Γραφείο

Γραφείο: Πατριάρχου Ιωακείμ 10, Θεσσαλονίκη (Αγία Σοφία,κέντρο)

Πολλοί γονείς αναζητούν πληροφορίες για την παιδική σεξουαλικότητα αφού πρώτα κάτι τους ανησυχήσει. Μια ερώτηση που έκανε το παιδί, μια συμπεριφορά που τους ξάφνιασε, μια στιγμή που τους γέμισε αβεβαιότητα. Και πίσω από αυτές τις διαφορετικές αφορμές βρίσκεται συχνά το ίδιο ερώτημα: «Είναι φυσιολογικό ή πρέπει να ανησυχήσω;»

Δεν είναι σπάνιο ένας γονιός να αρχίζει τη συζήτηση λέγοντας: «Μάλλον θα σας φανεί χαζό αυτό που θα ρωτήσω…». Λίγο αργότερα περιγράφει ότι το παιδί άρχισε να κάνει ερωτήσεις για το σώμα, ή ότι το είδε να το εξερευνά με περιέργεια. Σχεδόν ποτέ η μεγαλύτερη αγωνία δεν αφορά τη συμπεριφορά του παιδιού. Αφορά τον φόβο μήπως ο ίδιος δεν αντιδράσει σωστά.

«Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν μήπως έκανα εγώ κάτι λάθος», είπε μια μητέρα, αφού περιέγραψε μια ερώτηση της πεντάχρονης κόρης της για το σώμα. Η συζήτηση δεν περιστράφηκε τελικά γύρω από τη συμπεριφορά του παιδιού, αλλά γύρω από την αγωνία της μητέρας μήπως χάσει κάτι σημαντικό ή απαντήσει με τρόπο που θα το μπέρδευε.

Αυτό συμβαίνει σχεδόν πάντα.

Οι περισσότερες συμπεριφορές που ανησυχούν τους γονείς αποτελούν φυσικό μέρος της ανάπτυξης. Άλλες χρειάζονται πραγματικά αξιολόγηση. Το δύσκολο δεν είναι να απομνημονεύσει κανείς έναν κατάλογο «φυσιολογικών» και «μη φυσιολογικών» συμπεριφορών, αλλά να κατανοήσει το νόημά τους μέσα στο αναπτυξιακό στάδιο του παιδιού, δηλαδή πώς εξελίσσεται φυσιολογικά η παιδική σεξουαλικότητα, πότε αξίζει να ζητηθεί η γνώμη ενός ειδικού, και πώς η στάση του ενήλικα διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο το παιδί θα μάθει να βλέπει το σώμα και τον εαυτό του.

Με λίγα λόγια

Η παιδική σεξουαλικότητα αποτελεί φυσικό μέρος της ανάπτυξης και εκφράζεται μέσα από την εξερεύνηση του σώματος, τις απορίες και την περιέργεια του παιδιού. Οι περισσότερες συμπεριφορές είναι αναμενόμενες για την ηλικία του, ενώ μόνο ορισμένες χρειάζονται αξιολόγηση από ειδικό. Η σωστή ενημέρωση βοηθά τους γονείς να ξεχωρίζουν το φυσιολογικό από αυτό που απαιτεί μεγαλύτερη προσοχή.

Πριν ανησυχήσουμε, χρειάζεται να αλλάξουμε τον τρόπο που βλέπουμε την παιδική σεξουαλικότητα

«Γονιός σε σκεπτική στάση, αντιμέτωπος με μια δύσκολη απορία»
«Η μεγαλύτερη δυσκολία σπάνια είναι του παιδιού.»

Η αγωνία εκείνης της μητέρας δεν ήταν μεμονωμένη περίπτωση. Ξεκινούσε, όπως συμβαίνει συχνά, από μία και μόνο λέξη.

Η λέξη «σεξουαλικότητα» οδηγεί σχεδόν αυτόματα τη σκέψη μας στις σχέσεις και στη σεξουαλική ζωή των ενηλίκων. Είναι φυσικό, λοιπόν, πολλοί γονείς να νιώθουν αμηχανία όταν την ακούν να συνδέεται με ένα μικρό παιδί. Μέσα σε φράσεις όπως «ίσως να ανησυχώ χωρίς λόγο, αλλά…» κρύβεται συχνά η πραγματική δυσκολία: όχι η συμπεριφορά του παιδιού, αλλά η αβεβαιότητα του ενήλικα.

Στην πραγματικότητα, η παιδική σεξουαλικότητα δεν αφορά τη σεξουαλική συμπεριφορά με την έννοια που της αποδίδουμε ως ενήλικες, αλλά τον τρόπο με τον οποίο το παιδί γνωρίζει το σώμα του, ανακαλύπτει τις αισθήσεις του, παρατηρεί τις διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους και διαμορφώνει σταδιακά την εικόνα που έχει για τον εαυτό του. Γι’ αυτό πολλές συμπεριφορές που προκαλούν ανησυχία, όπως η περιέργεια για το σώμα, οι ερωτήσεις γύρω από τις διαφορές των φύλων ή ορισμένα παιχνίδια εξερεύνησης, δεν αποτελούν από μόνες τους ένδειξη προβλήματος, αλλά συνήθως εκφράζουν μια φυσιολογική αναπτυξιακή ανάγκη.

Ίσως αυτή να είναι η σημαντικότερη αλλαγή που χρειάζεται ένας γονιός: να περάσει από το «τι σημαίνει αυτή η συμπεριφορά» στο «τι προσπαθεί να καταλάβει το παιδί μου μέσα από αυτή τη συμπεριφορά». Όταν αλλάζει η ερώτηση, αλλάζει συνήθως και η στάση απέναντι στο παιδί.

Πώς ανακαλύπτει το παιδί το σώμα, το φύλο και τον εαυτό του

Αυτή η μετατόπιση, από το «τι σημαίνει» στο «τι καταλαβαίνει», βοηθά περισσότερο όταν ξέρουμε πώς μοιάζει η ίδια η διαδικασία κατανόησης στο μυαλό ενός παιδιού.

Η γνωριμία του παιδιού με το σώμα του αρχίζει πολύ πριν μπορέσει να περιγράψει με λέξεις όσα αισθάνεται. Από τους πρώτους μήνες της ζωής του το εξερευνά μέσα από το άγγιγμα, την κίνηση, τις αισθήσεις. Όπως ανακαλύπτει τα χέρια ή το πρόσωπό του, έτσι γνωρίζει σταδιακά κάθε άλλο μέρος του σώματός του. Για το ίδιο, όλα αποτελούν κομμάτια της ίδιας προσπάθειας, να καταλάβει ποιος είναι.

Καθώς μεγαλώνει, η εξερεύνηση αποκτά νέο νόημα. Το παιδί δεν αρκείται πλέον στο να παρατηρεί. Αρχίζει να συγκρίνει, να ρωτά, να αναζητά εξηγήσεις. Μπορεί να παρατηρήσει ότι τα σώματα δεν είναι όλα ίδια ή να αναρωτηθεί γιατί τα αγόρια και τα κορίτσια διαφέρουν. Στον ενήλικα, αυτές οι ερωτήσεις μπορεί να προκαλέσουν αμηχανία. Στο παιδί, αποτελούν έναν φυσικό τρόπο να οργανώσει τις πληροφορίες που δέχεται καθημερινά.

«Παιδί παίζει συγκεντρωμένο με ξύλινα τουβλάκια στο δωμάτιό του»
«Κάθε ανακάλυψη είναι ένα ακόμη κομμάτι του παζλ.»

Γύρω στα δύο με τρία χρόνια, τα περισσότερα παιδιά μπορούν ήδη να αναγνωρίσουν αν είναι αγόρι ή κορίτσι. Η εικόνα αυτή σταθεροποιείται στα επόμενα χρόνια και εμπλουτίζεται μέσα από τις εμπειρίες, τις σχέσεις, το παιχνίδι – μια πορεία σταδιακή, όχι μια γνώση που εμφανίζεται ξαφνικά.

Δύο παιδιά παίζουν μαζί και, κάποια στιγμή, το ένα λέει με απόλυτη βεβαιότητα: «Εγώ είμαι κορίτσι κι εσύ αγόρι». Δεν υπάρχει αξιολόγηση ούτε σύγκριση, παρά μόνο η χαρά ότι μόλις ανακάλυψαν μια ακόμη διαφορά ανάμεσα στους ανθρώπους, όπως όταν παρατηρούν ότι κάποιος έχει καστανά μάτια και κάποιος άλλος γαλανά.

Κάποιες φορές οι γονείς ανησυχούν όταν το παιδί κάνει επίμονες ερωτήσεις ή δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το σώμα. Η επιμονή αυτή, όμως, είναι συνήθως ένδειξη ότι η ανάπτυξη προχωρά φυσιολογικά, και όχι σημάδι που χρειάζεται διόρθωση.

Ίσως η μεγαλύτερη πρόκληση για τον γονιό να είναι να αντέξει αυτή την περιέργεια χωρίς να τη διακόψει βιαστικά. Δεν χρειάζεται να δωθούν όλες οι απαντήσεις. Αυτό που  χρειάζεται κυρίως είναι να επιτρέπεται στο παιδί να νιώσει ότι οι απορίες του είναι ευπρόσδεκτες. Έτσι χτίζεται σταδιακά μια σχέση εμπιστοσύνης που θα το συνοδεύει πολύ πέρα από τα πρώτα χρόνια της ζωής του.

Πώς αλλάζει η περιέργεια καθώς μεγαλώνει το παιδί

Αυτή η εμπιστοσύνη δεν χτίζεται μία φορά και τελειώνει. Χρειάζεται να ξαναχτίζεται σε κάθε ηλικία, γιατί και η ίδια η περιέργεια δεν μένει ίδια.

Η περιέργεια δεν εκφράζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις ηλικίες. Όσο το παιδί ωριμάζει, αλλάζουν οι ερωτήσεις, τα ενδιαφέροντά του, ο τρόπος με τον οποίο εξερευνά το σώμα και τις σχέσεις. Αυτό που παραμένει σταθερό είναι η ίδια η ορμή: να μάθει, να δοκιμάσει, να ρωτήσει ξανά.

Ένα παιδί μπορεί να ρωτήσει γιατί ο μπαμπάς έχει γένια και η μαμά όχι και, μόλις πάρει μια απάντηση που το ικανοποιεί, να επιστρέψει αμέσως στο παιχνίδι του. Εκεί όπου ο γονιός εξακολουθεί να αναρωτιέται αν απάντησε σωστά, το παιδί έχει ήδη προχωρήσει στην επόμενη ανακάλυψη. Η απορία του δεν ήταν αφορμή για μεγάλη συζήτηση, αλλά ένα ακόμη κομμάτι σε ένα παζλ που συναρμολογεί σιγά σιγά, μόνο του.

Με την ίδια φυσικότητα, πολλά παιδιά αγγίζουν το σώμα τους ή παρατηρούν τα γεννητικά τους όργανα. Ο ενήλικας μπορεί να αποδώσει σε αυτό ιδιαίτερο συμβολισμό. Για το παιδί, δεν διαφέρει ουσιαστικά από την εξερεύνηση οποιουδήποτε άλλου μέρους του σώματός του. Ό,τι σημασία δίνουν σε αυτό οι μεγάλοι, το ίδιο απλώς δεν την έχει ακόμα. Αυτό που έχει μόνο είναι η περιέργεια της ανακάλυψης.

Η ίδια ανάγκη για κατανόηση μπορεί να εκφραστεί και μέσα από το παιχνίδι με συνομηλίκους. Το λεγόμενο «παιχνίδι του γιατρού» είναι ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η ονομασία του αρκεί συχνά για να προκαλέσει φόβο στους γονείς. Όταν όμως είναι αυθόρμητο, γίνεται ανάμεσα σε παιδιά παρόμοιας ηλικίας, χωρίς πίεση ή εξαναγκασμό, και σταματά εύκολα μόλις κάποιο παιδί δεν θέλει να συνεχίσει. Το παιχνίδι αυτό αποτελεί συνήθως μια φυσιολογική έκφραση της αναπτυξιακής περιέργειας. Τα παιδιά δεν αναπαριστούν τη σεξουαλική ζωή των ενηλίκων αλλά απαντούν, με τον δικό τους τρόπο, σε απορίες για τις ομοιότητες και τις διαφορές των σωμάτων.

Σε πολλές περιπτώσεις, οι γονείς περιγράφουν το περιστατικό με μεγάλη ένταση. Όταν όμως τους ζητηθεί να αφηγηθούν τι συνέβη μέχρι το τέλος, προσθέτουν σχεδόν πάντα μια φράση όπως: «Μόλις τους είπα να σταματήσουν, σταμάτησαν αμέσως και συνέχισαν να παίζουν κάτι άλλο». Αυτή η τελευταία λεπτομέρεια είναι συχνά πιο σημαντική από το ίδιο το παιχνίδι.

Καθώς πλησιάζει η σχολική ηλικία, η περιέργεια αρχίζει να συνυπάρχει με μια νέα ανάγκη: την ιδιωτικότητα. Πολλά παιδιά ζητούν να αλλάζουν μόνα τους ρούχα, κλείνουν την πόρτα του μπάνιου, επιθυμούν περισσότερο προσωπικό χώρο. Η αλλαγή αυτή είναι σημαντικό αναπτυξιακό βήμα, γιατί δείχνει ότι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται τα προσωπικά όρια και το δικαίωμά τους να προστατεύουν το σώμα τους.

«Παιδί στέκεται μόνο του σε διάδρομο σπιτιού, πλάτη γυρισμένη στον φακό»
«Η ιδιωτικότητα είναι κι αυτή μέρος της ανάπτυξης.»

Η περιέργεια δεν είναι πρόβλημα που χρειάζεται να εξαφανιστεί. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το παιδί μαθαίνει, ωριμάζει και χτίζει σταδιακά τη σχέση του με τον εαυτό του.

Πότε χρειάζεται πραγματικά να ανησυχήσουμε

Το να γνωρίζουμε ποια είναι η φυσιολογική πορεία δεν λύνει από μόνο του την αγωνία ενός γονιού. Γεννά ένα ακόμη, πιο συγκεκριμένο ερώτημα: “πότε μια συμπεριφορά παύει να θεωρείται αναμενόμενη;“.

Η απάντηση σχεδόν ποτέ δεν βρίσκεται σε μια μεμονωμένη πράξη. Ένα παιδί δεν αξιολογείται από μία μόνο συμπεριφορά, αλλά από τη συνολική εικόνα της ανάπτυξής του, τον τρόπο που σχετίζεται με τους άλλους, τη συχνότητα με την οποία εμφανίζεται μια συμπεριφορά και τις συνθήκες μέσα στις οποίες εκδηλώνεται. Γι’ αυτό οι ειδικοί αποφεύγουν να καταλήγουν σε συμπεράσματα βασισμένοι σε ένα μόνο περιστατικό.

Συχνά, όταν ένας γονιός περιγράφει με αγωνία μια συμπεριφορά, η πρώτη ερώτηση δεν είναι «τι έκανε το παιδί;», αλλά «πόσο συχνά συμβαίνει;». Δεν είναι σπάνιο η ίδια η απάντηση να αλλάζει ήδη τον τρόπο που βλέπει το περιστατικό. «Τώρα που το σκέφτομαι, έγινε μόνο δύο φορές», λένε μερικοί γονείς, συνειδητοποιώντας ότι ο φόβος τους είχε κάνει το γεγονός να μοιάζει πολύ μεγαλύτερο από όσο ήταν.

«Γονιός κάθεται μόνος στην κουζίνα, σκεπτικός αλλά ήρεμος»
«Μια απλή ερώτηση μπορεί να αλλάξει όλη την εικόνα.»

Πολλοί γονείς ζητούν μια απλή απάντηση: «Πείτε μου μόνο αν είναι φυσιολογικό ή όχι». Η ανάγκη αυτή είναι απόλυτα κατανοητή, όμως η ανάπτυξη δεν ακολουθεί απόλυτους κανόνες. Η ίδια συμπεριφορά μπορεί να σημαίνει κάτι διαφορετικό σε ένα παιδί τριών ετών και κάτι άλλο σε ένα παιδί οκτώ ετών, μπορεί να είναι παροδική ή να αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης δυσκολίας. Το πλαίσιο μετράει εξίσου με την ίδια τη συμπεριφορά.

Υπάρχουν, βέβαια, ενδείξεις που αξίζουν μεγαλύτερη προσοχή: όταν μια συμπεριφορά είναι επίμονη, έντονη και δεν συμβαδίζει με την αναπτυξιακή ηλικία του παιδιού, όταν συνοδεύεται από εξαναγκασμό ή σημαντική διαφορά ηλικίας ανάμεσα στα παιδιά, όταν προκαλεί φόβο, δυσφορία ή έντονο άγχος, ή όταν το παιδί φαίνεται να εκφράζει γνώσεις και εμπειρίες που δεν αντιστοιχούν στην ηλικία και στις συνθήκες της ζωής του.

Το σημαντικότερο, όμως, είναι να μη νιώσει ο γονιός ότι καλείται να αποφασίσει μόνος του αν υπάρχει πρόβλημα.

Ο ρόλος δεν είναι να κάνει διάγνωση, αλλά να παρατηρεί με προσοχή, να παραμένει διαθέσιμος και, όταν κάτι τον προβληματίζει πραγματικά, να ζητήσει τη γνώμη ενός ειδικού. Η αναζήτηση βοήθειας είναι μέρος της υπεύθυνης φροντίδας ενός παιδιού, όχι απόδειξη ότι κάτι πήγε στραβά.

Πώς να μιλήσετε στο παιδί για το σώμα και τη σεξουαλικότητα

Αυτή η φροντίδα δεν εξαντλείται στο πότε θα ζητήσουμε βοήθεια. Περνά, πριν απ’ όλα, από το πώς μιλάμε στο ίδιο το παιδί, μέρα με τη μέρα.

Τέλειες απαντήσεις που να ταιριάζουν σε κάθε παιδί και σε κάθε περίσταση δεν υπάρχουν, υπάρχει, όμως, ένας τρόπος επικοινωνίας που βοηθά τα παιδιά να νιώθουν ασφαλή: να ξέρουν ότι οι απορίες τους μπορούν να ακουστούν χωρίς να προκαλέσουν αμηχανία, επίπληξη ή ντροπή.

«Γονιός και παιδί κρατιούνται τρυφερά από τα χέρια σε στιγμή συζήτησης»
«Δεν χρειάζεται η τέλεια απάντηση – χρειάζεται η διαθεσιμότητα.»

Πολλοί γονείς φοβούνται μήπως μια λάθος διατύπωση επηρεάσει το παιδί τους. Εκείνη τη στιγμή, όμως, το παιδί σπάνια αξιολογεί αν η απάντηση ήταν η καλύτερη δυνατή. Παρατηρεί κυρίως αν ο άνθρωπος απέναντί του παραμένει διαθέσιμος, αν μπορεί να συνεχίσει να ρωτά χωρίς να φοβάται ότι έκανε κάτι κακό.

Οι πιο βοηθητικές απαντήσεις είναι συνήθως απλές, ειλικρινείς, προσαρμοσμένες στην ηλικία του παιδιού. Δεν χρειάζεται να δοθούν περισσότερες πληροφορίες από όσες ζητήθηκαν. Αν το παιδί θελήσει να μάθει περισσότερα, θα επανέλθει. Η συζήτηση γύρω από το σώμα δεν είναι μία κουβέντα που πρέπει να γίνει κάποια συγκεκριμένη ημέρα. Είναι ένας διάλογος που εξελίσσεται μαζί με το παιδί.

Μια μητέρα περιέγραφε ότι, όταν η εξάχρονη κόρη της τη ρώτησε πώς γεννιούνται τα μωρά, ένιωσε για μια στιγμή να μην ξέρει τι να πει. Τελικά, απάντησε μόνο σε αυτό που είχε ρωτήσει, με απλά λόγια, χωρίς να δώσει περισσότερες πληροφορίες. Το παιδί άκουσε την απάντηση, είπε ένα σύντομο «Α, μάλιστα» και έφυγε για να συνεχίσει το παιχνίδι του. Η μητέρα γέλασε όταν το διηγήθηκε: «Εγώ είχα αγχωθεί πολύ περισσότερο από εκείνη».

Εξίσου σημαντικό είναι να χρησιμοποιούμε τις πραγματικές ονομασίες για τα μέρη του σώματος και να μιλάμε γι’ αυτά με φυσικότητα. Όταν το σώμα παρουσιάζεται ως κάτι φυσιολογικό και άξιο σεβασμού, το παιδί μαθαίνει ότι μπορεί να μιλά γι’ αυτό χωρίς φόβο ή ενοχή.

Μέσα από την καθημερινότητα μπαίνουν και οι πρώτες βάσεις για την έννοια των προσωπικών ορίων. Το παιδί χρειάζεται να μάθει ότι το σώμα του τού ανήκει, ότι έχει δικαίωμα να εκφράζει τη δυσφορία του όταν κάτι το κάνει να νιώθει άβολα, και ότι υπάρχουν ενήλικες στους οποίους μπορεί πάντα να απευθυνθεί. Οι συζητήσεις αυτές δεν χρειάζεται να βασίζονται στον φόβο. Είναι πολύ πιο ουσιαστικό να βασίζονται στην εμπιστοσύνη και στον αμοιβαίο σεβασμό.

Ένα τελευταίο μήνυμα προς τους γονείς

Όλα αυτά, δηλαδή η περιέργεια, οι ερωτήσεις, οι αμήχανες στιγμές, δεν συνθέτουν μια δοκιμασία που καλούνται να περάσουν οι γονείς, ούτε ένα πρόβλημα που πρέπει να προλάβουν. Συνθέτουν μια φυσική πλευρά της ανάπτυξης, μέσα από την οποία το παιδί γνωρίζει το σώμα του, ανακαλύπτει τον εαυτό του και χτίζει σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο θα σχετίζεται με τους άλλους.

Οι περισσότερες στιγμές που προκαλούν αμηχανία κρατούν ελάχιστα. Εκείνο που μπορεί να μείνει για χρόνια δεν είναι η ίδια η ερώτηση του παιδιού, αλλά ο τρόπος με τον οποίο την υποδέχθηκε ο ενήλικας. Μια απορία που ακούστηκε με προσοχή, μια απάντηση που δόθηκε με ηρεμία, μια συζήτηση που δεν έκλεισε βιαστικά. Όλα  αυτά μπορούν να γίνουν η βάση μιας σχέσης εμπιστοσύνης. Όταν, αντίθετα, η περιέργεια συναντά μόνο φόβο ή ντροπή, το παιδί δεν μαθαίνει ότι έκανε κάτι λάθος· μαθαίνει ότι υπάρχουν πλευρές του εαυτού του για τις οποίες δεν είναι ασφαλές να μιλά.

Η μητέρα που αναρωτιόταν μήπως έκανε κάτι λάθος δεν έμαθε ποτέ με βεβαιότητα αν η απάντησή της ήταν η καλύτερη δυνατή. Ίσως αυτό να μην έχει καν σημασία. Το παιδί της συνέχισε να ρωτά, και αυτό, μάλλον, είναι το μόνο σημάδι που πραγματικά μετράει.

 

Συχνές ερωτήσεις (FAQ)

1. Είναι φυσιολογικό ένα παιδί να αγγίζει τα γεννητικά του όργανα;

Απάντηση:
Ναι. Στις περισσότερες περιπτώσεις πρόκειται για φυσιολογική εξερεύνηση του σώματος και όχι για ένδειξη σεξουαλικής συμπεριφοράς με την έννοια των ενηλίκων. Η σημασία της συμπεριφοράς εξαρτάται πάντα από την ηλικία, τη συχνότητα και το πλαίσιο στο οποίο εμφανίζεται.


2. Πότε καταλαβαίνει ένα παιδί αν είναι αγόρι ή κορίτσι;

Απάντηση:
Τα περισσότερα παιδιά αναγνωρίζουν το φύλο τους περίπου μεταξύ δύο και τριών ετών. Η κατανόηση αυτή εξελίσσεται σταδιακά μέσα από την ανάπτυξη, τις εμπειρίες και τις σχέσεις τους με τους άλλους.


3. Τι είναι το «παιχνίδι του γιατρού»;

Απάντηση:
Πρόκειται για ένα παιχνίδι εξερεύνησης που μπορεί να εμφανιστεί σε παιδιά παρόμοιας ηλικίας. Όταν είναι αυθόρμητο, χωρίς πίεση ή εξαναγκασμό και σταματά εύκολα αν κάποιο παιδί δεν θέλει να συνεχίσει, θεωρείται συνήθως μέρος της φυσιολογικής ανάπτυξης.


4. Πότε χρειάζεται να απευθυνθούμε σε ειδικό;

Απάντηση:
Όταν μια συμπεριφορά είναι επίμονη, έντονη, δεν συμβαδίζει με την αναπτυξιακή ηλικία του παιδιού, περιλαμβάνει εξαναγκασμό ή προκαλεί φόβο και έντονη δυσφορία, είναι σκόπιμο να ζητηθεί η γνώμη ενός ειδικού.


5. Πώς να απαντώ στις απορίες του παιδιού για το σώμα;

Απάντηση:
Με ειλικρίνεια, απλές λέξεις και πληροφορίες προσαρμοσμένες στην ηλικία του. Δεν χρειάζεται να απαντήσετε σε περισσότερα από όσα ρωτά. Το σημαντικό είναι να αισθανθεί ότι μπορεί να συνεχίσει να σας εμπιστεύεται.


6. Μπορεί η στάση των γονιών να επηρεάσει τη σχέση του παιδιού με το σώμα του;

Απάντηση:
Ναι. Όταν οι απορίες αντιμετωπίζονται με ψυχραιμία, σεβασμό και χωρίς ντροπή, το παιδί μαθαίνει να βλέπει το σώμα του ως ένα φυσικό και πολύτιμο μέρος του εαυτού του.

Σάββας Ν. Σαλπιστής

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.

Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.

Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.

Προτεινόμενα άθρα

Leave A Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *