Υπάρχουν άνθρωποι που δεν βρίσκονται απλώς στη ζωή μας, αλλά αποτελούν μέρος του τρόπου με τον οποίο έχουμε μάθει να τη ζούμε. Είναι εκείνοι στους οποίους τηλεφωνούμε όταν συμβαίνει κάτι σημαντικό, εκείνοι με τους οποίους έχουμε μοιραστεί χρόνια, συνήθειες, γιορτές, διαφωνίες, σιωπές και αμέτρητες μικρές στιγμές που, όσο υπήρχαν, έμοιαζαν αυτονόητες. Όταν ένας τέτοιος άνθρωπος πεθαίνει, δεν χάνουμε μόνο την παρουσία του. Χάνεται μαζί της ένα κομμάτι της καθημερινότητάς μας, μια πλευρά της προσωπικής μας ιστορίας και, σε κάποιο βαθμό, ο τρόπος με τον οποίο γνωρίζαμε μέχρι τότε τον εαυτό μας.
Τι είναι το πένθος
Το πένθος δεν είναι απλώς η λύπη που αισθανόμαστε επειδή κάποιος έφυγε. Είναι η δύσκολη ψυχική διαδικασία μέσα από την οποία προσπαθούμε να προσαρμοστούμε σε μια πραγματικότητα που έχει αλλάξει οριστικά. Ο κόσμος συνεχίζει να υπάρχει, οι υποχρεώσεις παραμένουν, το τηλέφωνο χτυπά. Κι όμως κάτι θεμελιώδες έχει μετακινηθεί: ένας άνθρωπος που μέχρι χθες αποτελούσε μέρος του κόσμου μας δεν είναι πια διαθέσιμος μέσα σε αυτόν.
Όταν ο νους γνωρίζει, αλλά η απώλεια δεν έχει ακόμη γίνει πραγματικότητα
Στις πρώτες ημέρες μετά έναν θάνατο, η λογική συνήθως προηγείται. Ένα άλλο, πιο αργό κομμάτι της ψυχικής μας ζωής χρειάζεται περισσότερο χρόνο για να την ακολουθήσει.
Ένας άνδρας που είχε χάσει πρόσφατα τη μητέρα του περιέγραψε, λίγες ημέρες μετά την κηδεία, πώς έπιασε μηχανικά το τηλέφωνό του για να της τηλεφωνήσει. Είχε κάτι να της πει, κάτι ασήμαντο, από την καθημερινότητά του. Μόνο όταν άνοιξε το όνομά της στις επαφές κατάλαβε τι είχε συμβεί. «Για ένα δευτερόλεπτο, δεν θυμόμουν ότι έχει πεθάνει», είπε. Δεν ήταν άγνοια. Ήξερε καλά τι είχε γίνει. Απλώς κάτι μέσα του δεν είχε ακόμη προλάβει να το ακολουθήσει.

Αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί ένας άνθρωπος μπορεί, τις πρώτες ημέρες, να λειτουργεί σχεδόν μηχανικά, να οργανώνει την κηδεία, να τηλεφωνεί σε συγγενείς, να φαίνεται συγκροτημένος, ενώ μέσα του δεν έχει ακόμη μπορέσει να συλλάβει τι σημαίνει πραγματικά αυτό που συνέβη. Η ένταση της απώλειας γίνεται συχνά πιο αισθητή αργότερα, όταν σταματήσουν οι πρακτικές απαιτήσεις και μείνει, για πρώτη φορά, μόνος απέναντι στην απουσία.
Την ίδια περίοδο, ο ίδιος άνδρας ξυπνούσε σχεδόν κάθε βράδυ γύρω στις τέσσερις, με ένα βάρος στο στήθος και την αίσθηση ότι το μυαλό του δεν μπορούσε να κρατήσει μια σκέψη για περισσότερο από λίγα λεπτά. Δεν πενθεί μόνο η σκέψη μας. Πενθεί ολόκληρος ο άνθρωπος, και το σώμα συχνά προλαβαίνει να το πει πριν καταφέρει ο νους να το επεξεργαστεί.
Το πένθος δεν είναι μόνο θλίψη
Πριν προλάβει το σώμα να συμβαδίσει με όσα ήδη γνωρίζει ο νους, έρχεται συχνά κάτι ακόμη πιο μπερδεμένο: το συναίσθημα δεν κρατά ποτέ ένα μόνο σχήμα.
Η εικόνα που έχουμε συνήθως για το πένθος είναι εκείνη ενός ανθρώπου βυθισμένου στη λύπη. Στην πραγματικότητα, η απώλεια φέρνει στην επιφάνεια πολλά διαφορετικά και συχνά αντιφατικά συναισθήματα. Μπορεί να υπάρχει θυμός προς τους γιατρούς, την οικογένεια, την τύχη, τον Θεό ή ακόμη και προς τον ίδιο τον άνθρωπο που πέθανε. Μπορεί να υπάρχει φόβος για το μέλλον, μοναξιά, αίσθηση αδικίας.
Ιδιαίτερα δύσκολη μπορεί να αποδειχθεί πως είναι η ανακούφιση. Όταν έχει προηγηθεί μια μακρά και επώδυνη ασθένεια, κάποιος μπορεί να αισθανθεί ανακούφιση επειδή τελείωσε η ταλαιπωρία του αγαπημένου του ανθρώπου, και αμέσως μετά να νιώσει ένοχος γι’ αυτό το συναίσθημα. Στην περίπτωση αυτή, τα δύο συνήθως έρχονται μαζί, σχεδόν ταυτόχρονα, σαν το ένα να μην τολμά να υπάρξει χωρίς το άλλο να το διορθώσει αμέσως. Στην ψυχική ζωή, όμως, δύο φαινομενικά αντίθετες αλήθειες μπορούν να συνυπάρχουν: μπορούμε να πονάμε βαθιά για τον θάνατο κάποιου και ταυτόχρονα να ανακουφιζόμαστε που δεν υποφέρει πια.
Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με τη χαρά, μόνο που εκεί η ενοχή παίρνει άλλο πρόσωπο, πιο δύσκολο να ομολογηθεί.
Η ενοχή και η ανάγκη να ξαναγράψουμε το παρελθόν
Από όλα αυτά τα αντιφατικά συναισθήματα, υπάρχει ένα που δεν φεύγει εύκολα, γιατί δεν μένει στο παρόν αλλά επιστρέφει διαρκώς πίσω: η ενοχή.
Ένας άνθρωπος το έλεγε ξανά και ξανά μέσα στις συνεδρίες: «Έπρεπε να είχα καταλάβει ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Έπρεπε να είχα πάει νωρίτερα στο σπίτι του εκείνο το βράδυ». Ξαναγύριζε στα ίδια γεγονότα, σαν να έψαχνε ένα σημείο όπου θα μπορούσε να είχε αλλάξει η έκβαση. Όσο περνούσε ο καιρός, το παρελθόν γινόταν όλο και πιο ξεκάθαρο μέσα στο μυαλό του. Όσα τότε ήταν αμφίβολα και ακατανόητα, μετά τον θάνατο έμοιαζαν σχεδόν προφανή.
Κάπου εδώ μπερδεύεται το πράγμα: η ενοχή δεν μετρά πάντα τι κάναμε ή δεν κάναμε, αλλά τι νομίζουμε τώρα ότι έπρεπε να ξέρουμε τότε.
Κάποιες φορές, η πρόταση έμενε στη μέση: «Αν είχα σηκώσει εκείνο το τηλέφωνο, ίσως…»
Πίσω από τέτοιες σκέψεις, κρύβεται συχνά μια προσπάθεια να ξαναβρεθεί κάποιος έλεγχος απέναντι σε κάτι οριστικό και μη αναστρέψιμο. Το «θα μπορούσα να είχα κάνει κάτι» είναι, κάποιες φορές, ψυχικά πιο υποφερτό από το «δεν μπορούσα να ελέγξω αυτό που συνέβη». Η προσέγγιση, σε μια τέτοια συζήτηση, δεν είναι να πούμε βιαστικά «δεν φταις». Είναι να βοηθήσουμε τον άνθρωπο να ξαναδεί ολόκληρη τη σχέση, γιατί καμία σημαντική σχέση δεν αποτελείται μόνο από την τελευταία της ημέρα.
Η απουσία εγκαθίσταται μέσα στην καθημερινότητα
Ενώ η ενοχή κοιτάζει προς τα πίσω, η απουσία στήνεται συνήθως μπροστά μας, μέσα στην πιο κοινή στιγμή της ημέρας.
Μπορεί να βρίσκεται στη θέση στο τραπέζι όπου καθόταν πάντα ο άνθρωπός μας, σε ένα τραγούδι που ακούγεται τυχαία στο αυτοκίνητο, σε ένα φαγητό που εκείνος αγαπούσε. Τότε η απουσία δεν είναι πια μια αφηρημένη γνώση. Γίνεται ξαφνικά συγκεκριμένη.
Γι’ αυτό και το πένθος δεν ακολουθεί ευθεία πορεία. Μπορεί να περάσουν μήνες με την αίσθηση ότι αρχίζουμε να προσαρμοζόμαστε, και ύστερα μια επέτειος ή μια απρόβλεπτη εικόνα να φέρει ξανά τον πόνο με μεγάλη ένταση. Δεν σημαίνει ότι επιστρέψαμε στην αρχή. Η μνήμη δεν λειτουργεί σαν ημερολόγιο που σβήνει σταδιακά τις προηγούμενες σελίδες. Ίσως γι’ αυτό το πένθος χρειάζεται να το σκεφτόμαστε περισσότερο ως διαδικασία προσαρμογής παρά ως διαδρομή με συγκεκριμένο τέρμα.
Ο άνθρωπος που πέθανε συνεχίζει να έχει μια θέση μέσα μας
Κι όμως, η ίδια απουσία που μας εκπλήσσει σε μια τυχαία στιγμή μπορεί, με τον καιρό, να αποκτήσει και μια πιο σταθερή θέση μέσα μας.
Μια γυναίκα, χρόνια μετά τον θάνατο του πατέρα της, παρατήρησε ότι σε κάθε δύσκολη απόφαση έλεγε σχεδόν ασυναίσθητα μια φράση που άκουγε από εκείνον όταν η ίδια ήταν παιδί: «Πρώτα να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε και μετά θα φοβηθούμε». Είχε γίνει δική της χωρίς να το καταλάβει. Κάποια στιγμή στη θεραπεία, συνειδητοποίησε πως, όταν την έλεγε στον εαυτό της, συνέχιζε με έναν τρόπο μια εσωτερική συνομιλία μαζί του. Δεν σκεφτόταν πάντα αν συμφωνούσε μαζί του, ήθελε απλώς να ακούσει, μέσα της, τον τρόπο που εκείνος θα το έβλεπε.

Για πολλά χρόνια, υπήρχε η αντίληψη ότι, για να πενθήσουμε σωστά, θα πρέπει κάποτε να αποδεσμευτούμε εντελώς από τον άνθρωπο που χάσαμε. Σήμερα, καταλαβαίνουμε καλύτερα ότι οι σημαντικοί δεσμοί δεν εξαφανίζονται επειδή σταμάτησε η φυσική παρουσία. Ο εξωτερικός δεσμός μετασχηματίζεται σε εσωτερικό, και συνεχίζει να επηρεάζει το ποιοι είμαστε.
Όταν η ζωή αρχίζει ξανά να κινείται
Αυτή η εσωτερική παρουσία δεν εμποδίζει τη ζωή να προχωρήσει. Αντίθετα, είναι συχνά αυτό που την κάνει, αργότερα, ξανά δυνατή. Το πιο δύσκολο σημείο, ωστόσο, έρχεται ακριβώς όταν η καθημερινότητα αποκτά κάποια κανονικότητα.
Μια γυναίκα, λίγους μήνες μετά τον θάνατο του συζύγου της, διηγήθηκε πως ένα βράδυ γέλασε δυνατά με κάτι που είπε η κόρη της. Για λίγα δευτερόλεπτα, ένιωσε πραγματικά χαρούμενη. Ύστερα σταμάτησε απότομα. «Και μετά σκέφτηκα: πώς μπορώ να γελάω έτσι ενώ εκείνος δεν είναι εδώ;» είπε, σαν η χαρά της να ήταν, για μια στιγμή, μια μορφή προδοσίας.
Αργότερα κατάλαβε κάτι διαφορετικό: το γέλιο δεν αναιρούσε την αγάπη της για εκείνον. Έδειχνε απλώς πως η δική της ζωή εξακολουθούσε να έχει κίνηση.
Αυτή η ενοχή έχει συχνά μια βαθύτερη ρίζα, τον φόβο μήπως, αν προχωρήσουμε, προδώσουμε τη σημασία της σχέσης που χάσαμε. Όμως η επιστροφή στη ζωή δεν αποτελεί άρνηση της απώλειας, όπως και μια νέα εμπειρία δεν διαγράφει τις παλιές. Δεν επιστρέφουμε ακριβώς στον άνθρωπο που ήμασταν πριν. Μπορεί να γνωρίζουμε πλέον, με διαφορετικό τρόπο, πόσο εύθραυστη είναι η ζωή.
Όταν ο πόνος παραμένει καθηλωμένος
Αυτή η αργή αλλαγή, όμως, δεν είναι δεδομένη για όλους.
Το έντονο πένθος δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη ψυχικής διαταραχής. Για τους περισσότερους είναι μια φυσιολογική, αν και βαθιά επώδυνη, αντίδραση. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις όπου η έντονη λαχτάρα για τον άνθρωπο που πέθανε, η αίσθηση ότι η ζωή έχει χάσει κάθε νόημα, ή η σοβαρή δυσκολία επιστροφής στην καθημερινή λειτουργικότητα παραμένουν επίμονα, και τότε χρειάζεται να αναζητηθεί επαγγελματική βοήθεια.
Μια μητέρα, που είχε χάσει τον σύζυγό της περίπου τέσσερα χρόνια νωρίτερα, έχασε στη συνέχεια και τη 19χρονη μονάκριβη κόρη της σε τροχαίο δυστύχημα. Επί ενάμιση περίπου χρόνο, προτού απευθυνθεί για βοήθεια, ύστερα από επίμονες προτροπές φίλων και συγγενών, συνέχιζε να στρώνει καθημερινά το τραπέζι για δύο άτομα, να φτιάχνει το κρεβάτι του παιδιού της, να πλένει και να σιδερώνει τα ρούχα της. Δεν επρόκειτο για συνήθειες που απλώς δυσκολευόταν να αφήσει, ήταν η καθημερινή, σχεδόν τελετουργική έκφραση μιας άρνησης, δηλαδή της αδυναμίας της να αποδεχθεί μια απώλεια τόσο τρομερή, ώστε ο μόνος τρόπος να συνεχίσει να λειτουργεί ήταν να κρατά τη ζωή στημένη όπως ήταν πριν.
Η ανάγκη για βοήθεια δεν σημαίνει ότι κάποιος πενθεί «λάθος», ούτε ότι πρέπει να ξεχάσει γρηγορότερα. Σημαίνει ότι ο πόνος έχει γίνει τόσο βαρύς, ώστε χρειάζεται να μην τον κουβαλήσει μόνος του — κάτι που συχνά είναι δυσκολότερο να το παραδεχτεί κανείς απ’ όσο ήταν να αντέξει τον ίδιο τον πόνο. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να προσφέρει έναν χώρο όπου κάποιος μιλά όχι μόνο για τον θάνατο, αλλά και για τη σχέση που προηγήθηκε, για την ενοχή, τον θυμό, όσα έμειναν ανείπωτα.
Να ζούμε με την απουσία
Και είτε χρειαστεί κανείς αυτή τη βοήθεια είτε όχι, αυτό που αναζητά τελικά μοιάζει να είναι το ίδιο πράγμα.
Ίσως τελικά το πένθος να μην είναι η διαδικασία μέσα από την οποία μαθαίνουμε να ζούμε χωρίς τον άνθρωπο που χάσαμε, αλλά η διαδικασία μέσα από την οποία μαθαίνουμε να ζούμε με την απουσία του. Η διαφορά είναι σημαντική. Το πρώτο μοιάζει να απαιτεί να σβήσουμε σταδιακά τον δεσμό. Το δεύτερο αναγνωρίζει ότι μια σημαντική σχέση μπορεί να αλλάξει μορφή χωρίς να πάψει να αποτελεί μέρος της εσωτερικής μας ζωής.

Κάποτε, η ανάμνηση φέρνει μόνο πόνο. Αργότερα, μπορεί να συνυπάρχουν ο πόνος και η τρυφερότητα, τα δάκρυα και ένα χαμόγελο, όχι επειδή ξεχάσαμε, αλλά επειδή η απώλεια βρίσκει σιγά σιγά τη θέση της, αντί να καταλαμβάνει ολόκληρη τη ζωή.
Ο άνθρωπος που αγαπήσαμε δεν επιστρέφει. Κάποια στιγμή, όμως, χωρίς προειδοποίηση, ξαναπιάνουμε το τηλέφωνο για να πούμε σε κάποιον κάτι ασήμαντο. Δεν είναι πια εκείνος που περιμένουμε να απαντήσει, αλλά η ζωή, προφανώς, δεν σταμάτησε να μας ζητά να μιλήσουμε. Δεν ξέρω αν αυτό λέγεται «προχωράω». Ξέρω μόνο πως δεν είναι το ίδιο με το να ξεχνάς.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.

