Όταν ακούμε τη λέξη «ναρκισσισμός», συνήθως φανταζόμαστε έναν άνθρωπο που μιλά διαρκώς για τον εαυτό του και αναζητά θαυμασμό. Υπάρχουν, όμως, άνθρωποι στους οποίους οι ναρκισσιστικές ανάγκες δεν εμφανίζονται τόσο φανερά. Μπορεί να φαίνονται περισσότερο ευαίσθητοι παρά αλαζονικοί, περισσότερο ανασφαλείς παρά αυτάρκεις.
Στη θεραπεία, μια γυναίκα δυσκολευόταν να καταλάβει τι συνέβαινε στη σχέση της. «Δεν είναι ότι μου ζητάει να του λέω πόσο σπουδαίος είναι», είπε. «Απλώς, αν μια μέρα δεν του πω κάτι καλό για τη δουλειά του, αμέσως καταλαβαίνω ότι κάτι έχει αλλάξει μέσα του». Η δυσκολία της δεν βρισκόταν σε κάποια εμφανή επίδειξη μεγαλείου, αλλά στο ότι η σχέση είχε αρχίσει να οργανώνεται γύρω από τη διαρκή ανάγκη του άλλου για επιβεβαίωση.
Εδώ βρίσκεται η χρησιμότητα ενός όρου που ακούγεται όλο και πιο συχνά: ο «κρυφός ναρκισσισμός», μια περιγραφή, όχι διάγνωση, για κάτι που πολλοί αναγνωρίζουν διαισθητικά μέσα σε μια σχέση, πολύ πριν καταλάβουν τι ακριβώς συμβαίνει.
Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που είναι ευαίσθητος, ανασφαλής ή που πληγώνεται εύκολα είναι ναρκισσιστής. Χρειάζεται να δούμε το συνολικό μοτίβο, τη διάρκειά του και πώς επηρεάζει τον ίδιο τον άνθρωπο και τις σχέσεις του.
Τι είναι ο κρυφός ναρκισσισμός;
Ο κρυφός ναρκισσισμός είναι ένας περιγραφικός όρος για πιο ευάλωτες ή συγκαλυμμένες εκφράσεις ναρκισσιστικών χαρακτηριστικών. Μπορεί να εκδηλώνεται με έντονη ευαισθησία στην κριτική, ανάγκη για αναγνώριση, ανασφάλεια και δυσκολίες στις σχέσεις. Δεν αποτελεί ξεχωριστή ψυχιατρική διάγνωση.
Τι εννοούμε όταν λέμε «κρυφός ναρκισσισμός»
Αυτό, όμως, χρειάζεται πρώτα να οριστεί με μεγαλύτερη ακρίβεια. Σε αντίθεση με την πιο εμφανή εικόνα του ανθρώπου που διεκδικεί ανοιχτά θαυμασμό, εδώ η ίδια ανάγκη εκφράζεται μέσα από την ευαισθησία, την απόσυρση ή το παράπονο.
Κάτω από αυτή την επιφάνεια της ευαισθησίας κρύβεται συχνά κάτι λιγότερο ορατό: μια σιωπηλή πεποίθηση ότι του αξίζουν περισσότερα απ’ όσα παίρνει, μια αίσθηση μοναδικότητας που δεν εκφράζεται ποτέ ανοιχτά, αλλά χρωματίζει κάθε απογοήτευση σαν αδικία. «Όταν δεν του δίνουν σημασία, λέει ότι δεν τον νοιάζει», περιέγραψε μια γυναίκα. «Μετά, όμως, μπορεί να μου μιλάει όλο το βράδυ για το πόσο άδικοι είναι όλοι μαζί του».

Η διαφορά, επομένως, δεν βρίσκεται στο αν υπάρχει ανάγκη για αναγνώριση, αλλά στον τρόπο που αυτή βιώνεται. Ένας άνθρωπος μπορεί να μη διεκδικήσει ποτέ ανοιχτά ότι είναι ανώτερος, αλλά να αισθάνεται βαθιά αδικημένος όταν δεν λαμβάνει την αναγνώριση που θεωρεί ότι του αναλογεί.
Σε μια συνεδρία, ένας άνδρας μιλούσε για μια διαφωνία με τη σύντροφό του. Όταν ο θεραπευτής τον ρώτησε τι ακριβώς τον είχε πληγώσει, απάντησε: «Δεν ήταν αυτό που είπε. Ήταν αυτό που κατάλαβα μέσα από αυτό. Κατάλαβα ότι τελικά δεν είμαι τόσο σημαντικός για εκείνη όσο πίστευα». Μια συγκεκριμένη διαφωνία είχε συνδεθεί έτσι με ένα πολύ βαθύτερο ερώτημα για την προσωπική του αξία.
Όταν η ανάγκη για αναγνώριση δεν φαίνεται
Αυτή η σιωπηλή αίσθηση μοναδικότητας δεν χρειάζεται πάντα λόγια για να φανεί. Η ανάγκη να αισθάνεται κανείς σημαντικός, ξεχωριστός ή αρκετά καλός δεν εκφράζεται πάντοτε με αυτοπεποίθηση και επίδειξη. Μπορεί να εμφανίζεται ως επίμονη αίσθηση ότι «κανείς δεν με εκτιμά πραγματικά» ή ως απογοήτευση όταν οι άλλοι δεν αναγνωρίζουν την προσπάθειά του.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αυτοϋποτίμηση μπορεί να συνυπάρχει με αυτή την ανάγκη. Το «δεν είμαι αρκετά καλός» μπορεί να συνοδεύεται από μια έντονη προσδοκία ότι κάποιος άλλος θα έρθει να το αναιρέσει. Η επιβεβαίωση λειτουργεί τότε ως ένας τρόπος προσωρινής αποκατάστασης μιας εύθραυστης αίσθησης προσωπικής αξίας.
«Δεν μου είπε ποτέ “είμαι καλύτερος από αυτούς”», περιέγραψε μια γυναίκα για τον σύντροφό της. «Αλλά όταν προήγαγαν κάποιον άλλον, μου είπε: “Εντάξει, τώρα κατάλαβα τι αξία έχουν εδώ οι άνθρωποι”». Δεν ζητούσε ευθέως έναν έπαινο, αλλά η πικρία του έδειχνε πόσο σημαντική ήταν για εκείνον η αναγνώριση της αξίας του μέσα από το βλέμμα των άλλων.
Η κριτική που γίνεται προσωπική απόρριψη
Αυτή η ανάγκη για αναγνώριση έχει και το αντίστροφό της: όταν κάτι μοιάζει έστω και λίγο με κριτική, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι δυσανάλογο με το ίδιο το ερέθισμα. Το «αυτό που έκανες με πλήγωσε» μπορεί να ακουστεί σαν «δεν είσαι καλός άνθρωπος». Το «θα ήθελα να με ακούσεις περισσότερο» μπορεί να μεταφραστεί εσωτερικά σε «δεν είσαι αρκετός για μένα».
Μια συζήτηση που ξεκίνησε από μια συγκεκριμένη συμπεριφορά μπορεί έτσι να μετακινηθεί στο επίπεδο της προσωπικής αξίας. Αυτό μπορεί να εκφραστεί με θυμό, άρνηση, απόσυρση ή έντονη αυτοϋποτίμηση, ανάλογα με το άτομο και την κατάσταση.
«Του είπα ότι με ενόχλησε αυτό που έκανε», περιέγραψε μια γυναίκα, «και μου απάντησε»: “Εντάξει, λοιπόν, δεν μπορώ να κάνω τίποτα σωστά μαζί σου”». Η συζήτηση, όμως, είχε ήδη μετακινηθεί από τη συγκεκριμένη συμπεριφορά στο αν εκείνος ήταν τελικά αρκετά καλός ή όχι.
Όταν η ευαλωτότητα επηρεάζει τη σχέση

Όταν μια διαφωνία μετατρέπεται τόσο εύκολα σε κρίση αξίας, η επόμενη ερώτηση είναι αναπόφευκτη: τι αρχίζει να συμβαίνει στη σχέση γύρω από αυτό. Η ευαλωτότητα από μόνη της δεν είναι ναρκισσιστική, όλοι μπορεί να χρειαστούν στήριξη όταν αισθάνονται ανασφαλείς. Η δυσκολία προκύπτει όταν η προσωπική αξία εξαρτάται τόσο πολύ από την ανταπόκριση του άλλου, ώστε η σχέση να καλείται διαρκώς να αποκαθιστά αυτή την ισορροπία.
Μπορεί τότε να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος: κάτι προκαλεί αίσθημα απόρριψης, ακολουθεί έντονη ανασφάλεια, ο άλλος καθησυχάζει και η ανακούφιση έρχεται προσωρινά. Όταν επαναλαμβάνεται, η σχέση μπορεί να αρχίσει να περιστρέφεται γύρω από τη διαχείριση της αυτοεκτίμησης του ενός.
Μερικές φορές, η ανάγκη αυτή εκφράζεται άμεσα. Άλλοτε μπορεί να εμφανιστεί μέσα από παράπονο, σιωπή ή μια φράση που αφήνει στον άλλον την ευθύνη να αποκαταστήσει το συναίσθημα: «Δεν σου ζητάω να αλλάξεις γνώμη. Απλώς, αν πραγματικά με αγαπούσες, δεν θα άντεχες να με βλέπεις τόσο στενοχωρημένο».
Το συναίσθημα μπορεί να είναι πραγματικό. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο άλλος οφείλει να υποχωρήσει ή να αναλάβει την ευθύνη για τη ρύθμισή του. «Δεν ξέρω πια αν συμφωνώ μαζί του ή αν απλώς συμφωνώ για να τελειώσει η συζήτηση», είπε μια γυναίκα, μια φράση που δείχνει πόσο σιωπηλά μπορεί να μετατοπιστεί αυτή η ισορροπία.
Ο έμμεσος θυμός και η δυσκολία στην επικοινωνία
Μέσα σε αυτόν τον κύκλο υπάρχει συχνά ένα συναίσθημα που δύσκολα βρίσκει ευθεία έκφραση, επειδή μοιάζει το ίδιο απειλητικό με την κριτική: ο θυμός. Αντί να πει «θύμωσα επειδή ένιωσα ότι με υποτίμησες», μπορεί να αποσυρθεί, να ψυχρανθεί ή να εκφράσει τη δυσαρέσκειά του έμμεσα.
Δεν σημαίνει, βέβαια, ότι κάθε σιωπή ή απόσταση αποτελεί παθητική επιθετικότητα ή ένδειξη ναρκισσισμού. Η σημασία βρίσκεται στο επαναλαμβανόμενο σχήμα και στον ρόλο που αποκτά η συμπεριφορά μέσα στη συγκεκριμένη σχέση.
«Όταν θυμώνει, δεν φωνάζει», περιέγραψε μια γυναίκα. «Απλώς γίνεται ψυχρός. Και αν τον ρωτήσω τι συμβαίνει, μου λέει ότι δεν συμβαίνει τίποτα. Μετά περνάει η υπόλοιπη μέρα προσπαθώντας να καταλάβω τι έκανα». Το συναίσθημα υπήρχε, αλλά αντί να εκφραστεί άμεσα, είχε μετατραπεί σε προσδοκία ότι ο άλλος θα το αναγνώριζε χωρίς να του το πουν.
Πώς βιώνεται μια τέτοια σχέση από τον άλλον άνθρωπο
Όταν αυτά επαναλαμβάνονται, δηλαδή η ανάγκη για επιβεβαίωση, η ευαισθησία στην κριτική, η δυσκολία στην έκφραση θυμού, ο άλλος άνθρωπος μπορεί σταδιακά να αρχίσει να προσαρμόζεται υπερβολικά: προσέχει πώς μιλά, εξηγεί ξανά τις προθέσεις του, αποφεύγει συζητήσεις που φοβάται πώς θα εξελιχθούν.
Η ενσυναίσθηση μπορεί τότε να μετατραπεί σε υπερβολική προσαρμογή, δηλαδή να αφήνει όλο και λιγότερο χώρο για τις δικές του ανάγκες.
«Έχω αρχίσει να σκέφτομαι κάθε λέξη πριν μιλήσω», είπε μια γυναίκα στη θεραπεία. «Δεν φοβάμαι ότι θα θυμώσει. Φοβάμαι ότι θα πληγωθεί και μετά θα πρέπει να του αποδείξω ότι δεν είχα κακή πρόθεση».

Αυτό που την απασχολούσε δεν ήταν πλέον μόνο η ευαισθησία του συντρόφου της, αλλά η δική της περιορισμένη ελευθερία να εκφράζει διαφορετική άποψη.
Ο άνθρωπος με ευάλωτα ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά βιώνει πραγματικό πόνο. Η ανασφάλεια και η ντροπή του είναι βαθιές και ειλικρινείς. Το πρόβλημα προκύπτει όταν η σχέση καλείται να λειτουργεί διαρκώς ως ο μόνος μηχανισμός επούλωσης ή εξισορρόπησης αυτών των συναισθημάτων
Κατανόηση χωρίς να χάνουμε τα όριά μας
Απέναντι σε όλο αυτό, εύκολα μπερδεύεται η κατανόηση με την ανοχή στα πάντα. Το ότι πίσω από μια συμπεριφορά μπορεί να υπάρχει ανασφάλεια δεν σημαίνει ότι οφείλουμε να την αποδεχόμαστε. Μας βοηθά να δούμε τι συμβαίνει, όχι να καταργήσουμε την ανάγκη για αμοιβαιότητα, σεβασμό και προσωπικά όρια.
Δεν χρειάζεται, επίσης, να αποφασίσουμε αν κάποιος είναι «κρυφός ναρκισσιστής» για να πάρουμε στα σοβαρά μια σχέση που μας εξαντλεί. Αν μια συμπεριφορά επαναλαμβάνεται και μας κάνει να φοβόμαστε να μιλήσουμε, να νιώθουμε ένοχοι ή να εγκαταλείπουμε τις ανάγκες μας, αυτό αρκεί για να εξετάσουμε τι χρειάζεται να αλλάξει.
«Ξέρω ότι πληγώνεται εύκολα. Αυτό το καταλαβαίνω», είπε μια θεραπευόμενη. «Αλλά δεν μπορώ κάθε φορά που διαφωνώ μαζί του να πρέπει να τον πείθω ότι τον αγαπώ».
Η αλλαγή αυτή δεν σήμαινε ότι είχε πάψει να νοιάζεται για τον σύντροφό της. Σήμαινε ότι δεν χρειαζόταν πια να το αποδεικνύει από την αρχή κάθε φορά που διαφωνούσε.
Κρυφός ναρκισσισμός και Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας
Η ανάγκη για όρια, όμως, δεν σημαίνει ότι έχουμε πλέον αρκετά στοιχεία για μια διάγνωση. Ο «κρυφός ναρκισσισμός» δεν είναι ψυχιατρική διάγνωση, αλλά περιγραφικός όρος για πιο ευάλωτες εκφράσεις ναρκισσιστικών χαρακτηριστικών. Επομένως, δεν αρκεί για να συμπεράνουμε πως πρόκειται για Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας.

«Μου έστειλε ένα άρθρο και μου είπε: “Δες το. Αυτό ακριβώς έχει”», θυμήθηκε μια γυναίκα. «Όταν τον ρώτησα τι εννοούσε, μου είπε: “Δεν ξέρω. Απλώς όλα όσα γράφει ταιριάζουν”». Ίσως αυτό δείχνει καλύτερα από οτιδήποτε άλλο γιατί χρειάζεται προσοχή η ίδια η ετικέτα, ακόμη κι όταν διαβάζεται σε ένα κείμενο σαν κι αυτό.
Η ίδια η διαταραχή αφορά κάτι ευρύτερο: έναν επίμονο τρόπο λειτουργίας, και όχι μεμονωμένα χαρακτηριστικά. Γι’ αυτό και η διάγνωση προϋποθέτει κλινική αξιολόγηση, όχι λίστα αναγνωρίσιμων συμπεριφορών.
Μια γυναίκα είχε έρθει στη θεραπεία πεπεισμένη ότι ο σύντροφός της ήταν «σίγουρα κρυφός ναρκισσιστής». Εξετάζοντας συγκεκριμένα περιστατικά, όμως, η εικόνα έγινε πιο σύνθετη: υπήρχαν στιγμές έντονης δυσκολίας στην επικοινωνία, αλλά και περίοδοι όπου εκείνος αναγνώριζε το δικό του μερίδιο ευθύνης. Η θεραπευτική διερεύνηση δεν είχε στόχο να αποφασίσει αν «ήταν ναρκισσιστής», αλλά να κατανοήσει το επαναλαμβανόμενο σχήμα της σχέσης και τις συνέπειές του και για τους δύο.
Μπορεί να αλλάξει
Το να κατανοήσουμε πώς λειτουργεί ένα τέτοιο σχήμα είναι ένα πράγμα. Το να αλλάξει είναι εντελώς διαφορετικό εγχείρημα, που δεν έρχεται ως στιγμιαία απόφαση. Όταν κάποιος έχει μάθει να προστατεύει την αυτοεκτίμησή του μέσα από την αναζήτηση αναγνώρισης, την απόσυρση ή την ευαισθησία στην κριτική, χρειάζεται χρόνο για να αναγνωρίσει αυτό το σχήμα και να το αλλάξει.
Αυτός ο τρόπος λειτουργίας σπάνια ξεκινά ως επιλογή. Πολλές φορές, έχει ρίζες σε μια εμπειρία όπου η αξία του παιδιού συνδέθηκε νωρίς με την απόδοση ή το πόσο ικανοποιούσε τις προσδοκίες κάποιου άλλου. Και τότε η ανάγκη για επιβεβαίωση έμεινε έκτοτε συνδεδεμένη με κάτι σαν επιβίωση της αυτοεκτίμησης, όχι απλώς με μια επιθυμία. Δεν εξηγεί τα πάντα, αλλά βοηθά να καταλάβουμε γιατί αντιστέκεται τόσο στην αλλαγή.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει προς μια πιο σταθερή αίσθηση αξίας, μεγαλύτερη ανοχή στην κριτική και την ικανότητα να λαμβάνονται υπόψη οι ανάγκες των άλλων χωρίς να βιώνονται ως απειλή.
«Παλιά, αν μου έλεγε ότι την είχα πληγώσει, θύμωνα αμέσως», είπε ένας άνδρας για τη σύντροφό του. «Τώρα μπορώ τουλάχιστον να περιμένω πριν απαντήσω. Δεν μου είναι εύκολο, αλλά το βλέπω». Δεν ήταν λύση, ήταν μια στιγμή καθυστέρησης, αρκετή, όμως, για να χωρέσει κάτι διαφορετικό από την αυτόματη αντίδραση.
Πέρα από την ετικέτα
Αυτή η μικρή καθυστέρηση δεν σημαίνει ότι εξαφανίστηκε η ανάγκη για αναγνώριση. Σημαίνει ότι κάτι μπορεί, με τον καιρό, να μετακινηθεί. Ο όρος «κρυφός ναρκισσισμός» μπορεί να βοηθήσει να περιγράψουμε μια λιγότερο εμφανή πλευρά αυτής της λειτουργίας, αρκεί να μη μετατραπεί σε ετικέτα που εξηγεί ολόκληρη την προσωπικότητα κάποιου. Δεν είναι κάθε ευαίσθητος άνθρωπος ναρκισσιστής, ούτε κάθε άνθρωπος που αποσύρεται έχει Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας.
Ακόμη και όταν υπάρχουν έντονα ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά, η κατανόηση χρειάζεται χώρο για την πολυπλοκότητα του ανθρώπου: η ευαλωτότητα συνυπάρχει με την ανάγκη αναγνώρισης, ο πραγματικός πόνος με τη δυσκολία να αναγνωριστεί ο πόνος του άλλου.
Για τον άνθρωπο που βρίσκεται απέναντι, ίσως το σημαντικότερο δεν είναι να αποφασίσει αν ο άλλος είναι «κρυφός ναρκισσιστής». Είναι να μπορεί να παρατηρήσει τι συμβαίνει στη σχέση: αν υπάρχει χώρος και για τις δικές του ανάγκες και αν υπάρχει πραγματική δυνατότητα αμοιβαιότητας.

Μια γυναίκα, που για καιρό προσπαθούσε να καταλάβει αν ο σύντροφός της ήταν «πραγματικά ναρκισσιστής», το διατύπωσε τελικά διαφορετικά: «Παλιά προσπαθούσα να καταλάβω τι έχει εκείνος. Τώρα προσπαθώ να καταλάβω τι μου συμβαίνει εμένα μέσα σε αυτή τη σχέση».
Ίσως αυτό δεν λύνεται, τελικά, ούτε με κατανόηση ούτε με απόσταση. Ίσως χρειάζεται απλώς να μάθουμε να μένουμε μέσα σε μια σχέση χωρίς να χάνουμε την εικόνα του ποιοι είμαστε μέσα σ’ αυτήν, κάτι που, όσο κι αν το θέλουμε, δεν μαθαίνεται μια φορά για πάντα.
Συχνές ερωτήσεις:
Τι είναι ο κρυφός ναρκισσισμός;
Ο όρος χρησιμοποιείται για να περιγράψει πιο ευάλωτες ή συγκαλυμμένες εκφράσεις ναρκισσιστικών χαρακτηριστικών. Δεν αποτελεί ξεχωριστή ψυχιατρική διάγνωση.
Ποια είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του κρυφού ναρκισσισμού;
Μπορεί να περιλαμβάνουν έντονη ευαισθησία στην κριτική, ανάγκη για αναγνώριση, αίσθηση ότι οι άλλοι δεν εκτιμούν ή δεν κατανοούν αρκετά το άτομο, δυσκολία στη διαχείριση της απόρριψης και προβλήματα στις σχέσεις.
Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον κρυφό ναρκισσισμό και τη Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας;
Ο «κρυφός ναρκισσισμός» είναι περιγραφικός όρος και όχι διάγνωση. Η Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας αφορά ένα επίμονο και ευρύτερο μοτίβο λειτουργίας που αξιολογείται κλινικά.
Μπορεί ο κρυφός ναρκισσισμός να αλλάξει;
Τα ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ψυχοθεραπευτικής εργασίας, ιδιαίτερα όταν υπάρχει διάθεση για αυτοπαρατήρηση και αλλαγή.
Πώς μπορώ να προστατεύσω τα όριά μου σε μια τέτοια σχέση;
Δεν χρειάζεται να διαγνώσουμε τον άλλον για να θέσουμε όρια. Είναι σημαντικό να μπορούμε να εκφράζουμε τις ανάγκες μας, να διαφωνούμε χωρίς φόβο και να διατηρούμε χώρο και για τη δική μας συναισθηματική εμπειρία.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.

