Όταν ένας θάνατος αγγίζει ένα παιδί, το πένθος δεν μένει έξω από την πόρτα του σχολείου. Το παιδί θα συνεχίσει να πηγαίνει στην τάξη του, να συναντά τους συμμαθητές του, να ακούει τον εκπαιδευτικό, να γράφει, να παίζει, να συμμετέχει σε όλα όσα συνέθεταν μέχρι τότε μια συνηθισμένη μέρα, ακόμη κι αν μέσα του έχει συμβεί μια βαθιά ανατροπή. Μπορεί να έχει χάσει έναν γονιό, έναν αδελφό, έναν παππού ή μια γιαγιά. Άλλες φορές η απώλεια αφορά έναν συμμαθητή ή έναν εκπαιδευτικό, και τότε δεν επηρεάζεται μόνο ένα παιδί αλλά ολόκληρη η σχολική κοινότητα.
Το σχολείο δεν είναι απλώς ο χώρος όπου το παιδί επιστρέφει για να συνεχίσει τα μαθήματά του. Είναι ένας από τους λίγους χώρους όπου θα χρειαστεί να ξαναβρεί, έστω προσωρινά, μια αίσθηση συνέχειας: κάτι που δεν έχει σταματήσει να υπάρχει, την ώρα που τόσα άλλα έχουν πάψει να υπάρχουν.
Για ένα παιδί, η απώλεια σπάνια αφορά μόνο τον άνθρωπο που πέθανε. Αφορά και όλα όσα άλλαξαν γύρω από τον θάνατό του: την αγωνία του γονιού που έμεινε, τις νέες υποχρεώσεις, μια καθημερινότητα που δεν μοιάζει πια με πριν. Στην τάξη, μπορεί να προσπαθεί να παρακολουθήσει το μάθημα ενώ ένα κομμάτι του βρίσκεται ήδη στο σπίτι, αναρωτώμενο τι θα βρει όταν γυρίσει. Αυτή η διπλή παρουσία, στην τάξη και έξω από αυτήν ταυτόχρονα, εξηγεί γιατί η συμπεριφορά αλλάζει, συχνά χωρίς το ίδιο το παιδί να μπορεί να πει γιατί.
Όταν το παιδί επιστρέφει στο σχολείο με μια απώλεια που δεν φαίνεται πάντα
Αυτή η διπλή παρουσία δεν παράγει πάντα τα σημάδια που θα περίμενε κανείς. Το πένθος ενός παιδιού δεν εκφράζεται πάντα με τον τρόπο που περιμένουν οι ενήλικες. Μπορεί να κλαίει, να μιλά συνεχώς για τον άνθρωπο που έχασε, να αναζητά επίμονα απαντήσεις. Μπορεί όμως και να γίνει πιο ήσυχο, να δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί, να πέσει η επίδοσή του, να εκνευρίζεται εύκολα, να επιστρέψει σε συμπεριφορές που είχε αφήσει πίσω του χρόνια πριν.
Στο διάλειμμα, ένα παιδί έπαιζε κανονικά με τους συμμαθητές του. Έτρεχε, γελούσε, συμμετείχε στο παιχνίδι σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό. Όταν όμως ένας συμμαθητής του άρπαξε ένα μολύβι που είχε αφήσει στο θρανίο, άρχισε ξαφνικά να κλαίει με ένταση δυσανάλογη με αυτό που είχε συμβεί. Δεν ήταν πραγματικά το μολύβι. Ήταν ίσως η στιγμή που, μέσα σε μια κατά τα άλλα φυσιολογική σχολική ημέρα, κάτι μικρό άνοιξε τον δρόμο προς όλο εκείνο που προσπαθούσε να κρατήσει μακριά.
Ο εκπαιδευτικός που το παρατήρησε δεν χρειάστηκε να ρωτήσει αμέσως «τι έχεις;». Αρκούσε, αρχικά, να μείνει κοντά του.
Το γεγονός ότι ένα παιδί δεν μιλά για την απώλεια δεν σημαίνει ότι δεν πονά. Μερικές φορές, χρειάζεται να απομακρυνθεί προσωρινά από το συναίσθημα για να αντέξει την έντασή του. Αυτό απαιτεί από τον εκπαιδευτικό κάτι περισσότερο από καλή πρόθεση: να μπορεί να συναντήσει το παιδί εκεί όπου βρίσκεται, χωρίς να περιμένει μια συγκεκριμένη μορφή πένθους και χωρίς να αξιολογεί την αντίδρασή του με βάση το πώς θα αντιδρούσε ο ίδιος. Κάθε παιδί έχει διαφορετική σχέση με τον άνθρωπο που χάθηκε, διαφορετικές προηγούμενες εμπειρίες, διαφορετική ηλικία και ωριμότητα, και ένα διαφορετικό οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον που κουβαλά μαζί του στην τάξη.
Γι’ αυτό μια συμπεριφορά που φαίνεται ακατανόητη στον ενήλικα μπορεί να είναι μέρος της προσπάθειας του παιδιού να επεξεργαστεί αυτό που συνέβη. Ένα παιδί μπορεί να επιστρέψει στο παιχνίδι λίγο μετά από μια δύσκολη συζήτηση και να κάνει τον εκπαιδευτικό να αναρωτηθεί αν «κατάλαβε» πραγματικά. Ένα άλλο δεν θέλει καθόλου να μιλήσει. Κάποιο κάνει πολλές ερωτήσεις και μετά αλλάζει απότομα θέμα. Δεν υπάρχει μία σωστή μορφή πένθους, σημασία έχει να υπάρχει ένας ενήλικας που παρατηρεί χωρίς να βιάζεται να ερμηνεύσει, και αφήνει στο παιδί να έχει τον δικό του ρυθμό.
Ο εκπαιδευτικός δεν χρειάζεται να γίνει «ειδικός στο πένθος»
Αυτή η απροβλεψία είναι, συχνά, ό,τι τρομάζει περισσότερο τον ενήλικα, όχι το ίδιο το πένθος του παιδιού, αλλά η αίσθηση ότι δεν θα ξέρει πώς να ανταποκριθεί σε αυτό. Ο θάνατος προκαλεί έντονα συναισθήματα και στον ίδιο τον εκπαιδευτικό, και η παρουσία ενός παιδιού κάνει την κατάσταση ακόμη πιο ευαίσθητη. Ο φόβος του δεν είναι αφηρημένος.
«Αυτό ήταν που με φόβιζε περισσότερο. Ότι θα με ρωτήσει κάτι και δεν θα ξέρω τι να του απαντήσω. Μετά κατάλαβα ότι δεν χρειαζόταν να έχω την τέλεια απάντηση. Χρειαζόταν να μην φύγω από εκεί όταν δεν είχα απάντηση», περιέγραψε με τον τρόπο αυτόν την εμπειρία του ένας εκπαιδευτικός.
Πολλές φορές, αυτό που φοβίζει έναν εκπαιδευτικό δεν είναι η ερώτηση του παιδιού, αλλά η στιγμή που θα την ακούσει, το κενό ανάμεσα στο «δεν ξέρω τι θα μου πει» και στο «τι θα του πω εγώ». Η φράση «δεν ξέρω ακριβώς, αλλά είμαι εδώ» δεν είναι διαφυγή από αυτό το κενό. Είναι απάντηση, από μόνη της.
Δεν χρειάζεται να γίνει ψυχοθεραπευτής του παιδιού, αρκεί να παραμείνει ένας διαθέσιμος και αξιόπιστος ενήλικας. Η ουσιαστική στήριξη δεν εξαρτάται τόσο από το αν θα βρει την τέλεια φράση, όσο από το αν μπορεί να βρίσκεται κοντά σε ένα παιδί που πονά χωρίς να προσπαθεί βιαστικά να εξαφανίσει τον πόνο του.
Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να ακούσει, να απαντήσει με ειλικρίνεια όταν γνωρίζει κάτι και να παραδεχθεί ότι δεν γνωρίζει όταν δεν έχει απάντηση. Να αφήσει χώρο στη σιωπή, να σεβαστεί ένα παιδί που δεν θέλει να μιλήσει, να του δείξει ότι είναι διαθέσιμος όταν εκείνο θελήσει. Η ασφάλεια δημιουργείται συχνά λιγότερο από αυτά που λέμε και περισσότερο από τον τρόπο με τον οποίο στεκόμαστε απέναντι σε αυτό που συμβαίνει.
Ταυτόχρονα, ο εκπαιδευτικός χρειάζεται να αναγνωρίζει και τα δικά του όρια. Κανείς δεν στηρίζει καλύτερα έναν άνθρωπο που πενθεί επειδή έγινε υπεράνθρωπος. Αν τα δικά του συναισθήματα για τον θάνατο είναι τόσο έντονα ώστε να μην μπορεί να παραμείνει διαθέσιμος στο παιδί, η αναζήτηση βοήθειας από ειδικό δεν είναι αποτυχία, αλλά υπεύθυνη στάση. Χρειάζεται αρκετή απόσταση για να παραμείνει παρών, χωρίς να βυθίζεται ο ίδιος στην απώλεια.
Πώς μιλάμε σε ένα παιδί για τον θάνατο
Αυτή η απόσταση αφορά και τις λέξεις. Τα παιδιά χρειάζονται ειλικρίνεια, αλλά η ειλικρίνεια πρέπει να προσαρμόζεται στην ηλικία και στην ικανότητά τους να κατανοήσουν αυτό που συνέβη. Ιδιαίτερα στα μικρότερα παιδιά, οι μεταφορικές εκφράσεις μπορεί να προκαλέσουν μεγαλύτερη σύγχυση αντί να προσφέρουν προστασία.
Μετά τον θάνατο της γιαγιάς του, ένα μικρό παιδί άκουσε από έναν ενήλικα ότι «η γιαγιά κοιμήθηκε». Το ίδιο βράδυ, όταν ήρθε η ώρα να κοιμηθεί, ρώτησε αν πρέπει να φοβάται μήπως κοιμηθεί κι εκείνος και «δεν ξυπνήσει». Η φράση που είχε ειπωθεί για να τον προστατεύσει είχε μεταφέρει, χωρίς πρόθεση, τον φόβο μέσα σε μια πράξη που μέχρι τότε ήταν ασφαλής.
Γι’ αυτό η ειλικρίνεια προς το παιδί δεν σημαίνει ότι του λέμε περισσότερα απ’ όσα μπορεί να αντέξει. Σημαίνει ότι χρησιμοποιούμε λέξεις που δεν μεταφέρουν φόβο σε πράξεις που μέχρι τότε ήταν ακίνδυνες.
Η ισορροπία εδώ είναι λεπτή: τόσες πληροφορίες όσες μπορεί να επεξεργαστεί το παιδί — ούτε παραπάνω, ούτε λιγότερες από αμηχανία. Αν ένα παιδί ρωτήσει «θα πεθάνεις κι εσύ;», καλύτερα να μείνει η ερώτηση ανοιχτή για λίγο παρά να κλείσει βιαστικά. Πίσω της μπορεί να βρίσκεται ο φόβος ότι ο κόσμος δεν είναι πλέον ασφαλής, ή η ανάγκη να βεβαιωθεί ότι οι σημαντικοί άνθρωποι στη ζωή του θα παραμείνουν εκεί. Η απάντηση χρειάζεται να είναι ειλικρινής και, ταυτόχρονα, να προσφέρει το πλαίσιο ασφάλειας που ζητά η ερώτηση.
Εξίσου σημαντικό είναι να μην θεωρούμε ότι όλα τα παιδιά πρέπει να εκφράσουν το πένθος τους με τον ίδιο τρόπο. Κάποιο θέλει να μιλήσει, άλλο να ζωγραφίσει, άλλο να παίξει, άλλο να μη συμμετάσχει καθόλου σε μια σχετική δραστηριότητα. Η έκφραση δεν επιβάλλεται. Το παιδί χρειάζεται να γνωρίζει ότι υπάρχει χώρος για το συναίσθημά του, χωρίς να υποχρεώνεται να το παρουσιάσει στους άλλους.
Σχολείο και οικογένεια: τα όρια ενός κοινού ρόλου
Αυτή η ελευθερία στην έκφραση δεν σημαίνει ότι ο εκπαιδευτικός μένει μόνος του απέναντι σε ό,τι παρατηρεί. Ένας εκπαιδευτικός μπορεί να δει ότι ένα παιδί έχει αλλάξει και να σκεφτεί «πρέπει να κάνω κάτι». Η σωστή κίνηση, όμως, δεν είναι πάντα να κάνει περισσότερα. Μερικές φορές είναι να επικοινωνήσει με την οικογένεια και να πει απλά τι παρατηρεί.
«Στην τάξη δυσκολεύεται περισσότερο τελευταία. Δεν ξέρω αν συμβαίνει και στο σπίτι, αλλά σκέφτηκα ότι θα ήταν καλό να το γνωρίζετε.»
Τίποτα παραπάνω από αυτό δεν ζητούσε η στιγμή. Από εκεί και πέρα, η οικογένεια μπορεί να μοιραστεί όσα θεωρεί χρήσιμα και, αν χρειάζεται, να αναζητήσει εξειδικευμένη βοήθεια. Ο εκπαιδευτικός παραμένει παρών χωρίς να μετατρέψει τη φροντίδα σε έναν ρόλο που δεν του ανήκει.
Το σχολείο βλέπει το παιδί σε ένα μέρος της ζωής του. Η οικογένεια το βλέπει σε ένα άλλο. Κανένα από τα δύο περιβάλλοντα δεν έχει ολόκληρη την εικόνα.
Γι’ αυτό η συνεργασία τους δεν σημαίνει απαραίτητα συμφωνία σε κάθε λεπτομέρεια, ούτε ότι ο εκπαιδευτικός αναλαμβάνει έναν ρόλο που ανήκει στους γονείς. Σημαίνει ότι το παιδί αισθάνεται πως οι σημαντικοί ενήλικες γύρω του δεν λειτουργούν σαν ξεχωριστοί κόσμοι. Όταν στο σπίτι βιώνει μια μεγάλη ανατροπή και στο σχολείο συναντά κάποιον που ξέρει ότι κάτι έχει συμβεί και μπορεί να το ακούσει, η μετάβαση από το ένα περιβάλλον στο άλλο γίνεται λιγότερο απότομη.
Υπάρχουν όμως στιγμές που αυτή η συνεργασία δεν αρκεί από μόνη της, για παράδειγμα, όταν το παιδί αποσύρεται για μεγάλο διάστημα, όταν η δυσκολία στη σχολική ζωή δεν υποχωρεί, όταν εμφανίζει συμπεριφορές που προκαλούν σοβαρή ανησυχία. Τότε χρειάζεται πιο εξειδικευμένη αξιολόγηση. Ο ρόλος τού εκπαιδευτικού παραμένει να παρατηρεί και να επικοινωνεί. Η διάγνωση, όταν χρειάζεται, ανήκει αλλού.
Η παραπομπή σε ειδικό δεν σημαίνει ότι το σχολείο απέτυχε να στηρίξει το παιδί. Μπορεί να είναι, αντίθετα, συνέχεια εκείνης της στήριξης, τη στιγμή που οι ανάγκες του παιδιού ξεπερνούν αυτό που ο παιδαγωγικός ρόλος μπορεί να προσφέρει.
Όταν το πένθος αφορά ολόκληρη τη σχολική κοινότητα
Κάτι διαφορετικό συμβαίνει όταν πεθαίνει ένας μαθητής, ένας εκπαιδευτικός ή κάποιο άλλο πρόσωπο σημαντικό για τη σχολική ζωή. Τότε η απώλεια δεν αφορά πια ένα παιδί και την οικογένειά του, αλλά συμμαθητές, εκπαιδευτικούς, γονείς, ολόκληρη τη λειτουργία του σχολείου. Οι αντιδράσεις διαφέρουν από τάξη σε τάξη, από παιδί σε παιδί.
Και ο ίδιος ο εκπαιδευτικός μπορεί να πενθεί παράλληλα με τους μαθητές του, χωρίς να έχει τον χρόνο ή τον χώρο να το επεξεργαστεί πρώτος.
Σε τέτοιες συνθήκες, ένα σχέδιο αντιμετώπισης κρίσεων μπορεί να προσφέρει σημαντική ασφάλεια. Όταν η κρίση έχει ήδη συμβεί, είναι δύσκολο να αποφασιστούν ψύχραιμα όλες οι λεπτομέρειες: ποιος θα ενημερώσει τους μαθητές, πώς θα γίνει η επικοινωνία με τους γονείς, ποιος θα αναλάβει την υποστήριξη των εκπαιδευτικών, πώς θα συνεχιστεί η λειτουργία του σχολείου. Η προηγούμενη προετοιμασία δεν καταργεί τον πόνο. Μειώνει όμως το χάος, και επιτρέπει στη σχολική κοινότητα να παραμείνει όσο γίνεται πιο σταθερή.
Αυτή η σταθερότητα έχει ιδιαίτερη σημασία για τα παιδιά. Η σχολική ρουτίνα δεν πρέπει να επανέλθει βιαστικά, σαν να μη συνέβη τίποτα, αλλά ούτε χρειάζεται να εγκαταλειφθεί κάθε μορφή καθημερινότητας. Η συνέχιση κάποιων γνώριμων δραστηριοτήτων μπορεί να βοηθήσει το παιδί να αισθανθεί ότι, παρόλο που ο κόσμος του έχει αλλάξει, δεν έχουν χαθεί όλα τα σταθερά σημεία αναφοράς.
Η σημασία του αποχαιρετισμού και των τελετουργιών
Ένα σταθερό σημείο αναφοράς δεν χρειάζεται πάντα να είναι κάτι μεγάλο. Όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει, τα παιδιά χρειάζονται συχνά έναν συγκεκριμένο τρόπο για να κατανοήσουν ότι συνέβη κάτι πραγματικό, και οι τελετουργίες μπορούν να λειτουργήσουν ως ένα τέτοιο πλαίσιο. Δεν έχουν μόνο συμβολική αξία: βοηθούν το παιδί να εκφράσει συναισθήματα, να αποχαιρετήσει, να μοιραστεί την εμπειρία του με τους άλλους, να δημιουργήσει μια κοινή βάση για μελλοντικές συζητήσεις γύρω από την απώλεια.
Σε μια τάξη, όπου είχε πεθάνει ένας μαθητής, τα παιδιά έφτιαξαν ένα κοινό βιβλίο αναμνήσεων. Δεν ζητήθηκε από κανένα να γράψει κάτι. Όποιος ήθελε μπορούσε να ζωγραφίσει, να γράψει μια μικρή ανάμνηση, ή απλώς να βάλει το όνομά του. Ένα παιδί δεν συμμετείχε καθόλου εκείνη την ημέρα. Λίγες μέρες αργότερα, όμως, πήγε μόνο του στον εκπαιδευτικό και ζήτησε να προσθέσει μια ζωγραφιά, ένας ήσυχος τρόπος να επιστρέψει στην απώλεια όταν ήταν έτοιμο.
Δεν ήταν η τελετουργία που «έκανε το παιδί να πενθήσει». Του έδωσε έναν χώρο όπου μπορούσε, όταν ήταν έτοιμο, να πλησιάσει την απώλεια με τον δικό του χρόνο και τρόπο.
Στη σχολική κοινότητα, αυτό μπορεί να πάρει τη μορφή μιας απλής και σεμνής τελετής, ενός χρόνου σιωπής, μιας κοινής ζωγραφιάς, κάποιας πράξης που θα αποφασιστεί μαζί με τα παιδιά και θα ταιριάζει στην ηλικία και στο πλαίσιό τους. Το ζητούμενο δεν είναι ένα εντυπωσιακό γεγονός, αλλά μια μορφή για κάτι που διαφορετικά μένει ακατανόητο και άμορφο μέσα στην ψυχική ζωή του παιδιού, με την απαραίτητη ευαισθησία στις διαφορετικές πεποιθήσεις και οικογενειακές παραδόσεις γύρω από τον θάνατο.
Το σχολείο ως χώρος ασφάλειας και συνέχειας
Μέσα σε όλα αυτά, το παιδί χρειάζεται ενήλικες που μπορούν να αντέξουν το συναίσθημά του χωρίς να πανικοβληθούν. Αν οι σημαντικοί ενήλικες αποφεύγουν συστηματικά να μιλήσουν για τον θάνατο, το παιδί μπορεί να συμπεράνει πως πρόκειται για κάτι τόσο τρομακτικό ώστε να μην επιτρέπεται καν να το αγγίξει.
Δεν είναι η σιωπή γύρω από τον θάνατο που προστατεύει ένα παιδί. Είναι η παρουσία κάποιου που μπορεί να ακούσει μια δύσκολη ερώτηση, να αντέξει ένα δάκρυ, να μείνει χωρίς να απαιτεί από το παιδί να «είναι δυνατό».
Ίσως, τελικά, ο πιο ουσιαστικός ρόλος του εκπαιδευτικού στο πένθος να είναι λιγότερο θεαματικός απ’ όσο φαντάζεται κανείς. Να παραμείνει ένας σταθερός ενήλικας σε μια περίοδο όπου το παιδί έχει χάσει κάτι από τη σταθερότητα του δικού του κόσμου. Να ακούσει χωρίς να πιέζει, να μιλήσει χωρίς να γεμίζει κάθε σιωπή, να αναγνωρίζει τον πόνο χωρίς να βιαστεί να τον διορθώσει.
Το σχολείο δεν μπορεί να πάρει από ένα παιδί τον άνθρωπο που έχασε. Ίσως όμως, κάθε πρωί που εκείνο περνά ξανά την ίδια πόρτα και βρίσκει εκεί κάποιον που ξέρει τι κουβαλά και δεν το τρομάζει, να είναι αρκετό, όχι για να κλείσει η απώλεια, αλλά για να έχει το παιδί έναν λόγο να συνεχίσει να περνάει μέσα από αυτήν.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.


Μπράβο για το άρθρο σας!