Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Οι πρώτες σχέσεις δεν μένουν ποτέ πραγματικά πίσω

Ο τρόπος που δεθήκαμε ως παιδιά επηρεάζει βαθιά τον τρόπο που βιώνουμε την αγάπη, την εμπιστοσύνη και την εγγύτητα στις σχέσεις μας. Η θεωρία δεσμού εξηγεί πώς οι πρώτες εμπειρίες φροντίδας διαμορφώνουν τα μοτίβα σύνδεσης που συχνά μας ακολουθούν και στην ενήλικη ζωή.

Κάποια πράγματα δεν τα θυμόμαστε, έχουμε γίνει αυτά που θυμόμαστε. Οι περισσότερες εικόνες από τα πρώτα χρόνια έχουν χαθεί, οι λεπτομέρειες έχουν σβήσει. Κι όμως, κάτι παραμένει. Όχι ως ανάμνηση, αλλά ως τρόπος που αντιδρούμε όταν ο άλλος αργεί να γυρίσει ή αλλάζει τόνο φωνής χωρίς εμφανή λόγο. Ο τρόπος με τον οποίο ένα παιδί βιώνει τη φροντίδα, αν η ανάγκη του βρίσκει ανταπόκριση ή αφήνεται να αιωρείται στον αέρα,  συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας βαθύτερης αίσθησης για το τι μπορεί να περιμένει από τους άλλους. Δεν είναι συνειδητές πεποιθήσεις. Είναι κάτι πιο παλιό από τη σκέψη. Η ιδέα αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της θεωρίας προσκόλλησης, η οποία περιγράφει πώς οι πρώτες εμπειρίες φροντίδας επηρεάζουν τις μελλοντικές μας σχέσεις.

Όταν οι ανάγκες του παιδιού βρίσκουν συνήθως ανταπόκριση, χτίζεται σταδιακά η εμπιστοσύνη ότι οι σχέσεις μπορούν να αποτελέσουν καταφύγιο. Ότι μπορεί να στραφεί προς κάποιον χωρίς να φοβάται διαρκώς την απόρριψη. Αυτό δεν απαιτεί τέλειους γονείς. Απαιτεί, κυρίως, αρκετά σταθερή παρουσία.

Δεν μεγαλώνουν όλα τα παιδιά μέσα σε τέτοιες συνθήκες. Κάποιες φορές, η φροντίδα είναι απρόβλεπτη. Άλλοτε υπάρχει εγγύτητα, άλλοτε απόσταση. Ζεστασιά που εναλλάσσεται με συναισθηματική απουσία. Το παιδί προσπαθεί να προσαρμοστεί σε αυτή την πραγματικότητα όπως μπορεί, και έτσι αρχίζει να διαμορφώνεται ο τρόπος που θα αναζητά αργότερα τη σύνδεση.

Στην ενήλικη ζωή, οι συνέπειες δεν εμφανίζονται πάντοτε με προφανή τρόπο. Μπορεί να εκφράζονται ως έντονος φόβος εγκατάλειψης, ως δυσκολία εμπιστοσύνης προς τους άλλους, ως μια μόνιμη αμφιβολία για το αν ο άλλος θα παραμείνει διαθέσιμος. Μερικές φορές, αρκεί ένα μήνυμα που αργεί να έρθει για να ενεργοποιηθεί μια δυσανάλογη ανησυχία. Τις περισσότερες φορές, αυτό που αντιδρά δεν είναι μόνο το παρόν. Είναι και η ιστορία που κουβαλάμε μαζί με αυτό.

Παιδί που βιώνει συναισθηματική απόσταση μέσα στο οικογενειακό περιβάλλον.
Η ανασφάλεια δεν γεννιέται πάντα από μεγάλα τραύματα αλλά συχνά από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες συναισθηματικής ασυνέπειας.

Πώς συνδέονται ο δεσμός και η ανασφάλεια στις ενήλικες σχέσεις

Μια γυναίκα είχε πει κάποτε ότι μεγάλωσε σε ένα σπίτι χωρίς φωνές, χωρίς εμφανείς συγκρούσεις. «Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί ένιωθα πάντα ότι πατούσα πάνω σε ένα λεπτό γυαλί», είπε. Όταν φοβόταν, της έλεγαν να μην υπερβάλλει. Όταν στενοχωριόταν, ότι πρέπει να είναι δυνατή. Σιγά-σιγά έμαθε ότι ορισμένα κομμάτια του εαυτού της ήταν λιγότερο αποδεκτά από άλλα.

Η ανασφάλεια στον δεσμό δεν γεννιέται απαραίτητα μέσα από μεγάλα τραύματα. Συχνά, διαμορφώνεται μέσα από μικρές, επαναλαμβανόμενες εμπειρίες που κάνουν το παιδί να αμφιβάλλει για το αν οι συναισθηματικές του ανάγκες έχουν πραγματικά χώρο να υπάρξουν. Σε άλλες περιπτώσεις, η δυσκολία βρίσκεται στην ασυνέπεια. Ο γονέας μπορεί κάποιες στιγμές να είναι ζεστός και διαθέσιμος, άλλες να αποσύρεται ή να απορροφάται από τις δικές του δυσκολίες. Το παιδί δεν γνωρίζει τι θα συναντήσει κάθε φορά. Και όταν η ασφάλεια γίνεται απρόβλεπτη, η επαγρύπνηση γίνεται τρόπος ζωής. Έτσι η απόσταση αποκτά μεγαλύτερο βάρος από όσο φαίνεται. Ένα βλέμμα που αλλάζει, μια σιωπή που παρατείνεται. Όχι επειδή αυτά είναι από μόνα τους απειλητικά, αλλά επειδή αγγίζουν κάτι ήδη ευαίσθητο.

Ταυτόχρονα, διαμορφώνονται σιωπηλές πεποιθήσεις. Ότι η αγάπη πρέπει να κερδίζεται. Ότι η αποδοχή δεν είναι δεδομένη. Ότι για να παραμείνει κανείς κοντά στους άλλους χρειάζεται να προσαρμόζεται, να προσέχει, να μην ζητά πολλά. Οι πεποιθήσεις αυτές σπάνια γίνονται συνειδητές. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν σκέφτονται καθημερινά ότι φοβούνται την εγκατάλειψη. Βλέπουν μόνο τα αποτελέσματα: την αγωνία μέσα στις σχέσεις, την ανάγκη για επιβεβαίωση, την αίσθηση ότι κάτι μπορεί να χαλάσει ανά πάσα στιγμή.

Κι όμως, πίσω από αυτές τις αντιδράσεις βρίσκεται συχνά μια παλιά προσπάθεια προσαρμογής. Μια προσπάθεια που κάποτε βοήθησε το παιδί να διατηρήσει τη σύνδεση με τους ανθρώπους από τους οποίους εξαρτιόταν.

Ζευγάρι που βιώνει συναισθηματική απόσταση και δυσκολία σύνδεσης.
Οι παλιές εμπειρίες δεσμού συχνά επηρεάζουν τον τρόπο που ερμηνεύουμε τη συμπεριφορά των ανθρώπων που αγαπάμε.

Όταν το παρελθόν μπαίνει στις ενήλικες σχέσεις

Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν μπαίνουν σε μια σχέση σκεπτόμενοι την παιδική τους ηλικία. Φέρνουν όμως μαζί τους κάτι από αυτήν, όχι ως ανάμνηση, αλλά ως τρόπο να αντιλαμβάνονται την εγγύτητα, την ανάγκη, την εμπιστοσύνη. Γι’ αυτό δύο άνθρωποι μπορεί να βιώσουν το ίδιο γεγονός με εντελώς διαφορετικό τρόπο. Ένας σύντροφος χρειάζεται λίγο χρόνο μόνος του μετά από μια δύσκολη ημέρα. Για τον έναν αυτό μοιάζει φυσιολογικό. Για τον άλλον μπορεί να ξυπνήσει έναν φόβο ότι κάτι δεν πάει καλά, ότι απομακρύνεται, ότι ίσως χάνει το ενδιαφέρον του.

Σε τέτοιες στιγμές, δεν αντιδρούμε μόνο σε αυτό που συμβαίνει μπροστά μας. Αντιδρούμε και σε όσα έχουμε μάθει να περιμένουμε.

Κάποιες φορές, αυτό γίνεται αισθητό με τρόπο σχεδόν σωματικό. Ένα σφίξιμο στο στομάχι, μια ανησυχία που δεν εξηγείται εύκολα, η ανάγκη να ακούσουμε ξανά ότι όλα είναι καλά. Η λογική μπορεί να λέει ότι δεν συμβαίνει τίποτα το ανησυχητικό, αλλά ένα πιο παλιό κομμάτι του εαυτού μοιάζει να μην πείθεται.

Κάποιοι αναζητούν διαρκώς επιβεβαίωση ότι αγαπιούνται. Όχι επειδή είναι απαιτητικοί, αλλά επειδή η αίσθηση της ασφάλειας μέσα τους παραμένει εύθραυστη. Η αγάπη χρειάζεται συνεχώς αποδείξεις για να γίνει πιστευτή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, αυτή η ανάγκη για συνεχή επιβεβαίωση μπορεί να οδηγήσει σε σχέσεις εξάρτησης, όπου ο φόβος της απώλειας γίνεται ισχυρότερος από την αίσθηση της ελευθερίας μέσα στη σχέση. Άλλοι ακολουθούν την αντίθετη διαδρομή. Κρατούν απόσταση ακόμη και όταν αγαπούν. Δυσκολεύονται να εκφράσουν ανάγκες ή να ζητήσουν στήριξη. Ο άλλος ρωτά απλά «τι έχεις;» και η απάντηση βγαίνει σχεδόν αυτόματα: «τίποτα». Όχι επειδή δεν υπάρχει κάτι να ειπωθεί, αλλά επειδή η συνήθεια να κρατά κανείς τα δύσκολα για τον εαυτό του έχει γίνει δεύτερη φύση.

Παρά τις διαφορές τους, και οι δύο στάσεις μοιράζονται μια κοινή αγωνία: την αβεβαιότητα για το αν η σύνδεση είναι πραγματικά ασφαλής. Γι’ αυτό πολλές συγκρούσεις στις σχέσεις μοιάζουν δυσανάλογες σε σχέση με το γεγονός που τις προκάλεσε. Ένας καβγάς μπορεί να αφορά το παρόν μόνο επιφανειακά. Κάτω από τα λόγια συχνά υπάρχουν βαθύτερα ερωτήματα: «Είμαι σημαντικός για σένα;», «Μπορώ να σε εμπιστευτώ;», «Θα μείνεις όταν σε χρειαστώ;».

Οι άνθρωποι συνήθως δεν τα διατυπώνουν αυτά. Εκφράζονται μέσα από παράπονα, αποσύρσεις, σιωπές. Κι έτσι δύο άνθρωποι βρίσκονται παγιδευμένοι σε έναν φαύλο κύκλο όπου ο καθένας προσπαθεί να προστατέψει τον εαυτό του, ενώ ταυτόχρονα επιθυμεί βαθιά να νιώσει κοντά στον άλλον.

Οι άμυνες που προστατεύουν και απομακρύνουν

Κανείς δεν περνά μέσα από δύσκολες εμπειρίες χωρίς να αναπτύξει τρόπους προστασίας. Ο ψυχισμός προσπαθεί πάντα να βρει λύσεις, ακόμη κι αν αυτές οι λύσεις αργότερα δημιουργούν νέα προβλήματα. Κάποιος μπορεί να προσπαθεί να ελέγχει διαρκώς τη σχέση. Να αναζητά σημάδια επιβεβαίωσης, να ανησυχεί όταν ο άλλος απομακρύνεται έστω και για λίγο. Πίσω από αυτό συνήθως δεν βρίσκεται η ανάγκη για έλεγχο αυτή καθαυτή. Βρίσκεται ο φόβος ότι η σύνδεση μπορεί να χαθεί.

Άλλοι διατηρούν μια συναισθηματική απόσταση ακόμη και όταν αγαπούν. Προτιμούν να βασίζονται αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις, γιατί η εξάρτηση από κάποιον άλλον μοιάζει επικίνδυνη. Η σιωπή δεν είναι πάντα απόσταση. Μερικές φορές είναι ένας παλιός τρόπος προστασίας. Υπάρχουν επίσης άνθρωποι που προσαρμόζονται υπερβολικά στις ανάγκες των άλλων. Αποφεύγουν τις συγκρούσεις, καταπνίγουν τη δυσαρέσκειά τους, λένε «δεν πειράζει» ενώ έχουν πληγωθεί. Η ηρεμία της σχέσης γίνεται τόσο σημαντική, ώστε η προσωπική τους αλήθεια περνά σε δεύτερη μοίρα.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι αυτές οι άμυνες υπάρχουν. Κάποτε ήταν χρήσιμες, ίσως απαραίτητες. Το πρόβλημα είναι ότι συνεχίζουν να λειτουργούν ακόμη και όταν οι συνθήκες έχουν αλλάξει. Έτσι, ένας άνθρωπος που φοβάται την εγκατάλειψη μπορεί να γίνεται πιεστικός χωρίς να το θέλει. Ένας άνθρωπος που φοβάται την απογοήτευση μπορεί να φαίνεται ψυχρός, ενώ λαχταρά τη σύνδεση. Και οι δύο προσπαθούν να προστατευτούν. Και οι δύο συχνά νιώθουν μόνοι.

Αυτό που δεν λέγεται συχνά: ο δεσμός επηρεάζει και το σώμα

Και εδώ είναι κάτι που σπάνια λέγεται: η ανασφάλεια στον δεσμό δεν είναι μόνο ψυχολογική. Είναι και σωματική.

Ο οργανισμός μαθαίνει πολύ νωρίς να αξιολογεί αν το περιβάλλον είναι ασφαλές. Αυτή η αξιολόγηση γίνεται υποσυνείδητα, μέσα από τον τόνο της φωνής, την ταχύτητα της απόκρισης, τη σωματική παρουσία του ενήλικα. Το νευρικό σύστημα ενός παιδιού που μεγαλώνει μέσα σε απρόβλεπτες συνθήκες μαθαίνει να είναι σε ετοιμότητα. Αυτή η ετοιμότητα παραμένει. Ακόμη κι όταν ο κίνδυνος έχει εδώ και καιρό πάψει να υπάρχει. Γι’ αυτό κάποιοι άνθρωποι αισθάνονται ένταση στο σώμα κατά τη διάρκεια συζητήσεων που για άλλους είναι ρουτίνα. Γι’ αυτό ο ύπνος χαλάει τις νύχτες μετά από μια διαφωνία. Γι’ αυτό ακόμα και οι περίοδοι ηρεμίας σε μια σχέση μπορεί να φαίνονται ύποπτες, σαν κάτι να πρόκειται να συμβεί.

Δεν είναι υπερευαισθησία. Είναι το σώμα που εφαρμόζει αυτό που έμαθε.

Δύο άνθρωποι συζητούν με εμπιστοσύνη και συναισθηματική ασφάλεια.
Η ασφάλεια στις σχέσεις χτίζεται μέσα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες εμπιστοσύνης και αποδοχής.

Η δυνατότητα μιας πιο ασφαλούς σύνδεσης

Όταν οι δυσκολίες στις σχέσεις συνδέονται με τόσο πρώιμες εμπειρίες, είναι εύκολο να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι τίποτα δεν μπορεί να αλλάξει. Κακά τα ψέματα, αυτή η εντύπωση έχει κάποια βάση. Τα μοτίβα που χτίστηκαν τόσο νωρίς δεν ξεριζώνονται εύκολα. Αλλά δεν είναι και καταδίκη. Η αλλαγή, συνήθως, δεν έρχεται μέσα από μια ξαφνική συνειδητοποίηση. Έρχεται πιο αργά, με τρόπο που συχνά δεν γίνεται αμέσως αντιληπτός. Μέσα από επαναλαμβανόμενες εμπειρίες που αμφισβητούν τις παλιές βεβαιότητες, έναν σύντροφο που μένει παρών ακόμη κι όταν του εκφράζεις δυσαρέσκεια, μια φιλία που δεν ψυχραίνεται μετά από μια δύσκολη συζήτηση.

Κάποιος που έχει μάθει να φοβάται την απόρριψη αρχίζει σταδιακά να ανακαλύπτει ότι μπορεί να εκφράζει τις ανάγκες του χωρίς να κινδυνεύει να χάσει τον άλλον. Κάποιος που έχει συνηθίσει να κρατά απόσταση δοκιμάζει, ίσως διστακτικά, να δείξει κάτι από αυτό που κρύβει, και ο κόσμος δεν καταρρέει. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι παλιοί φόβοι εξαφανίζονται. Συχνά παραμένουν παρόντες για μεγάλο διάστημα. Η διαφορά είναι ότι παύουν να καθορίζουν κάθε επιλογή.

