Υπάρχει ένας καθρέφτης που δεν κρέμεται πουθενά. Δεν δείχνει το πρόσωπό μας, δείχνει την ομάδα μας. Και κάπως έτσι, χωρίς να το προσέξουμε, μαθαίνουμε να νομίζουμε πως είναι το ίδιο πράγμα.
Η οικογένεια, οι φίλοι, η επαγγελματική ομάδα, η πατρίδα, ή οποιαδήποτε άλλη συλλογικότητα μπορεί να γίνει μέρος του πώς νιώθουμε τον εαυτό μας. Μέσα από το «εμείς», αποκτούμε την αίσθηση ότι δεν είμαστε μόνοι, ότι κάπου ανήκουμε, ότι κάποιος θα καταλάβει χωρίς να χρειαστεί να εξηγήσουμε τα πάντα από την αρχή. Δεν υπάρχει τίποτα προβληματικό σε αυτό. Το ζήτημα είναι αλλού.
Δεν αρχίζει όταν αγαπάμε την ομάδα μας. Αρχίζει όταν η αξία της χρειάζεται να επιβεβαιωθεί απ’ έξω για να νιώσουμε εμείς οι ίδιοι ότι αξίζουμε.
Τότε η σχέση με την ομάδα αλλάζει μορφή. Η κριτική δεν ακούγεται πια σαν μια διαφορετική άποψη, αλλά σαν απειλή. Η επιτυχία της ομάδας μπορεί να δώσει μια έντονη, σχεδόν σωματική ικανοποίηση, ενώ η αμφισβήτησή της να προκαλέσει έναν θυμό δυσανάλογο με την αφορμή. Και όσο πιο πολύ χρειάζεται να προστατευτεί η εικόνα του «εμείς», τόσο πιο εύκολα χωρίζεται ο κόσμος σε όσους μας αναγνωρίζουν και σε όσους, έτσι νιώθουμε, μας υποτιμούν.
Ο συλλογικός ναρκισσισμός είναι η πεποίθηση ότι η ομάδα στην οποία ανήκουμε είναι ξεχωριστή και εξαιρετική, μαζί με την έντονη ανάγκη να αναγνωρίζεται αυτή η αξία από τους άλλους. Δεν ταυτίζεται με την απλή υπερηφάνεια ή την υγιή ταύτιση με μια ομάδα.
Τι είναι ο συλλογικός ναρκισσισμός
Αυτό, ακριβώς εδώ, είναι το σημείο όπου μπαίνει η έννοια του συλλογικού ναρκισσισμού, όχι ως ετικέτα για κάθε δυνατή ομαδική ταύτιση, αλλά ως περιγραφή μιας συγκεκριμένης, πιο εύθραυστης σχέσης μαζί της.
Ο συλλογικός ναρκισσισμός αναφέρεται στην πεποίθηση ότι η ομάδα μας είναι εξαιρετική, μαζί με την αίσθηση ότι οι άλλοι δεν την αναγνωρίζουν όσο θα έπρεπε. Η ομάδα μπορεί να είναι έθνος, θρησκευτική κοινότητα, πολιτικός χώρος, επαγγελματική ομάδα, δηλαδή οτιδήποτε στο οποίο έχουμε επενδύσει σημαντικό κομμάτι της ταυτότητάς μας. Το στοιχείο που μετράει δεν είναι η θετική εικόνα από μόνη της. Είναι η ανάγκη να επιβεβαιωθεί απέξω.
Δεν πρόκειται, βέβαια, για το ίδιο ακριβώς φαινόμενο με τον ατομικό ναρκισσισμό, μοιράζεται, όμως, τον πυρήνα του: μια αξία που δεν αντέχει να στέκεται μόνη της, χωρίς κάποιον απέξω να την επιβεβαιώνει.
Ένας άνθρωπος μπορεί να αγαπά την πατρίδα του, να χαίρεται για την ομάδα του, χωρίς να χρειάζεται να αποδείξει ότι είναι καλύτερη από τις άλλες. Η υπερηφάνεια αντέχει τη σύγκριση. Η ανάγκη επιβεβαίωσης, όχι.
Η διαφορά, δηλαδή, δεν βρίσκεται τόσο στο περιεχόμενο της πεποίθησης, «η ομάδα μου είναι σημαντική» μπορεί να το πει κανείς με πολλούς τρόπους, όσο στο τι συμβαίνει όταν κάποιος αμφισβητήσει αυτή την πεποίθηση. Μια σταθερή, ασφαλής σχέση με την ομάδα αντέχει την αμφισβήτηση χωρίς να κλονίζεται. Μια σχέση που χρειάζεται συνεχή εξωτερική επιβεβαίωση, όχι.
Όταν η αναγνώριση γίνεται ανάγκη
Η διαφορά αυτή γίνεται πιο απτή όταν κοιτάξουμε τι ακριβώς συμβαίνει μέσα μας όταν η αναγνώριση καθυστερεί.
Το να θέλουμε να εκτιμάται αυτό στο οποίο ανήκουμε δεν είναι παράξενο. Χαιρόμαστε όταν οι άλλοι σέβονται την κοινότητά μας. Στον συλλογικό ναρκισσισμό, όμως, αυτή η ανάγκη αποκτά μεγαλύτερη ένταση: η αναγνώριση δεν είναι απλώς ευχάριστη, γίνεται απαραίτητη για να κρατηθεί όρθια η εικόνα που έχουμε για την ομάδα μας. Όταν οι άλλοι δεν ανταποκρίνονται όπως περιμένουμε, εμφανίζεται ένα αίσθημα στέρησης, δηλαδή κάπως σαν να περιμένεις έναν έπαινο που δεν έρχεται ποτέ, και να νιώθεις πως κάτι σου οφείλεται.
Όσο περισσότερο επενδύουμε στην ιδέα ότι η ομάδα μας είναι ξεχωριστή, τόσο περισσότερο χρειαζόμαστε να μας το επιβεβαιώνουν. Και όσο περισσότερο το χρειαζόμαστε, τόσο πιο δύσκολα ανεχόμαστε όποιον δεν το κάνει.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πίσω από κάθε συλλογικό ναρκισσισμό κρύβεται χαμηλή αυτοεκτίμηση. Η σχέση ανάμεσα στην προσωπική και τη συλλογική εικόνα του εαυτού είναι πιο περίπλοκη απ’ αυτό. Η έρευνα, πάντως, συνδέει το φαινόμενο περισσότερο με μια ευάλωτη, αμυντική ανάγκη επιβεβαίωσης παρά με μια σταθερή και ήρεμη εκτίμηση της ομάδας. Γι’ αυτό και η εικόνα της παντοδυναμίας μπορεί να συνυπάρχει με έντονη ευαισθησία απέναντι στην αμφισβήτηση: όσο περισσότερο η ομάδα χρειάζεται να θεωρείται ξεχωριστή, τόσο πιο δύσκολο μπορεί να γίνεται να αντέξει την αμφισβήτηση της αξίας της. Η αίσθηση μεγαλείου και η ευθραυστότητα δεν αναιρούν η μία την άλλη. Μπορούν να στέκονται δίπλα δίπλα.
Η ευαλωτότητα πίσω από την αίσθηση μεγαλείου, άλλωστε, είναι ένα μοτίβο που συναντάμε και σε πιο προσωπικό επίπεδο, όχι μόνο στις ομάδες.
Όταν η ομάδα αισθάνεται ότι απειλείται
Αυτή η ευθραυστότητα δεν μένει θεωρητική. Φαίνεται πιο καθαρά τη στιγμή που κάτι μοιάζει να θίγει την ομάδα.
Κάποιος διαβάζει ένα σχόλιο που θεωρεί προσβλητικό. Πριν προλάβει καν να απαντήσει, νιώθει το σαγόνι του να σφίγγεται, το σώμα του να «ανεβαίνει». Η πρώτη σκέψη δεν είναι να εξετάσει τι ακριβώς ειπώθηκε. Είναι: «Πάλι τα ίδια. Πάλι μας υποτιμούν». Ο θυμός φτάνει πριν από τη σκέψη, όχι επειδή η προσβολή δεν είναι υπαρκτή, αλλά επειδή το σώμα έχει ήδη αποφασίσει τι σημαίνει.
«Δεν με πείραξε τόσο αυτό που είπε για μένα», μου είπε κάποτε κάποιος. «Με πείραξε που μίλησε έτσι για εμάς. Είναι σαν να μας θεωρεί όλους κατώτερους.» Σε μια τέτοια στιγμή, η κριτική δεν παραμένει κριτική. Γίνεται κάτι πιο προσωπικό απ’ όσο θα ήταν αν αφορούσε μόνο εμάς.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η απειλή είναι πάντα φανταστική. Οι ομάδες μπορεί πράγματι να αντιμετωπίζουν αδικία, αποκλεισμό, εχθρότητα. Ο συλλογικός ναρκισσισμός αφορά περισσότερο τον τρόπο με τον οποίο βιώνεται και ερμηνεύεται αυτή η απειλή, ιδιαίτερα όταν η ανάγκη να αποκατασταθεί η αξία της ομάδας είναι ήδη πολύ έντονη. Σε τέτοιες συνθήκες, γίνεται δυσκολότερο να αναγνωριστεί ένα λάθος της ομάδας, γιατί η παραδοχή του μοιάζει να αποδυναμώνει ό,τι προσπαθούμε να κρατήσουμε όρθιο.
Σε πειραματικές μελέτες, ο συλλογικός ναρκισσισμός συνδέθηκε με πιο έντονες εκδικητικές και εχθρικές αντιδράσεις όταν η ομάδα δεχόταν κριτική. Δεν αφορά μόνο αυτό που πραγματικά συνέβη. Αφορά και το τι σημαίνει το γεγονός για το ποιοι νομίζουμε ότι είμαστε.
«Εμείς» και «οι άλλοι»
Κι όταν το «ποιοι είμαστε» χρειάζεται συνεχή προστασία, τα όρια ανάμεσα στο «εμείς» και στο «εκείνοι» γίνονται κι αυτά πιο έντονα.
Οι άνθρωποι αρχίζουν τότε να αξιολογούν όχι μόνο τι συμβαίνει μέσα στην ομάδα τους, αλλά και πώς αυτή στέκεται απέναντι στους άλλους. Η διαδικασία δεν είναι πάντα συνειδητή. Μπορεί να ξεκινήσει από μια γενική αίσθηση — «εμείς είμαστε διαφορετικοί» — και να καταλήξει σταδιακά στην πεποίθηση ότι οι άλλοι δεν μπορούν να μας καταλάβουν ή έχουν κάτι εναντίον μας.
Σε μια συζήτηση, κάποιος ακούει μια κριτική για την ομάδα του και απαντά: «Δεν γίνεται να το βλέπεις έτσι αν δεν είσαι ένας από εμάς». Η συζήτηση έχει ήδη μετακινηθεί. Δεν εξετάζεται πια αν η κριτική είναι σωστή. Το ερώτημα έχει γίνει ποιος δικαιούται να μιλήσει.
Ένας κοινός αντίπαλος μπορεί τότε να λειτουργήσει σαν ισχυρός παράγοντας συσπείρωσης, ενισχύει τα όρια της ομάδας, δίνει ένα σαφές σημείο γύρω από το οποίο οργανώνεται το «εμείς». Δεν χρειάζεται, όμως, να υπάρχει πάντα ένας πραγματικός, ενιαίος εχθρός. Μερικές φορές, αρκεί η κοινή πεποίθηση ότι κάποιος άλλος μάς υποτιμά ή μας στερεί αυτό που δικαιούμαστε.
Το περιβάλλον γύρω μας — πολιτικό, κοινωνικό, ακόμα και ψηφιακό — μπορεί να κάνει αυτή τη μετάβαση πολύ πιο εύκολη, προσφέροντας συνεχώς νέες αφορμές να νιώσουμε ότι κάποιος απειλεί το «εμείς».
Εδώ χρειάζεται μια διάκριση. Το να νιώθει κάποιος βαθιά συνδεδεμένος με μια ομάδα δεν σημαίνει αυτόματα ότι χρειάζεται να μειώσει τους άλλους. Η έρευνα δείχνει, μάλιστα, ότι μια πιο ασφαλής θετική σχέση με την ομάδα μπορεί να συνυπάρχει με μεγαλύτερη ανοχή προς όσους δεν ανήκουν σε αυτήν. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η αξία του «εμείς» εξαρτάται όλο και περισσότερο από την υποτίμηση του «εκείνοι».
Όταν η ομάδα γίνεται καθρέφτης του εαυτού
Υπάρχει κι ένα ακόμη επίπεδο σε όλο αυτό, πιο εσωτερικό: το πόσο βαθιά εμπλέκεται η εικόνα της ομάδας με την εικόνα του εαυτού.
Για ορισμένους ανθρώπους, η ομάδα δεν είναι απλώς ένα κοινωνικό περιβάλλον. Είναι μέρος του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους. Οι επιτυχίες της τους κάνουν περήφανους σαν να ήταν δικές τους, οι δε αποτυχίες της τούς αγγίζουν με τρόπο που δεν εξηγείται εύκολα μόνο από λογική συμπόνια. Ως έναν βαθμό, αυτό είναι φυσικό. Οι ομάδες στις οποίες ανήκουμε αποτελούν μέρος της ταυτότητάς μας. Τα δύσκολα αρχίζουν όταν η προσωπική αίσθηση αξίας εξαρτάται υπερβολικά από αυτή την εικόνα, όταν γίνεται δύσκολο να πούμε «η ομάδα μου έχει αξία, χωρίς να χρειάζεται να είναι τέλεια».
Καμιά φορά αυτή η εξάρτηση δεν ξεκινά στο παρόν. Μπορεί να έχει ρίζες πιο παλιές, σε μια εποχή που η αίσθηση τού πόσο αξίζεις δεν μπορούσε ακόμα να σταθεί μόνη της, αλλά χρειαζόταν κάποιον να σε δει και να σου το επιστρέψει πίσω, με το βλέμμα του ή με τα λόγια του. Όταν αυτό το βλέμμα έχει λείψει, ή ήταν ασταθές και υπό όρους, η ανάγκη αυτή δεν εξαφανίζεται. Απλώς ψάχνει αργότερα κάτι άλλο για να την ανεβάσει. Μια ομάδα μπορεί να γίνει τόσο σημαντική, ώστε να προσφέρει κάτι από εκείνα που ένα σημαντικό πρόσωπο δεν πρόλαβε ή δεν μπόρεσε να προσφέρει. Δεν είναι πάντα έτσι, φυσικά. Υπάρχουν και πολύ πιο απλές, πιο κοινωνικές διαδρομές προς το ίδιο μοτίβο. Αλλά όταν η ανάγκη επιβεβαίωσης είναι ιδιαίτερα επίμονη και επιτακτική, αξίζει η σκέψη να πάει και προς τα εκεί.
Ο καθρέφτης λειτουργεί κανονικά όσο η εικόνα είναι καλή. Το πρόβλημα αρχίζει να φαίνεται τη στιγμή που ραγίζει.
Αυτό εξηγεί γιατί κάποιες αντιδράσεις σε ομαδικές αντιπαραθέσεις όπως, για παράδειγμα, μια συζήτηση για έναν αγώνα, μια πολιτική διαφωνία ή μια κριτική προς μια κοινότητα, παίρνουν πολύ πιο έντονες συγκριτικά με την αφορμή που τις προκάλεσε. Δεν σημαίνει, βέβαια, ότι κάθε έντονη αντίδραση κρύβει συλλογικό ναρκισσισμό, ούτε ότι από μια μεμονωμένη συμπεριφορά μπορούμε να συμπεράνουμε την ύπαρξη κάποιας συγκκριμένης διαταραχής σε κάποιον. Η έννοια έχει αξία όταν βοηθά να δούμε ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο, όχι όταν γίνεται ετικέτα που βασίζεται σε μια στιγμή.
Να ανήκουμε χωρίς να χρειάζεται να είμαστε ανώτεροι
Ίσως το ερώτημα, τελικά, δεν είναι πώς θα πάψουμε να ανήκουμε κάπου, αλλά τι είδους ανήκειν αντέχει την αμφιβολία, την κριτική ή την αμφισβήτηση.
Δεν χρειάζεται να απομακρυνθούμε από τις ομάδες μας στις οποίες ανήκουμε για να αποφύγουμε αυτό το μοτίβο. Χρειάζεται περισσότερο μια σχέση μαζί τους που να μην εξαρτά την προσωπική μας αξία από το πόσο ανώτερες φαίνονται στα μάτια των άλλων. Μπορούμε να αγαπάμε την ομάδα μας χωρίς να χρειάζεται να είναι τέλεια, να την υπερασπιζόμαστε χωρίς να θεωρούμε εχθρό όποιον διαφωνεί.
Δεν είναι λύση να πάψουμε να ανήκουμε κάπου. Η λύση είναι να μη χρειαζόμαστε πια η ομάδα μας να είναι ανώτερη για να νιώσουμε ότι αξίζει το να ανήκουμε εκεί.
Υπάρχουν στιγμές που το βλέπεις καθαρά σε κάποιον: ακούει μια βαριά κριτική για την ομάδα του, τη σκέφτεται λίγο, και λέει «ναι, εδώ έκαναν λάθος», χωρίς η φωνή του να τρέμει, χωρίς να χρειαστεί να υπερασπιστεί κάτι αμέσως. Αυτό δεν σημαίνει αδιαφορία για την ομάδα του. Σημαίνει την ύπαρξη μιας ασφάλειας που δεν εξαρτάται από το αν εκείνη θα είναι πάντα αλάνθαστη.
Μια πιο ώριμη σχέση με το «εμείς» αφήνει χώρο και για το «εγώ» και για το «εσύ». Μπορούμε να πούμε «η ομάδα μου έκανε λάθος» χωρίς αυτό να σημαίνει «η ομάδα μου δεν αξίζει», χωρίς να χρειάζεται να βρούμε αμέσως κάποιον να κατηγορήσουμε. Αυτό προϋποθέτει μια εσωτερική ασφάλεια, και όχι μια βεβαιότητα πως δεν θα μας πληγώσει τίποτα, αλλά την αίσθηση ότι, αν μας πληγώσει, δεν θα καταρρεύσουμε.
Κάπου εδώ μπερδεύεται το πράγμα: γιατί το να τρέφουμε έντονα αισθήματα για την ομάδα μας δεν είναι το ίδιο με το να έχουμε ανάγκη να είναι πάντα αλάνθαστη. Το πρώτο σημαίνει ύπαρξη ισχυρού δεσμού. Το δεύτερο είναι εξάρτηση. Και οι δύο εκδοχές μπορεί να μοιάζουν μεταξύ τους απ’ έξω, μέχρι τη στιγμή που κάτι δοκιμάσει τις αντοχές τους.
Το ερώτημα, ίσως, δεν είναι αν χρειαζόμαστε την ομάδα μας, όποι τη χρειαζόμαστε με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Είναι τι θα συνέβαινε αν εκείνη έκανε κάποια στιγμή ένα σοβαρό λάθος, και αν θα άντεχε ο εαυτός μας να το δει καθαρά χωρίς να νιώσει ότι καταρρέει μαζί της. Δεν είναι ερώτημα που απαντιέται μια φορά και κλείνει. Ξαναγυρίζει, κάθε φορά που κάτι μας θίγει.
Συχνές ερωτήσεις
Εδώ αξίζει να έχουμε 5 ερωτήσεις, γιατί υπάρχουν αρκετές φυσικές απορίες γύρω από τον όρο.
1. Τι είναι ο συλλογικός ναρκισσισμός;
Ο συλλογικός ναρκισσισμός είναι η πεποίθηση ότι η ομάδα στην οποία ανήκουμε είναι εξαιρετική και ιδιαίτερη, μαζί με την ανάγκη να αναγνωρίζεται αυτή η αξία από τους άλλους. Δεν αφορά απλώς την υπερηφάνεια ή την αγάπη για μια ομάδα.
2. Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον συλλογικό ναρκισσισμό και την υγιή υπερηφάνεια για μια ομάδα;
Η υγιής υπερηφάνεια επιτρέπει να εκτιμούμε την ομάδα μας χωρίς να χρειάζεται να θεωρούμε τις άλλες κατώτερες. Στον συλλογικό ναρκισσισμό, αντίθετα, η αξία της ομάδας συνδέεται περισσότερο με την ανάγκη να αναγνωρίζεται ως ξεχωριστή και ανώτερη από τους άλλους.
3. Γιατί η κριτική προς μια ομάδα μπορεί να προκαλέσει τόσο έντονο θυμό;
Όταν η εικόνα της ομάδας έχει συνδεθεί στενά με την προσωπική ή συλλογική αίσθηση αξίας, η κριτική μπορεί να βιωθεί ως απειλή. Δεν αμφισβητείται τότε μόνο μια άποψη, αλλά μπορεί να μοιάζει ότι αμφισβητείται το ίδιο το «εμείς».
4. Συνδέεται ο συλλογικός ναρκισσισμός με την επιθετικότητα;
Μπορεί να συνδέεται με μεγαλύτερη εχθρότητα απέναντι σε άλλες ομάδες, ιδιαίτερα όταν υπάρχει η αίσθηση ότι η δική μας ομάδα απειλείται ή υποτιμάται. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος με συλλογικά ναρκισσιστικές πεποιθήσεις θα γίνει επιθετικός.
5. Μπορεί κάποιος να είναι περήφανος για την ομάδα του χωρίς να εμφανίζει συλλογικό ναρκισσισμό;
Ναι. Η περηφάνια, η σύνδεση και η αίσθηση του ανήκειν είναι φυσιολογικά στοιχεία της κοινωνικής ζωής. Η διαφορά βρίσκεται στο αν μπορούμε να εκτιμούμε την ομάδα μας χωρίς να χρειαζόμαστε την ανωτερότητά της ή την υποτίμηση των άλλων για να αισθανθούμε ότι έχει αξία.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.





