Το κόστος του να είσαι πάντα δυνατός δεν είναι μόνο η εξάντληση. Είναι η σταδιακή απώλεια επαφής με τις δικές μας ανάγκες, όταν η αντοχή παύει να είναι επιλογή και γίνεται εσωτερική υποχρέωση, ο μοναδικός τρόπος να νιώθουμε ασφαλείς μέσα στις σχέσεις μας.
Υπάρχουν άνθρωποι που κουβαλάνε την κούρασή τους στους ώμους, σφιχτά, σαν κάτι που δεν πρέπει να πέσει.
Δύσκολα θα μιλήσουν γι’ αυτήν. Όταν κάτι δυσκολεύει, μένουν ψύχραιμοι. Αναλαμβάνουν περισσότερες ευθύνες χωρίς να διαμαρτυρηθούν, στηρίζουν όσους έχουν ανάγκη, συνεχίζουν να προχωρούν ακόμη κι όταν οι δυνάμεις τους λιγοστεύουν.
Οι γύρω τους τούς εμπιστεύονται. Τους θεωρούν σταθερούς, αξιόπιστους, ανθρώπους που «δεν λυγίζουν εύκολα».
Σπάνια γεννιέται ένα διαφορετικό ερώτημα: πότε ακριβώς η δύναμη έπαψε να είναι επιλογή και έγινε ο μόνος τρόπος με τον οποίο αυτός ο άνθρωπος ξέρει να υπάρχει μέσα στις σχέσεις του;
Η αντοχή είναι πολύτιμη ανθρώπινη ικανότητα. Χάρη σε αυτήν αντεπεξερχόμαστε στις απώλειες, στις απογοητεύσεις, στις ανατροπές που αναπόφευκτα φέρνει η ζωή. Υπάρχουν περίοδοι που χρειάζεται να επιστρατεύσουμε όλο το ψυχικό μας απόθεμα, μόνο και μόνο για να μείνουμε όρθιοι.
Η δύναμη δεν είναι πρόβλημα. Πολλές φορές είναι αυτή που μας επιτρέπει να προχωρήσουμε.
Υπάρχουν όμως άνθρωποι για τους οποίους η δύναμη παύει να είναι μία από τις πολλές δυνατότητές τους. Με τον καιρό γίνεται εσωτερική υποχρέωση: δεν βιώνουν την αντοχή τους ως επιλογή, αλλά ως κάτι δεδομένο, χωρίς εναλλακτική.
Το παράδοξο είναι πως αυτή η στάση σπάνια προκαλεί ανησυχία. Συνήθως επιβραβεύεται. Ο άνθρωπος που δεν παραπονιέται, που είναι πάντα διαθέσιμος, που δεν ζητά σχεδόν ποτέ βοήθεια, γίνεται εύκολα σημείο αναφοράς για τους άλλους. Η αξιοπιστία του εμπνέει εμπιστοσύνη. Η ψυχραιμία του καθησυχάζει. Η διαθεσιμότητά του θεωρείται σχεδόν αυτονόητη.
Κανείς δεν βλέπει πόσο εύκολα η αναγνώριση μπορεί να γίνει παγίδα, όταν ο ίδιος ο άνθρωπος αρχίζει να πιστεύει ότι η αξία του εξαρτάται από το να παραμένει πάντα εκείνος που κρατά τα πράγματα όρθια.
Πώς γεννιέται η ανάγκη να είσαι πάντα δυνατός
Κανείς δεν αποφασίζει συνειδητά ότι από σήμερα δεν θα ζητήσει ποτέ βοήθεια. Τέτοιες στάσεις δεν γεννιούνται από απόφαση. Διαμορφώνονται αργά, μέσα από εμπειρίες που επαναλαμβάνονται μέχρι να αποκτήσουν τη μορφή αυτονόητης αλήθειας.