Σημαντικό ρόλο παίζει και η αναγνώριση του εσωτερικού μας κόσμου. Να μπορούμε να ξεχωρίζουμε πότε αντιδρούμε σε αυτό που συμβαίνει πραγματικά και πότε σε κάτι που κουβαλάμε από παλιότερες εμπειρίες. Αυτή η διάκριση δεν είναι πάντα εύκολη. Είναι όμως ένα ουσιαστικό βήμα. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει σε αυτή τη διαδικασία, όχι επειδή προσφέρει έτοιμες λύσεις, αλλά επειδή δημιουργεί έναν χώρο όπου οι παλιές εμπειρίες μπορούν να γίνουν κατανοητές με έναν διαφορετικό τρόπο. Εκεί όπου κάποτε υπήρχε μόνο φόβος ή άμυνα, μπορεί σταδιακά να γεννηθεί κάτι που μοιάζει με εμπιστοσύνη, όχι ως πεποίθηση, αλλά ως σωματική ανάμνηση ότι κάποιος παρέμεινε.

Ίσως η πιο ουσιαστική αλλαγή είναι ότι ο άνθρωπος αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του με λιγότερη αυστηρότητα. Να αναγνωρίζει ότι πολλές από τις δυσκολίες του δεν αποτελούν προσωπικές αποτυχίες, αλλά τρόπους προσαρμογής που κάποτε είχαν λόγο ύπαρξης. Αυτό δεν σημαίνει δικαιολόγηση. Σημαίνει κάτι άλλο.

Επίλογος

Οι σχέσεις δεν ξεκινούν από το μηδέν. Κάθε άνθρωπος φέρνει μαζί του μια ιστορία, ακόμη κι όταν δεν την αφηγείται. Φέρνει τρόπους να πλησιάζει, να απομακρύνεται, να εμπιστεύεται ή να αμφιβάλλει. Φέρνει προσδοκίες που συχνά διαμορφώθηκαν πολύ πριν γνωρίσει τους ανθρώπους που βρίσκονται σήμερα δίπλα του.

Ο τρόπος που δεθήκαμε ως παιδιά δεν καθορίζει απόλυτα το μέλλον μας. Επηρεάζει όμως τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την αγάπη, την εγγύτητα, την ασφάλεια. Μας κάνει πιο ευαίσθητους σε ορισμένες εμπειρίες, πιο επιφυλακτικούς απέναντι σε άλλες.

Υπάρχει μια ήσυχη ανακούφιση όταν αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ότι δεν αντιδρούμε πάντα μόνο στους ανθρώπους που έχουμε απέναντί μας. Μερικές φορές αντιδρούμε σε παλιούς φόβους, σε παλιές προσδοκίες, σε παλιές πληγές που εξακολουθούν να ζητούν κάτι. Οι πρώτες σχέσεις γράφουν τα πρώτα κεφάλαια της ιστορίας μας. Δεν γράφουν όμως και το τέλος της.

Μάλλον.

 


Συχνές ερωτήσεις – FAQ Schema 

Τι είναι ο ανασφαλής δεσμός;

Ο ανασφαλής δεσμός είναι ένα μοτίβο σχέσης που αναπτύσσεται όταν οι συναισθηματικές ανάγκες του παιδιού δεν βρίσκουν σταθερή ανταπόκριση. Συχνά επηρεάζει τον τρόπο που σχετιζόμαστε ως ενήλικες.

Πώς επηρεάζει η παιδική ηλικία τις σχέσεις των ενηλίκων;

Οι πρώτες εμπειρίες φροντίδας διαμορφώνουν τις προσδοκίες μας για την αγάπη, την εμπιστοσύνη και τη συναισθηματική ασφάλεια στις μελλοντικές σχέσεις.

Ποια είναι τα σημάδια του φόβου εγκατάλειψης;

Έντονη ανάγκη επιβεβαίωσης, υπερανάλυση της συμπεριφοράς του άλλου, άγχος όταν υπάρχει απόσταση και δυσκολία εμπιστοσύνης.

Μπορεί να αλλάξει ένας ανασφαλής δεσμός;

Ναι. Μέσα από ασφαλείς σχέσεις, αυτογνωσία και ψυχοθεραπεία είναι δυνατό να αναπτυχθούν πιο ασφαλή μοτίβα σύνδεσης.

Πώς βοηθά η ψυχοθεραπεία;

Η ψυχοθεραπεία βοηθά στην κατανόηση των πρώιμων εμπειριών και στην ανάπτυξη νέων τρόπων σχέσης με τον εαυτό και τους άλλους.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *