Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Υπάρχει μια κίνηση που την κάνουν σχεδόν όλοι και δεν τη σχολιάζει κανείς. Ανεβάζεις κάτι και ύστερα γυρίζεις το κινητό ανάποδα στο τραπέζι. Δεν είναι αδιαφορία αυτή η κίνηση· είναι ο μόνος τρόπος να συνεχίσεις να περιμένεις χωρίς να φαίνεται ότι περιμένεις.

Στα λεπτά που ακολουθούν ένα μέρος της προσοχής μένει εκεί. Κάποιος πιάνει κουβέντα με ένταση που δεν είχε πριν. Κάποιος άλλος υπολογίζει πόση ώρα πρέπει να περάσει ώστε να μην είναι πολύ νωρίς για να κοιτάξει, χωρίς να είναι καθόλου σαφές μπροστά σε ποιον θα ήταν πολύ νωρίς.

Αυτό το διάστημα, ανάμεσα στη δημοσίευση και τον πρώτο έλεγχο, λέει περισσότερα από τις ώρες που περνάμε συνολικά μέσα στις εφαρμογές. Εκεί φαίνεται τι ακριβώς περιμένουμε να μας επιστραφεί και πόσο το χρειαζόμαστε.

Η κουβέντα για τον ναρκισσισμό και τα social media σταματάει συνήθως σε ένα ερώτημα που δεν οδηγεί πουθενά, στο αν κάποιος ανεβάζει πολλές φωτογραφίες του. Το ερώτημα που οδηγεί κάπου έχει να κάνει με το ενδιάμεσο.

Πώς συνδέονται ο ναρκισσισμός και τα social media;

Ο ναρκισσισμός και τα social media συνδέονται κυρίως μέσα από την αυτοπαρουσίαση, την ανάγκη για κοινωνική επιβεβαίωση και τη σύγκριση με τους άλλους. Τα social media δεν προκαλούν από μόνα τους ναρκισσισμό, αλλά μπορούν να προσφέρουν ένα περιβάλλον όπου η εικόνα του εαυτού γίνεται περισσότερο ορατή, αξιολογήσιμη και εξαρτημένη από την ανταπόκριση των άλλων.

Παιδί γυρίζει να δει το πρόσωπο του γονιού
Η σχέση με τον γονέα επηρεάζει βαθιά τον τρόπο με τον οποίο το παιδί αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τους άλλους.

Το βλέμμα ήταν πάντα εκεί

Η αναμονή δεν γεννήθηκε μαζί με τις οθόνες. Άλλαξε ο χρόνος της, και αυτό αποδείχθηκε αρκετό.

Ένα παιδί που μόλις κατάφερε κάτι σπάνια χαίρεται πρώτα και το δείχνει μετά. Γυρίζει το κεφάλι, ψάχνει το πρόσωπο του μεγάλου, και μόνο αφού το βρει αποφασίζει τι ήταν αυτό που έκανε. Η χαρά περνάει από αλλού πριν γίνει δική του. Κανείς δεν το ονομάζει αυτό ναρκισσισμό, γιατί έτσι ακριβώς μαθαίνουμε να αισθανόμαστε.

Η ψυχολογία του εαυτού, όπως τη διατύπωσε ο Kohut, δίνει όνομα σε αυτόν τον ρόλο. Υπάρχουν άνθρωποι που δεν τους χρειαζόμαστε τόσο ως ξεχωριστά πρόσωπα όσο ως επιφάνειες που μας επιστρέφουν την αίσθηση ότι στεκόμαστε. Πρόκειται για κλινική ανάγνωση, γόνιμη αλλά δύσκολα ελέγξιμη σε μελέτες, και αξίζει να λέγεται ως τέτοια.

Η ανάγκη αυτή δεν κλείνει με την ενηλικίωση. Αλλάζει μορφή και γίνεται πιο διακριτική, ώσπου να μη μοιάζει καν με ανάγκη. Ένας φίλος που λέει «είχες δίκιο» για κάτι που ειπώθηκε πριν από μήνες. Ένας προϊστάμενος που προσέχει μια λεπτομέρεια την οποία δεν πρόσεξε κανείς άλλος. Ένα βλέμμα από την απέναντι πλευρά ενός τραπεζιού, τη στιγμή που λες κάτι και δεν ξέρεις ακόμη αν θα ακουστεί ανόητο. Δεν το ζητάμε φωναχτά, και τις περισσότερες φορές δεν καταλαβαίνουμε πόσο το περιμέναμε παρά μόνο όταν δεν έρθει.

Έχει σημασία όμως ότι όλα αυτά τελειώνουν. Το δωμάτιο αδειάζει, η κουβέντα προχωράει σε άλλο θέμα, το κομπλιμέντο ειπώθηκε μία φορά και δεν πρόκειται να ειπωθεί δεύτερη. Ό,τι πήρες το πήρες, και από εκεί και πέρα μένεις μόνος σου μαζί του.

Όταν το βλέμμα απέκτησε αριθμούς

Ό,τι τελειώνει, τελειώνοντας σε αφήνει ήσυχο. Στην οθόνη δεν τελειώνει τίποτα.

«Αν ανεβάσω κάτι και δεν πάρει αρκετά likes, αρχίζω να σκέφτομαι ότι τελικά δεν είμαι τόσο ενδιαφέρων όσο νόμιζα.»

Αξίζει να προσεχθεί τι έκανε αυτή η πρόταση. Ο αριθμός δεν περιέγραψε τη δημοσίευση, περιέγραψε τον άνθρωπο. Και κινήθηκε προς τα πίσω: αναθεώρησε κάτι που ίσχυε πριν ανέβει οτιδήποτε. Η ανταπόκριση δεν λειτούργησε ως πληροφορία για το πώς έπεσε μια φωτογραφία αλλά ως ετυμηγορία για την εντύπωση που είχε ο ίδιος για τον εαυτό του.

Όποιος αναγνωρίζει τον εαυτό του σε αυτή τη φράση τρομάζει λίγο και κάνει αμέσως το επόμενο ερώτημα. Η απάντηση είναι όχι. Ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά έχουμε όλοι σε κάποιο βαθμό, ενώ η ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας περιγράφει ένα επίμονο μοτίβο που οργανώνει τις σχέσεις ενός ανθρώπου για χρόνια. Καμία λίστα συμπεριφορών δεν θεμελιώνει διάγνωση, και ο τρόπος που χρησιμοποιεί κάποιος το Instagram σίγουρα δεν τη θεμελιώνει.

Το ερώτημα που αξίζει δεν αφορά την ταμπέλα αλλά την οικονομία του πράγματος: πόσα χρειάζεται να μπαίνουν από έξω για να στέκεσαι όρθιος, και τι γίνεται τις μέρες που δεν μπαίνουν.

Και εδώ είναι κάτι που σπάνια λέγεται: το πρόβλημα με τις πλατφόρμες δεν είναι η ποσότητα της επιβεβαίωσης που προσφέρουν, αλλά το ότι δεν την κλείνουν ποτέ.

Χρήση του κινητού αργά το βράδυ
Η χρήση των social media μπορεί να συνεχίζεται ακόμη και στις πιο προσωπικές στιγμές της ημέρας.

Μια ανάρτηση μένει ανοιχτή. Μπορεί να πάρει άλλο ένα like αύριο, μεθαύριο, από κάποιον που μόλις την είδε. Δεν υπάρχει στιγμή στην οποία η μέτρηση ολοκληρώνεται και ο άνθρωπος γυρίζει στη ζωή του κρατώντας ένα αποτέλεσμα. Ό,τι έχει μετρηθεί μέχρι τώρα είναι πάντα προσωρινό, και το προσωρινό δεν ησυχάζει κανέναν.

Όσο δεν κλείνει, δεν προλαβαίνεις να εξασκηθείς στο άλλο, στο να κρατάς δηλαδή την αίσθηση της αξίας σου χωρίς να τη φρεσκάρεις. Είναι ικανότητα που χτίζεται στα διαλείμματα, στις ώρες που δεν κοιτάζει κανένας. Τα διαλείμματα έχουν αραιώσει.

Ναρκισσισμός και social media: γιατί η επιβεβαίωση δεν κρατάει

Λογικά η ανταπόκριση, όταν φτάνει, θα έπρεπε να κλείνει το θέμα για λίγο.

Το κλείνει, αλλά για μικρότερο διάστημα απ’ όσο υπολόγιζες. Η δημοσίευση πηγαίνει καλά, υπάρχει μια ανύψωση που κρατάει ίσως μια ώρα, και ύστερα το επίπεδο επανέρχεται εκεί που ήταν πριν.

Το προηγούμενο νούμερο δεν μετράει για την επόμενη φορά. Ό,τι ανέβει μετά θα κριθεί από την αρχή, με ελαφρώς ανεβασμένο πήχη, γιατί τώρα υπάρχει και κάτι να διατηρηθεί.

Η επιβεβαίωση εδώ μοιάζει με φαγητό που τρώγεται όρθιος. Χορταίνει για την ώρα και δεν αφήνει τίποτα για αργότερα. Ο λόγος δεν είναι ότι οι άνθρωποι είναι αχόρταγοι· είναι ότι δύσκολα αποθηκεύεται κάτι που δεν το έδωσε κάποιος συγκεκριμένος. Ένα «σε σκέφτηκα» από άνθρωπο που ξέρει τι περνάς μένει για μήνες. Τα likes από ανθρώπους που δεν ξέρουν τίποτα από αυτά μένουν μέχρι το βράδυ.

Άδειο τραπέζι μετά τη συνάντηση, με δύο χρησιμοποιημένα ποτήρια και μια τσαλακωμένη χαρτοπετσέτα.
Μια συνάντηση τελειώνει, αλλά η ανάγκη για επιβεβαίωση μπορεί να παραμένει.

Υπάρχει και η άλλη κατεύθυνση του βλέμματος, που τη συζητάμε λιγότερο: κοιτάμε επίσης τι παίρνουν οι υπόλοιποι. Όταν όλα μετριούνται με την ίδια μονάδα, η σύγκριση παύει να χρειάζεται προσπάθεια. Γίνεται αυτόματη και σχεδόν αθέλητη. Η ανάρτηση ενός γνωστού που πήγε καλύτερα από τη δική σου δεν σου λέει απλώς ότι εκείνος τα πήγε καλά, σε τοποθετεί κάπου μέσα σε μια σειρά που δεν ζήτησες να μπεις.

Το δυσάρεστο δεν είναι η σύγκριση με ανθρώπους που ζηλεύεις — είναι η σύγκριση με ανθρώπους που αγαπάς. Χαίρεσαι για τη φίλη σου και ταυτόχρονα μετράς, χωρίς να το παραδέχεσαι σε κανέναν. Αυτή η μικρή κακία δεν σε κάνει κακό άνθρωπο. Δείχνει μόνο ότι η αξία έχει αρχίσει να μοιάζει με ποσότητα, και οι ποσότητες μοιράζονται.

Η φωτογραφία που κοιτάζεται πολλή ώρα

Μέρος της δουλειάς γίνεται πριν από τη δημοσίευση, και εκεί δεν τη βλέπει κανείς.

Μια γυναίκα περιέγραψε σε θεραπεία κάτι που το κάνει τακτικά. Πριν ανεβάσει μια φωτογραφία την κοιτάζει για ώρα. Αλλάζει επιλογές, τη μία μετά την άλλη. Στέλνει δύο ή τρεις σε φίλες και ρωτάει ποια «δείχνει καλύτερα». Όταν τελικά την ανεβάζει, επιστρέφει ξανά και ξανά να δει τις αντιδράσεις.

Η ερώτηση που έκανε στις φίλες της δεν αφορούσε την ομορφιά της αλλά το ποια εκδοχή της είχε τις περισσότερες πιθανότητες να γίνει δεκτή.

Επιλογή ανάμεσα σε παραλλαγές της ίδιας φωτογραφίας
Η επιλογή της εικόνας μας γίνεται μέρος της ψηφιακής αυτοπαρουσίασης

Είναι διαφορετικό ερώτημα, και το κάνεις μόνο όταν έχεις ήδη σταματήσει να το θεωρείς δεδομένο. Όλοι διαλέγουμε τι θα δείξουμε. Σε μια παρέα δεν τα λέμε όλα, και κανείς δεν το ονομάζει προσποίηση. Εκεί όμως η επιλογή γίνεται στο περίπου, κρατάει δευτερόλεπτα και ξεχνιέται. Εδώ γίνεται με προσοχή, μένει καταγεγραμμένη και ύστερα βαθμολογείται. Το κομμάτι που κουράζει περισσότερο δεν είναι πάντως η προετοιμασία. Είναι οι επιστροφές, που δεν γίνονται για να χαρείς ξανά την ανταπόκριση αλλά για να ελέγξεις αν κρατάει, όπως ελέγχεις μια πληγή που δεν πονάει πια αλλά δεν την εμπιστεύεσαι ακόμη.

Είναι η ίδια κίνηση με το παιδί που γυρίζει το κεφάλι, μόνο που τώρα δεν υπάρχει πρόσωπο απέναντι. Υπάρχει ένας αριθμός που ανεβαίνει αργά, και ένα δωμάτιο ανθρώπων που δεν φαίνονται.

Το κομμάτι που δεν είναι εκεί

Κάποια στιγμή η προετοιμασία παύει να προηγείται της εμπειρίας και μπαίνει μέσα της.

«Περνάω καλά, αλλά ένα κομμάτι του μυαλού μου σκέφτεται συνέχεια πώς θα φανεί αυτό όταν το ανεβάσω.»

Το «περνάω καλά» δεν είναι σχήμα λόγου εδώ. Δεν παραπονιέται ότι έχασε τη στιγμή, την έζησε. Κάτι απλώς έτρεχε παράλληλα, σε δεύτερο πλάνο, χωρίς να ζητήσει άδεια.

Ίσως αυτό είναι το πιο δύσκολο σημείο για να το πιάσεις, γιατί δεν έχει τίποτα δραματικό. Η εμπειρία δεν χάνεται. Ένα μέρος της απευθύνεται από την αρχή σε κάποιον που δεν βρίσκεται εκεί.

Παλιότερα το ίδιο πράγμα γινόταν αλλιώς. Έφτιαχνες την ιστορία στο μυαλό σου όσο ακόμη συνέβαινε, για να τη διηγηθείς το βράδυ σε έναν συγκεκριμένο άνθρωπο. Η διαφορά βρίσκεται στο ποιος είναι αυτός ο άνθρωπος. Κάποιος που τον ξέρεις ακούει την ιστορία και σου δίνει κάτι πίσω, ίσως και μια αντίρρηση, ίσως και τη δυσάρεστη ερώτηση που δεν την περίμενες. Το κοινό δεν κάνει τίποτα από αυτά. Μετράει.

Παρέα σε τραπέζι, με ένα άτομο να κοιτάζει το κινητό του.
Μερικές φορές η ψηφιακή παρουσία αποσπά την προσοχή από την πραγματική στιγμή και τους ανθρώπους γύρω μας

Επειδή μετράει, η εμπειρία αρχίζει σιγά σιγά να επιλέγεται με κριτήριο το πώς θα μετρηθεί. Όχι συνειδητά και όχι πάντα, αλλά αρκετά ώστε κάποια πράγματα να μη γίνονται πια επειδή δεν φαίνονται, και κάποια άλλα να γίνονται κυρίως επειδή φαίνονται.

Δεν το ανακοινώνεις αυτό στον εαυτό σου. Το καταλαβαίνεις αργότερα, όταν προσπαθείς να θυμηθείς μια μέρα και θυμάσαι πρώτα τις φωτογραφίες της.

Πίσω στο τραπέζι

Μένει το τηλέφωνο αναποδογυρισμένο και ο άνθρωπος που το γύρισε.

Δεν έχει σημασία πόση ώρα αντέχεις πριν το ξαναγυρίσεις. Έχει σημασία τι βρίσκεις όταν το γυρίσεις και δεν έχει συμβεί τίποτα ιδιαίτερο.

Σε κάποιους δεν συμβαίνει τίποτα ούτε από μέσα. Κοιτάνε και συνεχίζουν. Σε κάποιους άλλους κάτι κατεβαίνει λίγο, όχι τόσο ώστε να το πουν σε κάποιον, αρκετά ώστε η υπόλοιπη μέρα να έχει μια σκιά που δεν εξηγείται εύκολα και που θα αποδοθεί το βράδυ στην κούραση.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο περιπτώσεις δεν φαίνεται από έξω. Δεν τη δείχνει η συχνότητα των αναρτήσεων ούτε το πόσο προσεγμένες είναι οι φωτογραφίες. Δύο άνθρωποι μπορεί να κάνουν ακριβώς τις ίδιες κινήσεις και να ζουν εντελώς διαφορετικά πράγματα.

Δεν υπάρχει καθαρή απάντηση για το τι κάνεις με αυτό. Το να τα διαγράψεις όλα λύνει λιγότερα απ’ όσα υπόσχεται, γιατί η ανάγκη δεν ήρθε από εκεί και δεν φεύγει από εκεί.

Μένει όμως ένα ερώτημα που δεν το απαντάει εύκολα κανείς για τον εαυτό του, και ίσως δεν χρειάζεται να απαντηθεί σήμερα. Αν σταματούσαν όλα αυτά αύριο το πρωί, θα ήταν ανακούφιση, ή θα ήταν σαν να έπαψε ξαφνικά να μας κοιτάζει κάποιος;

 

Συχνές ερωτήσεις

Τι σχέση έχει ο ναρκισσισμός με τα social media;

Ο ναρκισσισμός συνδέεται με ορισμένους τρόπους χρήσης των social media, ιδιαίτερα όταν η αυτοπαρουσίαση, η ανάγκη για θαυμασμό και η εξωτερική επιβεβαίωση αποκτούν μεγάλη σημασία. Η σχέση δεν αφορά τη συχνότητα της χρήσης αλλά το πόσο εξαρτάται η αίσθηση της προσωπικής αξίας από την ανταπόκριση των άλλων.

Τα social media προκαλούν ναρκισσισμό;

Δεν υπάρχουν στοιχεία που να στηρίζουν μια τόσο απλή αιτιώδη σχέση. Οι μετα-αναλύσεις βρίσκουν μικρές θετικές συσχετίσεις, της τάξης του .11 έως .20, και μάλιστα μόνο για τον μεγαλειώδη ναρκισσισμό. Μεγέθη αυτής της τάξης, από μελέτες που καταγράφουν μια στιγμή και όχι μια πορεία, δεν στοιχειοθετούν αιτιώδη σχέση. Τα social media δημιουργούν πάντως ένα περιβάλλον έντονης αυτοπαρουσίασης, κοινωνικής σύγκρισης και άμεσης ανατροφοδότησης, το οποίο μπορεί σε ορισμένους ανθρώπους να ενισχύσει ήδη υπάρχουσες ανάγκες ή τάσεις.

Πώς φαίνεται ο ναρκισσισμός στα social media;

Μπορεί να εκφράζεται μέσα από έντονη ανάγκη για προβολή και θαυμασμό, συνεχή αναζήτηση επιβεβαίωσης, υπερβολική ενασχόληση με την εικόνα και ιδιαίτερη ευαισθησία στην ανταπόκριση ή την κριτική των άλλων. Καμία από αυτές τις συμπεριφορές δεν αρκεί από μόνη της για να διαπιστωθεί Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας, η οποία αφορά ένα επίμονο μοτίβο που οργανώνει τις σχέσεις ενός ανθρώπου για χρόνια.

Πώς επηρεάζουν τα social media την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας;

Μπορούν να επηρεάσουν την αυτοεικόνα μέσα από την επιλεκτική αυτοπαρουσίαση, την κοινωνική σύγκριση και τη συνεχή έκθεση σε αξιολογήσεις όπως likes και σχόλια. Η επίδραση δεν είναι ίδια για όλους και εξαρτάται από το πώς και για ποιον λόγο χρησιμοποιεί κανείς τα social media.

Γιατί η ικανοποίηση από τα likes δεν κρατάει;

Επειδή η ανταπόκριση στα social media δεν ολοκληρώνεται ποτέ: μια ανάρτηση μπορεί πάντα να πάρει ακόμη μία αντίδραση, οπότε δεν υπάρχει στιγμή στην οποία η μέτρηση κλείνει. Η επιβεβαίωση που δεν κλείνει δύσκολα αποθηκεύεται, και έτσι χρειάζεται να ανανεώνεται.

Πότε αξίζει να απευθυνθεί κανείς σε ειδικό;

Όταν η ανταπόκριση στα social media επηρεάζει σταθερά τη διάθεση, τον ύπνο ή τις σχέσεις, ή όταν η αποφυγή τους προκαλεί έντονη ανησυχία. Δεν χρειάζεται διάγνωση για να συζητήσει κανείς κάτι που τον απασχολεί.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

3 Comments

  1. Κύριε Σαλπιστή διάβασα με ενδιαφέρον το άρθρο σας και το πως συνδέσατε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την ναρκισσιστική συμπεριφορά.Πάντα με ενδιέφεραν οι τρόποι ψυχολογικής ανάλυσης της μη χρήσης των μέσων αυτών και πιστεύω ότι πολλές φορές δεν συνδέονται με τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα των ατόμων.Συνεχίστε την καλή δουλειά και μπορείτε να γράψετε και άλλα άρθρα για το κοινωνικό αυτό φαινόμενο της εποχής μας,δηλαδή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *