Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Όταν η ανάγκη να νιώθουμε σημαντικοί γίνεται τρόπος να προστατεύουμε τον εαυτό μας

Η λέξη «ναρκισσισμός» χρησιμοποιείται πλέον πολύ εύκολα, για κάποιον που ασχολείται ιδιαίτερα με την εμφάνισή του, θέλει να ξεχωρίζει, μιλά συχνά για τον εαυτό του ή δυσκολεύεται να δεχτεί μια κριτική. Σχεδόν έγινε συνώνυμο του εγωκεντρισμού.

Κι όμως, ο μύθος από τον οποίο πήρε το όνομά του δεν μιλά για έναν άνθρωπο που αγαπά υπερβολικά τον εαυτό του. Μιλά για έναν άνθρωπο που δεν μπορεί να ξεκολλήσει από μια εικόνα στο νερό, γιατί χωρίς αυτήν δεν ξέρει ποιος είναι.

Ίσως να έχουμε γνωρίσει κάποιον που χρειάζεται διαρκώς επιβεβαίωση, δυσκολεύεται να παραδεχτεί ένα λάθος ή αλλάζει απότομα όταν δεν παίρνει την αναγνώριση που περιμένει. Ίσως πάλι να έχουμε αναρωτηθεί για τις δικές μας αντιδράσεις σε στιγμές απόρριψης, αποτυχίας ή αμφισβήτησης. Ο ναρκισσισμός αγγίζει όλα αυτά τα ερωτήματα, όχι πάντα με τον τρόπο που τον φανταζόμαστε.

Δεν είναι ζήτημα αυτοπεποίθησης. Είναι ζήτημα εξάρτησης: του πόσο, δηλαδή, στηρίζεται η αίσθηση της αξίας μας πάνω στην εικόνα που έχουμε για τον εαυτό μας, και στην επιβεβαίωση που παίρνουμε από τους άλλους.

Η δυσκολία αρχίζει όταν αυτή η ανάγκη —να νιώθει κανείς σημαντικός, ξεχωριστός, επαρκής— γίνεται τόσο σταθερή και έντονη ώστε καθορίζει το πώς βλέπει τον εαυτό του, πώς αντιμετωπίζει τους άλλους, πώς αντέχει την κριτική, την απόρριψη ή την αποτυχία. Πού βρίσκεται όμως αυτό το όριο;

Τι είναι ο ναρκισσισμός;

Ο ναρκισσισμός είναι ένας τρόπος λειτουργίας που χαρακτηρίζεται από έντονη ανάγκη για αναγνώριση, επιβεβαίωση και αίσθηση προσωπικής αξίας. Μπορεί να εκφράζεται μέσα από την ανάγκη να αισθάνεται κάποιος ξεχωριστός ή ανώτερος, την ευαισθησία στην κριτική και τη δυσκολία να αντέξει την απόρριψη ή την αποτυχία. Ο ναρκισσισμός δεν ταυτίζεται απαραίτητα με τη Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας, καθώς η διάκριση εξαρτάται από τη σταθερότητα, την ένταση και τις συνέπειες αυτού του τρόπου λειτουργίας.

Πού βρίσκεται το όριο

Σε κάποιο βαθμό, η ανάγκη να αισθανόμαστε ότι αξίζουμε και ότι έχουμε σημασία για τους άλλους είναι κομμάτι της ανθρώπινης ψυχικής ζωής. Χαιρόμαστε όταν μας επαινούν, απογοητευόμαστε όταν μας απορρίπτουν, νιώθουμε περήφανοι για κάτι που καταφέραμε. Υπάρχουν και στιγμές όπου όλοι λειτουργούμε πιο εγωκεντρικά: όταν απειλείται η αυτοεικόνα μας, μπορεί να δικαιολογήσουμε ένα λάθος ή να δυσκολευτούμε προσωρινά να ακούσουμε την κριτική του άλλου. Αυτό, από μόνο του, δεν είναι διαταραχή.

Η φροντίδα της εμφάνισης δεν είναι ναρκισσισμός. Ούτε η φιλοδοξία, η χαρά για μια διάκριση, η ανάγκη να ακούσουμε κάτι καλό. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει υψηλή αυτοεκτίμηση χωρίς να χρειάζεται να νιώθει ανώτερος, ή να είναι περήφανος χωρίς να απαιτεί θαυμασμό, να διεκδικεί μια καλύτερη θέση στη δουλειά του χωρίς να θεωρεί κατώτερους τους γύρω του.

Αυτό που μετράει είναι το μοτίβο, όχι η μεμονωμένη στιγμή. Ακόμη και μια έντονα εγωκεντρική αντίδραση σε μια δύσκολη περίοδο δεν αρκεί για να μιλήσουμε για «νάρκισσο». Μπορεί απλώς να είναι μια άμυνα μπροστά σε ένα πλήγμα, μια πλευρά που δεν αντιπροσωπεύει το σύνολο του τρόπου με τον οποίο κάποιος σχετίζεται. Η συχνότητα, η ένταση και η διάρκεια είναι αυτά που δείχνουν πού βρίσκεται πραγματικά το όριο ανάμεσα σε μια ανθρώπινη αντίδραση και σε έναν σταθερό τρόπο λειτουργίας.

Λεπτό όριο ανάμεσα στο νερό και την άμμο στην ακτή
Ένα λεπτό όριο ανάμεσα σε δύο σχεδόν όμοιες επιφάνειες.

Τι κρύβεται πίσω από την ανάγκη για επιβεβαίωση

Αν το όριο βρίσκεται στο μοτίβο και όχι στη μεμονωμένη στιγμή, τότε αξίζει να ρωτήσουμε τι ακριβώς επαναλαμβάνεται. Στην εξωτερική του μορφή, ο ναρκισσισμός μπορεί να μοιάζει με υπερβολική αυτοπεποίθηση. Πίσω όμως από την ανάγκη να φαίνεται κάποιος δυνατός, ξεχωριστός ή επιτυχημένος, υπάρχει συχνά μια πολύ πιο εύθραυστη αίσθηση προσωπικής αξίας.

Όταν η εικόνα του εαυτού χρειάζεται διαρκώς να επιβεβαιώνεται από τους άλλους, η αναγνώριση αποκτά δυσανάλογη σημασία. Ο θαυμασμός, η επιτυχία, η αίσθηση ότι κάποιος έχει ξεχωριστή θέση, μπορούν προσωρινά να προσφέρουν ασφάλεια. Η απόρριψη, η αποτυχία ή η αμφισβήτηση, αντίθετα, προκαλούν αναστάτωση πολύ πιο έντονη απ’ όσο θα δικαιολογούσε η αφορμή. Δεν μπορούμε να αποδώσουμε αυτόν τον τρόπο λειτουργίας σε έναν μόνο παράγοντα. Οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, η ανάπτυξη της αυτοεκτίμησης, οι σχέσεις με τους σημαντικούς άλλους συμβάλλουν, ο καθένας με τον δικό του τρόπο, στο πώς ένας άνθρωπος μαθαίνει να προστατεύει την εικόνα του.

Σε μια συνεδρία, ένας άνδρας μιλούσε για μια επαγγελματική αποτυχία. Περιέγραφε με λεπτομέρεια όλα όσα είχε κάνει σωστά και όλα τα λάθη των άλλων, αλλά δυσκολευόταν να αναφερθεί στο δικό του συναίσθημα. Όταν ρωτήθηκε τι σήμαινε γι’ αυτόν το ότι αυτή τη φορά δεν τα κατάφερε, έμεινε σιωπηλός για λίγο και είπε: «Ίσως τελικά να μην είμαι τόσο ικανός όσο νόμιζα». Μια αποτυχία είχε μετατραπεί, μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, από ένα συγκεκριμένο γεγονός σε αμφισβήτηση ολόκληρης της αξίας του.

Ραγισμένη πορσελάνινη μάσκα που συμβολίζει την εύθραυστη εικόνα του εαυτού
Μια ρωγμή στην εικόνα του εαυτού πίσω από την εξωτερική συγκρότηση.

Αυτό δείχνει κάτι για τη σχέση του ναρκισσισμού με τη ντροπή. Όταν κάποιος χρειάζεται να αισθάνεται ξεχωριστός ή άψογος, το να νιώσει ότι απέτυχε, ότι δεν αναγνωρίστηκε, ότι δεν ήταν αρκετά καλός, δεν είναι απλή απογοήτευση. Μπορεί να ενεργοποιήσει ένα βαθύτερο, πιο τρομακτικό αίσθημα: «κάτι δεν πάει καλά με εμένα».

Ένας άλλος άνθρωπος, που στην καθημερινότητά του παρουσιαζόταν ιδιαίτερα σίγουρος για τον εαυτό του, μιλούσε στη συνεδρία για μια πρόσφατη κριτική. Στην αρχή, τη διηγιόταν με θυμό, απαξιώνοντας εκείνον που την είχε ασκήσει. Καθώς όμως προχωρούσε η συζήτηση, η φωνή του χαμήλωσε: «Το χειρότερο δεν είναι ότι μου το είπε. Είναι ότι για μια στιγμή φοβήθηκα πως μπορεί να έχει δίκιο». Πίσω από τον θυμό, είχε αρχίσει να φαίνεται ο φόβος της ανεπάρκειας που μέχρι τότε προσπαθούσε να μην νιώσει.

Η υπεροχή και η ευαλωτότητα, λοιπόν, δεν είναι πάντα αντίθετες έννοιες. Συχνά είναι δύο διαφορετικοί τρόποι να προστατεύει κάποιος την ίδια εύθραυστη αίσθηση αξίας.

Δύο πρόσωπα του ίδιου μηχανισμού

Αυτή η διπλή όψη, η υπεροχή που κρύβει ευαλωτότητα, παίρνει στην πράξη δύο αναγνωρίσιμα πρόσωπα. Στη μεγαλειώδη έκφρασή του, ο ναρκισσισμός μπορεί να δείχνει εξωστρέφεια, κυριαρχικότητα, επιδεικτικότητα, έντονη ανάγκη αναγνώρισης, την πεποίθηση ότι κάποιος είναι ανώτερος. Το άτομο αναζητά να είναι το επίκεντρο και δυσκολεύεται ιδιαίτερα όποτε αμφισβητείται η εικόνα του.

Στον ευάλωτο ναρκισσισμό, η εικόνα είναι σχεδόν αντίστροφη: εσωστρέφεια, υπερευαισθησία, αμφιβολία για τον εαυτό, ιδιαίτερη ευαλωτότητα στην απόρριψη. Η ανάγκη για αναγνώριση δεν εκφράζεται ως απαίτηση θαυμασμού, αλλά μέσα από την ανάγκη να τον καθησυχάζουν, να τον φροντίζουν, να αναγνωρίζουν πόσο ιδιαίτερη είναι η κατάστασή του.

Σε μια συνεδρία, ένας άνθρωπος μιλούσε με μεγάλη βεβαιότητα για τις ικανότητές του και για το πόσο δύσκολο ήταν να βρει ανθρώπους που να μπορούν πραγματικά να τον καταλάβουν. Λίγο αργότερα, αναφερόμενος στην ίδια σχέση, είπε ότι αισθανόταν πως κανείς δεν τον εκτιμούσε και ότι ίσως τελικά «δεν ήταν αρκετός». Οι δύο εικόνες έμοιαζαν αρχικά αντιφατικές — από τη μία η αίσθηση ότι είναι ξεχωριστός και από την άλλη ο φόβος ότι δεν έχει αρκετή αξία. Μπορεί όμως να αποτελούν δύο εκφράσεις της ίδιας ανάγκης: να προστατευτεί η αίσθηση του εαυτού τη στιγμή που νιώθει πως απειλείται.

Δύο διαφορετικές μορφές μέσα στην ίδια ανθρώπινη φιγούρα
Δύο διαφορετικές εκφράσεις της ίδιας εσωτερικής ανάγκης.

Δεν χρειάζεται, λοιπόν, να αντιμετωπίζουμε αυτές τις δύο μορφές σαν δύο απόλυτα ξεχωριστά «είδη ανθρώπων». Η μεγαλειώδης εικόνα και η ευάλωτη εικόνα μπορεί να φαίνονται πολύ διαφορετικές, αλλά σε αρκετές περιπτώσεις υπηρετούν τον ίδιο σκοπό: να προστατεύσουν μια αίσθηση προσωπικής αξίας που δυσκολεύεται να αντέξει την αμφισβήτηση. Η ναρκισσιστική λειτουργία μπορεί να εκφράζεται διαφορετικά ανάλογα με την προσωπικότητα, τις συνθήκες και το τι ακριβώς απειλεί, κάθε φορά, την εικόνα εαυτού.

Κι εδώ αξίζει μια διάκριση που συχνά χάνεται. Η υγιής αυτοεκτίμηση επιτρέπει σε κάποιον να νιώθει ότι έχει αξία ακόμη κι όταν δεν είναι ο καλύτερος, δεν πετυχαίνει πάντα, δεν παίρνει την αναγνώριση που θα ήθελε. Μπορεί να παραδεχτεί ένα λάθος, να δεχτεί ότι κάποιος άλλος έχει δίκιο, να αντέξει μια αποτυχία χωρίς να αισθανθεί ότι χάνει την αξία του. Στον ναρκισσιστικό τρόπο λειτουργίας, τέτοιες παραδοχές γίνονται πολύ πιο δύσκολες, ειδικά όταν απειλούν μια ήδη εύθραυστη εικόνα. Γι’ αυτό η εξωτερική αυτοπεποίθηση δεν πρέπει να συγχέεται με την εσωτερική ασφάλεια: κάποιος μπορεί να φαίνεται απόλυτα σίγουρος για τον εαυτό του και ταυτόχρονα να εξαρτά, σε μεγάλο βαθμό, την αίσθηση της αξίας του από την αποδοχή των άλλων.

Μέσα στη σχέση

Όσο αυτή η εξάρτηση παραμένει αόρατη, είναι εύκολο να περάσει απαρατήρητη. Στις στενές σχέσεις, όμως, δύσκολα κρύβεται, γιατί μια σχέση απαιτεί κάτι που ο ναρκισσιστικός τρόπος λειτουργίας δυσκολεύεται να προσφέρει: αμοιβαιότητα. Στην αρχή, μπορεί να υπάρχει έντονο ενδιαφέρον, γοητεία, θαυμασμός. Όσο όμως η σχέση προχωρά, ο άλλος αρχίζει φυσιολογικά να έχει δικές του ανάγκες, επιθυμίες, διαφωνίες, όρια — κι εκεί μπορεί να εμφανιστεί η δυσκολία.

Ένας σύντροφος λέει ήρεμα: «Με στενοχώρησε που δεν με άκουσες χθες. Θα ήθελα να μπορούμε να μιλάμε χωρίς να φεύγεις από τη συζήτηση». Η φράση θα μπορούσε να ανοίξει έναν διάλογο. Αν όμως βιωθεί ως αμφισβήτηση της αξίας του, η κατεύθυνση αλλάζει: «Εγώ δεν σε ακούω; Μετά από όλα όσα κάνω για σένα; Εσύ ποτέ δεν εκτιμάς τίποτα. Πάντα εγώ φταίω». Μέσα σε λίγα λεπτά, το αρχικό παράπονο έχει χαθεί. Η συζήτηση δεν αφορά πια το τι συνέβη, αλλά ποιος αδικεί ποιον, ποιος προσφέρει περισσότερο, ποιος έχει δικαίωμα να νιώθει πληγωμένος.

Δύο άνθρωποι καθισμένοι μακριά ο ένας από τον άλλον, συνδεδεμένοι με μια λεπτή κλωστή
Όταν η σύνδεση παραμένει, αλλά η αμοιβαιότητα αρχίζει να φθείρεται.

Αυτό που συμβαίνει εκεί δεν χρειάζεται ταμπέλα για να αναγνωριστεί: η ανάγκη να προστατευτεί η εικόνα του εαυτού έχει γίνει, εκείνη τη στιγμή, ισχυρότερη από την ανάγκη να κατανοηθεί ο άλλος. Αν αυτό επαναλαμβάνεται συστηματικά, η σχέση χάνει σταδιακά την αμοιβαιότητά της, ο ένας αρχίζει να νιώθει ότι πρέπει διαρκώς να καθησυχάζει, να επιβεβαιώνει, να υποχωρεί, να προσέχει τι λέει, ώστε να μην προκαλέσει νέα σύγκρουση.

Το ίδιο μοτίβο εμφανίζεται και πάλι, με άλλο πρόσωπο, μπροστά στην κριτική. Κανείς δεν χαίρεται όταν δέχεται κριτική. Η διαφορά είναι στο τι κάνουμε μ’ αυτήν. Μπορούμε να πληγωθούμε και μετά να αναρωτηθούμε «μήπως υπάρχει κάτι που δεν είχα δει;». Μπορούμε να διαφωνήσουμε, να εξηγήσουμε τη δική μας πλευρά, παραμένοντας σε επαφή με την εμπειρία του άλλου. Όταν όμως η κριτική βιώνεται ως απειλή για την εικόνα του εαυτού, εμφανίζονται θυμός, άρνηση, επίθεση, μετάθεση ευθύνης. Το άτομο προσπαθεί πρώτα να αποκαταστήσει την εικόνα του, και μόνο ύστερα, αν συμβεί καν, να δει τι πραγματικά έγινε.

Σε μια συνεδρία, κάποιος δέχτηκε μια ήπια παρατήρηση για το πώς είχε χειριστεί μια διαφωνία στη δουλειά του. Πριν προλάβει να ολοκληρωθεί η ερώτηση, είχε ήδη αρχίσει να απαριθμεί τις επιτυχίες του, να εξηγεί γιατί οι συνάδελφοί του ήταν λιγότερο ικανοί, να θυμάται παλιά τους λάθη. Η ταχύτητα με την οποία μετακινήθηκε από τη δική του συμπεριφορά στα ελαττώματα των άλλων έδειχνε πόσο δύσκολο ήταν, γι’ αυτόν, να μείνει έστω και για λίγο στην πιθανότητα ότι είχε κι ο ίδιος ένα μερίδιο ευθύνης.

Και εδώ χρειάζεται μέτρο: το να αρνηθεί κάποιος μια κριτική σε μια συγκεκριμένη στιγμή δεν είναι από μόνο του ένδειξη διαταραχής. Αυτό που μετράει είναι αν πρόκειται για σταθερό, επαναλαμβανόμενο τρόπο σχέσης με τον εαυτό και με τους άλλους.

Πότε γίνεται πρόβλημα

Το πόσο συχνά συμβαίνει κάτι τέτοιο είναι, τελικά, το κλειδί. Δεν έχει νόημα να φτιάξουμε μια λίστα χαρακτηριστικών και να αποφασίσουμε ότι όποιος πληροί πέντε ή έξι απ’ αυτά είναι «νάρκισσος». Η ουσιαστική ερώτηση είναι διαφορετική: πόσο σταθερό είναι το μοτίβο, πόσο έντονο, πόσο επηρεάζει τις σχέσεις και τη ζωή του ανθρώπου; Όταν η ανάγκη για θαυμασμό, η αίσθηση ιδιαίτερου δικαιώματος, η δυσκολία στην ενσυναίσθηση, η ευαισθησία στην κριτική ή η μετάθεση ευθυνών εμφανίζονται επίμονα και δημιουργούν σοβαρές δυσκολίες στη λειτουργικότητα, τότε δεν μιλάμε πια για μια περιστασιακή αντίδραση.

Ο ναρκισσισμός μπορεί να αναφέρεται σε χαρακτηριστικά και τρόπους με τους οποίους κάποιος προστατεύει την αυτοεικόνα του. Η Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας αφορά κάτι πολύ πιο σταθερό και διάχυτο, ένα μοτίβο προσωπικότητας που προκαλεί σοβαρές δυσκολίες στη λειτουργικότητα και στις σχέσεις. Ούτε αυτή τη διάγνωση μπορούμε να τη θέσουμε μέσα από μια διαδικτυακή λίστα: οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας δεν κρίνουν από μία ή δύο συμπεριφορές, εξετάζουν σε βάθος τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί συνολικά η προσωπικότητα και οι σχέσεις ενός ανθρώπου.

Για μια πιο αναλυτική παρουσίαση της Ναρκισσιστικής Διαταραχής Προσωπικότητας, μπορείτε να διαβάσετε το άρθρο «Ναρκισσιστική διαταραχή προσωπικότητας: Όταν η ανάγκη να νιώθεις ξεχωριστός κρύβει τον φόβο ότι ίσως δεν αξίζεις αρκετά».

Αλλάζει;

Μένει ένα ερώτημα που κάθε τόσο ακούγεται στο γραφείο: αλλάζει αυτός ο τρόπος λειτουργίας; Η αλλαγή δεν είναι εύκολη όταν κάποιος δεν μπορεί να δει τη δική του συμμετοχή στα προβλήματα που δημιουργούνται. Αν κάθε αποτυχία αποδίδεται στους άλλους, αν κάθε κριτική βιώνεται ως επίθεση, αν η εικόνα του εαυτού πρέπει διαρκώς να προστατεύεται, η αυτοπαρατήρηση γίνεται δύσκολη, και χωρίς αυτήν, δύσκολα υπάρχει ουσιαστική αλλαγή.

Σε μια συνεδρία, κάποιος μιλούσε για μια σύγκρουση στη δουλειά του. Οι άλλοι, όπως συνήθως, ήταν άδικοι, ανεπαρκείς, ζηλόφθονοι. Ρωτήθηκε τι είχε νιώσει τη στιγμή που ένας συνάδελφος αμφισβήτησε την απόφασή του. «Θύμωσα, γιατί δεν είχε κανένα δικαίωμα να μου μιλήσει έτσι», απάντησε αμέσως. Η συζήτηση έμοιαζε να πηγαίνει στον ίδιο δρόμο, ώσπου κάποια στιγμή σταμάτησε: «…Αλλά ίσως με πείραξε περισσότερο απ’ όσο θέλω να παραδεχτώ».

Δεν ήταν θεαματική αλλαγή. Ήταν μια μικρή ρωγμή στην άμυνα. Για πρώτη φορά, πίσω από τον θυμό, φάνηκε κάτι από το δικό του βίωμα. Δεν χρειάστηκε να εγκαταλείψει την άποψή του ούτε να κατηγορήσει τον εαυτό του. Μπόρεσε απλώς να μείνει, για λίγο, κοντά σε αυτό που ένιωθε.

Λεπτή ρωγμή σε σκοτεινή επιφάνεια από την οποία περνά ζεστό φως
Μια μικρή ρωγμή στην άμυνα μπορεί να γίνει η αρχή μιας διαφορετικής κατανόησης.

Η θεραπευτική αλλαγή μπορεί να ξεκινά κάπως έτσι, όχι όταν κάποιος παύει απότομα να προστατεύει τον εαυτό του, αλλά όταν μπορεί, έστω για μια στιγμή, να αναρωτηθεί τι ακριβώς προσπαθεί να προστατεύσει.

Η αλλαγή δεν σημαίνει ότι θα πάψει να πληγώνεται από την κριτική ή ότι δεν θα χρειαστεί ξανά αναγνώριση, αλλά ότι μπορεί, σταδιακά, να αναγνωρίζει τι συμβαίνει μέσα του πριν χρειαστεί να υπερασπιστεί τον εαυτό μέσα από την επίθεση, την απαξίωση ή τη μετάθεση ευθύνης. Από εκεί, μπορεί να δημιουργηθεί κάτι διαφορετικό: ένας χώρος όπου χωράει και ο ένας και ο άλλος, χωρίς η αξία του ενός να ακυρώνει την αξία του άλλου.

Ίσως αυτό να είναι το πιο ουσιαστικό σημείο απ’ όλα. Δεν υπάρχει τίποτα προβληματικό στο να θέλουμε να αγαπιόμαστε, να αναγνωριζόμαστε, να νιώθουμε ότι έχουμε αξία. Όλοι χρειαζόμαστε, σε κάποιον βαθμό, τη σύνδεση και την αναγνώριση των άλλων. Η δυσκολία αρχίζει όταν αυτή η αξία εξαρτάται τόσο πολύ από το να είμαστε ξεχωριστοί, ανώτεροι, αλάνθαστοι, διαρκώς επιβεβαιωμένοι, ώστε η παρουσία του άλλου γίνεται απαραίτητη για να νιώσουμε καλά με τον εαυτό μας.

Τότε ο άλλος κινδυνεύει να πάψει να είναι ισότιμος άνθρωπος, και να γίνει καθρέφτης: πηγή επιβεβαίωσης, ή αντίπαλος.

Η ουσιαστική κατανόηση του ναρκισσισμού δεν βρίσκεται στην προσπάθεια να εντοπίσουμε «τους νάρκισσους» γύρω μας. Βρίσκεται στο να αναγνωρίσουμε έναν τρόπο λειτουργίας που μπορεί να κρύβει μεγάλη ανάγκη για αναγνώριση, φόβο μπροστά στην ανεπάρκεια, δυσκολία να αντέξει κανείς ότι η αξία του δεν χρειάζεται να αποδεικνύεται συνεχώς.

Ίσως η πιο ώριμη μορφή αυτοεκτίμησης να μη χρειάζεται καθρέφτη. Δεν είναι θέμα να πάψουμε να θέλουμε τη ματιά του άλλου. Είναι θέμα να μπορούμε να σταθούμε, έστω και λίγο, χωρίς αυτήν. Δεν ξέρω αν αυτό είναι εφικτό για όλους, ούτε αν πρέπει να είναι στόχος. Ξέρω μόνο ότι κάθε φορά που χρειαζόμαστε λιγότερο να μας κοιτάξει κάποιος για να νιώσουμε πραγματικοί, κάτι χαλαρώνει μέσα μας.

 

Συχνές ερωτήσεις

Ναρκισσισμός και υψηλή αυτοεκτίμηση είναι το ίδιο πράγμα;
Όχι. Η υγιής αυτοεκτίμηση επιτρέπει σε κάποιον να νιώθει ότι έχει αξία ακόμη κι όταν κάνει λάθος ή δεν πετυχαίνει. Ο ναρκισσισμός, αντίθετα, εξαρτά την αίσθηση της αξίας από τη διαρκή επιβεβαίωση των άλλων — γι’ αυτό και η εξωτερική αυτοπεποίθηση δεν σημαίνει πάντα εσωτερική ασφάλεια.

Ποια είναι η διαφορά ανάμεσα στον ναρκισσισμό και στη Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας;
Ο ναρκισσισμός αναφέρεται σε χαρακτηριστικά και τρόπους με τους οποίους κάποιος προστατεύει την αυτοεικόνα του, και σε κάποιον βαθμό υπάρχει σε όλους μας. Η Ναρκισσιστική Διαταραχή Προσωπικότητας αφορά ένα πολύ πιο σταθερό και διάχυτο μοτίβο, που προκαλεί σοβαρές δυσκολίες στη λειτουργικότητα και στις σχέσεις — και τίθεται μόνο από ειδικό, όχι από μια λίστα χαρακτηριστικών.

Τι είναι ο ευάλωτος ναρκισσισμός;
Είναι η λιγότερο εμφανής μορφή: αντί για επιδεικτικότητα και ανάγκη θαυμασμού, εκφράζεται με εσωστρέφεια, υπερευαισθησία και ανάγκη διαρκούς καθησυχασμού. Μοιάζει αντίθετος με τον μεγαλειώδη ναρκισσισμό, αλλά συχνά προστατεύει την ίδια εύθραυστη αίσθηση αξίας.

Γιατί κάποιος με ναρκισσιστικά χαρακτηριστικά δυσκολεύεται τόσο με την κριτική;
Επειδή η κριτική δεν βιώνεται ως σχόλιο πάνω σε μια συμπεριφορά, αλλά ως απειλή για ολόκληρη την εικόνα του εαυτού. Γι’ αυτό συχνά προηγείται η άμυνα (θυμός, άρνηση, μετάθεση ευθύνης) και μόνο μετά —αν συμβεί καν— η εξέταση του τι πραγματικά έγινε.

Πώς επηρεάζει ο ναρκισσισμός μια σχέση;
Μια σχέση χρειάζεται αμοιβαιότητα, κάτι που ο ναρκισσιστικός τρόπος λειτουργίας δυσκολεύεται να προσφέρει. Όταν η ανάγκη προστασίας της αυτοεικόνας γίνεται σταθερά πιο ισχυρή από την ανάγκη κατανόησης του άλλου, ο σύντροφος αρχίζει να καθησυχάζει, να υποχωρεί και να προσέχει τι λέει, ώστε να αποφύγει νέα σύγκρουση.

Μπορεί να αλλάξει ένας ναρκισσιστικός τρόπος λειτουργίας;
Ναι, αν και δύσκολα, ειδικά όταν κάποιος δεν μπορεί να δει τη δική του συμμετοχή στα προβλήματα. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει σταδιακά κάποιον να αποκτήσει πιο σταθερή αίσθηση αξίας, χωρίς αυτή να εξαρτάται τόσο απόλυτα από τον θαυμασμό ή την επιβεβαίωση των άλλων.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *