Διαπροσωπικές σχέσεις
Για να έχουν οι διαπροσωπικές σχέσεις μας, νόημα, ουσία και ισορροπία είναι απαραίτητο να σεβόμαστε το ζωτικό χώρο των άλλων, να μην τους κάνουμε να ασφυκτιούν, να μην μαντεύουμε και ερμηνεύουμε συστηματικά τις προθέσεις, τις διαθέσεις και τα συναισθήματά τους ή να προσδοκούμε να συντονιστούν και να συμφωνήσουν οπωσδήποτε μαζί μας. Αυτό σημαίνει πως είναι αναγκαία η ύπαρξη ενός ενδιάμεσου χώρου ανάμεσα στα άτομα και σε κάθε είδους διαπροσωπική σχέση που να δημιουργεί μια ισορροπία στην αλληλεπίδραση. Με τον τρόπο αυτόν, δίνεται ο απαραίτητος χώρος που χρειάζεται ο καθένας μας ώστε να μπορεί να εκφράζεται αβίαστα, δηλαδή να υφίστανται οι προϋποθέσεις ενός διαλόγου. Αυτό προϋποθέτει, με τη σειρά του, μια βαθιά συνειδητοποίηση και αποδοχή επί της ουσίας πως ο καθένας μας είναι μοναδικός και πως μπορεί να έχει διαφορετική θεώρηση γύρω από ουσιαστικά θέματα που αφορούν τη ζωή.
Για να μπορέσει να υπάρξει μια αυθεντική συνάντηση ανάμεσα σε εμάς και τους άλλους, θα πρέπει να ελαχιστοποιήσουμε τη δημιουργία διαπροσωπικών σχέσεων που βλέπουν τους άλλους ως αντικείμενα χρήσης ή κατάχρησης και ικανοποίησης προσωπικών μας αναγκών ή ανεπαρκειών. Ακριβώς αυτό, δηλαδή η θεώρηση του άλλου ως αντικειμένου, είναι που βρίσκεται πίσω από την προσπάθεια πολλών ατόμων να κάνουν, πάση θυσία και με οποιονδήποτε τρόπο, «καλή εντύπωση» στους άλλους, να επιβάλουν την άποψή τους ή να εμμένουν σ΄αυτήν με έναν ατέρμονα και ψυχαναγκαστικό τρόπο, να παίζουν το ρόλο του παντογνώστη ή του αλάθητου κριτή των πάντων, και όλα αυτά χωρίς την παραμικρή επίγνωση της υπερβολής τους που τους εκθέτει στα μάτια των άλλων…
Γιατί είναι σημαντικός ο ζωτικός χώρος στις σχέσεις;
Ο ζωτικός χώρος επιτρέπει σε κάθε σύντροφο να διατηρεί την αυτονομία, τις ανάγκες, τα ενδιαφέροντα και τις προσωπικές του σχέσεις μέσα στη συντροφικότητα. Δεν αποτελεί ένδειξη έλλειψης αγάπης ή απόστασης. Αντίθετα, όταν τα προσωπικά όρια γίνονται σεβαστά, η εγγύτητα μπορεί να συνυπάρχει με την ελευθερία και την ατομικότητα.
Μία διαπροσωπική σχέση που σέβεται τον απαραίτητο ενδιάμεσο χώρο ανάμεσα στον εαυτό και τους άλλους δίνει τη δυνατότητα για μια πραγματική συνάντηση ανάμεσα στα δύο μέρη που μπορεί να γίνει γόνιμη και δημιουργική. Σε μια τέτοια περίπτωση, απευθυνόμαστε στο άτομο που έχουμε τη συγκεκριμένη στιγμή απέναντί μας, αποδεχόμενοι και προσπαθώντας να κατανοήσουμε τη μοναδικότητα και την όποια διαφορετικότητά του, και όχι ως έναν απρόσωπο άλλον απέναντι στον οποίο θα πρέπει οπωσδήποτε να επιβάλουμε με κάθε τρόπο την άποψη και τα θέλω μας. Είναι πάρα πολύ δύσκολο να έχουμε σε κάθε σχέση μας την παραπάνω στάση. Είναι, όμως, πολύ σημαντικό η μεγάλη πλειοψηφία τους να χαρακτηρίζεται από αυτήν γιατί διαφορετικά η ζωή μας θα στερείται το θεμελιακό στοιχείο της ανθρώπινης ύπαρξης, δηλαδή την επικοινωνία που βασίζεται στην αμοιβαιότητα.
Αυτός ακριβώς ο ενδιάμεσος χώρος θα πρέπει να υπάρχει και στη σχέση γονέα-παιδιού από την αρχή της ζωής, ώστε να οδηγήσει στην εξέλιξη και των δύο και όχι στην ανακύκλωση των αναγκών και των «θέλω» του «αφέντη γονιού». Ο ενδιάμεσος αυτός χώρος είναι ο κοινός τόπος όπου οι ζωτικοί χώροι των δύο τέμνονται, συναντώνται αλλά δεν εφάπτονται πλήρως. Εάν δεν συμβεί αυτό, τότε ο γονιός δεν δίνει στο παιδί τον απαραίτητο ζωτικό χώρο που χρειάζεται ώστε να εξελίξει τη διαφορετικότητα και τη μοναδικότητά του αλλά προσπαθεί να πλάσει ένα παιδί «κατ΄εικόνα και καθ΄ομοίωσιν» του, με αποτέλεσμα την εξέλιξη ενός ψευδούς εαυτού που δεν αντιπροσωπεύει τίποτα άλλο παρά την ανάγκη και απεγνωσμένη προσπάθεια του παιδιού να αγαπηθεί, έστω και με αντίτιμο τη θυσία του αληθινού του εαυτού…
Γεννιόμαστε με μια πρωτογενή ανάγκη για στενές και αμοιβαίες σχέσεις από την πρώτη στιγμή της ζωής. Για το σκοπό αυτό, είμαστε εφοδιασμένοι με ένα ευρύ φάσμα συναισθημάτων και με μια σταδιακά εξελισσόμενη ικανότητα να «διαβάζουμε» τις συναισθηματικές διαθέσεις των άλλων ώστε να μπορούμε να επικοινωνούμε και να τρεφόμαστε, με έναν ουσιαστικό τρόπο, ψυχικά σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Σε μια κοινωνία, όμως, όπου αυτό που αξιολογείται υπερβολικά δεν είναι παρά η προβολή μιας «σωστής» και όσο το δυνατόν πιο αψεγάδιαστης εικόνας μας προς τα έξω, ο κίνδυνος υιοθέτησης μιας άκαμπτης και στατικής στάσης, αλλά και εικόνας εαυτού, είναι άμεσος, στερώντας μας τη δυνατότητα του προσωπικού φτερουγίσματος, του «παιχνιδιού», της φαντασίας και της αληθινής ευχαρίστησης και ελευθερίας.
Χωρίς την ύπαρξη αυτού του ενδιάμεσου χώρου, κινδυνεύουμε να μεταβληθούμε -χωρίς να το συνειδητοποιούμε- σε αντικείμενα προς αξιολόγηση από τους άλλους. Αποκτούμε μία είδους ταυτότητα και «αποδοχή», αλλά στην ουσία είμαστε έντρομοι μπροστά στο ενδεχόμενο μιας αληθινής συνάντησης και επαφής με τους άλλους. Κινούμαστε συνεχώς ανάμεσα σε ένα πλήθος κόσμου εν είδει ζωντανής διαφήμισης σύγχρονων προτύπων και αψεγάδιαστων ατομικών προφίλ. Φαινομενικά, μπορεί να έχουμε πολλές «σχέσεις» με άλλους , αλλά, κατά παράξενο λόγο, νιώθουμε μόνοι και άδειοι από αληθινή ευχαρίστηση, παρ΄ότι κάνουμε «ευχάριστα» πράγματα. Εάν συμβαίνει αυτό, τότε έχουμε χάσει ένα μεγάλο κομμάτι του αληθινού μας εαυτού, τον αναγκαίο ενδιάμεσο χώρο απέναντι στους άλλους, και μια υφέρπουσα κατάθλιψη έχει κτυπήσει, φαινομενικά απρόσκλητη, την πόρτα μας…
Συχνές ερωτήσεις
1. Τι σημαίνει «ζωτικός χώρος» σε μια σχέση;
Ο ζωτικός χώρος είναι ο προσωπικός χώρος που χρειάζεται κάθε άνθρωπος μέσα σε μια σχέση για να διατηρεί την αυτονομία, τις ανάγκες, τα ενδιαφέροντα και τις προσωπικές του σχέσεις. Δεν αποτελεί ένδειξη απόστασης ή έλλειψης αγάπης. Αντίθετα, η δυνατότητα να παραμένουμε ξεχωριστοί άνθρωποι ενώ είμαστε συνδεδεμένοι μπορεί να συμβάλλει σε μια πιο ισορροπημένη και ώριμη σχέση.
2. Γιατί είναι σημαντικά τα όρια στις ερωτικές σχέσεις;
Τα όρια βοηθούν τους δύο συντρόφους να αναγνωρίζουν και να σέβονται τις ανάγκες, τις επιθυμίες και τις προσωπικές τους διαφορές. Αφορούν τον χρόνο, την επικοινωνία, την ιδιωτικότητα, τις κοινωνικές σχέσεις, τη σωματική επαφή και πολλές ακόμη πλευρές της καθημερινότητας. Όταν τα όρια μπορούν να εκφράζονται χωρίς φόβο και να γίνονται σεβαστά, η εγγύτητα δεν χρειάζεται να σημαίνει απώλεια της προσωπικής ελευθερίας.
3. Πότε η εγγύτητα στη σχέση γίνεται υπερβολική;
Η εγγύτητα μπορεί να γίνει δυσλειτουργική όταν οι σύντροφοι αισθάνονται ότι πρέπει να κάνουν τα πάντα μαζί, να γνωρίζουν κάθε σκέψη ή κίνηση του άλλου ή να εγκαταλείπουν συστηματικά τις προσωπικές τους ανάγκες. Όταν η αυτονομία βιώνεται ως απειλή και η απόσταση προκαλεί έντονο φόβο ή ανασφάλεια, μπορεί να έχει δημιουργηθεί μια σχέση υπερβολικής συγχώνευσης αντί για ουσιαστική συναισθηματική εγγύτητα.
4. Γιατί κάποιοι άνθρωποι δυσκολεύονται να σεβαστούν τον προσωπικό χώρο του συντρόφου τους;
Η δυσκολία μπορεί να συνδέεται με ανασφάλεια, φόβο εγκατάλειψης, προηγούμενες εμπειρίες σχέσεων ή την πεποίθηση ότι η αγάπη απαιτεί συνεχή παρουσία και διαθεσιμότητα. Μερικές φορές ο προσωπικός χώρος του άλλου βιώνεται λανθασμένα ως απόρριψη. Η κατανόηση αυτών των φόβων μπορεί να βοηθήσει το άτομο να ξεχωρίσει την πραγματική απομάκρυνση από τη φυσιολογική ανάγκη του συντρόφου για αυτονομία.
5. Πώς μπορούμε να διατηρήσουμε τον προσωπικό μας χώρο χωρίς να απομακρυνθούμε από τον σύντροφό μας;
Χρειάζεται να μπορούμε να εκφράζουμε τις ανάγκες μας με σαφήνεια και ταυτόχρονα να ακούμε τις ανάγκες του άλλου. Προσωπικός χρόνος, φίλοι, ενδιαφέροντα και ιδιωτικότητα μπορούν να συνυπάρχουν με τη συντροφικότητα και την κοινή ζωή. Το ζητούμενο δεν είναι να δημιουργηθεί απόσταση, αλλά να υπάρχει αρκετός χώρος ώστε η σχέση να αποτελεί επιλογή δύο ξεχωριστών ανθρώπων και όχι αποτέλεσμα αδυναμίας να υπάρξουν χωριστά.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.


