Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Το πιο ενοχλητικό με την αναβλητικότητα δεν είναι ότι χάνεις χρόνο. Είναι ότι ξέρεις ότι τον χάνεις, και συνεχίζεις. Αν ήταν απλά τεμπελιά, δεν θα σε χαλούσε τόσο. Η τεμπελιά έχει μια ξεκούραστη αδιαφορία μέσα της. Αυτό που νιώθεις, όταν αναβάλλεις, κάτι που σε αφορά πραγματικά δεν είναι ξεκούραση. Είναι ένα αμβλύ, επίμονο βάρος που σε ακολουθεί, στον πρωινό καφέ, στη μέση μιας άσχετης συνομιλίας, λίγο πριν κοιμηθείς.

Κακά τα ψέματα, κανείς δεν αναβάλλει από αδιαφορία. Αναβάλλει γιατί κάτι μετράει, και ακριβώς επειδή μετράει, αισθάνεται πως είναι επικίνδυνο.

 

Το λάθος που κάνουμε στη διάγνωση της αναβλητικότητας

Η αναβλητικότητα ερμηνεύεται συνήθως ως αδυναμία χαρακτήρα. Στην καλύτερη περίπτωση, ως κακή διαχείριση χρόνου. Αν ήταν όμως απλά αυτό, θα έφευγε με λίγη θέληση. Δεν φεύγει. Και οι πιο αυτοπειθαρχημένοι άνθρωποι που γνωρίζω έχουν ακριβώς τα ίδια αδιέξοδα με όλους τους άλλους, απλώς σε διαφορετικό πεδίο.

Η ψυχοδυναμική παράδοση έχει από καιρό επισημάνει κάτι που φαίνεται αντιφατικό στην αρχή. Ο άνθρωπος που αναβάλλει δεν αποφεύγει την εργασία. Αποφεύγει το συναίσθημα που φαντάζεται ότι θα φέρει η εργασία μαζί της. Η αναβλητικότητα δεν είναι διαταραχή χρόνου. Είναι διαταραχή συναισθήματος. Και το συναίσθημα που αποφεύγεται είναι σχεδόν πάντα κάποια μορφή φόβου.

Όχι ο ωμός, ευθύς φόβος. Αυτός τουλάχιστον έχει αντικείμενο. Ο φόβος που κρύβεται πίσω από την αναβλητικότητα είναι πιο διάχυτος. Πιο έξυπνος. Έχει πολλά πρόσωπα και σπάνια παρουσιάζεται με το πραγματικό του όνομα.

Ψυχολογία και αναβλητικότητα, ο φόβος της αποτυχίας και η εσωτερική πίεση
Πίσω από την αναβλητικότητα συχνά κρύβονται ο φόβος της αποτυχίας, η αυτοαμφιβολία και η εσωτερική πίεση.

Η αναβλητικότητα, η παγίδα της επιτυχίας και το «Σύνδρομο του Απατεώνα»

Υπάρχει και ο φόβος της αποτυχίας. Συχνά όμως συνυπάρχει με κάτι φαινομενικά αντίθετο, την αγωνία της επιτυχίας. «Αν ολοκληρώσω αυτό, τι θα περιμένουν από μένα μετά;», «Αν αποδείξω ότι μπορώ, θα πρέπει να το αποδεικνύω για πάντα;». Η επιτυχία, στο ασυνείδητο, μπορεί να μοιάζει με παγίδα.

Υπάρχει, επίσης, ο φόβος της αποκάλυψης, δηλαδή αυτό που ονομάζεται «impostor syndrome» ή στα ελληνικά το «Σύνδρομο του απατεώνα». Δεν είναι χαμηλή αυτοεκτίμηση. Είναι κάτι πιο ακριβές: η πεποίθηση πως, αν κάποιος κοιτάξει αρκετά προσεκτικά αυτά που φτιάχνεις, θα δει και θα αποκαλυφθεί ότι δεν είσαι αρκετά καλός. Η αναβλητικότητα, στην περίπτωση αυτή, λειτουργεί ως ασπίδα. Αν δεν τελειώσεις ποτέ, τότε κανείς δεν θα μπορεί να σε κρίνει.

Πώς η τελειομανία τροφοδοτεί την αναβλητικότητα

Και έπειτα υπάρχει η τελειομανία, που συχνά μοιάζει με το impostor syndrome αλλά είναι διαφορετική. Ο τελειομανής δεν φοβάται ότι δεν είναι αρκετά καλός. Φοβάται ότι αυτό που θα παραδώσει δεν θα αντιστοιχεί στο εσωτερικό πρότυπο που έχει χτίσει. Κι επειδή αυτό το πρότυπο είναι συχνά ανέφικτο, η αναβλητικότητα γίνεται ο μόνος τρόπος να διατηρηθεί η ψευδαίσθηση πως «κάποτε, υπό τις σωστές συνθήκες, θα γινόταν τέλεια». Το «δεν είμαι έτοιμος ακόμα» είναι συχνά μετάφραση ενός πράγματος που δύσκολα λέγεται δυνατά.

Και βαθύτερα από όλα, ίσως ο φόβος που σπανιότατα ονομάζεται, και αυτός είναι ο φόβος της σιωπής. Γιατί η δουλειά που απαιτεί συγκέντρωση, απαιτεί και σιωπή, και τότε, μέσα σε αυτήν, ακούγεται κάτι που προτιμούμε να μην αγγίζουμε.

Η αντίστασή σου δεν είναι ελάττωμα· είναι μια στρατηγική προστασίας που κάποτε σου ήταν χρήσιμη, αλλά πλέον σε κρατάει πίσω. Αντί να συνεχίσεις να κατηγορείς τον εαυτό σου, ας μετατρέψουμε μαζί αυτή την ενοχή σε περιέργεια και ουσιαστική αυτογνωσία. Είμαι εδώ για να ακούσω τι προσπαθεί να σου πει ο δικός σου φόβος και να βρούμε τη διέξοδο προς την ηρεμία.

🔗 Ας επικοινωνήσουμε σήμερα – Είμαι εδώ για να σε ακούσω

Ο εσωτερικός πόλεμος της αναβλητικότητας και η εξάντληση που αφήνει

Ο ψυχαναλυτικός τρόπος σκέψης βλέπει την αναβλητικότητα ως σύμπτωμα: έκφραση μιας σύγκρουσης που δεν έχει βρει διέξοδο. Το «θέλω» και το «φοβάμαι» βρίσκονται σε αδιάκοπο εμφύλιο, κι αποτέλεσμα αυτής της πάλης είναι η ακινησία. Ένα μέρος επιθυμεί την ολοκλήρωση. Ένα άλλο αντιστέκεται, όχι από σαμποτάζ, αλλά από ανάγκη προστασίας. Έχει μάθει, κάπου και κάποτε, ότι η πλήρης προσπάθεια είναι επικίνδυνη. Ότι αν δώσεις τα πάντα και αποτύχεις, δεν απομένει τίποτα για να σε υπερασπιστεί. Αυτό δεν είναι παράλογο, είναι στρατηγική επιβίωσης. Απλώς είναι στρατηγική που ανήκει σε ένα παρελθόν που έχει πια παρέλθει, αλλά εξακολουθεί να λειτουργεί από κεκτημένη ταχύτητα.

Αυτό που κάνει την κατάσταση ιδιαίτερα κουραστική είναι ότι η εσωτερική αυτή πάλη δεν είναι σιωπηλή. Το μυαλό επιστρέφει στην εκκρεμότητα δεκάδες φορές την ημέρα, τη θυμάται, την αξιολογεί, την αναβάλλει ξανά, κάθε φορά με μια μικρή δόση ενοχής. Κι αυτή η διαρκής επιστροφή, χωρίς ποτέ να γίνεται κάτι, είναι που φθείρει. Όχι η δουλειά. Η αναμονή της.

Η αναβλητικότητα φέρνει έντονη ενοχή και ψυχική εξάντληση
Η αναβλητικότητα δεν φέρνει ξεκούραση· συχνά συνοδεύεται από έντονη ενοχή, πίεση και ψυχική εξάντληση.

Και το παράδοξο είναι πως η ακινησία και η αδράνεια κουράζουν περισσότερο από τη δουλειά. Γι’ αυτό και πολλοί άνθρωποι βιώνουν την αναβλητικότητα σαν μια μορφή αυτοσαμποτάζ, παρότι στην πραγματικότητα λειτουργεί περισσότερο ως άμυνα παρά ως πρόθεση καταστροφής. Κι αυτή η κούραση χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για να μην ξεκινήσει κανείς. Με τον τρόπο αυτόν, δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.

Ψεύτικος εαυτός και αναβλητικότητα: Ποιανού στόχο κυνηγάς;

Ο Winnicott είχε μιλήσει κάποτε για το «αληθινό» και το «ψεύτικο» εαυτό, δηλαδή για εκείνο το μέρος του εαυτού μας που μαθαίνει από νωρίς να προσαρμόζεται, να ανταποκρίνεται στις προσδοκίες, να κρύβει την αδυναμία κάτω από μια λειτουργική επιφάνεια. Σκέφτομαι συχνά αυτή τη διάκριση όταν βλέπω κάποιον να αναβάλλει επίμονα κάτι που υποτίθεται πως θέλει. Μήπως αυτό σημαίνει πως ένα μέρος του εαυτού του απλώς αρνείται να συμμετάσχει σε κάτι που δεν το αισθάνεται πραγματικά δικό του; Έναν στόχο που ανήκει στη φαντασία κάποιου άλλου για εκείνον, έναν ρόλο που φορά χωρίς να του ταιριάζει;. Δεν ξέρω αν αυτό ισχύει πάντα, αξίζει όμως να αναρωτηθούμε και να το ψάξουμε λίγο πιο βαθιά.

Οι παιδικές ρίζες στην ψυχολογία της αναβλητικότητας

Και πού μαθαίνουμε αυτές τις στάσεις; Συνήθως νωρίς. Ένα παιδί που μεγαλώνει με γονείς που αντιδρούν στην αποτυχία όχι με τιμωρία αλλά με εκείνο το λεπτό βάρος της αποδοκιμασίας, την αποστασιοποίηση και τη σιωπή, μαθαίνει γρήγορα ότι η απόδοση είναι συνδεδεμένη με την αγάπη και την αποδοχή. Ή, αντίθετα: ένα παιδί που επαινείται μόνο για το ταλέντο του («είσαι τόσο έξυπνος!») μαθαίνει να φοβάται την προσπάθεια, γιατί η προσπάθεια αποκαλύπτει όρια, κι αν η ταυτότητά σου είναι χτισμένη στο ταλέντο, τότε τα όρια απειλούν τα θεμέλια. Υπάρχει και το σχολείο, που αντιμετωπίζει κάθε λάθος ως αποτυχία αντί ως πληροφορία, κι αυτό το αντανακλαστικό δεν εξαφανίζεται με την ενηλικίωση. Απλά, μεταφέρεται αλλού.

 

Δύο πραγματικά παραδείγματα χρόνιας αναβλητικότητας

Ο Νίκος είναι 34 χρόνων και γράφει, ή μάλλον, σκέφτεται πως θέλει να γράψει, ένα βιβλίο εδώ και τρία χρόνια. Έχει σημειώσεις σε τέσσερα διαφορετικά σημειωματάρια, έχει ιδέες, έχει ακόμα και ολόκληρα κεφάλαια στο μυαλό του, όμορφα διατυπωμένα, σχεδόν έτοιμα. Γνωστοί του τον ρωτούν πώς πάει. «Καλά, δουλεύω πάνω σ΄αυτό», λέει. Αλλά κάθε φορά που ανοίγει το αρχείο του, βρίσκει κάτι άλλο να κάνει. Λέει πως «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή». Αυτό που δεν λέει, ίσως ούτε στον ίδιο του τον εαυτό, είναι ότι φοβάται πως όταν το βιβλίο γραφτεί, θα αποκαλυφθεί πόσο λίγο αντιστοιχεί στο βιβλίο που φανταζόταν. Η απόσταση ανάμεσα στο φαντασιακό και το πραγματικό είναι αδύνατον να αντιμετωπιστεί. Όσο το βιβλίο παραμένει ανολοκλήρωτο, αυτή η απόσταση είναι σαν να μην υπάρχει.

Η Ελένη είναι δικηγόρος. Αναβάλλει εδώ και μήνες να μιλήσει στον προϊστάμενό της για κάτι που τη βαραίνει. Κάθε εβδομάδα λέει «την επόμενη», κι έχει ήδη σκεφτεί τη συνομιλία αυτή εκατό φορές, έχει δοκιμάσει φράσεις στο μυαλό της, ξέρει ακριβώς τι θέλει να πει. Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν ξέρει. Το πρόβλημα είναι πως αν μιλήσει, θα πρέπει να δει ποια στην πραγματικότητα είναι όταν δεν κρύβεται πίσω από την ευγένεια. Φοβάται μήπως αποκαλυφθεί ότι η επιθυμία της να είναι αρεστή υπερτερεί της επιθυμίας της να διεκδικεί. Φοβάται τον εαυτό της που θα δει στον καθρέφτη αυτής της συνομιλίας.

Και οι δύο δεν αναβάλλουν από τεμπελιά. Αναβάλλουν γιατί η δουλειά, ή η συνομιλία, ή η απόφαση, έχει γίνει καθρέφτης. Και δεν είναι πάντα εύκολο να κοιτάξεις.

 

Γιατί η αναβλητικότητα δεν αντιμετωπίζεται με καλύτερη οργάνωση

Η αναβλητικότητα, παρ’ όλον τον πόνο που φέρνει, εξυπηρετεί κάτι. Δεν είναι δυσλειτουργία στο κενό, αλλά απάντηση σε κάτι. Προστατεύει, έστω ψευδαισθητικά, από αυτό που αισθανόμαστε ότι δεν μπορούμε να αντέξουμε. Η ειρωνεία όμως είναι σκληρή. Η αποφυγή μειώνει το άγχος στιγμιαία, αλλά το αυξάνει συνολικά. Κάθε ανολοκλήρωτο παραμένει εκεί ως εκκρεμότητα, ως αχνό «πρέπει να γίνει κάτι» που απορροφά προσοχή και ενέργεια όλη μέρα. Ο φόβος που η αναβλητικότητα υποτίθεται ότι αντιμετωπίζει αναπαράγεται από αυτήν.

Γι’ αυτό, η καλύτερη οργάνωση δεν φτάνει. Ούτε μια καλύτερη ρουτίνα. Αυτό που βοηθά, αν και αργά, δύσκολα, και όχι πάντα, είναι η επαφή με το ερώτημα: «τι ακριβώς φοβάμαι ότι θα συμβεί αν ολοκληρώσω αυτό;». Και μετά: «αυτό που φοβάμαι, από πού το ξέρω; Το έχω ζήσει ή απλώς το περιμένω;». Γιατί συνήθως δεν το ξέρουμε από εμπειρία. Το ξέρουμε από ένα παλιό μάθημα, που στην εποχή του είχε νόημα, και τώρα επαναλαμβάνεται σαν ηχώ σε δωμάτιο που έχει αδειάσει εδώ και καιρό.

Αντιμετώπιση και αλλαγή απέναντι στην αναβλητικότητα με σταθερά βήματα
Η αλλαγή απέναντι στην αναβλητικότητα δεν ξεκινά με πίεση, αλλά με μικρά και σταθερά βήματα.

Η αναβλητικότητα δεν ξεπερνιέται με αυτοκατηγορίες που είναι, παραδόξως, κι αυτές μια μορφή της. Απασχολούμαστε με την ενοχή μας, αντί να κοιτάξουμε αυτό που την προκαλεί. Υπάρχει κάτι σχεδόν κωμικό σε αυτό: αφιερώνουμε ώρες στο να αισθανόμαστε άσχημα για ό,τι δεν κάνουμε, αντί να χρησιμοποιήσουμε αυτές τις ώρες για να το κάνουμε. Η ενοχή έχει την ψευδαίσθηση της δράσης, χωρίς το κόστος της.

Μετασχηματίζεται και ξεπερνιέται όταν αρχίσουμε να τη διαβάζουμαε με περιέργεια, αντί να την καταδικάζουμε. Να ρωτάμε όχι «γιατί είμαι τόσο τεμπέλης» αλλά «τι μου λέει αυτή η αντίσταση;» Και ίσως γι’ αυτό η αναβλητικότητα πονά τόσο πολύ.

 

Συχνές ερωτήσεις (FAQ)

Είναι η αναβλητικότητα τεμπελιά;

Όχι πάντα. Συχνά συνδέεται με φόβο αποτυχίας, τελειομανία ή άγχος αξιολόγησης και λειτουργεί ως τρόπος ψυχικής αποφυγής.

Γιατί αναβάλλουμε ακόμη και πράγματα που θέλουμε πραγματικά;

Επειδή πολλές φορές αυτό που επιθυμούμε έχει συνδεθεί ασυνείδητα με φόβο έκθεσης, αποτυχίας ή κριτικής.

Πώς μπορώ να σταματήσω την αναβλητικότητα;

Η ουσιαστική αλλαγή δεν αφορά μόνο την οργάνωση χρόνου αλλά και την κατανόηση του συναισθήματος που αποφεύγουμε μέσα από την αναβολή. Η χρόνια αποφυγή και το επίμονο άγχος μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την ψυχική ευεξία, όπως επισημαίνει και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας

Συνδέεται η αναβλητικότητα με την τελειομανία;

Ναι. Πολλοί άνθρωποι αναβάλλουν επειδή φοβούνται ότι το αποτέλεσμα δεν θα ανταποκρίνεται στα πολύ υψηλά εσωτερικά τους πρότυπα.


Το «δεν είμαι έτοιμος ακόμα» είναι συχνά η ηχώ ενός παλιού φόβου κριτικής ή αποτυχίας. Το να ζητήσεις υποστήριξη δεν σημαίνει ότι λυγίζεις, αλλά ότι επιλέγεις επιτέλους να σε φροντίσεις. Ας αφήσουμε στην άκρη τα «πρέπει» και ας ξεκινήσουμε από εκεί που βρίσκεσαι τώρα, μαζί.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *