Ο ναρκισσισμός και η ψυχοπάθεια είναι δύο έννοιες που συχνά συγχέονται. Και στις δύο περιπτώσεις, μπορεί να συναντήσουμε εγωκεντρισμό, χειριστικότητα, εκμετάλλευση των άλλων ή δυσκολίες στην ενσυναίσθηση. Ένας άνθρωπος μπορεί να φαίνεται γοητευτικός και σίγουρος για τον εαυτό του, αλλά στις στενές του σχέσεις να δυσκολεύεται να αναγνωρίσει τις ανάγκες του άλλου ή να αναλάβει την ευθύνη για τη συμπεριφορά του.
Η ομοιότητα, όμως, δεν σημαίνει ταύτιση.
Ο ναρκισσισμός και η ψυχοπάθεια μπορεί να μοιάζουν στη συμπεριφορά, αλλά διαφέρουν στον τρόπο με τον οποίο οργανώνεται η σχέση με τον εαυτό και τους άλλους. Στον ναρκισσισμό, η αναγνώριση και η εικόνα του εαυτού έχουν συχνά κεντρική σημασία. Στην ψυχοπάθεια, μεγαλύτερο βάρος μπορεί να έχουν η συναισθηματική ψυχρότητα, η χειριστικότητα και η εργαλειακή σχέση με τους άλλους.
Γι’ αυτό η πιο ενδιαφέρουσα ερώτηση δεν είναι ποιος από τους δύο είναι «χειρότερος», αλλά τι βρίσκεται πίσω από συμπεριφορές που εξωτερικά μπορεί να μοιάζουν.
Η βασική διαφορά ανάμεσα στον ναρκισσισμό και την ψυχοπάθεια βρίσκεται περισσότερο στη θέση που έχει ο άλλος στον ψυχικό κόσμο του ατόμου. Στον ναρκισσισμό, ο άλλος μπορεί να έχει ιδιαίτερη σημασία για την αυτοεκτίμηση και την εικόνα του εαυτού. Στην ψυχοπάθεια, η σχέση μπορεί να χαρακτηρίζεται περισσότερο από συναισθηματική ψυχρότητα, χειριστικότητα και εργαλειακή αντιμετώπιση του άλλου.
Τι έχουν πραγματικά κοινό;
Αν όμως οι εσωτερικές διαδρομές διαφέρουν, αξίζει πρώτα να δούμε πού ακριβώς συναντιούνται. Ούτε ο ναρκισσισμός ούτε η ψυχοπάθεια αποτελούν μια ενιαία και απλή εικόνα. Υπάρχουν διαφορετικές εκφάνσεις και βαθμοί, ενώ ορισμένα χαρακτηριστικά μπορεί να υπάρχουν σε έναν άνθρωπο χωρίς να συνιστούν διαταραχή προσωπικότητας.
Υπάρχει, ωστόσο, ένας σημαντικός κοινός τόπος: η σχέση με τους άλλους μπορεί να αποκτήσει έντονα ανταγωνιστικό ή εκμεταλλευτικό χαρακτήρα, με τάσεις προς κυριαρχία, χειριστικότητα, αίσθηση δικαιώματος ή περιορισμένη ανταπόκριση στις ανάγκες του άλλου. Η έρευνα δείχνει ότι σημαντικό μέρος της επικάλυψης ανάμεσα στον ναρκισσισμό και την ψυχοπάθεια σχετίζεται με ευρύτερα ανταγωνιστικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας. Παράλληλα, άλλες διαστάσεις, όπως η παρορμητικότητα και η αποδιοργάνωση της συμπεριφοράς, μπορούν να διαφοροποιούν περισσότερο την ψυχοπάθεια.
Αυτό σημαίνει ότι η παρατήρηση μιας συμπεριφοράς δεν αρκεί για να καταλάβουμε τι συμβαίνει.
Ένας άνθρωπος μπορεί να χειρίζεται τον/την σύντροφό του επειδή δυσκολεύεται να αντέξει οτιδήποτε απειλεί την εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Ένας άλλος μπορεί να χρησιμοποιεί τη χειραγώγηση περισσότερο ως μέσο για να πετύχει αυτό που θέλει. Το αποτέλεσμα για τον άνθρωπο απέναντί τους μπορεί να είναι εξίσου επώδυνο, αλλά η εσωτερική διαδρομή που οδηγεί εκεί δεν είναι απαραίτητα η ίδια.
Ο ναρκισσισμός: όταν το βλέμμα του άλλου αποκτά ιδιαίτερη σημασία
Ας δούμε πρώτα πώς μοιάζει αυτή η διαδρομή στον ναρκισσισμό. Η σύγχρονη κατανόηση του ναρκισσισμού απέχει αρκετά από την απλοϊκή εικόνα ενός ανθρώπου που απλώς «αγαπά υπερβολικά τον εαυτό του».
Στον έντονο ναρκισσισμό, η εικόνα που επιστρέφουν οι άλλοι μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία για τη διατήρηση της προσωπικής αξίας. Ο θαυμασμός, η αναγνώριση και η αίσθηση ότι κάποιος είναι σημαντικός ή ξεχωριστός μπορούν να λειτουργούν ως τρόποι σταθεροποίησης της αυτοεκτίμησης.
Γι’ αυτό και η κριτική δεν βιώνεται πάντοτε ως μια απλή διαφωνία. Μπορεί να βιωθεί ως πλήγμα στην ίδια την εικόνα του εαυτού.
Σε ένα ενδεικτικό κλινικό στιγμιότυπο, ένας άνθρωπος ακούει από την σύντροφό του μια επικριτική παρατήρηση. Το σώμα του σκληραίνει, το σαγόνι σφίγγεται και για λίγα δευτερόλεπτα δεν απαντά. Αυτό που φαίνεται εξωτερικά σαν θυμός μπορεί να συνοδεύεται από μια πολύ διαφορετική εσωτερική εμπειρία:
«Δεν αντέχω να πιστεύει ότι δεν είμαι αρκετά καλός.»
Η φράση αυτή είναι ενδεικτική και όχι πραγματικό κλινικό απόσπασμα. Φωτίζει, όμως, κάτι σημαντικό: όταν η αυτοεκτίμηση εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το βλέμμα του άλλου, η απόρριψη, η αποτυχία ή η αμφισβήτηση μπορούν να αποκτήσουν ιδιαίτερο ψυχικό βάρος.
Δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που αντιδρά έντονα στην κριτική είναι ναρκισσιστής. Όταν όμως υπάρχουν έντονα ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά, η απειλή προς την αυτοεικόνα μπορεί να προκαλέσει θυμό, άμυνα, υποτίμηση του άλλου ή προσπάθεια να αποκατασταθεί η αίσθηση προσωπικής αξίας.
Η αίσθηση ενός μεγαλειώδους εαυτού, άλλωστε, δεν αποκλείει την ευαλωτότητα. Μπορεί να συνυπάρχει με έντονη ευαισθησία στην απόρριψη, ντροπή ή αίσθηση ανεπάρκειας. Η εξωτερική βεβαιότητα και η εσωτερική ευθραυστότητα δεν είναι πάντοτε αντίθετες. Σε ορισμένους ανθρώπους μπορεί να εναλλάσσονται.
Η ψυχοπάθεια: όταν η σχέση γίνεται περισσότερο εργαλειακή
Εκεί όπου ο ναρκισσισμός οργανώνεται γύρω από την εικόνα του εαυτού, η ψυχοπάθεια ακολουθεί ένα διαφορετικό μοτίβο, λιγότερο στραμμένο προς τα μέσα, και περισσότερο προς το τι μπορεί να αποσπάσει από τον άλλον.
Η ψυχοπάθεια δεν ταυτίζεται με την εγκληματικότητα ούτε σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος με ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά είναι βίαιος. Πρόκειται για ένα πολυδιάστατο ψυχολογικό κατασκεύασμα που συνδέεται με χαρακτηριστικά όπως η συναισθηματική ψυχρότητα, η χειριστικότητα και, σε ορισμένες εκφάνσεις της, η παρορμητικότητα και η αντικοινωνική συμπεριφορά. Δεν ταυτίζεται, επίσης, με την αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας, παρότι οι δύο έννοιες παρουσιάζουν σημαντική επικάλυψη.
Στις σχέσεις, ο άλλος μπορεί να αντιμετωπίζεται περισσότερο εργαλειακά, δηλαδή κυρίως με βάση αυτό που μπορεί να προσφέρει ή να εξυπηρετήσει: χρήματα, κοινωνικό κύρος, σεξουαλική ικανοποίηση, πληροφορία, διευκόλυνση ή έλεγχο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι ο άνθρωπος με ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά «δεν αισθάνεται τίποτα». Μια τέτοια διατύπωση είναι υπερβολικά απόλυτη. Η δυσκολία αφορά περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν τόσο η συναισθηματική ανταπόκριση στον άλλον όσο και οι αναστολές απέναντι στη βλάβη που μπορεί να του προκαλεί.
Και εδώ εμφανίζεται μια κρίσιμη διάκριση: το να καταλαβαίνουμε τι αισθάνεται κάποιος δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το συναισθανόμαστε.
Η ενσυναίσθηση δεν είναι διακόπτης
Αυτή η διάκριση, ανάμεσα στο να καταλαβαίνεις και στο να συναισθάνεσαι, δεν είναι απλώς εννοιολογική, είναι το σημείο όπου η ενσυναίσθηση παύει να λειτουργεί σαν κάτι που είτε υπάρχει είτε λείπει.
Μπορούμε να διακρίνουμε, σχηματικά, μια γνωστική διάσταση, δηλαδή την ικανότητα να καταλαβαίνουμε τι σκέφτεται ή αισθάνεται ο άλλος, και μια συναισθηματική διάσταση, που αφορά το κατά πόσο συντονιζόμαστε συναισθηματικά με την εμπειρία του.
Στον ναρκισσισμό, η δυσκολία στην ενσυναίσθηση δεν σημαίνει απαραίτητα πλήρη αδυναμία κατανόησης του άλλου. Μπορεί να επηρεάζεται από την ανάγκη προστασίας της αυτοεικόνας, από τα κίνητρα και από την κατάσταση στην οποία βρίσκεται το άτομο. Η έρευνα δείχνει ότι οι δυσκολίες είναι συχνά εντονότερες στη συναισθηματική ενσυναίσθηση, ενώ η γνωστική κατανόηση του άλλου μπορεί να παραμένει σε σημαντικό βαθμό διαθέσιμη.
Στην ψυχοπάθεια, η μειωμένη συναισθηματική ανταπόκριση εμφανίζεται περισσότερο ως κεντρικό χαρακτηριστικό, ιδιαίτερα στις διαστάσεις της ψυχρότητας. Και εδώ, όμως, δεν μπορούμε να συμπεράνουμε ότι το άτομο αδυνατεί πάντοτε να καταλάβει τι αισθάνεται ο άλλος. Η έρευνα δείχνει ότι η ψυχοπάθεια συνδέεται ιδιαίτερα με ελλείμματα στη συναισθηματική ενσυναίσθηση.
Αυτό δημιουργεί μια δύσκολη δυνατότητα στις ανθρώπινες σχέσεις: κάποιος μπορεί να αντιλαμβάνεται με ακρίβεια την ευαισθησία του άλλου χωρίς αυτή η κατανόηση να οδηγεί σε φροντίδα.
Η γνώση για τον άλλον μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να τον προστατεύσουμε. Μπορεί όμως να χρησιμοποιηθεί και για να τον επηρεάσουμε ή να τον ελέγξουμε.
Όταν πληγώνεται η αυτοεικόνα
Αυτή η γνώση για τον άλλον, είτε χρησιμοποιείται για φροντίδα είτε για έλεγχο, δείχνει τι διακυβεύεται πραγματικά όταν κάτι απειλεί την εικόνα του εαυτού. Για έναν άνθρωπο με έντονα ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά, η απόρριψη μπορεί να μην αφορά μόνο τη συγκεκριμένη σχέση. Μπορεί να ενεργοποιεί βαθύτερα αισθήματα ταπείνωσης, ανεπάρκειας ή ντροπής.
Σε μια τέτοια στιγμή, δεν είναι μόνο τα λόγια που έχουν σημασία. Μπορεί να παρατηρήσει κανείς μια ξαφνική αλλαγή στη στάση του σώματος: το βλέμμα να αποσύρεται, το πρόσωπο να σκληραίνει, τα χέρια να σφίγγονται. Μερικές φορές, η αντίδραση έρχεται αμέσως. Άλλες φορές προηγείται μια σύντομη σιωπή, σαν να χρειάζεται πρώτα να προστατευτεί κάτι που μόλις αισθάνθηκε ότι απειλείται.
Η εξωτερική αντίδραση μπορεί να είναι θυμός, περιφρόνηση, επίθεση ή απότομη απομάκρυνση. Πίσω από αυτήν μπορεί να υπάρχει μια προσπάθεια να αποκατασταθεί η πληγωμένη εικόνα του εαυτού.
Στην ψυχοπάθεια, η απόρριψη μπορεί, επίσης, να προκαλέσει θυμό, απογοήτευση ή διάθεση ανταπόδοσης. Η απειλή προς την αυτοεικόνα, όμως, δεν έχει απαραίτητα την ίδια κεντρική θέση που μπορεί να αποκτά στη ναρκισσιστική λειτουργία.
Αν θέλαμε να συμπυκνώσουμε αυτή τη διαφορά χωρίς να την κάνουμε απόλυτη, θα μπορούσαμε να πούμε: στον ναρκισσισμό, το ερώτημα συχνά γίνεται «τι λέει αυτό για μένα;». Στην ψυχοπαθητική λειτουργία, μπορεί να αποκτά μεγαλύτερη σημασία το «τι μπορώ να κάνω με αυτό;».
Δεν πρόκειται για διαγνωστικούς κανόνες. Είναι, όμως, ένας τρόπος να προσεγγίσουμε δύο διαφορετικές ψυχολογικές λειτουργίες χωρίς να τις συγχέουμε επειδή ορισμένες συμπεριφορές τους μοιάζουν.
Ενοχή και ντροπή: δεν είναι το ίδιο πράγμα
Αυτή η μετατόπιση, από «τι λέει αυτό για μένα» σε «τι μπορώ να κάνω με αυτό», έχει ένα ακόμη πεδίο όπου γίνεται ιδιαίτερα ορατή: στον τρόπο που κάποιος αντιδρά όταν έρχεται αντιμέτωπος με τις συνέπειες της συμπεριφοράς του. Εδώ βοηθάει η διάκριση ανάμεσα στην ενοχή και τη ντροπή.
Η ενοχή αφορά περισσότερο την αναγνώριση ότι «έκανα κάτι που πλήγωσε κάποιον». Η ντροπή στρέφεται περισσότερο προς τον εαυτό: «κάτι δεν πάει καλά με εμένα».
Ένας άνθρωπος μπορεί επομένως να βιώνει έντονη ντροπή χωρίς αυτό να οδηγεί αυτομάτως σε πραγματική ανάληψη ευθύνης.
Μετά από έναν καβγά, για παράδειγμα, μπορεί να ακούσει ότι πλήγωσε την σύντροφό του και να απαντήσει: «Εγώ δηλαδή είμαι πάντα ο κακός; Όλα τα κάνω λάθος;»
Η συζήτηση μετακινείται από την πράξη στην εικόνα του εαυτού. Η επαφή με την ευθύνη γίνεται τόσο απειλητική ώστε μπορεί να ακολουθήσουν άρνηση, επίθεση, επίρριψη ευθύνης ή υποτίμηση του άλλου.
Κλινικά, αυτό γίνεται αισθητό στον τρόπο με τον οποίο εξελίσσεται η ίδια η συζήτηση. Το αρχικό θέμα ήταν «τι μου έκανες», αλλά μέσα σε λίγα λεπτά μετατράπηκε σε «τι άνθρωπος είμαι εγώ στα μάτια σου». Ο συνομιλητής που προσπάθησε να μιλήσει για τον πόνο του μπαίνει τότε στη θέση αυτού που πρέπει να καθησυχάζει, να εξηγεί ή ακόμη και να απολογείται.
Στην ψυχοπαθητική λειτουργία, το πρόβλημα μπορεί να βρίσκεται περισσότερο στη μειωμένη συναισθηματική βαρύτητα που αποκτά η βλάβη του άλλου. Αυτό όμως δεν αποδίδεται σωστά με την απλουστευτική φράση ότι «ο ψυχοπαθής δεν έχει συνείδηση» ή «δεν αισθάνεται τίποτα».
Όταν ο άλλος γίνεται καθρέφτης, και όταν γίνεται μέσο
Αν η ενοχή και η ντροπή δείχνουν πώς βιώνεται εσωτερικά η ευθύνη, υπάρχει κι ένας άλλος τρόπος να επισημάνουμε τη διαφορά: μέσα από τη θέση που παίρνει ο άλλος άνθρωπος στη σχέση. Ίσως εδώ μπορούμε να δούμε πιο καθαρά τόσο την ομοιότητα όσο και τη διαφορά.
Στον έντονο ναρκισσισμό, ο άλλος μπορεί να γίνει καθρέφτης της προσωπικής αξίας. Ο σύντροφος που θαυμάζει, ο φίλος που επιβεβαιώνει ή ο επαγγελματικός χώρος που αναγνωρίζει μπορούν να ενισχύουν την αυτοεκτίμηση.
Όταν αυτή η επιβεβαίωση αποσύρεται, η σχέση μπορεί να αλλάξει δραματικά. Ο άνθρωπος, που προηγουμένως εξιδανικευόταν, μπορεί να αρχίσει να υποτιμάται, ιδιαίτερα όταν η διαφορετική γνώμη ή τα όριά του βιώνονται ως απειλή.
Στην ψυχοπαθητική λειτουργία, ο άλλος μπορεί περισσότερο να γίνει μέσο για έναν σκοπό. Η αξία του συνδέεται τότε περισσότερο με αυτό που μπορεί να προσφέρει παρά με την ικανότητά του να επιβεβαιώσει μια εύθραυστη αυτοεικόνα.
Οι δύο λειτουργίες, βέβαια, μπορούν να συνυπάρχουν. Ένας άνθρωπος μπορεί να χρειάζεται έντονα τον θαυμασμό και ταυτόχρονα να χρησιμοποιεί τους άλλους εργαλειακά. Η σημαντική επικάλυψη ανάμεσα στα ναρκισσιστικά και ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά είναι ένας ακόμη λόγος για τον οποίο οι πραγματικοί άνθρωποι δεν χωρούν εύκολα στις καθαρές κατηγορίες που συναντάμε συχνά στο διαδίκτυο.
Γιατί δεν μπορούμε να κάνουμε διάγνωση από μια συμπεριφορά
Ακριβώς επειδή οι δύο λειτουργίες μπορούν να συνυπάρχουν και να μοιάζουν εξωτερικά, οι λέξεις «ναρκισσιστής» και «ψυχοπαθής» χρησιμοποιούνται σήμερα πολύ εύκολα για ανθρώπους που μας πλήγωσαν.
Ένας σύντροφος που εξαπάτησε γίνεται «ψυχοπαθής». Ένας προϊστάμενος που δεν δέχεται κριτική γίνεται «ναρκισσιστής». Ένας άνθρωπος που συμπεριφέρθηκε εγωιστικά θεωρείται ότι έχει ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας.
Όμως, άλλο ένα χαρακτηριστικό προσωπικότητας, άλλο μια μεμονωμένη συμπεριφορά και άλλο ένα σταθερό πρότυπο λειτουργίας που μπορεί να συνδέεται με διαταραχή προσωπικότητας.
Η ψυχολογική αξιολόγηση χρειάζεται να εξετάζει τη συνολική εικόνα: πώς αντιλαμβάνεται κάποιος τον εαυτό του και τους άλλους, πώς λειτουργεί στις διαφορετικές σχέσεις, πώς αντιδρά στην κριτική, στην απόρριψη και στα όρια, πώς βιώνει την ευθύνη και πόσο σταθερά εμφανίζονται αυτά τα χαρακτηριστικά στον χρόνο.
Δεν μπορούμε, επομένως, να κάνουμε διάγνωση από έναν καβγά, μια απιστία, ένα μήνυμα ή μια λίστα «δέκα σημείων» στο διαδίκτυο.
Υπάρχει, όμως, και κάτι εξίσου σημαντικό: δεν χρειάζεται να έχουμε διάγνωση για να αναγνωρίσουμε μια βλαπτική συμπεριφορά.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για τις σχέσεις;
Ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη πλευρά της διάκρισης για τον άνθρωπο που δεν ενδιαφέρεται να μελετήσει την ψυχοπαθολογία, αλλά προσπαθεί να καταλάβει μια δύσκολη σχέση.
Στην αρχή, μπορεί να αναρωτιέται «Μήπως υπερέβαλα;». Αργότερα, «Ίσως έπρεπε να το πω διαφορετικά». Και κάποια στιγμή, «Καλύτερα να μην το ανοίξω, γιατί ξέρω πού θα καταλήξει».
Αυτή η τελευταία φράση έχει ιδιαίτερη σημασία. Όταν κάποιος αρχίζει να οργανώνει σταθερά τη συμπεριφορά του γύρω από την ανάγκη να αποφύγει την αντίδραση του άλλου, κάτι ουσιαστικό έχει αλλάξει στη σχέση.
Προσέχει τι θα πει, πώς θα το πει, πότε θα το πει και, τελικά, αν θα το πει καν. Σταδιακά, η σχέση μπορεί να μετατραπεί σε χώρο αυτολογοκρισίας αντί για χώρο αμοιβαιότητας.
Σε αυτό το σημείο, η προσπάθεια να αποφασίσουμε αν ο άλλος είναι «ναρκισσιστής» ή «ψυχοπαθής» μπορεί ακόμη και να μας απομακρύνει από το σημαντικότερο ερώτημα: τι μου συμβαίνει μέσα σε αυτή τη σχέση;
Μερικές φορές, το πιο αποκαλυπτικό στοιχείο δεν είναι καν αυτό που ειπώθηκε μέσα στη συζήτηση, αλλά το πώς αισθάνεται ο άλλος όταν αυτή τελειώσει. Μπορεί να φεύγει μπερδεμένος, με την αίσθηση ότι ξεκίνησε προσπαθώντας να εκφράσει ένα παράπονο και κατέληξε να αμφιβάλλει για τον εαυτό του. Μπορεί να νιώθει ότι πρέπει να ξαναπεράσει νοερά όλη τη συζήτηση για να καταλάβει πού ακριβώς χάθηκε το αρχικό θέμα.
Μπορώ να διαφωνήσω χωρίς να φοβάμαι την τιμωρία ή την ταπείνωση; Υπάρχει χώρος και για τις δικές μου ανάγκες; Μπορεί ο άλλος να αναγνωρίσει ότι με πλήγωσε; Υπάρχει πραγματική επανόρθωση ή το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται; Έχω αρχίσει να αμφισβητώ διαρκώς τη δική μου αντίληψη για όσα συμβαίνουν;
Αυτά τα ερωτήματα είναι συχνά χρησιμότερα από την οποιαδήποτε ετικέτα.
Η ουσία δεν βρίσκεται στην ταμπέλα
Ο ναρκισσισμός και η ψυχοπάθεια έχουν κοινά σημεία, αλλά δεν είναι το ίδιο πράγμα. Και οι δύο καταστάσεις μπορεί να συνδέονται με χειριστικότητα, εκμετάλλευση, εγωκεντρισμό και δυσκολίες στην ενσυναίσθηση, όμως οι ψυχολογικές λειτουργίες που βρίσκονται πίσω από αυτές τις συμπεριφορές μπορεί να διαφέρουν σημαντικά.
Στον ναρκισσισμό, η σχέση με τον άλλον συνδέεται συχνά στενά με τη ρύθμιση της αυτοεκτίμησης και την προστασία μιας συγκεκριμένης εικόνας του εαυτού. Στην ψυχοπάθεια, μεγαλύτερη βαρύτητα μπορεί να έχουν η συναισθηματική ψυχρότητα, η εργαλειακή χρήση των άλλων, η χειριστικότητα και, σε ορισμένες εκφάνσεις, η παρορμητικότητα ή η αντικοινωνική συμπεριφορά.
Για τον άνθρωπο όμως που βρίσκεται μέσα σε μια δύσκολη σχέση, υπάρχει κάτι ακόμη σημαντικότερο: δεν χρειάζεται πρώτα να αποδείξει ποια διάγνωση έχει ο άλλος για να πάρει στα σοβαρά αυτό που βιώνει.
Αν μια σχέση χαρακτηρίζεται σταθερά από εξαπάτηση, ταπείνωση, έλεγχο, εκμετάλλευση, φόβο ή συστηματική απαξίωση, η βλάβη δεν γίνεται περισσότερο ή λιγότερο πραγματική ανάλογα με την ετικέτα που θα μπορούσαμε να δώσουμε στον άνθρωπο που την προκαλεί.
Η ψυχολογική κατανόηση δεν χρειάζεται να καταλήγει στο «τώρα κατάλαβα τι άνθρωπος είναι».
Μπορεί να οδηγήσει σε κάτι περισσότερο χρήσιμο: «Τώρα καταλαβαίνω καλύτερα τι συμβαίνει μεταξύ μας, και τι δεν μπορώ πλέον να αγνοώ.»
Συχνές ερωτήσεις
1. Είναι το ίδιο ο ναρκισσισμός με την ψυχοπάθεια;
Όχι. Ο ναρκισσισμός και η ψυχοπάθεια έχουν ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά, όπως η χειριστικότητα, ο εγωκεντρισμός και οι δυσκολίες στην ενσυναίσθηση, αλλά πρόκειται για διαφορετικές ψυχολογικές έννοιες. Στον ναρκισσισμό, η εικόνα και η αξία του εαυτού, καθώς και η ανάγκη για αναγνώριση, έχουν συχνά ιδιαίτερη σημασία.
2. Έχουν ενσυναίσθηση οι άνθρωποι με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά;
Η ενσυναίσθηση δεν είναι απλώς «παρούσα» ή «απούσα». Ένα άτομο με έντονα ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά μπορεί να κατανοεί γνωστικά τι αισθάνεται ο άλλος, αλλά να δυσκολεύεται περισσότερο να ανταποκριθεί συναισθηματικά στην εμπειρία του, ιδιαίτερα όταν η κατάσταση απειλεί την αυτοεικόνα του.
3. Είναι όλοι οι άνθρωποι με ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά εγκληματίες;
Όχι. Η ψυχοπάθεια δεν ταυτίζεται με την εγκληματικότητα ούτε με τη βία. Είναι ένα σύνθετο και πολυδιάστατο ψυχολογικό κατασκεύασμα, το οποίο σχετίζεται σε διαφορετικό βαθμό με χαρακτηριστικά όπως η ψυχρότητα, η χειριστικότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, η παρορμητικότητα και η αντικοινωνική συμπεριφορά.
4. Μπορεί κάποιος να έχει και ναρκισσιστικά και ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά;
Ναι. Τα χαρακτηριστικά μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο. Υπάρχει σημαντική επικάλυψη ανάμεσα στις δύο περιοχές, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ο ναρκισσισμός και η ψυχοπάθεια είναι το ίδιο ή ότι όποιος εμφανίζει το ένα έχει απαραίτητα και το άλλο.
5. Μπορώ να καταλάβω αν κάποιος είναι ναρκισσιστής ή ψυχοπαθής από τη συμπεριφορά του;
Μια μεμονωμένη συμπεριφορά δεν αρκεί για διάγνωση. Χρειάζεται να εξεταστεί το σταθερό πρότυπο λειτουργίας του ανθρώπου, ο τρόπος με τον οποίο σχετίζεται με τους άλλους, η αυτοεικόνα του, η ενσυναίσθηση, η ευθύνη και η συμπεριφορά του σε διαφορετικά πλαίσια. Παράλληλα, δεν χρειάζεται να υπάρχει διάγνωση για να αναγνωρίσουμε ότι μια σχέση είναι χειριστική ή βλαπτική.
6. Πώς καταλαβαίνω αν βρίσκομαι σε σχέση με άνθρωπο με έντονα ναρκισσιστικά ή ψυχοπαθητικά χαρακτηριστικά;
Δεν υπάρχει λίστα σημαδιών που να δίνει σίγουρη απάντηση, και οτιδήποτε υπόσχεται κάτι τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη. Πιο χρήσιμο είναι να παρατηρήσετε πώς νιώθετε εσείς μέσα στη σχέση: μπορείτε να διαφωνήσετε χωρίς να φοβάστε την τιμωρία ή την ταπείνωση; Υπάρχει χώρος και για τις δικές σας ανάγκες; Όταν πληγώνεστε, ο άλλος μπορεί να το αναγνωρίσει, ή το ίδιο μοτίβο επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά; Έχετε αρχίσει να αμφισβητείτε διαρκώς τη δική σας αντίληψη για όσα συμβαίνουν; Αν οι απαντήσεις σάς ανησυχούν, αυτό από μόνο του αξίζει προσοχή, δεν χρειάζεται πρώτα να βρείτε το σωστό «όνομα» για τον άλλον για να πάρετε σοβαρά υπόψη αυτά που βιώνετε.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.






