Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Γονεϊκές προσδοκίες και η δυσκολία να ζήσεις τη δική σου ζωή

Μερικές φορές οι γονεϊκές προσδοκίες δεν σταματούν στην παιδική ηλικία, αλλά συνεχίζουν να καθορίζουν σιωπηλά τις επιλογές, τις επιθυμίες και την εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας. Ένα άρθρο για τη δυσκολία να ξεχωρίσεις ποια ζωή είναι πραγματικά δική σου.

Υπάρχουν άνθρωποι που πετυχαίνουν ό,τι σχεδίασαν και νιώθουν ένα παράξενο, ανεξήγητο κενό ακριβώς εκεί που περίμεναν ικανοποίηση. Όχι θλίψη ακριβώς. Κάτι πιο συγκεκριμένο, πιο δύσκολο να αρθρωθεί, σαν να φοράνε ρούχα που τους κάθονται καλά αλλά ανήκουν σε κάποιον άλλον. Αυτή η αίσθηση έχει όνομα. Και το όνομά της δεν είναι αγνωμοσύνη, ούτε τεμπελιά, ούτε «δεν ξέρω τι θέλω από τη ζωή». Είναι η αργή συνειδητοποίηση ότι, κάπου στη διαδρομή, άρχισες να ζεις το όνειρο κάποιου άλλου χωρίς να το καταλάβεις.

Το πώς συμβαίνει αυτό είναι συνήθως λιγότερο δραματικό απ’ όσο φανταζόμαστε. Δεν υπάρχει πάντα μια ξεκάθαρη απαγόρευση ή μια ρητή απαίτηση. Υπάρχει κάτι πολύ πιο αθόρυβο: μια αόρατη γραμμή που χαράσσεται νωρίς, πριν ακόμα αποκτήσεις τη γλώσσα για να τη διακρίνεις ή να την αμφισβητήσεις. Και χωρίς να το καταλάβεις, αρχίζεις να περπατάς πάνω της.

 

 

 

 

Σιλουέτα γονέα στο κατώφλι με παιδί στο πάτωμα — γονεϊκές προσδοκίες και συναισθηματική πίεση
Η σκιά του γονέα πέφτει πάντα πρώτη                                                                                                          

 Το παιδί ως συνέχεια του ανεκπλήρωτου γονέα

Ο ψυχισμός του γονέα δεν είναι ποτέ λευκός καμβάς. Κουβαλά ανεκπλήρωτες επιθυμίες, φόβους, ματαιώσεις, πράγματα που δεν έγιναν ποτέ και άλλα που δεν τολμήθηκαν. Και όταν εμφανίζεται ένα παιδί — ανοιχτό, εξαρτημένο, εύπλαστο — γεννιέται συχνά ένας βαθύς και ανθρώπινος πειρασμός: να συνεχιστεί μέσα από εκείνο μια ιστορία που έμεινε μισή.

Η ψυχοδυναμική θεωρία έχει περιγράψει αυτή τη διαδικασία ως μια μορφή «ναρκισσιστικής επέκτασης». Όχι απαραίτητα με την καθημερινή έννοια του ναρκισσισμού, αλλά με την έννοια ότι ο γονέας δυσκολεύεται να δει το παιδί ως πλήρως ξεχωριστή ύπαρξη. Το παιδί γίνεται, ασυνείδητα, φορέας προσδοκιών που δεν του ανήκουν.

Ο γονιός που δεν έγινε ποτέ ο επιστήμονας που ονειρευόταν, η μητέρα που εγκατέλειψε τις σπουδές της, ο πατέρας που δεν τόλμησε ποτέ να ακολουθήσει την καλλιτεχνική του πλευρά — όλα αυτά μπορούν να μεταφερθούν αθόρυβα στο παιδί. Όχι σαν διαταγή, αλλά σαν συναισθηματικό κλίμα.

Και αυτό είναι που κάνει τη δυναμική τόσο δύσκολη να αναγνωριστεί. Οι περισσότερες γονεϊκές προσδοκίες δεν εκφράζονται ωμά. Εκφράζονται μέσα από μικρά, επαναλαμβανόμενα σήματα: έναν αναστεναγμό απογοήτευσης, ένα βλέμμα υπερηφάνειας που εμφανίζεται μόνο σε συγκεκριμένες επιτυχίες, μια ιδιαίτερη ζεστασιά όταν το παιδί κινείται προς τη «σωστή» κατεύθυνση.

Το παιδί δεν χρειάζεται να του εξηγήσει κανείς τι συμβαίνει. Το μαθαίνει συναισθηματικά. Μαθαίνει ποιες επιλογές φωτίζουν το σπίτι και ποιες το βαραίνουν.

Ο Donald Winnicott μίλησε για τον «Ψευδή Εαυτό», δηλαδή για εκείνο το κομμάτι του παιδιού που αρχίζει να προσαρμόζεται υπερβολικά στις ανάγκες του περιβάλλοντος, καταστέλλοντας σταδιακά τις αυθεντικές του παρορμήσεις. Είναι μια έννοια που επιστρέφει συχνά στο μυαλό όταν ακούει κανείς ενήλικες να μιλούν για τη ζωή τους με μια περίεργη αποστασιοποίηση, σαν να περιγράφουν κάποιον τρίτο, σαν να πρωταγωνιστούν σε μια ζωή που δεν έγραψαν οι ίδιοι. Η έννοια του Ψευδούς Εαυτού περιγράφει ακριβώς αυτή τη βαθιά προσαρμογή στις ανάγκες του περιβάλλοντος εις βάρος της αυθεντικής εμπειρίας του εαυτού.

Η αγάπη που μετατρέπεται σε χρέος

Στην ελληνική οικογένεια αυτή η δυναμική συχνά αποκτά μια επιπλέον συναισθηματική βαρύτητα. Πολλοί γονείς πράγματι στερήθηκαν, κουράστηκαν και δούλεψαν σκληρά για να προσφέρουν στα παιδιά τους ευκαιρίες που οι ίδιοι δεν είχαν. Αυτή η θυσία είναι αληθινή. Όμως μερικές φορές δημιουργεί και έναν αόρατο λογαριασμό.

Το παιδί μεγαλώνει με την αίσθηση ότι δεν δικαιούται να αποτύχει, να διαφοροποιηθεί ή να απομακρυνθεί, γιατί κάτι τέτοιο θα ακύρωνε όλες τις θυσίες που έγιναν γι’ αυτό. Η προσωπική επιθυμία αρχίζει τότε να μπερδεύεται με την ενοχή. «Εγώ έκανα τόσα για σένα» δεν χρειάζεται καν να ειπωθεί ξεκάθαρα. Μπορεί να υπάρχει παντού χωρίς λέξεις.

Κάπως έτσι, η ανεξαρτησία βιώνεται όχι ως φυσιολογική εξέλιξη αλλά ως μορφή προδοσίας. Και το πιο δύσκολο είναι ότι οι γονεϊκές προσδοκίες δεν μοιάζουν ξένες. Το παιδί τις εσωτερικεύει τόσο βαθιά ώστε συχνά πιστεύει ότι είναι δικές του. Ο έφηβος που λέει «θέλω να γίνω γιατρός» μπορεί να το εννοεί πραγματικά. Δεν έχει όμως τρόπο να γνωρίζει αν αυτή η επιθυμία γεννήθηκε αυθεντικά μέσα του ή αν διαμορφώθηκε αργά, μέσα από χρόνια επιβράβευσης, προσδοκιών και συναισθηματικής ταύτισης.

Κάποια όνειρα μοιάζουν δικά μας μόνο επειδή τα ακούμε τόσο νωρίς ώστε δεν θυμόμαστε ποτέ μια ζωή χωρίς αυτά.

Δύο διαφορετικές μορφές αντίστασης

Ο Αλέξης: η αντίσταση μέσω της αποτυχίας

Ο Αλέξης προέρχεται από οικογένεια επιτυχημένων επιχειρηματιών. Η προσδοκία ήταν σαφής: θα αναλάμβανε την οικογενειακή επιχείρηση, θα συνέχιζε το όνομα, θα διατηρούσε τη συνέχεια. Ο ίδιος όμως αλλάζει συνεχώς κατεύθυνση. Αφήνει σπουδές στη μέση, ακυρώνει ευκαιρίες, καταστρέφει σχέδια λίγο πριν πετύχουν. Η οικογένειά του τον θεωρεί ανώριμο ή ασυνεπή.

Κάτω από αυτή τη συμπεριφορά, όμως, κρύβεται συχνά κάτι βαθύτερο.

Μερικές φορές το αυτοσαμποτάζ δεν είναι τεμπελιά. Είναι η μοναδική διαθέσιμη μορφή αντίστασης. Όταν κάποιος δεν μπορεί ακόμα να πει ανοιχτά «δεν θέλω αυτή τη ζωή», αρχίζει ασυνείδητα να τη διαλύει. Υπάρχει κάτι τραγικό σε αυτό, αλλά και βαθιά ανθρώπινο. Προτιμά να θεωρείται αποτυχημένος με τους δικούς του όρους παρά επιτυχημένος με τους όρους κάποιου άλλου.

Η Ελένη: η επιτυχία ως ξένη ζωή

Η Ελένη μοιάζει εκ πρώτης όψεως εντελώς διαφορετική περίπτωση.

Καταξιωμένη δικηγόρος, συνεργάτιδα σε μεγάλη εταιρεία, επιτυχημένη με κάθε κοινωνικό κριτήριο. Η μητέρα της, που εγκατέλειψε νωρίς τις δικές της φιλοδοξίες, επένδυσε συναισθηματικά ολόκληρη την ύπαρξή της στην πορεία της κόρης. Κάθε επιτυχία της Ελένης γινόταν και μια μορφή δικαίωσης για τη μητέρα της.

Σήμερα, στα σαράντα της, δυσκολεύεται να θυμηθεί πότε έκανε τελευταία κάτι χωρίς να φανταστεί πρώτα την αντίδραση της μητέρας της. Λέει ότι μετά από κάθε μεγάλη επαγγελματική επιτυχία νιώθει κυρίως ανακούφιση, όχι χαρά. Σαν να απέφυγε μια καταστροφή, όχι σαν να κέρδισε κάτι.

Πριν από λίγες εβδομάδες πήγε σε ένα μάθημα κεραμικής. Ήταν κάτι που ήθελε χρόνια να δοκιμάσει. Δεν το είπε στη μητέρα της. Δεν μπορούσε ούτε η ίδια να εξηγήσει γιατί.

Ο ένας καταστρέφει τη ζωή που δεν θέλει να ζήσει (Αλέξης). Η άλλη τη χτίζει άψογα χωρίς να τη νιώθει δική της (Ελένη).

Δύο διαφορετικές τροχιές. Το ίδιο υπαρξιακό ερώτημα: πώς μπορώ να υπάρξω χωρίς να απογοητεύσω αυτούς που αγαπώ;

Δύο δρόμοι στην ομίχλη με μοναχικές σιλουέτες — γονεϊκές προσδοκίες και εσωτερικό αδιέξοδο
Δύο τροχιές. Η ίδια ερώτηση.

Όταν η επιτυχία δεν μοιάζει δική σου

Αυτή η ασυνείδητη συμφωνία δεν τελειώνει όταν κάποιος φεύγει από το πατρικό του σπίτι. Συνεχίζει να υπάρχει μέσα του, αλλάζοντας μορφές.

Πολλοί άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται καν τη σύνδεση με τους γονείς τους. Αυτό που βιώνουν είναι μια διάχυτη κόπωση, ένα αίσθημα κενού, μια δυσκολία να χαρούν τις ίδιες τους τις επιτυχίες, μια παράξενη κατάθλιψη που εμφανίζεται ακριβώς τη στιγμή της επίτευξης.

Υπάρχουν άνθρωποι που παθαίνουν κρίσεις πανικού λίγο μετά από μια μεγάλη προαγωγή. Άλλοι που νιώθουν ανεξήγητη αποσύνδεση τη στιγμή που αποκτούν όλα όσα κάποτε επιθυμούσαν. Σαν ο ψυχισμός να αναγνωρίζει ότι αυτή η επιτυχία εξυπηρετεί μια ξένη ιστορία.

Και τότε εμφανίζεται συχνά μια φράση εξαιρετικά αποκαλυπτική: «Δεν έχω δικαίωμα να παραπονιέμαι.» Αυτό ακριβώς το «δεν έχω δικαίωμα» αποκαλύπτει πόσο βαθιά η προσωπική αξία έχει συνδεθεί με την έγκριση των άλλων.

Υπάρχει επίσης μια ιδιαίτερα επώδυνη κατάσταση: ο άνθρωπος που ξέρει τι θέλει αλλά δεν μπορεί να κινηθεί προς αυτό. Σχεδιάζει, φαντάζεται, ετοιμάζεται, αλλά παραμένει ακίνητος. Αυτή η ακινησία δεν είναι πάντα αναβλητικότητα. Μερικές φορές είναι η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτό που επιθυμεί πραγματικά και σε αυτό που φοβάται ότι θα προκαλέσει στους ανθρώπους που αγαπά.

Η δύσκολη διαδικασία της αποδέσμευσης

Η αποδέσμευση από τις γονεϊκές προσδοκίες δεν συμβαίνει ξαφνικά. Δεν υπάρχει μια στιγμή «φώτισης» που λύνει οριστικά το πρόβλημα. Υπάρχουν υποτροπές. Επιστροφές. Ενοχές που εμφανίζονται ξανά τη στιγμή που πιστεύεις ότι τις ξεπέρασες. Υπάρχει θυμός που εναλλάσσεται με τρυφερότητα, και αγάπη που μπλέκεται με πικρία.

Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο κομμάτι: ότι οι άνθρωποι μπορούν να αγαπήσουν βαθιά τους γονείς τους και ταυτόχρονα να έχουν πληγωθεί βαθιά από εκείνους. Αυτές οι δύο αλήθειες συνυπάρχουν. 

Η διαδικασία της διαφοροποίησης συχνά απαιτεί να μπορέσει κανείς να δει τον γονέα του ως ξεχωριστό άνθρωπο και όχι μόνο ως πηγή έγκρισης ή απογοήτευσης.Ως κάποιον που επίσης κουβαλούσε φόβους, ματαιώσεις και πράγματα που δεν κατάφερε να επεξεργαστεί. Η κατανόηση όμως δεν σημαίνει δικαιολόγηση. Σημαίνει μόνο ότι αρχίζεις να βλέπεις πιο καθαρά τι πραγματικά συνέβη.

Το πένθος της αυθεντικής ζωής

Το να αφήσει κάποιος κάτω το βάρος των ανεκπλήρωτων ονείρων των γονιών του είναι μια αργή διαδικασία. Συμβαίνει σε μικρές, σχεδόν αθόρυβες στιγμές: όταν λες «όχι» χωρίς να απολογείσαι υπερβολικά, όταν επιλέγεις κάτι μόνο και μόνο επειδή το θέλεις, όταν σταματάς να χρειάζεσαι διαρκώς επιβεβαίωση για να νιώσεις ασφαλής.

Άδεια παλιά βαλίτσα σε ξύλινο πάτωμα — αποδέσμευση από το βάρος των γονεϊκών προσδοκιών
Κάποια πράγματα δεν χρειάζεται να τα κουβαλάς για πάντα.

Υπάρχει όμως και πένθος μέσα σε αυτή τη διαδικασία. Πένθος για όσα δεν σου επιτράπηκε να εξερευνήσεις, για τα κομμάτια του εαυτού σου που έμειναν πίσω, αλλά και για τον γονέα που ίσως δεν μπόρεσε ποτέ να σε δει πραγματικά όπως ήσουν. Είναι ένα βουβό πένθος, χωρίς τελετουργία και χωρίς σαφή ημερομηνία λήξης. Αλλά είναι απαραίτητο και αναπόφευκτο. Γιατί όσο δεν πενθείς αυτό που έχασες, συνεχίζεις να το κουβαλάς σαν χρέος.

Και κάποια στιγμή αρχίζεις να καταλαβαίνεις κάτι βαθιά απελευθερωτικό: δεν γεννήθηκες για να ολοκληρώσεις τη ζωή κάποιου άλλου. Ούτε για να διορθώσεις το παρελθόν του. Ούτε για να γίνεις η απόδειξη ότι οι θυσίες του είχαν νόημα.

Γεννήθηκες για να αποκτήσεις σταδιακά μια ζωή που να μπορείς να την αναγνωρίζεις ως δική σου.

 

Συχνές ερωτήσεις

Τι είναι οι γονεϊκές προσδοκίες;

Οι γονεϊκές προσδοκίες είναι οι συνειδητές ή ασυνείδητες επιθυμίες που προβάλλουν οι γονείς πάνω στο παιδί τους σχετικά με το ποιος πρέπει να γίνει, τι να πετύχει ή πώς να ζήσει τη ζωή του. Όταν είναι υπερβολικές ή άκαμπτες, μπορεί να επηρεάσουν βαθιά την προσωπική ταυτότητα του παιδιού.

 

Πώς καταλαβαίνει κάποιος ότι ζει τη ζωή κάποιου άλλου;

Συχνά εμφανίζεται ένα αίσθημα κενού ή αποσύνδεσης ακόμη και μετά από σημαντικές επιτυχίες. Ο άνθρωπος μπορεί να νιώθει ότι ακολουθεί μια πορεία που «έπρεπε» να ακολουθήσει, χωρίς να αναγνωρίζει πραγματικά τον εαυτό του μέσα σε αυτήν.

 

Τι είναι ο “Ψευδής Εαυτός” σύμφωνα με τον Winnicott;

Ο Donald Winnicott περιέγραψε τον “Ψευδή Εαυτό” ως μια ψυχική προσαρμογή κατά την οποία το παιδί καταπιέζει τις αυθεντικές του ανάγκες και συμπεριφέρεται με τρόπους που του εξασφαλίζουν αποδοχή και συναισθηματική ασφάλεια μέσα στην οικογένεια.

 

Μπορεί κάποιος να αποδεσμευτεί από τις γονεϊκές προσδοκίες;

Η αποδέσμευση είναι συνήθως μια αργή και δύσκολη διαδικασία που συνοδεύεται από ενοχές, αμφιθυμία και εσωτερικές συγκρούσεις. Ωστόσο, μέσα από την αυτογνωσία και τη βαθύτερη κατανόηση του εαυτού, πολλοί άνθρωποι καταφέρνουν σταδιακά να δημιουργήσουν μια ζωή που να τη νιώθουν πραγματικά δική τους.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *