Ο γονιός ρωτά «πώς πήγε η μέρα;», ακούει «καλά» και δεν είναι πια βέβαιος τι ακριβώς σημαίνει αυτό το «καλά». Υπάρχει μια ηλικία κατά την οποία ανακαλύπτει ότι δεν γνωρίζει τα πάντα για το παιδί του. Ο έφηβος έχει παρέες και συζητήσεις στις οποίες ο γονιός δεν συμμετέχει, και έναν εσωτερικό κόσμο που γίνεται όλο και περισσότερο δικός του. Μαζί με αυτή τη φυσιολογική απομάκρυνση, εμφανίζονται τα πρώτα ψέματα: μια έξοδος που παρουσιάστηκε διαφορετικά, ένας βαθμός που «ξεχάστηκε» να αναφερθεί, μια παρέα για την οποία δεν θέλησε να μιλήσει.
Για τον γονιό, το ψέμα βαραίνει συχνά περισσότερο από την πράξη που κρύβει. Πονά η ανακάλυψη ότι δεν μπορεί πια να εμπιστευθεί όσα ακούει, και από εκείνη τη στιγμή η καχυποψία παίρνει τη θέση της εμπιστοσύνης και η ανάγκη για έλεγχο δυναμώνει.
Το εφηβικό ψέμα δεν έχει πάντοτε το ίδιο νόημα. Άλλοτε προστατεύει μια ιδιωτικότητα ή μια ντροπή, άλλοτε κρύβει κάτι που χρειάζεται πραγματικά την προσοχή του γονιού. Γι’ αυτό το πιο χρήσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο «Γιατί μου είπε ψέματα;», αλλά και «Τι φοβάται ότι θα συμβεί αν μου πει την αλήθεια;»
Γιατί λέει ψέματα ο έφηβος; Ο έφηβος λέει ψέματα συνήθως για να αποφύγει την τιμωρία ή τη σύγκρουση, να προστατεύσει την ιδιωτικότητά του, να διεκδικήσει περισσότερη αυτονομία ή να μην απογοητεύσει τους γονείς του. Το ψέμα δεν σημαίνει πάντοτε έλλειψη σεβασμού, συχνά δείχνει τι φοβάται ο έφηβος ότι θα συμβεί αν πει την αλήθεια.
Το να μεγαλώνει ένα παιδί σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι αποκτά σταδιακά δικαίωμα σε έναν προσωπικό χώρο. Αυτό που στην παιδική ηλικία ήταν αυτονόητα οικογενειακή πληροφορία αλλάζει βάρος στην εφηβεία: ποιον φίλο θα συναντήσει, τι είπε σε έναν συμμαθητή, ποια σχέση τον απασχολεί, τι σκέφτεται για το σώμα του. Πολλά από αυτά ο έφηβος δεν θεωρεί ότι οφείλει να τα μοιραστεί.
Οι έφηβοι δεν βάζουν όλα τα θέματα στην ίδια κατηγορία. Σε αμερικανική μελέτη με 276 μαθητές Λυκείου και τους γονείς τους, οι νέοι ένιωθαν πιο υποχρεωμένοι να ενημερώνουν για ό,τι αφορά την ασφάλειά τους και λιγότερο για τα προσωπικά τους ζητήματα, ενώ οι γονείς περίμεναν να ακούν περισσότερα απ’ όσα θεωρούσαν δίκαιο οι ίδιοι.
Η διάκριση ανάμεσα στην ιδιωτικότητα, την απόκρυψη και το ψέμα έχει λοιπόν σημασία. Ένας έφηβος που δεν λέει ποιον συνάντησε δεν λέει απαραίτητα ψέματα. Ψέμα υπάρχει όταν παρουσιάζεται σκόπιμα κάτι διαφορετικό από την πραγματικότητα.

Τι κρύβεται πίσω από το ψέμα του εφήβου
Οι λόγοι για τους οποίους λέμε ψέματα, σε οποιαδήποτε ηλικία, συνυπάρχουν συχνά. Ο φόβος της τιμωρίας είναι ο πιο προφανής: ο έφηβος λέει ότι διάβασε επειδή φοβάται την επίπληξη, ή αποκρύπτει πού βρισκόταν επειδή ξέρει ότι οι γονείς δεν θα ενέκριναν την παρέα του. Υπάρχει, όμως, και ένας λιγότερο ορατός λόγος, η ανάγκη να μην απογοητεύσει. Για όποιον έχει χτίσει την εικόνα του «καλού παιδιού», ένας χαμηλός βαθμός μπορεί να είναι σχεδόν αδύνατο να ειπωθεί. Άλλοτε το ψέμα προστατεύει απλώς από άλλη μία ανάκριση.
Ας φανταστούμε, ως υποθετικό παράδειγμα, έναν έφηβο που για χρόνια ήταν ο «άριστος» της οικογένειας και παίρνει ξαφνικά έναν πολύ χαμηλό βαθμό. Λέει ότι το διαγώνισμα δεν έχει διορθωθεί ακόμη. Αυτό που προσπαθεί να αναβάλει δεν είναι η τιμωρία αλλά η έκφραση του προσώπου του γονιού, τη στιγμή που θα μάθει.
Σε μελέτη με 1.678 Χιλιανούς εφήβους ηλικίας 11–19 ετών, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι οι νέοι δεν έχουν μία ενιαία στρατηγική: άλλοτε αποκαλύπτουν πλήρως, άλλοτε μερικώς, άλλοτε αποφεύγουν το θέμα και άλλοτε λένε ψέματα, ανάλογα με το ζήτημα. Η πλήρης αποκάλυψη ήταν συχνότερη όταν υπήρχε περισσότερη μητρική ζεστασιά και γνώση της ζωής του εφήβου και όταν ο έφηβος θεωρούσε θεμιτή τη γονεϊκή εξουσία.
Ο έφηβος διαχειρίζεται την πληροφορία ανάλογα με το θέμα, τη σχέση και αυτό που περιμένει ότι θα συμβεί όταν μιλήσει.
Η ηλικία αλλάζει το νόημα του ψέματος
Σε μετα-ανάλυση 31 διαχρονικών μελετών, καθώς οι έφηβοι μεγαλώνουν, η αποκάλυψη προς τους γονείς μειώνεται λίγο και η μυστικότητα αυξάνεται, σε μικρό έως μέτριο βαθμό. Αυτό ταιριάζει με την κλινική εικόνα: ένα ψέμα, στην ηλικία των 13 χρόνων του παιδιού, συχνά αφορά τον φόβο της τιμωρίας και ζητά περισσότερη εποπτεία και καθαρούς κανόνες, ενώ στα 17 χρόνια αφορά συχνότερα την αυτονομία και ζητά διαπραγμάτευση. Η διάκριση αυτή είναι κλινική κρίση και όχι ερευνητικό εύρημα. Τα όρια δεν καταργούνται στα 17, αλλάζει όμως ο τρόπος που διατυπώνονται.
Ο έλεγχος δεν φέρνει πάντα περισσότερη αλήθεια
Ο γονιός που ανακαλύπτει ένα ψέμα νιώθει συχνά ότι πρέπει να μάθει περισσότερα. Ρωτά συχνότερα, ζητά λεπτομέρειες για τις παρέες, κοιτάζει το κινητό. Ο έφηβος ζει την αυξημένη παρακολούθηση ως εισβολή και κρύβει περισσότερα, και ο γονιός, βλέποντας περισσότερη απόκρυψη, συμπεραίνει ότι χρειάζεται ακόμη μεγαλύτερος έλεγχος. Η έρευνα επιβεβαιώνει αυτόν τον φαύλο κύκλο μόνο εν μέρει.

Ένα κλινικό παράδειγμα: ένας γονιός ανακαλύπτει ένα ψέμα για μια έξοδο και αρχίζει να διαβάζει τα μηνύματα του παιδιού του. Ο έφηβος, που έλεγε ως τότε μισές αλήθειες, αρχίζει να σβήνει συνομιλίες και να χρησιμοποιεί άλλον λογαριασμό. Ο γονιός ξέρει τώρα λιγότερα από πριν.
Η κλασική μελέτη των Stattin και Kerr σε 14χρονους Σουηδούς έδειξε ότι όσα γνωρίζουν οι γονείς για τη ζωή του παιδιού τους προέρχονται κυρίως από αυτά που το ίδιο επιλέγει να μοιραστεί μαζί τους, και όχι από τον έλεγχο ή τις ερωτήσεις τους. Στη χιλιανή μελέτη, οι έφηβοι, που έλεγαν συστηματικά ψέματα, ανέφεραν το υψηλότερο επίπεδο γονεϊκής παρακολούθησης και χαμηλή γνώση από τη μητέρα. Τα δεδομένα δεν δείχνουν τι προηγήθηκε: η παρακολούθηση μπορεί να γεννά απόκρυψη, αλλά μπορεί και να εντείνεται επειδή ο γονιός ήδη υποψιάζεται.
Το αντίστροφο, ότι, δηλαδή, η απόκρυψη προκαλεί μεγαλύτερη παρεμβατικότητα, είναι πιο αμφισβητούμενο. Σε ολλανδική μελέτη 244 εφήβων, η αίσθηση ότι οι γονείς παραβιάζουν την ιδιωτικότητα προέβλεπε αύξηση της απόκρυψης. Όταν όμως εξετάστηκαν οι αλλαγές μέσα στο ίδιο παιδί, η εικόνα ανατράπηκε: όσο ένας έφηβος έκρυβε περισσότερα από το συνηθισμένο, τόσο οι γονείς του παραβίαζαν λιγότερο την ιδιωτικότητά του.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο γονιός «προκαλεί» το ψέμα. Σημαίνει ότι το ψέμα δεν κατανοείται ανεξάρτητα από τη σχέση μέσα στην οποία εμφανίζεται.
Όταν ο έφηβος φοβάται την αντίδραση
Σε μελέτη αφηγήσεων 131 εφήβων και νεαρών φοιτητών για μια φορά που έκαναν κάτι που οι γονείς τους είχαν απαγορεύσει, το ψέμα ήταν πιο πιθανό να ειπωθεί πριν από την πράξη (στο 53% των περιπτώσεων), ενώ η αποκάλυψη ερχόταν συχνότερα μετά. Οι ιστορίες αποκάλυψης είχαν περισσότερα κίνητρα και ψυχολογικό νόημα, ενώ οι ιστορίες ψεύδους κατέληγαν συχνότερα σε πιο αρνητικά συμπεράσματα για τον εαυτό.
Ας πάρουμε μια φράση που πολλοί γονείς έχουν ακούσει: «Δεν σου το είπα γιατί ήξερα τι θα έκανες». Δεν αποτελεί δικαιολογία για το ψέμα, είναι όμως πληροφορία για τη σχέση. Μπορεί να δείχνει φόβο για την τιμωρία ή για την απώλεια ελευθερίας, ή ότι ο έφηβος έχει μάθει πως ορισμένες αλήθειες δεν συζητιούνται χωρίς να καταλήξουν αμέσως σε σύγκρουση.
Όταν η εμπιστοσύνη προηγείται της ομολογίας
Ένα δημοσιευμένο κλινικό περιστατικό αφορά έναν νεαρό στα τέλη της εφηβείας, υπό επιτήρηση της δικαιοσύνης, που συμμετείχε σε υποχρεωτική θεραπευτική ομάδα. Μετά από νέα σύλληψη, παρουσίασε ως αυτοάμυνα τη σωματική αψιμαχία για την οποία συνελήφθη. Ο σύμβουλος του προγράμματος γνώριζε ότι τα στοιχεία έδειχναν κάτι άλλο, αλλά δεν τον πίεσε να ομολογήσει. Αντιλήφθηκε το ψέμα ως έλλειψη εμπιστοσύνης και πήγε στη δικαστική ακρόαση για να τον στηρίξει. Μετά την ακρόαση, ο νεαρός είπε πόσο ευγνώμων ήταν που ο σύμβουλος «ήταν στο πλευρό του» και, χωρίς να ερωτηθεί, αφηγήθηκε μια διαφορετική εκδοχή: είχε ξεκινήσει ο ίδιος τη σύγκρουση.

Η περίπτωση αφορά ένα ειδικό πλαίσιο και έναν συγκεκριμένο νέο, και δεν σημαίνει ότι πρέπει να αφήνουμε έναν έφηβο να λέει ψέματα μέχρι να νιώσει έτοιμος. Δείχνει όμως ότι η αποκάλυψη χρειάζεται συχνά σχέση και ασφάλεια, και όχι μόνο πίεση για ομολογία.
Όταν το «λέει ψέματα» γίνεται ταυτότητα
Το ψέμα μπορεί να μετατραπεί από συμπεριφορά σε χαρακτηρισμό. «Το παιδί μου είναι ψεύτης» ή «Δεν πιστεύω τίποτα απ’ όσα λέει» γίνονται σιγά σιγά η βασική ιστορία της οικογένειας, και κάθε νέα πληροφορία διαβάζεται μέσα από το ίδιο φίλτρο. Στη συστημική οπτική, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός μπορεί να λειτουργήσει σαν ρόλος μέσα στην οικογένεια : το παιδί που «λέει ψέματα» γίνεται αποδέκτης της ανησυχίας όλων.
Σε μια δημοσιευμένη οικογενειακή θεραπευτική περίπτωση των Minuchin, Nichols και Lee, μια οικογένεια έφερε την 15χρονη κόρη ως το παιδί που, κατά τη μητέρα, έλεγε ψέματα όσο εκείνη μπορούσε να θυμηθεί. Ο θεραπευτής ρώτησε τι βάρη κουβαλούσαν οι γονείς από το παρελθόν τους. Η μητέρα έβλεπε στα ψέματα της κόρης τα ψέματα του πρώτου συζύγου της, με τον οποίο η ζωή της είχε τελειώσει τραυματικά. Εκείνος σημείωσε ότι σχεδόν κάθε έφηβος που παρακολουθείται στενά μπορεί να καταλήξει να λέει ψέματα, και της απάντησε ότι το κορίτσι λέει ψέματα όπως τα λένε οι έφηβοι.
Η διάκριση που μένει είναι λεπτή και ουσιώδης: το «είπες κάτι που δεν ήταν αλήθεια» αφήνει χώρο για αλλαγή, ενώ το «είσαι ψεύτης» κινδυνεύει να γίνει ταυτότητα.
Τι προσπαθεί να προστατεύσει το ψέμα
Μια ψυχοδυναμική ματιά δεν βλέπει σε κάθε ψέμα ένα βαθύ σύμβολο. Ρωτά, όμως, ποια λειτουργία έχει η εξαπάτηση για τον συγκεκριμένο έφηβο και ποιο συναίσθημα προσπαθεί να αποφύγει. Όσα ακολουθούν είναι κλινικές ερμηνείες και όχι εμπειρικά τεκμηριωμένα ευρήματα. Δεν εξηγούν κάθε ψέμα, αλλά βοηθούν να ακούσουμε τι λέει το συγκεκριμένο.
Το πρώτο αίσθημα που συχνά κρύβεται πίσω από το ψέμα είναι η ντροπή, και η ντροπή διαφέρει από την ενοχή. Η ενοχή λέει «έκανα κάτι κακό» και αφήνει χώρο για επανόρθωση. Η ντροπή λέει «είμαι κάτι κακό» και ζητά να κρυφτεί. Ένας έφηβος που ντρέπεται για έναν βαθμό, για μια σχέση ή για το σώμα του δεν κρύβει πάντα ένα γεγονός, αλλά τον εαυτό που φοβάται ότι θα αποκαλυφθεί. Γι’ αυτό το ψέμα που γεννιέται από ντροπή επιμένει συχνά ακόμη κι όταν η αλήθεια είναι προφανής. Ο έφηβος δεν υπερασπίζεται μια πληροφορία, υπερασπίζεται την εικόνα του μπροστά στα μάτια του γονιού.
Η εικόνα αυτή δεν είναι μόνο εξωτερική. Στην εφηβεία ο εσωτερικός κριτής, αυτή η εσωτερική φωνή που μετρά τι είναι αποδεκτό και τι όχι, είναι συχνά πολύ αυστηρότερος από τον ίδιο τον γονιό. Ο έφηβος, που φοβάται να αναφέρει έναν χαμηλό βαθμό που πήρε, μπορεί να μη φοβάται την αντίδραση που θα είχε στην πράξη ο γονιός του, αλλά εκείνη που φαντάζεται, την οποία έχει ήδη εσωτερικεύσει. Έτσι, ορισμένα ψέματα απευθύνονται λιγότερο στον γονιό και περισσότερο σε μια εσωτερική φιγούρα που δεν συγχωρεί.
Υπάρχει, όμως, και μια πιο υποδόρια λειτουργία. Η ψυχαναλυτική σκέψη βλέπει στην εφηβεία μια δεύτερη διαδικασία αποχωρισμού από τους γονείς, με τα λόγια του Peter Blos, όπου ο νέος άνθρωπος χρειάζεται να γίνει ξεχωριστός. Ο Donald Winnicott πρόσθεσε κάτι ουσιώδες: ότι το παιδί και ο έφηβος έχουν ανάγκη από έναν εσωτερικό πυρήνα που δεν είναι προσβάσιμος σε κανέναν, και ότι η χαρά του να κρύβεσαι συνυπάρχει με τον φόβο μήπως δεν σε βρει ποτέ κανείς. Ο έφηβος θέλει και τα δύο: να κρυφτεί και να βρεθεί. Όταν ο γονιός θέλει να γνωρίζει τα πάντα, το ψέμα ή η σιωπή μπορεί να είναι ο μόνος τρόπος να υπάρξει κάτι δικό του. Σε αυτή την περίπτωση, ο έφηβος που δεν μπορεί να κρατήσει τίποτα ιδιωτικό μπορεί να χρειάζεται να πει ψέμα για να νιώσει ότι έχει έναν δικό του εσωτερικό χώρο.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, το ψέμα λειτουργεί ως άμυνα απέναντι σε μια πραγματικότητα που ο ίδιος δυσκολεύεται ακόμη να αναγνωρίσει. Ένας έφηβος που απαντά «δεν είναι τίποτα» σε κάτι που τον πονά πολύ δεν εξαπατά πάντα τον γονιό. Μερικές φορές, προσπαθεί να μη νιώσει ο ίδιος αυτό που νιώθει, και ψεύδεται πρώτα απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Εδώ το ψέμα δεν είναι τόσο επιλογή όσο προστασία.
Σε μια ψυχαναλυτική περίπτωση που δημοσίευσε ο Richard Billow, μια έφηβη έλεγε συχνά πραγματικά γεγονότα, αλλά γύρω της επικρατούσε μια αύρα ψευδότητας που εμπόδιζε την ψυχολογική κατανόηση. Στην πορεία της θεραπείας, ο αναλυτής έγινε ένας άνθρωπος στον οποίο μπορούσε να στηριχθεί. Είναι μία περίπτωση και όχι γενικό μοντέλο, μας θυμίζει όμως ότι το ζητούμενο δεν είναι πάντα αν μια πληροφορία είναι αληθής ή ψευδής, αλλά αν ο έφηβος μπορεί να υπάρξει μέσα σε μια σχέση όπου η αλήθεια γίνεται ανεκτή.
Για τον γονιό, αυτή η ματιά δεν σημαίνει ότι πρέπει να ψυχαναλύσει το παιδί του. Σημαίνει ότι μπορεί να ακούσει το ψέμα ως μήνυμα, και όχι μόνο ως παράβαση. Πίσω από αυτό, υπάρχει συχνά ένας φόβος, μια ντροπή ή μια ανάγκη για έναν δικό του χώρο. Τα όρια παραμένουν, αλλά η κατανόηση αλλάζει το ερώτημα από το «πώς θα τον πιάσω να λέει αλήθεια» στο «τι χρειάζεται για να μπορεί να την πει»

Πότε το ψέμα χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή
Δεν χρειάζεται κάθε ψέμα ψυχολογική ερμηνεία ή επαγγελματική παρέμβαση, αφού η διαχείριση της προσωπικής πληροφορίας είναι μέρος της ανάπτυξης της αυτονομίας. Μια μελέτη του 2026 με νεαρούς εφήβους σε υποθετικά σενάρια έδειξε ότι αποδοκιμάζουν την κρυφή γονεϊκή παρακολούθηση και τα ψέματα των γονιών γι’ αυτήν, αλλά γίνονται πιο ανεκτικοί όταν ο κίνδυνος είναι μεγαλύτερος.
Ένα ψέμα για μια έξοδο δεν έχει το ίδιο βάρος με την απόκρυψη χρήσης ουσιών, αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς ή μιας κατάστασης όπου κινδυνεύει ο ίδιος ο έφηβος ή κάποιος άλλος. Μεγαλύτερη προσοχή χρειάζεται όταν η εξαπάτηση είναι επίμονη και γενικευμένη ή συνοδεύεται από κλοπές, σοβαρή παραβίαση κανόνων, έντονη επιθετικότητα ή αισθητή αλλαγή στη λειτουργικότητα του εφήβου. Το ψέμα από μόνο του δεν αποτελεί διάγνωση. Αξιολόγηση χρειάζεται η συνολική εικόνα. Για το παθολογικό ψέμα, υπάρχει ξεχωριστό άρθρο.
Όταν υπάρχει άμεσος κίνδυνος για τον έφηβο ή για άλλον, καλούμε το 112. Ο γονιός που χρειάζεται συμβουλή μπορεί να απευθυνθεί στη γραμμή SOS 1056 του Χαμόγελου του Παιδιού, που λειτουργεί όλο το 24ωρο και απαντά και σε γονείς.
Τι μπορεί να κάνει ο γονιός όταν ανακαλύψει ένα ψέμα
Η πρώτη αντίδραση είναι συχνά θυμός, και είναι κατανοητή. Όταν κάποιος νιώθει ότι εξαπατήθηκε, θέλει να αποκαταστήσει αμέσως την αλήθεια και να επιβάλει συνέπειες. Η ανάκριση όμως δεν φέρνει κατ’ ανάγκην περισσότερη ειλικρίνεια, μπορεί να κάνει τον έφηβο απλώς πιο προσεκτικό στην απόκρυψη.
Τα όρια παραμένουν απαραίτητα, ιδιαίτερα όταν υπάρχει θέμα ασφάλειας. Χρειάζεται, όμως, να ξεχωρίζει η συμπεριφορά από την ταυτότητα του παιδιού. Άλλο το «Αυτό που μου είπες δεν ήταν αλήθεια και πρέπει να δούμε γιατί συνέβη και τι συνέπειες έχει» και άλλο το «Είσαι ψεύτης και δεν πιστεύω τίποτα απ’ όσα λες».
Μπορεί να ανοίξει και ένα δεύτερο ερώτημα: «Τι φοβήθηκες ότι θα συνέβαινε, αν μου έλεγες την αλήθεια;» Η ερώτηση δεν απαλλάσσει τον έφηβο από την ευθύνη του, βοηθά όμως τον γονιό να ακούσει κάτι που αλλιώς θα έμενε κρυφό. Ο έφηβος δικαιούται προσωπικό χώρο, ενώ ο γονιός εξακολουθεί να έχει ευθύνη όταν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.

Η εμπιστοσύνη δεν απαιτεί να πιστεύει ο γονιός κάθε εξήγηση, αρκεί να υπάρχει χώρος για αμφιβολία χωρίς να μετατρέπεται η σχέση σε έρευνα. Η στάση που βοηθά βρίσκεται ανάμεσα στην αφέλεια και στην καχυποψία: να παίρνουμε στα σοβαρά όσα λέει ο έφηβος χωρίς να παραιτούμαστε από την κρίση μας, αλλά και το ψέμα χωρίς να παραιτούμαστε από τη σχέση.
Πρακτικά: πώς ξαναχτίζεται η εμπιστοσύνη
Ας φανταστούμε έναν γονιό που ανακαλύπτει ένα ψέμα και, αντί να ανακρίνει, λέει σε μια ήρεμη στιγμή: «Θυμώνω που δεν μου είπες την αλήθεια και θέλω να καταλάβω τι έγινε». Η απάντηση μπορεί να μην έρθει αμέσως, και αυτό δεν σημαίνει αποτυχία. Οι παρακάτω αρχές προέρχονται από την κλινική εμπειρία και όχι από αποδεδειγμένο πρωτόκολλο.
Συνέπειες που συνδέονται με το ψέμα. Να σχετίζονται με αυτό που έγινε, να είναι ανάλογες, να έχουν χρονικό όριο και να έχουν συζητηθεί. Μια συνέπεια χωρίς ορίζοντα γίνεται τιμωρία χωρίς ελπίδα.
Ένας δρόμος επιστροφής. Ο έφηβος χρειάζεται να ξέρει τι μπορεί να κάνει για να ανακτήσει την ελευθερία του, π.χ. να ενημερώνει για τις εξόδους του για ένα διάστημα. Όταν λέει μια άβολη αλήθεια, δεν χρειάζεται να την πληρώνει διπλά.
Το κινητό. Αν υπάρχει λόγος ασφάλειας, είναι προτιμότερο να λέγεται ανοιχτά τι ελέγχεται, γιατί και για πόσο. Η κρυφή παρακολούθηση απορρίπτεται, όπως φάνηκε παραπάνω, από τους νεαρούς εφήβους, και κάνει το ψέμα των γονιών μέρος του προβλήματος.
Όταν η αλήθεια γίνεται ξανά εφικτή
Ο γονιός χρειάζεται κάποια στιγμή να αποδεχθεί ότι δεν θα γνωρίζει πια τα πάντα, γιατί το παιδί του γίνεται σταδιακά ένας ξεχωριστός άνθρωπος. Η δυσκολία είναι να μπορεί ο έφηβος να έχει πράγματα που δεν μοιράζεται και ταυτόχρονα να ξέρει ότι, όταν κάτι γίνει πολύ βαρύ, μπορεί να το συζητήσει. Αυτό χρειάζεται χρόνο και μια σχέση όπου η ειλικρίνεια δεν οδηγεί αυτόματα σε ταπείνωση ή σε υπερβολικό έλεγχο, και απαιτεί από τον γονιό να αντέχει κάποιες αλήθειες που δεν θα του αρέσουν.
Η προσδοκία ενός εφήβου που δεν θα πει ποτέ ψέμα δεν είναι ρεαλιστική. Αξίζει να επιδιώκεται ένας νέος άνθρωπος που, ακόμη κι όταν φοβάται ή ντρέπεται, δεν θα νιώθει ότι πρέπει να κρυφτεί ολοκληρωτικά για να προστατευθεί.
Και ίσως η ερώτηση που αξίζει να μείνει στον γονιό, όταν ανακαλύψει ένα ψέμα, να έχει δύο σκέλη: «Γιατί μου το έκανε;» και, περισσότερο από αυτό, «Τι χρειάζεται να υπάρχει ανάμεσά μας, ώστε την επόμενη φορά να μπορέσει να μου πει την αλήθεια;»
Συχνές ερωτήσεις
Είναι φυσιολογικό να λέει ψέματα ένας έφηβος;
Η διαχείριση της προσωπικής πληροφορίας, η απόκρυψη και ορισμένες μορφές ψεύδους εμφανίζονται στην εφηβεία και συνδέονται με την αυξανόμενη αυτονομία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάθε ψέμα είναι ακίνδυνο ή ότι οι γονείς πρέπει να το αποδέχονται χωρίς όρια.
Πώς ξεχωρίζει η ιδιωτικότητα από το ψέμα;
Στην ιδιωτικότητα, ο έφηβος κρατά κάτι για τον εαυτό του χωρίς να παρουσιάζει διαφορετική εικόνα. Στο ψέμα παρουσιάζει σκόπιμα κάτι που δεν ισχύει. Όταν το θέμα αφορά την ασφάλειά του, η ιδιωτικότητα δεν αρκεί ως εξήγηση και ο γονιός έχει δικαίωμα να ρωτήσει.
Πρέπει ο γονιός να ελέγχει περισσότερο έναν έφηβο που λέει ψέματα;
Όχι κατ’ ανάγκην.Η έρευνα δείχνει ότι η γνώση των γονέων βασίζεται κυρίως σε όσα επιλέγει να μοιραστεί ο ίδιος ο έφηβος. Παράλληλα, η υποστήριξη και η ποιότητα της σχέσης ενθαρρύνουν το παιδί να μιλάει πιο ανοιχτά.. Η αυξημένη παρακολούθηση από μόνη της δεν εγγυάται περισσότερη γνώση.
Πώς πρέπει να αντιδράσει ένας γονιός όταν ανακαλύψει ένα ψέμα;
Χρειάζεται να θέσει όρια και, όταν χρειάζεται, συνέπειες, χωρίς να χαρακτηρίσει τον έφηβο «ψεύτη». Είναι χρήσιμο να διερευνήσει και τι φοβήθηκε ο έφηβος ότι θα συνέβαινε αν έλεγε την αλήθεια.
Πότε το ψέμα του εφήβου χρειάζεται μεγαλύτερη προσοχή;
Όταν είναι επίμονο και γενικευμένο ή συνοδεύεται από χρήση ουσιών, σοβαρή παραβατικότητα, αυτοκαταστροφική ή επικίνδυνη συμπεριφορά, κλοπές, έντονη επιθετικότητα ή αισθητή αλλαγή στη λειτουργικότητα και στις σχέσεις του εφήβου.
Τι μπορεί να σημαίνει όταν ένας έφηβος λέει «Δεν σου το είπα γιατί ήξερα τι θα έκανες»;
Δεν σημαίνει αυτομάτως ότι ο γονιός ευθύνεται για το ψέμα. Μπορεί, όμως, να δείχνει ότι ο έφηβος περιμένει μια αντίδραση τόσο έντονη, ώστε η απόκρυψη να του φαίνεται ασφαλέστερη από την αλήθεια. Είναι πληροφορία για τη σχέση και αξίζει να διερευνηθεί.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.

