Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Η Μεταιχμιακή ή Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας είναι από τις πιο παρεξηγημένες διαγνώσεις στην ψυχική υγεία. Οι περισσότεροι έχουν ακούσει για έντονες συναισθηματικές μεταβολές, ασταθείς σχέσεις, παρορμητικές αντιδράσεις. Όλα αυτά υπάρχουν. Δεν εξηγούν όμως σχεδόν τίποτα από μόνα τους.

Στην ψυχοθεραπεία, οι άνθρωποι με ΜΔΠ σπάνια λένε «φοβήθηκα ότι θα με εγκαταλείψει». Λένε κάτι πιο συγκεκριμένο: «το κατάλαβα από τον τρόπο που με κοίταξε», «άργησε να απαντήσει στο μήνυμά μου», «ένιωσα ότι κάτι άλλαξε». Μικρές αλλαγές που για τους περισσότερους θα περνούσαν απαρατήρητες.

Δεν είναι υπερβολή. Είναι ένας συναγερμός πολύ πιο ευαίσθητος απ’ ό,τι στους περισσότερους ανθρώπους. Δεν χρειάζεται κάποια φωτιά για να ενεργοποιηθεί, αρκεί μια σκιά στο πρόσωπο του άλλου, μια καθυστέρηση σε ένα μήνυμα. Κι όταν ενεργοποιηθεί, μοιάζει σαν να καίγεται ολόκληρο το σπίτι.

Η Μεταιχμιακή Διαταραχή Προσωπικότητας (γνωστή και ως Οριακή Διαταραχή Προσωπικότητας ή Borderline Personality Disorder) είναι μια σύνθετη διαταραχή προσωπικότητας που επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος βιώνει τον εαυτό του, τα συναισθήματα και τις σχέσεις του. Χαρακτηρίζεται από έντονο φόβο εγκατάλειψης, δυσκολία στη ρύθμιση των συναισθημάτων και μια εύθραυστη αίσθηση ταυτότητας. Σήμερα γνωρίζουμε ότι δεν πρόκειται για άτομα με «δύσκολο χαρακτήρα» ή για συνειδητή χειριστική συμπεριφορά, αλλά για έναν ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίο βιώνεται η ασφάλεια στις σχέσεις. Με την κατάλληλη ψυχοθεραπεία, πολλοί άνθρωποι μπορούν να κατανοήσουν βαθύτερα τον εαυτό τους, να αποκτήσουν μεγαλύτερη συναισθηματική σταθερότητα και να δημιουργήσουν πιο ασφαλείς και ουσιαστικές σχέσεις.

Για εκείνον, αυτό δεν είναι απλώς δυσάρεστη εμπειρία. Είναι απειλή, ένδειξη ότι κάτι πολύ σημαντικό κινδυνεύει να χαθεί οριστικά. Εκεί βρίσκεται και η μεγαλύτερη δυσκολία στην κατανόηση της διαταραχής: από έξω βλέπουμε τη συμπεριφορά, ενώ εσωτερικά  το άτομο  βιώνει τον κόσμο ως έναν κόσμο που έγινε ξαφνικά λιγότερο ασφαλής. Όσο μεγαλύτερη είναι η αγωνία, τόσο δυσκολότερο γίνεται να πιστέψει κανείς πως υπάρχουν και άλλες πιθανές εξηγήσεις. Η αβεβαιότητα στενεύει και ο φόβος αποκτά τη δύναμη μιας βεβαιότητας.

Για χρόνια, η συζήτηση γύρω από τη ΜΔΠ έμενε στα συμπτώματα. Σήμερα, μετατοπίζεται αλλού: όχι τι κάνει ένας άνθρωπος, αλλά τι ζει, και πώς αυτό δίνει νόημα σε όσα κάνει.

Αυτόν τον δρόμο θα ακολουθήσουμε κι εδώ. Όχι μια λίστα χαρακτηριστικών, αλλά μια προσπάθεια να κατανοήσουμε πώς διαμορφώνεται ένας τόσο εύθραυστος τρόπος να σχετίζεται κανείς, γιατί οι αντιδράσεις παίρνουν τέτοια ένταση, και γιατί σήμερα γνωρίζουμε πως η αλλαγή είναι, μάλλον, πιο συχνή απ’ όσο πιστευόταν.

Πώς διαμορφώνεται ένας τόσο εύθραυστος τρόπος να σχετίζεται κανείς;

Για να κατανοήσουμε πώς δημιουργήθηκε αυτός ο φόβος, χρειάζεται να πάμε πίσω, στα πρώτα χρόνια, εκεί όπου διαμορφώνεται ο τρόπος που κάποιος περιμένει να του φερθούν οι άλλοι.

Κανείς δεν γεννιέται ξέροντας πώς να εμπιστεύεται, να αντέχει τα δικά του συναισθήματα ή να νιώθει ασφαλής μέσα σε μια σχέση. Όλα αυτά μαθαίνονται νωρίς, μέσα από το πώς οι σημαντικοί άνθρωποι ανταποκρίνονται στον φόβο, στη χαρά ή στην απογοήτευση ενός παιδιού.

Όταν αυτές οι αποκρίσεις είναι αρκετά σταθερές, το παιδί μαθαίνει κάτι πολύτιμο: πως ακόμη κι ένα δύσκολο συναίσθημα δεν διαλύει τη σχέση. Πως μια διαφωνία δεν ισοδυναμεί με απόρριψη.

Στην ψυχοθεραπεία, πολλοί άνθρωποι με ΜΔΠ δεν περιγράφουν απαραίτητα μια παιδική ηλικία γεμάτη ακραία γεγονότα. Περιγράφουν κάτι πιο δύσκολο να ονομαστεί: μια φροντίδα που άλλοτε ήταν εκεί και άλλοτε όχι, χωρίς προβλέψιμο λόγο. Έναν γονιό διαθέσιμο μια μέρα και απόμακρο την επόμενη, χωρίς το παιδί να μπορεί ποτέ να μαντέψει ποιον θα συναντήσει. Αυτή η ασυνέπεια είναι συχνά πιο δύσκολο να περιγραφεί από μια συγκεκριμένη τραυματική εμπειρία, γιατί δεν υπάρχει ένα περιστατικό να καταδείξει κανείς, μόνο ένα διάχυτο αίσθημα πως ποτέ δεν ήξερε τι θα συναντήσει.

Παιδί παρατηρεί διακριτικά τους γονείς του από τον διάδρομο του σπιτιού, συμβολίζοντας την αβεβαιότητα και την ανάγκη για συναισθηματική ασφάλεια στην παιδική ηλικία.
Η αίσθηση ασφάλειας δεν διαμορφώνεται μόνο από όσα κάνουν οι γονείς, αλλά και από το κατά πόσο το παιδί νιώθει ότι μπορεί να στραφεί προς αυτούς όταν τους χρειάζεται.

Έτσι δημιουργείται μια αντίφαση που παραμένει για χρόνια: ο άλλος είναι εκείνος που χρειάζομαι περισσότερο, αλλά και εκείνος που φοβάμαι περισσότερο πως θα χάσω.

Δεν χρειάζονται τέλειοι γονείς για να αναπτυχθεί ασφαλής δεσμός. Κανένας γονιός δεν ανταποκρίνεται σωστά σε κάθε ανάγκη. Εκείνο που μετράει περισσότερο είναι κάτι πιο ανθρώπινο: αν η σχέση μπορεί να αποκατασταθεί μετά τη ρήξη. Όταν μια στιγμή παρεξήγησης ακολουθείται από επανασύνδεση, το παιδί μαθαίνει πως η απόσταση δεν σημαίνει εγκατάλειψη.

Ίσως, λοιπόν, το ερώτημα να μην είναι «τι συνέβη», αλλά «πώς έμαθε αυτός ο άνθρωπος τι μπορεί να περιμένει από τους άλλους», και τι έμαθε ειδικά για τις στιγμές που φοβάται πως κάτι σημαντικό κινδυνεύει να χαθεί.

Ο φόβος για τον άλλον και ο φόβος για τον εαυτό

Υπάρχει όμως κι ένα δεύτερο ρεύμα κάτω από όλο αυτό, που σπάνια συζητιέται με την ίδια έμφαση: ο φόβος να μη παραμείνει τίποτα σταθερό όταν ο άλλος λείπει.

Πολλοί άνθρωποι με ΜΔΠ περιγράφουν πως η εικόνα που έχουν για τον εαυτό τους δεν μοιάζει σταθερή. Αλλάζει ανάλογα με το ποιος βρίσκεται δίπλα τους, πώς τους βλέπει, τι περιμένει από αυτούς. Δεν είναι υποκρισία ούτε επιτήδευση. Είναι μια αίσθηση πως ο εαυτός χρειάζεται πάντα κάποιον απέναντι για να αποκτήσει περίγραμμα, υπόσταση.

Κάτω από αυτό υπάρχει συχνά κάτι ακόμη πιο δύσκολο να ονομαστεί: ένα αίσθημα κενού που δεν μοιάζει με θλίψη ούτε με πλήξη. Μοιάζει περισσότερο με απουσία.

Η ίδια αστάθεια που κάνει τις σχέσεις αβέβαιες μπορεί να κάνει αβέβαιη και την εικόνα του εαυτού μέσα σε αυτές. Κάποιος μπορεί να νιώθει, μέσα στην ίδια εβδομάδα, εντελώς διαφορετικά, σίγουρος και άξιος αγάπης τη μια στιγμή, ανεπαρκής και ανάξιος την επόμενη, χωρίς να έχει αλλάξει κάτι ουσιαστικό γύρω του. Η ασυνέχεια δεν αφορά μόνο το πώς βλέπει τον άλλον, αλλά εξίσου το πώς βλέπει τον εαυτό του.

Αυτό εξηγεί κάτι που αλλιώς παραμένει δυσνόητο: γιατί το ενδεχόμενο να χάσει κανείς μια σημαντική σχέση δεν βιώνεται απλώς σαν απώλεια ενός ανθρώπου. Βιώνεται σαν απώλεια του ίδιου του σκελετού πάνω στον οποίο στηριζόταν η αίσθηση του εαυτού. Ο φόβος για τον άλλον και ο φόβος για τον εαυτό, τελικά, δεν είναι πάντα δύο ξεχωριστοί φόβοι, συχνά είναι ο ίδιος φόβος, με δύο διαφορετικά πρόσωπα.

Δεν είναι τυχαίο πως μια απλή καθυστέρηση σε ένα μήνυμα μπορεί να πυροδοτήσει κάτι τόσο βαθύ: δεν διακυβεύεται μόνο η σχέση, αλλά και η αίσθηση πως υπάρχει κάποιος μέσα σε αυτήν.

Γιατί οι σχέσεις γίνονται τόσο εύκολα πεδίο φόβου και σύγκρουσης;

"Συμβολική απεικόνιση δύο ανθρώπων πάνω σε γέφυρα, όπου ο φόβος στενεύει την απόσταση ανάμεσα σε συναίσθημα και ερμηνεία — Μεταιχμιακή Διαταραχή Προσωπικότητας"
“Όταν η σκέψη στενεύει, το συναίσθημα καταλαμβάνει όλο το πεδίο”

Αυτό όμως δεν περιορίζεται στην παιδική ηλικία. Επανεμφανίζεται, με την ίδια ένταση, μέσα σε κάθε σχέση που έχει ιδιαίτερη σημασία και στο παρόν.

Οι περισσότεροι άνθρωποι, ακόμη κι όταν πληγωθούν, κρατούν μέσα τους μια μικρή απόσταση ανάμεσα σε αυτό που νιώθουν και σε αυτό που συμπεραίνουν. Σκέφτονται πως ένας φίλος άργησε επειδή ήταν απασχολημένος, όχι επειδή σταμάτησε να νοιάζεται. Ανέχονται την αβεβαιότητα μέχρι να μάθουν τι πραγματικά συνέβη.

Στη ΜΔΠ αυτή η απόσταση συχνά καταρρέει, ειδικά όταν διακυβεύεται μια σημαντική σχέση.

Όσο πιο έντονος είναι ο φόβος, τόσο δυσκολότερο είναι να μείνουν ζωντανές οι εναλλακτικές εξηγήσεις. Η σκέψη στενεύει, το συναίσθημα καταλαμβάνει όλο το πεδίο. Μια μικρή αλλαγή στη συμπεριφορά του άλλου μπορεί να βιωθεί ως βεβαιότητα πως η σχέση απειλείται, όχι επειδή ο άνθρωπος «δεν σκέφτεται λογικά», αλλά επειδή τη στιγμή της έντονης φόρτισης ο φόβος κυριαρχεί τόσο, ώστε δεν αφήνει χώρο για άλλη ερμηνεία.

Ένα στοιχείο που συχνά εκπλήσσει τους ίδιους τους ανθρώπους με ΜΔΠ είναι ότι πολλές φορές γνωρίζουν, λίγη ώρα αργότερα, πως η αντίδρασή τους ήταν δυσανάλογη. Η ένταση υποχωρεί και βλέπουν τα ίδια γεγονότα διαφορετικά. Δυσκολεύονται να καταλάβουν πώς αντέδρασαν έτσι. Ακολουθεί συχνά ντροπή, ενοχή, αυστηρή αυτοκριτική, γιατί καταλαβαίνουν πως πλήγωσαν ανθρώπους που αγαπούν, χωρίς αυτή να ήταν η πρόθεσή τους.

Δεν είναι σπάνιο, μέσα στη θεραπεία, να ακούσει κάποιος ανθρώπους να περιγράφουν ότι όλα ξεκίνησαν από κάτι που εκ των υστέρων μοιάζει ασήμαντο: μια καθυστέρηση σε ένα μήνυμα, μια διαφορετική χροιά στη φωνή ή μια φευγαλέα αίσθηση απομάκρυνσης. Εκείνη όμως τη στιγμή, ο φόβος ότι η σχέση κινδυνεύει βιώνεται ως απολύτως αληθινός, ακόμη κι όταν η πραγματικότητα αποδεικνύεται διαφορετική.

Είναι μια εμπειρία που, σε μικρότερο βαθμό, όλοι αναγνωρίζουμε σε στιγμές έντονου άγχους. Στη ΜΔΠ, ενεργοποιείται πιο εύκολα, πιο έντονα, ιδιαίτερα όταν διακυβεύεται κάποιοα σημαντική σχέση.

Γι’ αυτό συμπεριφορές που από έξω μοιάζουν αντιφατικές – η απελπισμένη αναζήτηση διαβεβαίωσης, ο απότομος θυμός, η ξαφνική απομάκρυνση – δεν είναι συνήθως προσχεδιασμένες στρατηγικές. Είναι προσπάθειες να μειωθεί ένας φόβος που εκείνη τη στιγμή είναι δυσβάσταχτος.

Αυτό δεν σημαίνει πως δεν πληγώνουν τον άλλον. Πληγώνουν, πολλές φορές βαθιά. Η κατανόηση της προέλευσής τους δεν αναιρεί την ευθύνη. Επιτρέπει όμως να τις δούμε ως έκφραση δυσκολίας κι όχι ως απόδειξη πως κάποιος είναι εκ φύσεως «χειριστικός» ή ανίκανος να αγαπήσει.

Κάπου εδώ αλλάζει και το ερώτημα που κάνουμε – από «τι κάνει αυτός ο άνθρωπος» σε «τι φοβάται τόσο πολύ ώστε να αντιδρά έτσι». Δεν είναι πάντα εύκολο να το ανακαλέσει κάποιος  ακριβώς τη στιγμή που το χρειάζεται περισσότερο.

Μπορεί να αλλάξει; Η απάντηση της σύγχρονης θεραπείας

Η ερώτηση αυτή δεν είναι απλά ρητορική. Έχει μια απάντηση, και είναι πιο ελπιδοφόρα απ’ όσο πίστευε κανείς πριν από λίγες δεκαετίες.

Μέχρι πρόσφατα, πολλοί επαγγελματίες θεωρούσαν τη ΜΔΠ ιδιαίτερα ανθεκτική στη θεραπεία. Η απαισιοδοξία αυτή δεν υπήρχε μόνο στους θεραπευτές. Περνούσε και στους ίδιους τους ανθρώπους που ζούσαν με αυτή τη διάγνωση, οι οποίοι συχνά ένιωθαν πως δεν υπήρχε πραγματική προοπτική.

Σήμερα η εικόνα είναι διαφορετική.

Η έρευνα δείχνει πως πολλοί άνθρωποι με ΜΔΠ βελτιώνονται σημαντικά όταν έχουν πρόσβαση στην κατάλληλη θεραπεία και σε μια σταθερή θεραπευτική σχέση. Η πορεία σπάνια είναι γραμμική, υπάρχουν υποτροπές και δυσκολίες που επιστρέφουν. Στο σύνολό της όμως, μπορεί να είναι βαθιά ενθαρρυντική.

Πολλοί θεραπευτές παρατηρούν ότι μια από τις πρώτες αλλαγές δεν είναι η εξαφάνιση του φόβου ή του θυμού. Είναι κάτι πιο διακριτικό: ανάμεσα στο συναίσθημα και στην πράξη αρχίζει να ανοίγει, σιγά σιγά, ένα μικρό διάκενο, αρκετό για να χωρέσει μια σκέψη πριν από μια αντίδραση. Ο άνθρωπος καταλαβαίνει τι συμβαίνει μέσα του λίγο νωρίτερα απ’ ό,τι πριν, αρκετά νωρίς ώστε να προλάβει να το ονομάσει, πριν το πράξει.

Δεν σημαίνει πως ο φόβος σταματά να απειλεί. Σημαίνει πως ο άνθρωπος αρχίζει να τον ακούει χωρίς να τον πιστεύει αμέσως.

Αυτό που φαίνεται πως κάνει τη διαφορά δεν είναι μόνο η μείωση των συμπτωμάτων. Είναι η σταδιακή αλλαγή στον τρόπο που ο άνθρωπος κατανοεί τον εαυτό του, να αντέχει όσα νιώθει και να σχετίζεται με τους άλλους. Όσο μεγαλώνει η δυνατότητα να αναγνωρίζει τι αισθάνεται πριν κατακλυστεί από τα συναισθήματά του, να αναζητά τις προθέσεις του άλλου χωρίς να καταλήγει αμέσως στο πιο επώδυνο συμπέρασμα, τόσο περισσότερο οι σχέσεις θα γίνονται πιο σταθερές.

Θεραπευτικό δωμάτιο ψυχοθεραπείας που συμβολίζει τον ασφαλή χώρο μέσα στον οποίο μπορεί να αναπτυχθεί η εμπιστοσύνη, η κατανόηση και η ψυχική αλλαγή.
Η αλλαγή δεν συμβαίνει από τη μία μέρα στην άλλη. Χτίζεται μέσα από μια σταθερή θεραπευτική σχέση, όπου ο άνθρωπος μπορεί σταδιακά να βιώσει έναν διαφορετικό τρόπο να σχετίζεται με τον εαυτό του και τους άλλους.

Η θεραπεία δεν σβήνει το παρελθόν. Μπορεί όμως να αλλάξει τον τρόπο που αυτό συνεχίζει να επηρεάζει το παρόν.

Η θεραπευτική σχέση δεν λειτουργεί επειδή δίνει έτοιμες απαντήσεις. Λειτουργεί επειδή προσφέρει έναν χώρο όπου κανείς μπορεί να φέρει και τα πιο δύσκολα συναισθήματά του χωρίς να φοβάται πως θα απορριφθεί εξαιτίας τους. Μέσα σε μια σχέση με συνέπεια και σαφή όρια, ο άνθρωπος αποκτά καινούριες εμπειρίες, κι αυτές γίνονται σιγά σιγά η βάση πάνω στην οποία μπορεί να χτίσει έναν διαφορετικό τρόπο να εμπιστεύεται.

Η προσωπικότητα, μάλλον, δεν είναι καταδίκη. Είναι κάτι πιο ρευστό απ’ όσο νομίζουμε, και υπό τις κατάλληλες συνθήκες, αλλάζει.

Πίσω από τη διάγνωση υπάρχει πάντα ένας άνθρωπος

Οι διαγνώσεις είναι χρήσιμες, βοηθούν τους επαγγελματίες να περιγράψουν συγκεκριμένα μοτίβα δυσκολίας. Δεν περιγράφουν όμως ποτέ ολόκληρο τον άνθρωπο.

Η ΜΔΠ δεν είναι συνώνυμη με τη χειριστικότητα, ούτε με την έλλειψη αγάπης, ούτε με την αδυναμία να χτιστεί μια αληθινή σχέση.

Είναι μια κατάσταση όπου ο φόβος της απώλειας ή της εγκατάλειψης, η δυσκολία να ρυθμιστούν έντονα συναισθήματα και μια εύθραυστη αίσθηση ασφάλειας κάνουν τις σχέσεις εξαιρετικά επώδυνες, τόσο για το ίδιο το άτομο, όσο και για όσους υπάρχουν δίπλα του.

Η κατανόηση όμως δεν σημαίνει παραίτηση. Και η διάγνωση δεν σημαίνει πως η ιστορία έχει ήδη γραφεί.

Ο συναγερμός ίσως να μην εξαλειφθεί ποτέ εντελώς. Πολλοί άνθρωποι που έχουν προχωρήσει αρκετά στη θεραπεία δεν λένε ότι ο φόβος έφυγε. Λένε κάτι πιο απλό: «Είναι ακόμη εκεί, αλλά δεν με κυβερνά όπως παλιά».

Ίσως αυτή να είναι και η σημαντικότερη αλλαγή. Όχι να πάψει κανείς να φοβάται, αλλά για να μπορεί να παραμένει σε μια σχέση χωρίς ο φόβος να αποφασίζει κάθε φορά για λογαριασμό του.

Δεν είναι το ίδιο με το να μη φοβάσαι καθόλου. Είναι κάτι πιο δύσκολο να το ζήσεις και πιο δύσκολο να πεις με σιγουριά πότε ακριβώς άρχισε να συμβαίνει.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *