Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Μου είπε ότι κάθε φορά που ένιωθε ένα τσίμπημα στο στήθος, σταματούσε ό,τι και αν έκανε και περίμενε λίγα δευτερόλεπτα να δει αν θα ξανασυμβεί. Δεν το είπε σαν παράπονο. Το είπε σαν περιγραφή μιας συνήθειας τόσο αυτόματης, που είχε πάψει η ίδια να τη νιώθει σαν επιλογή.

Αυτό συμβαίνει σε πολύ περισσότερους ανθρώπους απ’ όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως. Ένα τσίμπημα, ένας πονοκέφαλος που επιμένει, μια ταχυκαρδία, μια ζάλη,  εμπειρίες που όλοι μπορεί να έχουμε κάποια στιγμή. Για τους περισσότερους η σκέψη περνά σχετικά γρήγορα: είναι μάλλον κάτι παροδικό. Για κάποιον που ζει με έντονο φόβο για την υγεία του, όμως, η ίδια αίσθηση μπορεί να γίνει η αρχή μιας αλληλουχίας σκέψεων που δύσκολα σταματά. Κι αν είναι κάτι σοβαρό; Κι αν ο γιατρός δεν το κατάλαβε; Κι αν αυτό είναι το πρώτο σημάδι μιας ασθένειας που δεν έχει ακόμη φανεί;

Έτσι το σώμα αρχίζει να παρακολουθείται διαρκώς. Μια αίσθηση που πριν θα περνούσε απαρατήρητη αποκτά ξαφνικά ιδιαίτερη σημασία. Ο όρος «νοσοφοβία» χρησιμοποιείται ευρέως για να περιγράψει αυτόν τον φόβο απέναντι στην πιθανότητα μιας σοβαρής ασθένειας. Η κλινική ορολογία είναι πιο σύνθετη και διακρίνει διαφορετικές μορφές άγχους υγείας, αλλά για όποιον το ζει, το ουσιαστικό πρόβλημα είναι συνήθως ένα: η αίσθηση ότι το σώμα μπορεί ανά πάσα στιγμή να αποκαλύψει κάτι τρομακτικό, και ότι καμία ασφάλεια δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί δεδομένη.

Αυτή η αίσθηση δεν μένει αφηρημένη για πολύ. Παίρνει συγκεκριμένη μορφή, ανάλογα με τον τρόπο που ο καθένας προσπαθεί  να τη διαχειριστεί ώστε να την αντέξει.

Η νοσοφοβία είναι ένας έντονος και επίμονος φόβος ότι κάποιος μπορεί να πάσχει ή να εμφανίσει σοβαρή ασθένεια. Μπορεί να εκδηλώνεται με συνεχή παρακολούθηση του σώματος, αναζήτηση πληροφοριών και ιατρικών διαβεβαιώσεων ή, αντίθετα, αποφυγή εξετάσεων. Όταν ο φόβος καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της καθημερινότητας, μπορεί να συνδέεται με άγχος υγείας και να χρειάζεται ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση.

Πώς εκδηλώνεται ο φόβος

Σε κάποιους κυριαρχεί ο διαρκής έλεγχος του σώματος: παρατηρούν την καρδιά και την αναπνοή τους, ψηλαφούν μια περιοχή που τους ανησυχεί, κοιτάζουν επανειλημμένα το δέρμα τους, προσέχουν κάθε αλλαγή στη λειτουργία του οργανισμού τους. Σε άλλους, κυριαρχεί η αναζήτηση πληροφορίας: μια μικρή ενόχληση μπορεί να οδηγήσει σε ώρες αναζήτησης στο διαδίκτυο, όπου το πιο κοινό σύμπτωμα συνδέεται εύκολα με μια σπάνια και βαριά διάγνωση. Υπάρχει και η ανάγκη για διαβεβαίωση, να ρωτάς ξανά και ξανά τους δικούς σου αν φαίνεσαι καλά, να ζητάς δεύτερη και τρίτη γνώμη, να επιστρέφεις στις ίδιες εξετάσεις ακόμη κι όταν το αποτέλεσμα ήταν καθησυχαστικό.

Άνδρας αναζητά πληροφορίες για συμπτώματα στο κινητό του
Η αναζήτηση πληροφοριών για ένα σύμπτωμα μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, αλλά και να ενισχύσει τον φόβο για την υγεία.

Έχω συναντήσει, για παράδειγμα, μια νέα γυναίκα που έκανε επανειλημμένα εξετάσεις για να βεβαιωθεί ότι δεν είχε προσβληθεί από HIV. Τα αποτελέσματα ήταν κάθε φορά αρνητικά, όμως η ανακούφιση δεν διαρκούσε πολύ. Κάθε φορά εμφανιζόταν ένα νέο ενδεχόμενο που μπορούσε να θέσει υπό αμφισβήτηση το αποτέλεσμα. Ενόψει μιας επόμενης αρνητική εξέτασης, αναρωτήθηκε κάποια στιγμή: «Αν έχει γίνει κάποιο λάθος και μπερδεύτηκε το υλικό που έδωσα με αυτό κάποιου άλλου που είναι υγιής;» Η αμφιβολία είχε βρει τρόπο να επιβιώνει ακόμη κι απέναντι σε αυτό που υποτίθεται ότι θα την καθησύχαζε.

Κάποιοι άλλοι ακολουθούν την αντίθετη διαδρομή, αποφεύγοντας οτιδήποτε θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τον φόβο τους — καμία εξέταση, καμία επίσκεψη στον γιατρό. Ούτε θάρρος είναι αυτό, ούτε αδιαφορία, μάλλον μια άλλη μορφή της ίδιας προσπάθειας: να ελεγχθεί με κάποιον τρόπο η αβεβαιότητα.

Στην περίπτωση της γυναίκας που ανέφερα, το πρόβλημα δεν ήταν ότι δεν είχε λάβει καθησυχαστική απάντηση. Είχε λάβει πολλές.

Ο φαύλος κύκλος του φόβου

Ένα σωματικό σύμπτωμα δεν δημιουργεί από μόνο του νοσοφοβία. Μεγάλη σημασία έχει ο τρόπος με τον οποίο ερμηνεύεται. Μια ταχυκαρδία που αποδίδεται στην κούραση περνάει, συνήθως, λίγο αργότερα μέσα στη μέρα. Η ίδια ταχυκαρδία, αν συνοδευτεί αμέσως από τη σκέψη «μήπως έχει πρόβλημα η καρδιά μου;», ανεβάζει το άγχος, και το άγχος αυτό μπορεί με τη σειρά του να προκαλέσει ακόμα περισσότερους παλμούς, δυσκολία στην αναπνοή, ζάλη, μυϊκό σφίξιμο. Οι νέες αυτές αισθήσεις διαβάζονται τότε ως επιβεβαίωση της αρχικής υποψίας. Ο τρόπος με τον οποίο το άγχος μπορεί να συνδέεται με πραγματικές σωματικές ενοχλήσεις και να ενισχύει την αντίληψή τους εξετάζεται αναλυτικότερα στο άρθρο μας για τα ψυχοσωματικά συμπτώματα.

Το πρόβλημα της γυναίκας που προαναφέραμε ήταν ότι κάθε απάντηση μπορούσε να γεννήσει μια νέα ερώτηση: κι αν έγινε λάθος στο εργαστήριο; Κι αν μπερδεύτηκε το δείγμα; Κι αν κάτι δεν υπολογίστηκε σωστά; Η αναζήτηση βεβαιότητας είχε μετατραπεί σε διαδικασία χωρίς τέλος, γιατί κάθε νέα εξέταση έπρεπε να αποκλείσει όχι μόνο την ασθένεια, αλλά και όλες τις πιθανές εξηγήσεις για τις οποίες το αποτέλεσμα θα μπορούσε να είναι λανθασμένο.

Ο έλεγχος προσφέρει πράγματι ανακούφιση, αλλά συνήθως μόνο προσωρινή. Ο άνθρωπος μαθαίνει άθελά του ότι για να νιώσει ασφαλής πρέπει να ελέγχει ξανά και ξανά. Μόνο που ο έλεγχος δεν μπορεί ποτέ να αποδείξει ότι κάτι δεν θα μπορούσε να έχει πάει στραβά. Έτσι η βεβαιότητα που αναζητά μετακινείται συνεχώς λίγο πιο πέρα.

Οι εξετάσεις είναι καλές, ο γιατρός καθησυχάζει, και για λίγο μπορεί κάποιος να ηρεμήσει. Ύστερα εμφανίζεται ένας νέος πονοκέφαλος, ή μια είδηση για κάποιον που αρρώστησε ξαφνικά, και η αμφιβολία επιστρέφει: κι αν αυτή τη φορά είναι κάτι διαφορετικό; Εδώ κρύβεται κάτι σημαντικό, που συχνά περνά απαρατήρητο. Η ιατρική εξέταση απαντά αν υπάρχει, εδώ και τώρα, μια συγκεκριμένη νόσος. Ο φόβος όμως έχει προ πολλού μετακινηθεί σε ένα άλλο ερώτημα: αν κάτι συμβεί στο μέλλον, θα μπορέσω να το αντέξω μόνος μου; Όσο κάποιος προσπαθεί να απαντήσει σε αυτό το δεύτερο ερώτημα με όλο και περισσότερες πληροφορίες για το πρώτο, η όποια ανακούφιση παραμένει εύθραυστη.

Πριν προχωρήσουμε παρακάτω, αξίζει μια μικρή διευκρίνιση όρων.

Νοσοφοβία και υποχονδρίαση

Οι δύο όροι χρησιμοποιούνται συχνά σαν συνώνυμα, όμως η κλινική εικόνα ποικίλλει: άλλοτε κυριαρχεί ο φόβος μιας συγκεκριμένης ασθένειας, άλλοτε μια πιο διάχυτη ενασχόληση στο σώμα και δυσκολία να μπορέσει το άτομο να καθησυχαστεί.

Στην κλινική πράξη, όμως, η εικόνα δεν είναι πάντα τόσο απλή. Έχω συναντήσει, για παράδειγμα, άνθρωπο που έτρεμε στην ιδέα ότι μπορεί να έχει κάποια σοβαρή ασθένεια, αλλά δεν τολμούσε να κάνει ακόμη και την πιο απλή εξέταση ή να επισκεφθεί γιατρό. Ο φόβος του δεν τον οδηγούσε στον έλεγχο, αλλά στην αποφυγή του. Σε μια άλλη περίπτωση, αντίθετα, η αγωνία οδηγούσε σε επαναλαμβανόμενες εξετάσεις, παρότι τα αποτελέσματα ήταν κάθε φορά αρνητικά. Οι δύο συμπεριφορές μοιάζουν αντίθετες, αλλά μπορούν να υπηρετούν την ίδια ανάγκη: να προστατευθεί το άτομο από την αβάσταχτη αβεβαιότητα γύρω από την υγεία του.

Γι’ αυτό η διάκριση ανάμεσα στη νοσοφοβία και την υποχονδρίαση δεν μπορεί να γίνει μόνο από το αν κάποιος κάνει συνεχείς εξετάσεις ή τις αποφεύγει. Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να προσπαθεί κάποιος να κατατάξει μόνος του τον εαυτό του βάσει μιας συμπεριφοράς. Αυτό που έχει σημασία είναι πόσο χώρο καταλαμβάνει αυτός  ο φόβος στη ζωή του. Για την υποχονδρίαση και το άγχος υγείας έχουμε ξεχωριστό άρθρο, όπου αυτή η πλευρά της εμπειρίας εξετάζεται αναλυτικότερα.

Όταν ο φόβος έχει βαθύτερες ρίζες

Όταν ο φόβος επιμένει ακόμη και μετά την ιατρική καθησύχαση, αξίζει να κοιτάξουμε πέρα από τον άμεσο κύκλο συμπτώματος και ανησυχίας. Δεν υπάρχει μία ψυχοδυναμική αιτία που να εξηγεί κάθε περίπτωση νοσοφοβίας, ούτε σημαίνει ότι όποιος φοβάται την ασθένεια έχει βιώσει κάποιο συγκεκριμένο τραύμα. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου η ιστορία της φροντίδας, της ασθένειας ή της απώλειας βοηθά να καταλάβουμε γιατί η αβεβαιότητα του σώματος γίνεται τόσο δύσκολα ανεκτή.

Ήσυχο δωμάτιο με άδεια πολυθρόνα, παράθυρο και απογευματινό φυσικό φως
Ο φόβος για την ασθένεια μπορεί να συνδέεται και με παλαιότερες εμπειρίες γύρω από την ασφάλεια, την απώλεια και τη φροντίδα.

«Όταν αρρώσταινε η μητέρα μου, όλοι στο σπίτι πανικοβάλλονταν», μου είπε κάποτε ένας θεραπευόμενος. Ένας άλλος το έθεσε πιο απλά: «Από μικρός έμαθα ότι όταν το σώμα μου κάτι μου λέει, πρέπει να φοβάμαι.» Δύο διαφορετικές ιστορίες, ένα κοινό μάθημα: το σώμα ως πηγή κινδύνου, όχι πληροφορίας.

Αυτές οι εμπειρίες δεν προκαλούν μηχανικά τον φόβο της ασθένειας. Μπορούν όμως να διαμορφώσουν τον τρόπο με τον οποίο κάποιος αργότερα βιώνει την εξάρτηση, την αδυναμία, την απώλεια ελέγχου, την ανάγκη να τον φροντίσει κάποιος άλλος. Τότε ένα σύμπτωμα σημαίνει πολύ περισσότερα από την ίδια τη σωματική αίσθηση. Ξυπνά τον φόβο του ατόμου ότι κάτι θα πάει στραβά, και ότι δεν θα υπάρχει κανείς να το αντιμετωπίσει μαζί του.

Το να καταλαβαίνει κάποιος από πού προέρχεται ο φόβος του δεν τον κάνει αυτόματα πιο υποφερτό. Χρειάζεται και κάτι πρακτικό.

Τι μπορεί να βοηθήσει

Η αντιμετώπιση της νοσοφοβίας δεν σημαίνει ότι κάποιος πρέπει να πάψει να νοιάζεται για την υγεία του. Η φροντίδα και η υπερεπαγρύπνηση είναι διαφορετικά πράγματα: η πρώτη αναγνωρίζει ένα ανησυχητικό σύμπτωμα και ζητά την κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση. Η δεύτερη δεν σταματά ποτέ, και η καθημερινότητα σιγά σιγά οργανώνεται γύρω από τον έλεγχο. Ένα νέο ή επίμονο σύμπτωμα δεν πρέπει να αποδίδεται αυτόματα στο άγχος. Η ιατρική αξιολόγηση παραμένει το πρώτο και απαραίτητο βήμα, ιδιαίτερα όταν κάτι είναι καινούργιο, επιμένει ή επιδεινώνεται. Το ζητούμενο δεν είναι να αποφασίσει κανείς μόνος του αν «είναι ψυχολογικό», αλλά να εξεταστεί, αφού πρώτα αποκλειστούν οι απαραίτητες ιατρικές αιτίες, και ο ρόλος που παίζει το άγχος στη διατήρηση του φόβου.

Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία αποτελεί τεκμηριωμένη προσέγγιση για το άγχος υγείας. Η ψυχοθεραπεία γενικότερα μπορεί να βοηθήσει κάποιον να αναγνωρίσει τον κύκλο μέσα στον οποίο έχει εγκλωβιστεί: τι αισθάνεται στο σώμα, τι σκέφτεται αμέσως μετά, πώς προσπαθεί να καθησυχαστεί, τι συμβαίνει όταν η ανακούφιση υποχωρεί. Στην ψυχοδυναμική θεραπεία, πέρα από αυτόν τον κύκλο, μπορεί να διερευνηθεί και η προσωπική σημασία που έχει αποκτήσει η ασθένεια για τον συγκεκριμένο άνθρωπο: τι σημαίνει να χρειάζεσαι φροντίδα, τι σημαίνει να μην έχεις τον έλεγχο, τι έχεις μάθει μέσα από τις σχέσεις σου για το αν υπάρχει κάποιος διαθέσιμος όταν φοβάσαι.

Δύο πολυθρόνες απέναντι η μία στην άλλη σε φωτεινό χώρο ψυχοθεραπείας
Η θεραπευτική σχέση μπορεί να γίνει ένας χώρος όπου ο φόβος αντέχεται, αναγνωρίζεται και αποκτά σταδιακά λόγια.

Ένας θεραπευόμενος με ρωτούσε συχνά, στην αρχή της θεραπείας, αν πιστεύω ότι έχει κάτι σοβαρό. Ζητούσε μια απάντηση που κανείς δεν μπορούσε πραγματικά να του δώσει. Μετά από αρκετό καιρό, είπε κάποια στιγμή: «Παλιά ήθελα να μου πείτε ότι δεν έχω τίποτα. Τώρα θέλω να καταλάβω τι παθαίνω όταν φοβάμαι πως έχω κάτι.» Δεν ήταν λύση αυτό. Ήταν μια μετατόπιση από την απαίτηση για βεβαιότητα στην περιέργεια για τον ίδιο τον φόβο.

Κανείς δεν μπορεί να προσφέρει την απόλυτη βεβαιότητα που ζητά το άγχος, ούτε ο γιατρός, ούτε ο θεραπευτής, ούτε καμία σειρά εξετάσεων. Η θεραπευτική δουλειά μπορεί όμως να οδηγήσει σε μια άλλου είδους ασφάλεια: όχι στην πεποίθηση ότι τίποτα κακό δεν θα συμβεί, αλλά στην εμπιστοσύνη ότι, αν κάτι δύσκολο συμβεί, θα υπάρχει τρόπος να το αντιμετωπίσει κανείς και να ζητήσει βοήθεια. Η θεραπευτική σχέση δεν χρειάζεται να γίνει ένας ακόμη χώρος όπου ο θεραπευόμενος ζητά και ο θεραπευτής παρέχει διαβεβαιώσεις. Μπορεί να γίνει ένας χώρος όπου ο φόβος μπορεί να αντέχεται, να αναγνωρίζεται, και σιγά σιγά να; λεκτικοποιείται.

Η γυναίκα με το τσίμπημα στο στήθος δεν σταμάτησε αμέσως να περιμένει εκείνα τα δευτερόλεπτα. Κάποια στιγμή, όμως, άρχισε να το προσέχει η ίδια, να συνειδητοποιεί τι κάνει, αντί απλώς να το κάνει. Αυτό ίσως είναι το πρώτο βήμα, πριν από οποιαδήποτε άλλη αλλαγή: να δεις τη συνήθεια, όχι να τη διώξεις.

Ο φόβος της ασθένειας μπορεί να καταλάβει πολύ περισσότερο χώρο στη ζωή απ’ όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως — στον ύπνο, στη δουλειά, στις σχέσεις, στον τρόπο που κάποιος σχεδιάζει το μέλλον του. Η θεραπεία δεν καταργεί την ευαλωτότητα ούτε εξαφανίζει την πιθανότητα της ασθένειας. Αλλάζει, ίσως, κάτι πιο δύσκολο να οριστεί: πόσο συχνά χρειάζεται κάποιος να καλεί το σώμα του να δώσει εξηγήσεις

Δεν ξέρω αν κάποτε σταματά εντελώς αυτή η ανάγκη. Ξέρω μόνο ότι, κάποια στιγμή, μπορεί να γίνει πιο εύκολο να περιμένεις τα λίγα δευτερόλεπτα χωρίς χωρίς να σου κόβεται η ανάσα.

Συχνές ερωτήσεις για τη νοσοφοβία

Τι είναι η νοσοφοβία;
Η νοσοφοβία είναι ένας έντονος φόβος ότι κάποιος μπορεί να πάσχει ή να εμφανίσει μια σοβαρή ασθένεια. Ο φόβος μπορεί να οδηγήσει σε συνεχή παρακολούθηση του σώματος, αναζήτηση πληροφοριών, επαναλαμβανόμενες ιατρικές εξετάσεις ή, αντίθετα, αποφυγή εξετάσεων από φόβο για το αποτέλεσμα. Όταν γίνεται επίμονος και καταλαμβάνει σημαντικό μέρος της καθημερινότητας, μπορεί να συνδέεται με άγχος υγείας και να χρειάζεται θεραπευτική αντιμετώπιση.

Ποια είναι τα συμπτώματα της νοσοφοβίας;
Η νοσοφοβία μπορεί να εκδηλώνεται με επίμονο φόβο για μια σοβαρή ασθένεια, υπερβολική παρατήρηση του σώματος, συχνό έλεγχο συμπτωμάτων, αναζήτηση πληροφοριών στο διαδίκτυο, ανάγκη για επανειλημμένες διαβεβαιώσεις ή αποφυγή γιατρών και εξετάσεων. Συχνά συνυπάρχει έντονο άγχος, το οποίο μπορεί να εντείνει και τις ίδιες τις σωματικές αισθήσεις που προκαλούν ανησυχία.

Πώς διαφέρει η νοσοφοβία από την υποχονδρίαση;
Οι δύο όροι χρησιμοποιούνται συχνά με παρόμοιο τρόπο, αλλά δεν περιγράφουν απαραίτητα την ίδια εμπειρία. Η νοσοφοβία αναφέρεται κυρίως στον έντονο φόβο ότι μπορεί να υπάρχει ή να εμφανιστεί μια σοβαρή ασθένεια, ενώ το άγχος υγείας μπορεί να περιλαμβάνει ευρύτερη και επίμονη ενασχόληση με την κατάσταση της υγείας, τα σωματικά συμπτώματα και την ανάγκη για διαβεβαίωση. Οι εμπειρίες αυτές μπορεί να αλληλεπικαλύπτονται.

Γιατί φοβάμαι ότι έχω κάποια ασθένεια ενώ οι εξετάσεις μου είναι καλές;
Οι καλές εξετάσεις μπορούν να προσφέρουν ανακούφιση, αλλά όταν το πρόβλημα είναι έντονο άγχος για την υγεία, η ανακούφιση συχνά δεν διαρκεί. Ένα νέο σύμπτωμα ή μια πληροφορία για κάποια ασθένεια μπορεί να επαναφέρει αμέσως την αμφιβολία. Τότε ο άνθρωπος αναζητά ξανά βεβαιότητα, ελέγχει το σώμα του ή ζητά νέες διαβεβαιώσεις και έτσι ο κύκλος του φόβου συνεχίζεται.

Πώς αντιμετωπίζεται η νοσοφοβία;
Η αντιμετώπιση εξαρτάται από την ένταση του φόβου και τον τρόπο με τον οποίο επηρεάζει τη ζωή του ανθρώπου. Αρχικά χρειάζεται η κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση όταν υπάρχουν νέα ή επίμονα σωματικά συμπτώματα. Όταν διαπιστώνεται ότι το άγχος για την υγεία διατηρεί το πρόβλημα, η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει. Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία έχει τεκμηριωμένη αποτελεσματικότητα στο άγχος υγείας, ενώ και άλλες θεραπευτικές προσεγγίσεις μπορούν να αξιοποιηθούν ανάλογα με τις ανάγκες του ανθρώπου.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *