Ένας κρότος από μια πόρτα που κλείνει, και ο άνθρωπος στην κουζίνα σφίγγει τους ώμους πριν προλάβει να καταλάβει τι άκουσε. Ξέρει ότι δεν κινδυνεύει. Το σώμα του, όμως, ενεργοποιήθηκε πρώτο, σαν να χτύπησε ένας συναγερμός που δεν έπαψε ποτέ να ηχεί.
Άλλοι δυσκολεύονται να κοιμηθούν, αποφεύγουν έναν δρόμο ή μια συζήτηση, ή μένουν συναισθηματικά ανέγγιχτοι εκεί που θα περίμενε κανείς να συγκινηθούν. Συχνά, δεν συνδέουν αυτές τις αντιδράσεις με κάτι που έζησαν πριν από μήνες ή δεκαετίες. Το ψυχικό τραύμα δεν αφήνει πάντοτε σημάδι που φαίνεται, και γι’ αυτό πολλές φορές μένει χωρίς όνομα.
Για να το κατανοήσουμε, χρειάζεται να κοιτάξουμε όχι μόνο τι συνέβη, αλλά και πώς επηρέασε η εμπειρία την αίσθηση ασφάλειας, τη σχέση με τον εαυτό και τη δυνατότητα να προσεγγίζουμε τους άλλους.
Το ψυχικό τραύμα είναι η βαθιά ψυχική επιβάρυνση που μπορεί να αφήσει μια εμπειρία απειλής, βίας ή παρατεταμένης ανασφάλειας. Εκδηλώνεται συχνά με εφιάλτες, αποφυγή, υπερεπαγρύπνηση, συναισθηματικό μούδιασμα ή δυσκολίες στις σχέσεις. Η θεραπεία με ειδικό βοηθά τον άνθρωπο να επεξεργαστεί την εμπειρία και να ανακτήσει την αίσθηση ασφάλειας.
Τι είναι το ψυχικό τραύμα και τι δεν είναι
Ψυχικό τραύμα ονομάζουμε την επίδραση μιας εμπειρίας που ξεπέρασε όσα μπορούσε εκείνη τη στιγμή να αντέξει και να επεξεργαστεί ο άνθρωπος, και που κλόνισε την αίσθηση ασφάλειας, συνέχειας και εμπιστοσύνης. Μια δυσάρεστη ανάμνηση από μόνη της δεν αρκεί.
Το ίδιο γεγονός δεν αφήνει το ίδιο αποτύπωμα σε όλους. Σημασία έχουν η ηλικία, οι προηγούμενες εμπειρίες, η διάρκεια της απειλής, το αν υπήρχε δυνατότητα διαφυγής και το αν υπήρχε κάποιος να σταθεί δίπλα. Γι’ αυτό δεν καταλήγει κάθε τραυματική εμπειρία σε μακροχρόνιες δυσκολίες, ούτε κάθε οδυνηρό γεγονός συνιστά τραύμα με την κλινική έννοια. Το πένθος, για παράδειγμα, μπορεί να είναι βαθύ χωρίς να αποτελεί ψυχική διαταραχή.
Εδώ χρειάζεται μια διάκριση γιατί συχνά δημιουργείται σύγχυση: άλλο η τραυματική εμπειρία, άλλο οι αντιδράσεις πουακολουθούν στη συνέχεια, και άλλο η διαγνωστική οντότητα. Οι περισσότεροι άνθρωποι, που βιώνουν κάτι τρομακτικό, έχουν έντονες αντιδράσεις τις πρώτες εβδομάδες, και στους περισσότερους αυτές υποχωρούν σταδιακά. Η διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) είναι συγκεκριμένη διάγνωση με καθορισμένα κριτήρια, που τίθεται από ειδικό όταν τα συμπτώματα επιμένουν και επηρεάζουν τη λειτουργικότητα. Το ψυχικό τραύμα είναι ο ευρύτερος όρος-ομπρέλα, κάτω από τον οποίο χωρούν πολλές διαφορετικές αντιδράσεις, και το PTSD είναι μία μόνο από τις διαγνώσεις που μπορεί να προκύψουν.
Ποιες εμπειρίες μπορεί να έχουν τραυματικό αντίκτυπο;
Στις εμπειρίες που μπορεί να έχουν τραυματικό αντίκτυπο περιλαμβάνονται η σωματική και η σεξουαλική βία, τα σοβαρά ατυχήματα, οι φυσικές καταστροφές, ο πόλεμος, οι απειλές κατά της ζωής και ορισμένες ιδιαίτερα δύσκολες ιατρικές εμπειρίες.

Τραυματικές συνέπειες μπορεί να προκύψουν και χωρίς ένα μεμονωμένο γεγονός, από παρατεταμένη κακοποίηση, εκφοβισμό ή ανασφάλεια, ιδίως όταν ο άνθρωπος δεν είχε τη δυνατότητα να απομακρυνθεί. Στην παιδική ηλικία, η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε βία ή η απουσία σταθερής προστασίας επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο αναπτύσσονται η εμπιστοσύνη και η ρύθμιση των συναισθημάτων. Ωστόσο, δεν είναι τραύμα κάθε δυσκολία της παιδικής ηλικίας: μετράνε η διάρκεια, το νόημα που είχε για το παιδί και οι σχέσεις μέσα στις οποίες μεγάλωσε.
Ψυχικό τραύμα: Συμπτώματα και εκδηλώσεις
Οι αντιδράσεις, μετά από μια τραυματική εμπειρία, διαφέρουν σε ένταση, διάρκεια και μορφή. Άλλοτε υποχωρούν σιγά σιγά, άλλοτε μένουν και περιορίζουν την καθημερινότητα. Όσα ακολουθούν περιγράφουν τους τρόπους με τους οποίους εμφανίζονται οι δυσκολίες και δεν αποτελούν ερωτηματολόγιο αυτοδιάγνωσης.
Αναβίωση. Εφιάλτες, ανεπιθύμητες αναμνήσεις και έντονες αντιδράσεις σε υπενθυμίσεις κάνουν το παρελθόν να μοιάζει ξαφνικά παρόν. Μια οσμή, ένας ήχος ή μια κίνηση μπορεί να προκαλέσει φόβο, πριν ο άνθρωπος καταλάβει τι τον αναστάτωσε. Κάποιος περιγράφει, για παράδειγμα, ότι σε μια συνηθισμένη συνάντηση μια δυνατή φωνή από το διπλανό δωμάτιο τον έκανε να παγώσει: το βλέμμα ακίνητο, η αναπνοή ρηχή, η αίσθηση ότι πρέπει να προστατευτεί. «Ήξερα πού βρισκόμουν», λέει, «αλλά εκείνη τη στιγμή ήταν σαν να μην ήμουν πραγματικά εκεί». Ένα γνώριμο ερέθισμα ενεργοποίησε μια αντίδραση που ανήκε σε άλλες συνθήκες, και μαζί της μια παροδική αποσύνδεση.
Αποφυγή. Συζητήσεις, πρόσωπα, τόποι ή δραστηριότητες που θυμίζουν την εμπειρία αποφεύγονται. Η αποφυγή προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, αλλά όταν γενικεύεται στενεύει τη ζωή και κρατά τον φόβο ζωντανό.
Υπερεπαγρύπνηση. Η συνεχής επιφυλακή, η ευερεθιστότητα, η δυσκολία στον ύπνο και το έντονο ξάφνιασμα δείχνουν ένα επίμονο αίσθημα απειλής. Μια γυναίκα ανέφερε ότι, ακόμη και όταν το σπίτι είναι ήσυχο, ένας απότομος ήχος από τον διάδρομο την κάνει να τινάζεται, και ότι ξυπνά τη νύχτα με σφιγμένα δόντια και ανασηκωμένους ώμους: «Ξέρω ότι δεν συμβαίνει κάτι, αλλά το σώμα μου δεν με πιστεύει». Ο οργανισμός συνεχίζει να προετοιμάζεται για έναν κίνδυνο που έχει περάσει. Γι’ αυτό σε ορισμένους ακόμη και η ίδια η ηρεμία μπορεί να μοιάζει επικίνδυνη.
Αλλαγές στη διάθεση και στην εικόνα του εαυτού. Ενοχή, ντροπή, θυμός, θλίψη και επίμονες πεποιθήσεις, όπως «δεν μπορώ να εμπιστευτώ κανέναν» ή «έπρεπε να είχα αντιδράσει διαφορετικά», δυσκολεύουν την καθημερινότητα. Η ντροπή αξίζει ιδιαίτερη προσοχή, γιατί συχνά κρατά τον άνθρωπο σιωπηλό και τον κάνει να κρύβει ακριβώς όσα θα χρειαζόταν να πει.

Αποσύνδεση. Ορισμένοι άνθρωποι νιώθουν αποκομμένοι από το σώμα, τα συναισθήματα ή το περιβάλλον τους. Μπορεί να βιώνουν μια αίσθηση μη πραγματικότητας ή να δυσκολεύονται να νιώσουν συναισθηματικά παρόντες. Η αποσύνδεση λειτουργεί συχνά ως τρόπος να αντέξει κανείς το ανυπόφορο.
Δεν εμφανίζονται όλα τα συμπτώματα σε όλους. Ούτε αρκεί ένα μεμονωμένο σύμπτωμα για να συμπεράνουμε ότι κάποιος έχει υποστεί τραύμα ή ότι έχει PTSD. Η διάρκεια, η ένταση, το ιστορικό και η επίδραση στη λειτουργικότητα χρειάζονται συνολική αξιολόγηση.
Πώς επηρεάζει το τραύμα το σώμα και τις σχέσεις;
Το σώμα μπορεί να αντιδράσει σε μια υπενθύμιση του κινδύνου, πριν ο άνθρωπος αναγνωρίσει συνειδητά τι θυμήθηκε. Η αναπνοή επιταχύνεται, οι μύες σφίγγονται, η καρδιά χτυπά γρήγορα. Άλλοτε κυριαρχούν η εξάντληση, η αϋπνία ή μια εσωτερική ακινησία. Αυτή η σωματική μνήμη, στην οποία το σώμα θυμάται όσα δεν έχουν γίνει ακόμη λόγια, είναι ένας από τους τρόπους με τους οποίους το τραύμα μένει ενεργό.
Δεν οφείλεται κάθε σωματικό σύμπτωμα σε ψυχικό τραύμα. Τα νέα ή επίμονα συμπτώματα χρειάζονται την κατάλληλη ιατρική αξιολόγηση.
Το τραύμα αλλάζει και τον τρόπο με τον οποίο σχετιζόμαστε. Μια γυναίκα επιθυμούσε μια στενή σχέση και, μόλις ο σύντροφός της απομακρύνονταν για λίγες ώρες, σκέφτονταν ότι κάτι έχει αλλάξει. Όταν εκείνος επέστρεφε και τη ρωτούσε τι συμβαίνει, αυτή απαντούσε ψυχρά: «Δεν έχω ανάγκη κανέναν». Στη θεραπευτική συζήτηση, η βεβαιότητα αυτή συχνά υποχωρεί και αναδύεται ο φόβος ότι, αν δείξει πόσο χρειάζεται τον άλλον, θα εκτεθεί ξανά στην απόρριψη ή στην εγκατάλειψη. Η επιθυμία για εγγύτητα συνυπάρχει έτσι με μια έντονη ανάγκη προστασίας από αυτήν. Άλλοι βρίσκουν ξανά και ξανά συντρόφους που τους πληγώνουν, σαν το γνώριμο να μοιάζει ασφαλέστερο από το άγνωστο. Φυσικά, δεν οφείλεται κάθε δυσκολία στις σχέσεις σε τραύμα. Ένα τέτοιο μοτίβο δείχνει απλώς πώς παλαιότερες εμπειρίες επηρεάζουν τον τρόπο που βιώνουμε τη σημερινή οικειότητα.
Όταν η προστασία κάποτε ήταν αναγκαία
Η υποχώρηση, η ψυχρότητα ή η υπερβολική συμμόρφωση, που σήμερα φαίνονται προβληματικές, ήταν συχνά κάποτε τρόπος προστασίας: αναγκαίος τότε, περιοριστικός σήμερα. Γι’ αυτό, ο θεραπευτής δεν σπεύδει να διδάξει όρια. Ρωτά πρώτα τι σημαίνει για τον άνθρωπο ο θυμός ή η εγγύτητα του άλλου. Μια προστασία που κράτησε κάποιον ασφαλή για χρόνια δεν καταργείται με εντολή, πρέπει πρώτα να γίνει κατανοητή.

Παιδικό τραύμα και σύνθετη διαταραχή μετατραυματικού στρες
Το παιδί χρειάζεται τους φροντιστές του για προστασία και συναισθηματική ασφάλεια. Όταν το πρόσωπο από το οποίο εξαρτάται είναι ταυτόχρονα πηγή φόβου, βιώνει μια βαθιά αντίφαση: χρειάζεται τον άλλον και δεν αισθάνεται ασφαλές μαζί του.
Οι επαναλαμβανόμενες εμπειρίες απειλής μπορεί να επηρεάσουν την εμπιστοσύνη, τη ρύθμιση των συναισθημάτων και την εικόνα που σχηματίζει το παιδί για τον εαυτό του. Η παιδική εμπειρία, ωστόσο, δεν καθορίζει αναπόφευκτα την ενήλικη ζωή. Οι υποστηρικτικές σχέσεις και η κατάλληλη θεραπευτική βοήθεια μπορούν να συμβάλουν σε νέους τρόπους σύνδεσης.
Η σύνθετη διαταραχή μετατραυματικού στρες (C-PTSD) αναγνωρίζεται ως ξεχωριστή διάγνωση στην 11η Διεθνή Ταξινόμηση Νόσων (ICD-11) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, με τον κωδικό 6B41. Περιλαμβάνει τα βασικά συμπτώματα της PTSD και επιπλέον επίμονες δυσκολίες στη ρύθμιση των συναισθημάτων, αρνητική εικόνα του εαυτού και προβλήματα στις σχέσεις. Οι ερευνητές που τεκμηρίωσαν αυτή τη διάκριση χαρακτηρίζουν αυτές τις επιπλέον δυσκολίες «διαταραχές στην αυτοοργάνωση». Η C-PTSD συνδέεται συνήθως με παρατεταμένες ή επαναλαμβανόμενες εμπειρίες από τις οποίες η διαφυγή ήταν δύσκολη.
Η ταξινόμηση, πάντως, δεν είναι ενιαία. Η C-PTSD δεν περιλαμβάνεται στο Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών (DSM-5), και η πρόταση του Bessel van der Kolk για μια ξεχωριστή «αναπτυξιακή τραυματική διαταραχή» στα παιδιά δεν υιοθετήθηκε. Σε κάθε περίπτωση, η διάγνωση απαιτεί αξιολόγηση από κατάλληλα εκπαιδευμένο επαγγελματία και δεν ταυτίζεται με κάθε δύσκολη παιδική ηλικία.
Τι προσφέρει η σύγχρονη ψυχοδυναμική προσέγγιση;
Ό,τι δεν μπόρεσε να γίνει σκέψη ή λόγος τείνει να επιστρέφει με άλλη μορφή, ως σωματική αντίδραση ή ως μοτίβο στις σχέσεις. Σε αυτό ακριβώς εστιάζει η ψυχοδυναμική προσέγγιση: στο πώς μια εμπειρία που κατέκλυσε τον ψυχισμό, όπως την περιέγραψε ήδη ο Freud, επηρεάζει όχι μόνο τα συμπτώματα αλλά και τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τους άλλους.
Συχνά, για να αντέξει, ο ψυχισμός κρατά τα αβάσταχτα κομμάτια της εμπειρίας χωριστά, σε ξεχωριστές «καταστάσεις εαυτού», όπως έδειξε ο Philip Bromberg. Η θεραπεία γίνεται τότε ο χώρος όπου αυτά τα κομμάτια αρχίζουν σιγά σιγά να επικοινωνούν μεταξύ τους.
Οι πρώιμες εμπειρίες προστασίας ή αστάθειας διαμορφώνουν τις προσδοκίες μας από τους άλλους, όπως περιγράφει η θεωρία του δεσμού. Όταν ο φόβος ενεργοποιείται έντονα, περιορίζεται και η νοητικοποίηση, η ικανότητα να κατανοούμε τη συμπεριφορά μέσα από σκέψεις, συναισθήματα και προθέσεις, που ανέπτυξε ο Peter Fonagy με τους συνεργάτες του. Μια καθυστερημένη απάντηση σε ένα μήνυμα γίνεται τότε βεβαιότητα απόρριψης, αντί να μείνει μια αμφίσημη κατάσταση που αξίζει διερεύνηση.

Μέσα στη θεραπεία, το τραύμα συχνά επαναλαμβάνεται στη σχέση με τον θεραπευτή: ο άνθρωπος περιμένει την κριτική, την εγκατάλειψη ή την αδιαφορία που γνώρισε. Όταν αυτή η επανάληψη γίνεται αντιληπτή και αποκτά όνομα, προσφέρει την ευκαιρία να βιωθεί κάτι διαφορετικό από το παλιό.
Η πορεία της αποκατάστασης, όπως τη διατύπωσε η Judith Herman, περνά από την ασφάλεια, τη διήγηση και το πένθος για όσα χάθηκαν, και από την επανασύνδεση με τη ζωή και τους άλλους. Δεν είναι ίδια για όλους, ούτε ακολουθεί πάντοτε αυστηρή σειρά.
Η ψυχοδυναμική κατανόηση δεν αποτελεί απόδειξη ότι κάθε σημερινή δυσκολία προέρχεται από το παρελθόν. Οι ερμηνείες μένουν υποθέσεις προς διερεύνηση και χρειάζεται να στηρίζονται στην εμπειρία του ίδιου του ανθρώπου.
Πώς αντιμετωπίζεται το ψυχικό τραύμα;
Στόχος της θεραπείας είναι να μειωθεί η ένταση των συμπτωμάτων, να επεξεργαστεί ο άνθρωπος όσα συνέβησαν και να ανακτήσει τη δυνατότητα να ζει χωρίς να οργανώνει ολόκληρη την καθημερινότητά του γύρω από τον φόβο. Η μνήμη μένει, αλλά αλλάζει η θέση της μέσα στη ζωή του.
Για τη διαταραχή μετατραυματικού στρες, οι κατευθυντήριες οδηγίες του Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας και Κλινικής Αριστείας (NICE) του Ηνωμένου Βασιλείου προτείνουν ατομική τραυματοεστιασμένη γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία και EMDR (απευαισθητοποίηση και επανεπεξεργασία μέσω οφθαλμικών κινήσεων). Η επιλογή εξαρτάται από την κλινική εικόνα, τον χρόνο που πέρασε από το γεγονός, τις προτιμήσεις του ανθρώπου και την κατάρτιση του θεραπευτή. Οι ίδιες οδηγίες δεν συνιστούν την ψυχολογική αποσυμφόρηση (debriefing) αμέσως μετά το γεγονός.
Η θεραπεία μπορεί να περιλαμβάνει ενημέρωση για τις αντιδράσεις στο τραύμα, δεξιότητες διαχείρισης της έντασης, επεξεργασία των τραυματικών αναμνήσεων, αντιμετώπιση της αποφυγής και διερεύνηση συναισθημάτων όπως η ντροπή, η ενοχή και ο θυμός. Μετά από κατάλληλη αξιολόγηση, η δουλειά ξεκινά συνήθως από τη ρύθμιση της έντασης και μόνο έπειτα, μέσα από την επιλεγμένη προσέγγιση, περνά στην επεξεργασία των αναμνήσεων και της αποφυγής.

Η διαπροσωπική και η ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία μελετώνται επίσης. Στη μετα-ανάλυση των Keefe, Kimmel και Weitz (2024), οι προσεγγίσεις αυτές, που εστιάζουν στον δεσμό, στη νοητικοποίηση και στη σχεσιακή σύνδεση, είχαν αποτελέσματα αντίστοιχα με άλλες ενεργές θεραπείες, κυρίως θεραπείες έκθεσης. Τα δεδομένα για την ψυχοδυναμική θεραπεία ειδικά είναι, όμως, πολύ περιορισμένα, αφού η ανάλυση περιέλαβε τρεις τυχαιοποιημένες μελέτες διαπροσωπικής και μόνο μία ψυχοδυναμικής θεραπείας. Οι συγγραφείς σημειώνουν, επίσης, ότι οι καθιερωμένες τραυματοεστιασμένες θεραπείες οδηγούν σε ύφεση περίπου στο 30–40% των ανθρώπων, κάτι που εξηγεί γιατί μελετώνται και άλλες προσεγγίσεις.
Στο σύνθετο τραύμα, χρειάζεται συχνά ιδιαίτερη προσοχή στη ρύθμιση των συναισθημάτων, στην αίσθηση ασφάλειας και στις σχέσεις, και η πορεία εξατομικεύεται. Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να εξεταστεί από κατάλληλο ιατρό όταν ενδείκνυται, ιδίως αν υπάρχουν σημαντικά συνοδά συμπτώματα. Δεν είναι απαραίτητη για όλους, ούτε αντικαθιστά αυτομάτως την ψυχοθεραπεία.
Πότε χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια;
Η αναζήτηση βοήθειας έχει νόημα όταν οι αντιδράσεις, μετά από μια τραυματική εμπειρία, διαρκούν πάνω από έναν μήνα, προκαλούν έντονη δυσφορία ή επηρεάζουν τον ύπνο, τις σχέσεις, την εργασία και την καθημερινότητα. Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται όταν υπάρχουν έντονη αποσύνδεση, σοβαρή αποφυγή, επίμονοι εφιάλτες ή χρήση ουσιών ως βασικός τρόπος διαχείρισης του ψυχικού πόνου.
Όποιος στέκεται δίπλα σε έναν άνθρωπο που έχει περάσει κάτι τέτοιο μπορεί να βοηθήσει περισσότερο με σταθερή παρουσία παρά με ερωτήσεις για λεπτομέρειες. Δεν χρειάζεται να πιέσει για αφήγηση, αρκεί να δείξει ότι είναι διαθέσιμος να ακούσει όποτε εκείνος το θελήσει, και να τον στηρίξει στην αναζήτηση ειδικού.
Σε άμεσο κίνδυνο, ο αριθμός έκτακτης ανάγκης είναι το 112. Για ενδοοικογενειακή βία, λειτουργεί η γραμμή SOS 15900, και για σκέψεις αυτοκαταστροφής η Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία 1018.
Η ζωή πέρα από το τραυματικό βίωμα
Το τραύμα κάνει το παρελθόν να μοιάζει διαρκώς παρόν. Μια φωνή, μια κίνηση ή μια σιωπή ξυπνά έναν παλιό φόβο, ακόμη κι όταν οι σημερινές συνθήκες είναι άλλες. Ο συναγερμός που κάποτε έσωσε κάποιον συνεχίζει να ηχεί σε ένα σπίτι όπου δεν υπάρχει πια φωτιά.
Η θεραπευτική αλλαγή αφήνει όσα έγιναν στη θέση τους. Κάποιος μπορεί σταδιακά να θυμάται χωρίς να κατακλύζεται, να σχετίζεται χωρίς να βρίσκεται διαρκώς σε επιφυλακή και να επιλέγει με βάση το σήμερα και όχι μόνο με βάση όσα έζησε.
Το τραύμα είναι μέρος της ιστορίας ενός ανθρώπου, όχι ολόκληρη η ιστορία του. Η δυνατότητα μιας διαφορετικής σχέσης με το παρελθόν δεν υπόσχεται εύκολη επούλωση. Υπόσχεται κάτι πιο μετρημένο: ο συναγερμός να μάθει σιγά σιγά να ενεργοποιείται μόνο όταν υπάρχει πράγματι φωτιά.
Συχνές ερωτήσεις για το ψυχικό τραύμα
Ποια είναι τα συχνότερα συμπτώματα του ψυχικού τραύματος;
Μπορεί να περιλαμβάνουν εφιάλτες, ανεπιθύμητες αναμνήσεις, αποφυγή, υπερεπαγρύπνηση, διαταραχές ύπνου, ενοχή, ντροπή, συναισθηματικό μούδιασμα και δυσκολίες στις σχέσεις. Δεν εμφανίζονται όλα σε όλους.
Μπορεί το ψυχικό τραύμα να εκδηλωθεί χρόνια αργότερα;
Ορισμένες δυσκολίες μπορεί να γίνουν εμφανείς ή να ενταθούν αργότερα. Χρειάζεται, ωστόσο, αξιολόγηση για να διερευνηθεί αν σχετίζονται με παλαιότερη τραυματική εμπειρία ή με άλλους παράγοντες.
Ποια είναι η διαφορά μεταξύ ψυχικού τραύματος και PTSD;
Το ψυχικό τραύμα περιγράφει ευρύτερα τον ψυχικό αντίκτυπο μιας εμπειρίας. Η διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) είναι συγκεκριμένη κλινική διαταραχή με καθορισμένα διαγνωστικά κριτήρια. Δεν αναπτύσσουν PTSD όλοι όσοι βιώνουν τραυματικά γεγονότα.
Θεραπεύεται το ψυχικό τραύμα;
Πολλοί άνθρωποι παρουσιάζουν ουσιαστική βελτίωση με κατάλληλη υποστήριξη και θεραπεία. Η πορεία διαφέρει ανάλογα με την εμπειρία, τα συμπτώματα, τις συνθήκες ζωής και τις θεραπευτικές ανάγκες.
Ποιες θεραπείες βοηθούν στο PTSD;
Οι τραυματοεστιασμένες θεραπείες, όπως η τραυματοεστιασμένη γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία και η EMDR, διαθέτουν τη σημαντικότερη επιστημονική τεκμηρίωση. Άλλες προσεγγίσεις μπορεί να είναι χρήσιμες ανάλογα με την κλινική εικόνα, με διαφορετικό επίπεδο διαθέσιμων δεδομένων.
Πώς μπορώ να καταλάβω αν μια δυσκολία συνδέεται με παλαιότερο τραύμα;
Επαναλαμβανόμενες έντονες αντιδράσεις, επίμονος φόβος, αποφυγή ή δυσκολίες στις σχέσεις μπορεί να αποτελούν αφορμή για διερεύνηση, αλλά δεν αποδεικνύουν από μόνες τους την ύπαρξη τραύματος. Ένας κατάλληλα εκπαιδευμένος επαγγελματίας ψυχικής υγείας μπορεί να βοηθήσει στη συνολική κατανόηση της εμπειρίας.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.


[…] ΨΥΧΙΚΟ ΤΡΑΥΜΑ : Μια πονεμένη πλευρά της ψυχιατρικής […]