Ένα παιδί, για παράδειγμα, μπορεί να μεγαλώσει σε ένα σπίτι όπου οι γονείς το αγαπούν βαθιά, αλλά είναι αντιμέτωποι με δυσκολίες που απορροφούν σχεδόν όλη την ψυχική τους ενέργεια. Μια χρόνια οικονομική πίεση, μια ασθένεια, μια απώλεια, έντονες συγκρούσεις, ή απλώς μια καθημερινότητα τόσο απαιτητική, ώστε να μην αφήνει σχεδόν καθόλου χώρο για τις ανάγκες του παιδιού.

Δεν χρειάζεται να του πει κανείς ότι πρέπει να γίνει «δυνατό». Το καταλαβαίνει μόνο του.
Μαθαίνει, σιγά σιγά, να ζητά λιγότερα. Να περιμένει. Να μη στενοχωρεί περισσότερο τους ανθρώπους που αγαπά. Να καταπίνει ένα παράπονο επειδή «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή». Να καθησυχάζει μόνο του τον εαυτό του, πριν προλάβει να το κάνει κάποιος άλλος.
Πρόκειται για μια βαθιά ανθρώπινη προσαρμογή, όχι ένδειξη ωριμότητας, ούτε αδυναμίας. Είναι τρόπος να προστατευθεί ο δεσμός από τον οποίο εξαρτάται το παιδί. Εκείνη τη στιγμή της ζωής του, η προσαρμογή αυτή έχει νόημα. Του επιτρέπει να κρατήσει την αίσθηση ασφάλειας μέσα σε ένα περιβάλλον που, για τους δικούς του λόγους, δεν μπορεί πάντα να ανταποκριθεί.
Το ζήτημα εμφανίζεται πολύ αργότερα, όταν αυτή η προσαρμογή συνεχίζει να οργανώνει τη ζωή, παρότι οι αρχικές συνθήκες έχουν πια αλλάξει.
Ο ενήλικας δυσκολεύεται να εκφράσει την κούρασή του, να παραδεχτεί ότι φοβάται, να ζητήσει στήριξη. Όχι επειδή οι άνθρωποι γύρω του θα τον απορρίψουν απαραίτητα. Επειδή κάτι μέσα του εξακολουθεί να πιστεύει ότι οι σχέσεις μένουν ασφαλείς μόνο όταν ο ίδιος δεν γίνεται βάρος για κανέναν.
Θυμάμαι μια γυναίκα που, όταν τη ρώτησα τι κάνει συνήθως όταν δυσκολεύεται, χαμογέλασε αμήχανα: «Πρώτα σκέφτομαι ποιος άλλος έχει μεγαλύτερη ανάγκη από μένα.» Χρειάστηκε να περάσει λίγη ώρα μέχρι να συνειδητοποιήσει πως δεν είχε αναρωτηθεί ούτε μία φορά τι χρειαζόταν η ίδια. Δεν ήταν αδιαφορία για τον εαυτό της. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο είχε μάθει, από πολύ νωρίς, να αισθάνεται ασφαλής μέσα στις σχέσεις.
Έτσι, ό,τι κάποτε ήταν ένας δημιουργικός τρόπος προσαρμογής αρχίζει, σχεδόν ανεπαίσθητα, να γίνεται ταυτότητα.
Σιγά σιγά παύει να είναι κάποιος που αντέχει όταν χρειάζεται, και γίνεται, στα μάτια του ίδιου και των άλλων, ο άνθρωπος που αντέχει.
Κι όταν ένας ρόλος επαναλαμβάνεται για χρόνια, παύει να μοιάζει με ρόλο. Αρχίζει να μοιάζει με τη μοναδική δυνατή εκδοχή του εαυτού.
Όταν ο ρόλος γίνεται ταυτότητα

Όσο περισσότερο επαναλαμβάνεται ένας τρόπος ύπαρξης, τόσο δυσκολότερο γίνεται να τον ξεχωρίσει κανείς από τον ίδιο του τον εαυτό. Κάποια στιγμή, ο άνθρωπος δεν σκέφτεται πια ότι επιλέγει να είναι εκείνος που κρατά τα πράγματα όρθια. Πιστεύει πως αυτός είναι.
Η μετατόπιση αυτή είναι σχεδόν ανεπαίσθητη. Στην αρχή αφορά τη συμπεριφορά. Αργότερα αγγίζει την εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Η αξία του αρχίζει να συνδέεται με το πόσο ανταποκρίνεται, προσφέρει, διαχειρίζεται, αντέχει. Χωρίς να το επιδιώκει, μαθαίνει να μετρά τον εαυτό του μέσα από το πόσο χρήσιμος είναι για τους άλλους.
Γι’ αυτό και η σκέψη πως μπορεί κάποτε να χρειαστεί ο ίδιος στήριξη προκαλεί συχνά μεγαλύτερη αμηχανία απ’ όση θα περίμενε κανείς. Δεν αμφισβητείται μόνο μια συνήθεια. Αμφισβητείται ολόκληρος ο τρόπος με τον οποίο έχει μάθει να αντιλαμβάνεται τη θέση του μέσα στις σχέσεις.
Στην ψυχοθεραπεία, αυτό γίνεται πολλές φορές ορατό μέσα από μικρές, σχεδόν αθόρυβες στιγμές.
Θυμάμαι έναν θεραπευόμενο που αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρη τη συνεδρία μιλώντας για την αγωνία της συζύγου του, τις δυσκολίες των παιδιών του, τα προβλήματα υγείας των ηλικιωμένων γονιών του. Κάποια στιγμή σώπασε για λίγα δευτερόλεπτα και είπε χαμηλόφωνα:
«Μόλις κατάλαβα ότι τόση ώρα μιλάω για όλους τους άλλους, αλλά δεν έχω πει ούτε μία λέξη για το πώς είμαι εγώ.»
Δεν συνοδεύτηκε από έντονη συγκίνηση. Δεν ήταν θεαματική αποκάλυψη. Ήταν όμως η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε πως είχε μάθει να στρέφει την προσοχή του σε όλους τους άλλους, αφήνοντας τον εαυτό του διαρκώς έξω από το κάδρο.
Ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο αθέατα κόστη της διαρκούς δύναμης: δεν είναι μόνο ότι δυσκολεύεται κανείς να ζητήσει βοήθεια. Είναι ότι, με τα χρόνια, παύει να αναρωτιέται τι έχει πραγματικά ανάγκη. Οι επιθυμίες, η κούραση, η απογοήτευση, ο φόβος δεν εξαφανίζονται. Περνούν απλώς, σταθερά, σε δεύτερη μοίρα.
Κι όταν αυτό κρατήσει πολύ καιρό, η εσωτερική ζωή φτωχαίνει, όχι επειδή ο άνθρωπος αισθάνεται λιγότερα, αλλά επειδή έχει συνηθίσει να μην τα ακούει.
Η δυσκολία να αφήσεις κάποιον να σε φροντίσει
Αυτή η συνήθεια, να μην ακούει κανείς τις δικές του ανάγκες, δεν μένει ιδέα. Περνάει κατευθείαν στο πώς αντιδρά όταν κάποιος του προσφέρει φροντίδα.
Οι άνθρωποι που έμαθαν να φροντίζουν τους άλλους αισθάνονται συνήθως άνετα στη θέση εκείνου που προσφέρει. Θα σταθούν δίπλα σε έναν φίλο που υποφέρει, θα στηρίξουν έναν σύντροφο σε δύσκολη περίοδο, θα αναλάβουν περισσότερες ευθύνες όταν η οικογένεια ή η δουλειά το απαιτήσει. Η φροντίδα τούς είναι οικεία.
Το ίδιο οικεία δεν είναι πάντα η εμπειρία τού να δεχθούν φροντίδα.
Όταν κάποιος τους ρωτήσει αν χρειάζονται κάτι, η αυθόρμητη απάντηση είναι συχνά αρνητική. Όχι επειδή δεν υποφέρουν, αλλά επειδή δυσκολεύονται να υιοθετήσουν τον ρόλο εκείνου που χρειάζεται. «Μην ανησυχείς», «θα τα καταφέρω», «δεν είναι κάτι σημαντικό»: φράσεις που βγαίνουν σχεδόν αυτόματα, γνώριμος τρόπος να προστατεύσουν όχι μόνο τους άλλους από τη δική τους δυσκολία, αλλά και τον εαυτό τους από την αμηχανία της εξάρτησης.
Έτσι δημιουργείται μια παράδοξη μορφή μοναξιάς. Όχι εκείνη που προκύπτει από την απουσία ανθρώπων, αλλά εκείνη που γεννιέται όταν υπάρχουν άνθρωποι πρόθυμοι να μας πλησιάσουν, κι εμείς δυσκολευόμαστε να τους αφήσουμε να δουν τις πλευρές μας που δεν είναι τόσο συγκροτημένες, τόσο δυνατές.
Η πραγματική εγγύτητα δεν χτίζεται μόνο στην ικανότητα να προσφέρουμε. Χτίζεται και στην εμπιστοσύνη ότι μπορούμε να υπάρξουμε μέσα σε μια σχέση χωρίς να κρύβουμε διαρκώς την ευαλωτότητά μας, να αφήσουμε τον άλλον να μας συναντήσει όχι μόνο στις στιγμές που είμαστε χρήσιμοι ή δυνατοί, αλλά και σε αυτές που έχουμε ανάγκη από κατανόηση, ξεκούραση, στήριξη.
Μάλλον αυτό είναι το πιο απαιτητικό βήμα για όσους έμαθαν από νωρίς να είναι οι «δυνατοί». Όχι να αντέξουν λίγο περισσότερο. Να εμπιστευτούν ότι μια σχέση μπορεί να παραμείνει ασφαλής ακόμη κι όταν δεν είναι εκείνοι που σηκώνουν όλο το βάρος.
Όταν αυτό που σε προστάτευε αρχίζει να σε περιορίζει
Αυτή η εμπιστοσύνη, ότι δηλαδή μπορεί κανείς να μη σηκώνει μόνος του όλο το βάρος, δεν είναι αυτονόητη για κάποιον που έμαθε να επιβιώνει αναλαμβάνοντας ο ίδιος τα πάντα. Κι εδώ φαίνεται καθαρότερα κάτι που αξίζει να ειπωθεί.
Οι τρόποι με τους οποίους προσαρμοζόμαστε στις δυσκολίες της ζωής δεν είναι ποτέ τυχαίοι. Κάποτε υπήρξαν οι καλύτερες δυνατές απαντήσεις στις συνθήκες που ζούσαμε. Η αντοχή, η υπευθυνότητα, η ικανότητα να συγκρατούμε τον εαυτό μας και να στεκόμαστε δίπλα στους άλλους είναι ποιότητες πολύτιμες. Δεν χρειάζεται να τις απορρίψουμε για να ζήσουμε διαφορετικά. Στην ψυχολογία, η ανθεκτικότητα (resilience) περιγράφεται ως η διαδικασία επιτυχημένης προσαρμογής απέναντι στις δυσκολίες και στις απαιτητικές εμπειρίες της ζωής. American Psychological Association (APA)
Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά ανάμεσα στη δύναμη που επιλέγεται και στη δύναμη που επιβάλλεται από μια παλιά εσωτερική ανάγκη.
Στην πρώτη περίπτωση, ο άνθρωπος προσαρμόζεται στις απαιτήσεις της ζωής. Υπάρχουν περίοδοι όπου χρειάζεται να αντέξει περισσότερο, κι άλλες όπου μπορεί να επιτρέψει στον εαυτό του να ξεκουραστεί. Μπορεί να στηρίξει τους ανθρώπους που αγαπά, αλλά και να δεχθεί τη δική τους φροντίδα. Η δύναμή του είναι ευέλικτη· δεν καθορίζει ολόκληρη την ταυτότητά του.
Στη δεύτερη περίπτωση, οι επιλογές στενεύουν χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό. Η αντοχή παύει να είναι μία από τις διαθέσιμες δυνατότητες και γίνεται η μοναδική επιτρεπτή στάση. Η κούραση βιώνεται σαν προσωπική αποτυχία. Η ανάγκη για βοήθεια γεννά ενοχή. Η εξάρτηση από κάποιον άλλο μοιάζει να απειλεί την ίδια την εικόνα που έχει ο άνθρωπος για τον εαυτό του.
Ένας άλλος θεραπευόμενος μού είπε κάποτε: «Δεν φοβάμαι να κουραστώ. Φοβάμαι να μη μπορώ να συνεχίσω.» Μιλούσαμε αρκετή ώρα για την εξάντλησή του, μέχρι να γίνει φανερό πως ο μεγαλύτερος φόβος του δεν ήταν η κούραση. Ήταν η ιδέα πως, αν κάποτε δεν άντεχε άλλο, θα απογοήτευε τους ανθρώπους που είχαν μάθει να στηρίζονται πάνω του.
Έτσι μπορεί να συνεχίζει να λειτουργεί αποτελεσματικά -να εργάζεται, να αγαπά, να ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του- ενώ ταυτόχρονα απομακρύνεται όλο και περισσότερο από τη δική του εσωτερική εμπειρία.
Αισθάνεται, απλώς έχει μάθει να περνά τόσο γρήγορα πάνω από όσα αισθάνεται, ώστε αυτά δύσκολα προλαβαίνουν να αποκτήσουν χώρο και λέξεις.
Η αλλαγή, όταν έρθει, σπάνια ξεκινά από μια μεγάλη απόφαση. Αρχίζει συνήθως με μια διαφορετική στάση απέναντι στον εαυτό, με τη διάθεση να παρατηρήσει κανείς, χωρίς αυστηρότητα, ότι κουβαλά ένα βάρος το οποίο κάποτε ήταν απαραίτητο, αλλά ίσως σήμερα δεν χρειάζεται να μεταφέρεται με τον ίδιο τρόπο.

Η επίγνωση αυτή δεν ακυρώνει όσα έκανε μέχρι τώρα. Δεν μειώνει την αξία της αντοχής του, ούτε αναιρεί τη διαδρομή που τον έφερε ως εδώ. Απλώς ανοίγει την πιθανότητα να υπάρχουν περισσότερες από μία επιλογές.
Κι ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά σημάδια ψυχικής ωρίμανσης: όχι να πάψει κανείς να είναι δυνατός, αλλά να μη χρειάζεται να είναι οπωσδήποτε δυνατός συνεχώς.
Ό,τι δεν χρειάζεται πια να αποδεικνύεις
Υπάρχει μια βαθιά ριζωμένη πεποίθηση ότι οι πιο δυνατοί άνθρωποι είναι εκείνοι που δεν λυγίζουν ποτέ. Κάπου εδώ, όμως, αυτή η εικόνα μάλλον λέει περισσότερα για το πώς έχουμε μάθει να αντιλαμβανόμαστε την αξία, παρά για την ίδια την ανθρώπινη φύση.
Δεν νομίζω πως η ζωή μάς ζητά να αποδεικνύουμε διαρκώς πόσα μπορούμε να αντέξουμε. Απλώς μας καλεί να προσαρμοζόμαστε στις διαφορετικές της απαιτήσεις. Υπάρχουν περίοδοι που χρειάζεται να επιμείνουμε, κι άλλες που χρειάζεται να αναγνωρίσουμε τα όριά μας. Υπάρχουν στιγμές που η δύναμη εκφράζεται μέσα από την επιμονή, κι άλλες που εκφράζεται μέσα από την εμπιστοσύνη ότι μπορούμε να στηριχθούμε σε κάποιον χωρίς να χάσουμε την αξιοπρέπειά μας.
Η μεγαλύτερη αλλαγή συμβαίνει όταν ο άνθρωπος παύει να ταυτίζει την αξία του με τον ρόλο εκείνου που αντέχει τα πάντα. Όταν μπορεί να είναι εκεί για τους άλλους χωρίς να εγκαταλείπει τον εαυτό του. Όταν επιτρέπει στις δικές του ανάγκες να έχουν την ίδια νομιμότητα με τις ανάγκες των ανθρώπων που αγαπά.
Η ψυχική ωριμότητα μάλλον βρίσκεται στην ελευθερία να χρησιμοποιεί κανείς τη δύναμή του όταν τη χρειάζεται, και να την αφήνει στην άκρη όταν αυτό που χρειάζεται περισσότερο είναι να τον κρατήσει, έστω για λίγο, κάποιος άλλος. Όχι στην κατάργησή της.
Ίσως, τελικά, το μεγαλύτερο κόστος τού να είσαι πάντα δυνατός να μην είναι η εξάντληση.
Ίσως να είναι ότι, κάποια στιγμή, ξεχνάς πως η δύναμη είναι μία δυνατότητα, όχι υποχρέωση.
Και ίσως η πιο δύσκολη, πιο απελευθερωτική διαδρομή να αρχίζει ακριβώς εκεί: τη στιγμή που δεν αισθάνεσαι πια πως οφείλεις να αποδεικνύεις συνεχώς πόσο μπορείς να αντέξεις.
Συχνές Ερωτήσεις (FAQ)
1. Τι σημαίνει να είσαι «πάντα δυνατός»;
Το να είσαι πάντα δυνατός δεν σημαίνει απλώς ότι αντέχεις τις δυσκολίες. Συχνά σημαίνει ότι έχεις μάθει να μη ζητάς βοήθεια, να κρύβεις την ευαλωτότητά σου και να αναλαμβάνεις διαρκώς τις ανάγκες των άλλων, ακόμη κι όταν αυτό έχει προσωπικό κόστος.
2. Γιατί δυσκολεύομαι να ζητήσω βοήθεια;
Πολλοί άνθρωποι που δυσκολεύονται να ζητήσουν βοήθεια έχουν μάθει από νωρίς ότι η ασφάλεια στις σχέσεις συνδέεται με το να μην επιβαρύνουν τους άλλους. Έτσι, η αυτονομία γίνεται συνήθεια και η αποδοχή φροντίδας μπορεί να προκαλεί αμηχανία ή ενοχή.
3. Είναι κακό να είμαι δυνατός;
Όχι. Η ανθεκτικότητα και η υπευθυνότητα είναι πολύτιμες ποιότητες. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η δύναμη παύει να είναι επιλογή και γίνεται η μοναδική αποδεκτή στάση, χωρίς χώρο για ξεκούραση, ευαλωτότητα ή υποστήριξη.
4. Πώς καταλαβαίνω ότι η ανάγκη να είμαι δυνατός με επιβαρύνει;
Μερικά συχνά σημάδια είναι η δυσκολία να εκφράσετε τις ανάγκες σας, η αίσθηση ενοχής όταν ζητάτε βοήθεια, η συνεχής ανάληψη ευθυνών και η εξάντληση που συνοδεύεται από την πεποίθηση ότι «πρέπει να τα καταφέρω μόνος μου».
5. Μπορεί να αλλάξει αυτή η στάση;
Ναι. Η αλλαγή συνήθως δεν ξεκινά με μια μεγάλη απόφαση, αλλά με τη σταδιακή αναγνώριση ότι η αξία σας δεν εξαρτάται από το πόσα μπορείτε να αντέξετε. Η δυνατότητα να δέχεστε φροντίδα και να αναγνωρίζετε τις ανάγκες σας αποτελεί σημαντικό στοιχείο ψυχικής ωρίμανσης.
6. Πότε είναι χρήσιμο να απευθυνθώ σε έναν ψυχολόγο;
Αν διαπιστώνετε ότι η ανάγκη να είστε διαρκώς δυνατοί επηρεάζει τις σχέσεις σας, σας οδηγεί σε χρόνια εξάντληση ή σας δυσκολεύει να εκφράσετε όσα αισθάνεστε, η ψυχοθεραπεία μπορεί να προσφέρει έναν ασφαλή χώρο για να κατανοήσετε πώς διαμορφώθηκε αυτή η στάση και να αναπτύξετε πιο ευέλικτους τρόπους να σχετίζεστε με τον εαυτό σας και τους άλλους.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.
