οι αλλαγές είναι μικρές. Μια μετακίνηση που δυσκολεύει περισσότερο. Μια επίσκεψη στον γιατρό για την οποία ζητείται παρέα.

Θυμάμαι έναν άνδρα εβδομήντα τεσσάρων ετών, πατέρα δύο κορών, 45 και 47 ετών. Μετά από μια επέμβαση χρειαζόταν βοήθεια για ένα διάστημα. Οι κόρες του οργάνωσαν τις μετακινήσεις του, τα ψώνια, όσα ήταν απαραίτητα. Εκείνος αντιδρούσε σχεδόν σε κάθε πρόταση.

«Δεν θέλω να γίνω βάρος», έλεγε κάθε φορά.

Στην αρχή, πίστευε ότι προστάτευε τις κόρες του. Σταδιακά έγινε φανερό ότι προσπαθούσε κυρίως να προστατεύσει την εικόνα που είχε για τον εαυτό του. Για δεκαετίες ήταν εκείνος που έδινε λύσεις και κρατούσε την οικογένεια όρθια. Το να δεχτεί βοήθεια δοκίμαζε όχι μόνο την αυτονομία του, αλλά και την ταυτότητά του.

Κάποια στιγμή, η φροντίδα αλλάζει κατεύθυνση. Και όταν ο δεσμός έχει χτιστεί πάνω στην αμοιβαία εμπιστοσύνη, αυτή η αλλαγή δεν μικραίνει τη σχέση, αντίθετα της δίνει μια νέα μορφή.

Όταν το ίδιο το παιδί γίνεται γονιός

Υπάρχει και μια άλλη αντιστροφή, λιγότερο εμφανής από τις υπόλοιπες, που σπάνια αναφέρεται σε αυτές τις συζητήσεις. Συμβαίνει όταν το παιδί αποκτά το δικό του παιδί και γίνεται το ίδιο πλέον γονιός.

Κάτι αλλάζει τότε στον τρόπο που βλέπει τους γονείς του, όχι επειδή κάποιος το εξηγεί, αλλά επειδή για πρώτη φορά νιώθει στο σώμα του κάτι που μέχρι τότε το καταλάβαινε μόνο νοητικά. Η αγωνία για έναν πυρετό στη μέση της νύχτας. Η κούραση που δεν φαίνεται πουθενά αλλά είναι εκεί, μόνιμα. Η στιγμή που παίρνει μια απόφαση για το παιδί του και μόνο αργότερα αναρωτιέται αν ήταν σωστή.

Δεν είναι λίγοι αυτοί που λένε, λίγο ντροπιασμένα, πως μόνο τότε κατάλαβαν πράγματα που ως έφηβοι θεωρούσαν αδικαιολόγητα. Μια υπερβολική ανησυχία. Μια απαγόρευση που τότε φαινόταν άδικη. Ένα «θα καταλάβεις όταν γίνεις γονιός» που ακουγόταν σαν κλισέ, μέχρι που έπαψε να είναι.

Αυτό δεν σημαίνει δικαιολόγηση. Δεν σβήνει όσα ίσως χρειάζονταν πράγματι να ειπωθούν, ή όσα προκάλεσαν πραγματικό πόνο. Σημαίνει κάτι άλλο: ότι η κατανόηση, όταν έρχεται, έρχεται συνήθως πολύ αργότερα απ’ όσο θα χρειαζόταν, και συχνά έρχεται μαζί με μια απώλεια, γιατί οι γονείς που θα ήθελε κάποιος να ευχαριστήσει γι’ αυτό δεν είναι πάντα πια σε θέση να το ακούσουν όπως θα το άκουγαν παλιότερα.

Η σχέση χρειάζεται να γνωριστεί ξανά

Συχνά πιστεύουμε ότι γνωρίζουμε τους ανθρώπους που αγαπάμε επειδή ζήσαμε μαζί τους πολλά χρόνια. Ωστόσο οι σχέσεις δεν μένουν ακίνητες. Μεταβάλλονται καθώς αλλάζουν οι άνθρωποι που συμμετέχουν σε αυτές.

Ένα παιδί που γίνεται ενήλικας δεν αποκτά μόνο περισσότερες εμπειρίες. Διαμορφώνει τις δικές του αξίες, τις δικές του συνήθειες, έναν τρόπο ζωής που δεν είναι απλώς συνέχεια της οικογένειας στην οποία μεγάλωσε. Και οι γονείς αλλάζουν. Η εργασία ολοκληρώνεται, οι φίλοι λιγοστεύουν, το σώμα έχει άλλες ανάγκες.

Ενήλικη κόρη βοηθά διακριτικά τον ηλικιωμένο πατέρα της να φορέσει το μπουφάν του, διατηρώντας την αυτονομία και την αξιοπρέπειά του.
Υπάρχουν στιγμές όπου η βοήθεια δεν σημαίνει ότι κάποιος χάνει την αυτονομία του. Σημαίνει ότι η σχέση έχει ωριμάσει αρκετά ώστε η φροντίδα να προσφέρεται με διακριτικότητα, σεβασμό και εμπιστοσύνη.

Κάποιες φορές, συνεχίζουν να συναντιούνται έχοντας μέσα τους εικόνες που ανήκουν στο παρελθόν. Ο γονιός βλέπει ακόμη το παιδί που χρειαζόταν προστασία. Το παιδί βλέπει ακόμη τον γονιό που είχε όλες τις απαντήσεις. Εν τω μεταξύ, όμως, και οι δύο έχουν αλλάξει.

Ίσως γι’ αυτό, σε ορισμένες οικογένειες, οι πιο ουσιαστικές συζητήσεις αρχίζουν αρκετά αργά στη ζωή, όχι επειδή μέχρι τότε δεν υπήρχε αγάπη, αλλά επειδή χρειάστηκε να υποχωρήσουν οι παλιοί ρόλοι, ώστε δύο ενήλικοι άνθρωποι να μπορέσουν να συναντηθούν με μεγαλύτερη ισοτιμία.

Δεν είναι μια εύκολη μετάβαση. Είναι όμως μια μετάβαση που μπορεί να δώσει στη σχέση μια διαφορετική ποιότητα. Λιγότερο βασισμένη στην ανάγκη. Περισσότερο στη συνειδητή επιλογή να παραμένουμε ο ένας σημαντικός για τον άλλον.

Επίλογος

Ίσως μεγαλώνοντας να ανακαλύπτουμε ότι οι πιο σημαντικές σχέσεις της ζωής μας δεν δοκιμάζονται μόνο από τις δυσκολίες. Δοκιμάζονται και από τις αλλαγές που φέρνει ο ίδιος ο χρόνος.

Η σχέση ανάμεσα στους γονείς και τα ενήλικα παιδιά τους δεν χάνει την αξία της όταν παύει να στηρίζεται στην εξάρτηση. Αποκτά την ευκαιρία να στηριχθεί σε κάτι πιο ώριμο, στην εμπιστοσύνη ότι ο δεσμός μπορεί να παραμείνει ζωντανός ακόμη κι όταν οι ζωές ακολουθούν διαφορετικούς δρόμους.

Κάθε αλλαγή, βέβαια, ζητά να αποχωριστούμε κάτι γνώριμο. Ο γονιός αφήνει πίσω του έναν τρόπο να αγαπά που τον συνόδευε για δεκαετίες. Το ενήλικο παιδί καλείται να διαμορφώσει τη δική του ζωή, γνωρίζοντας ότι η αυτονομία του μπορεί, έστω και άθελά του, να φέρει στιγμές θλίψης στους ανθρώπους που το μεγάλωσαν. Καμία από τις δύο εμπειρίες δεν είναι εύκολη, και καμία δεν σημαίνει ότι η αγάπη έχει λιγοστέψει.

Μάλλον η ωριμότητα μιας οικογένειας δεν φαίνεται από το πόσο κοντά μένουν τα μέλη της, ούτε από το πόσο συχνά συμφωνούν. Φαίνεται, ίσως, από το αν μπορούν να επιτρέψουν ο ένας τον άλλον να αλλάξει, χωρίς να αισθάνονται ότι χάνουν τη σχέση τους.

Δεν ξέρω αν αυτό μαθαίνεται πραγματικά πριν συμβεί, ή αν είναι από εκείνα τα πράγματα που τα καταλαβαίνεις μόνο αφού έχεις ήδη χάσει κάτι απ’ αυτά, χωρίς να το είχες προβλέψει.

 

Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)

1. Γιατί αλλάζει η σχέση ανάμεσα στους γονείς και τα ενήλικα παιδιά;

Επειδή αλλάζουν οι ανάγκες, οι ρόλοι και οι ευθύνες και των δύο πλευρών. Η ενηλικίωση του παιδιού και η γήρανση των γονιών απαιτούν μια νέα μορφή σύνδεσης, βασισμένη περισσότερο στην εμπιστοσύνη παρά στον έλεγχο.


2. Είναι φυσιολογικό οι γονείς να δυσκολεύονται όταν τα παιδιά ανεξαρτητοποιούνται;

Ναι. Η ανεξαρτησία των παιδιών μπορεί να βιωθεί ως απώλεια ενός γνώριμου ρόλου, ακόμη κι όταν υπάρχει αγάπη και καλή σχέση μεταξύ τους.


3. Πώς μπορούν οι γονείς να σεβαστούν την αυτονομία των ενήλικων παιδιών τους;

Ακούγοντας περισσότερο, αποφεύγοντας τον υπερβολικό έλεγχο και αποδεχόμενοι ότι η διαφορετική γνώμη ή οι διαφορετικές επιλογές δεν σημαίνουν απαραίτητα απόρριψη.


4. Τι συμβαίνει όταν οι ρόλοι αντιστρέφονται και το παιδί αρχίζει να φροντίζει τον γονιό;

Η αλλαγή αυτή μπορεί να είναι δύσκολη και για τις δύο πλευρές. Όταν όμως η βοήθεια προσφέρεται με σεβασμό στην αξιοπρέπεια και την αυτονομία του γονιού, η σχέση μπορεί να αποκτήσει μια νέα, πιο ώριμη ποιότητα.


5. Μπορεί μια σχέση γονιού και ενήλικου παιδιού να γίνει πιο ουσιαστική με τα χρόνια;

Ναι. Όταν και οι δύο αποδεχθούν ότι έχουν αλλάξει, η σχέση μπορεί να εξελιχθεί σε μια πιο ισότιμη και συνειδητή σύνδεση, χωρίς να χάνει τη συναισθηματική της εγγύτητα.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *