Ένας άνθρωπος μπορεί να παίρνει φαρμακευτική αγωγή για την κατάθλιψη και, παρ’ όλα αυτά, να νιώθει μόνος στη ζωή του. Κοιμάται καλύτερα, έχει περισσότερη ενέργεια, ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις του, αλλά δεν έχει καταλάβει ακόμη γιατί ορισμένες σχέσεις τον πληγώνουν τόσο βαθιά ή γιατί δυσκολεύεται να ζητήσει όσα χρειάζεται. Κάποιος άλλος βρίσκεται σε ψυχοθεραπεία και σιγά σιγά καταλαβαίνει τον εαυτό του, αλλά το άγχος ή η αϋπνία τον εξαντλούν τόσο, που δεν του μένουν δυνάμεις για να αξιοποιήσει όσα ανακαλύπτει.
Οι δύο εμπειρίες θέτουν το ίδιο ερώτημα από αντίθετες πλευρές: τι χρειάζεται ένας άνθρωπος για να ανακουφιστεί από τον ψυχικό του πόνο και τι μπορεί να τον βοηθήσει να αλλάξει τη σχέση του με αυτόν;
Η δημόσια συζήτηση σπάνια το θέτει έτσι. Στήνεται ως αντιπαράθεση ανάμεσα στη βιολογία των ψυχικών δυσκολιών και στην προσωπική ιστορία, τις σχέσεις και τις συνθήκες ζωής. Όταν οι δύο οπτικές θεωρούνται ασυμβίβαστες, ο ίδιος ο άνθρωπος χάνεται ανάμεσά τους.
Με λίγα λόγια: Η ψυχοθεραπεία και η φαρμακευτική αγωγή είναι διαφορετικές θεραπευτικές επιλογές, που ανάλογα με την κατάσταση του ανθρώπου χρησιμοποιούνται χωριστά ή μαζί. Η επιλογή απαιτεί εξατομικευμένη αξιολόγηση από επαγγελματίες ψυχικής υγείας και ενημέρωση για τα οφέλη, τους κινδύνους και τις εναλλακτικές επιλογές.
Ψυχοθεραπεία και ψυχοφάρμακα: αληθινή ή τεχνητή αντιπαράθεση;
Η ψυχιατρική και η ψυχοθεραπεία δεν ξεκινούν από το ίδιο σημείο ούτε επιδιώκουν πάντοτε τα ίδια πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να περιορίσει συμπτώματα που δυσκολεύουν σοβαρά την καθημερινότητα. Η ψυχοθεραπεία προσφέρει έναν χώρο όπου ο άνθρωπος καταλαβαίνει καλύτερα τα συναισθήματά του, τις σχέσεις του και τα μοτίβα που επανέρχονται στη ζωή του. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα φάρμακα αφορούν μόνο τα συμπτώματα ή ότι η ψυχοθεραπεία ασχολείται πάντοτε με βαθύτερα ζητήματα. Κάθε θεραπεία δρα ανάλογα με τη μέθοδο, την κλινική κατάσταση και τον άνθρωπο που τη λαμβάνει.
Η δυσκολία αρχίζει όταν η μία προσέγγιση παρουσιάζεται ως επαρκής για όλους και η άλλη ως περιττή ή κατώτερη. Η κατάθλιψη, για παράδειγμα, προκύπτει, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), από σύνθετη αλληλεπίδραση κοινωνικών, ψυχολογικών και βιολογικών παραγόντων, ενώ όσοι έχουν ζήσει κακοποίηση, βαριές απώλειες ή άλλα στρεσογόνα γεγονότα κινδυνεύουν περισσότερο να τη βιώσουν. Το βάρος κάθε παράγοντα διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο.

Ο Mark Solms, νευροψυχαναλυτής, ξεκινά από ένα απλό δεδομένο: ό,τι νιώθουμε συμβαίνει σε ένα σώμα με εγκέφαλο. Γι’ αυτό επιχειρεί να φέρει σε διάλογο όσα γνωρίζουμε για τον εγκέφαλο με όσα η ψυχανάλυση καταλαβαίνει για την εσωτερική ζωή, χωρίς να βάζει τη μία εξήγηση απέναντι στην άλλη. Η κριτική σκέψη δεν χρειάζεται να εγκαταλειφθεί, χρειάζεται να στραφεί προς τις απόλυτες βεβαιότητες, είτε είναι βιολογικές είτε ψυχολογικές.
Τι μπορούν να προσφέρουν τα ψυχοφάρμακα;
Η ανάπτυξη των ψυχοφαρμάκων άλλαξε ριζικά τις δυνατότητες αντιμετώπισης πολλών ψυχικών διαταραχών. Σε κατάλληλες περιπτώσεις, η φαρμακευτική αγωγή μειώνει την ένταση των συμπτωμάτων, απαλύνει τη σοβαρή διαταραχή του ύπνου ή της διάθεσης και βοηθά κάποιον να ανακτήσει μέρος της λειτουργικότητάς του. Για όποιον δυσκολεύεται να σηκωθεί από το κρεβάτι, να συγκεντρωθεί ή να ανταποκριθεί στα στοιχειώδη της ζωής του, αυτή η ανακούφιση μπορεί να κρίνει πολλά.
Η φαρμακευτική αγωγή δεν αποδίδει το ίδιο σε όλους. Μπορεί να εμφανιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες, να περάσει χρόνος μέχρι να φανεί αποτέλεσμα ή να χρειαστεί αλλαγή της επιλογής. Γι’ αυτό η έναρξη, η παρακολούθηση και η διακοπή της αγωγής γίνονται με ιατρική καθοδήγηση. Η απότομη διακοπή ιδίως μπορεί να προκαλέσει συμπτώματα από τη διακοπή ή υποτροπή.
Ένας θεραπευόμενος, όταν συζητήθηκε το ενδεχόμενο να ξεκινήσει αντικαταθλιπτική αγωγή, ρώτησε: «Κι αν πάψω να είμαι εγώ; Κι αν δεν στενοχωριέμαι πια, αλλά δεν χαίρομαι κιόλας;». Η απορία αφορά τις πιθανές επιδράσεις του φαρμάκου και χρειάζεται σαφή απάντηση, με ενημέρωση για τα αναμενόμενα οφέλη και τις ανεπιθύμητες ενέργειες. Αφορά ίσως και κάτι περισσότερο: τον φόβο ότι η ανακούφιση έχει τίμημα, ότι για να πάψει να υποφέρει θα πρέπει να αποχωριστεί ένα μέρος του εαυτού του. Αυτό το ερώτημα μπορεί να διερευνηθεί στην ψυχοθεραπεία: τι σημαίνει για τον συγκεκριμένο άνθρωπο να αλλάζει η συναισθηματική του κατάσταση και τι φοβάται ότι θα χάσει μαζί με τον πόνο του;

Υπάρχει και η αντίστροφη υπερβολή. Η λήψη ψυχοφαρμάκου δεν σημαίνει ότι κάποιος αποφεύγει τα προβλήματά του, και η αναζήτηση ψυχοθεραπείας δεν σημαίνει ότι απορρίπτει τη βιολογική πλευρά της δυσκολίας του. Το ερώτημα δεν είναι αν τα φάρμακα δείχνουν αδυναμία ή η ψυχοθεραπεία αυτογνωσία. Είναι αν η συγκεκριμένη θεραπεία ανταποκρίνεται στις ανάγκες του ανθρώπου και αν επανεξετάζεται όταν δεν φέρνει το αναμενόμενο όφελος.
Τι προσφέρει η ψυχοθεραπεία πέρα από την ανακούφιση των συμπτωμάτων;
Η ψυχική δυσφορία έχει συχνά ιστορία. Κάποιος βλέπει ότι επαναλαμβάνει τις ίδιες επιλογές στις σχέσεις του, ξέρει ότι ορισμένες αντιδράσεις του κοστίζουν και, παρ’ όλα αυτά, δεν καταφέρνει να τις αλλάξει. Φοβάται την απόρριψη τόσο, που αποφεύγει να πει τι χρειάζεται, ή θυμώνει κάθε φορά που νιώθει ότι δεν τον υπολογίζουν.
Στην ψυχοθεραπεία, αυτές οι εμπειρίες μπορούν να διερευνηθούν. Μέσα στη θεραπευτική σχέση, ο άνθρωπος παρατηρεί πώς βλέπει τον εαυτό του και τους άλλους, πώς διαχειρίζεται και ποια η ανοχή του στα δύσκολα συναισθήματα και πώς ορισμένοι τρόποι προστασίας, που κάποτε τον βοήθησαν να τα βγάλει πέρα, σήμερα στενεύουν τη ζωή του. Για το πώς λειτουργεί η ψυχοθεραπεία υπάρχει σχετικό άρθρο.
Η ψυχοδυναμική ψυχοθεραπεία ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τις επαναλήψεις που δεν γίνονται αντιληπτές εύκολα. Κάποιος μπορεί να απομακρύνεται από τους ανθρώπους που επιθυμεί, επειδή η εξάρτηση από κάποιον τον απειλεί. Η κατανόηση αυτού του μοτίβου δεν αλλάζει αμέσως τη συμπεριφορά. Δημιουργεί, όμως, τον απαραίτητο χώρο όπου μπορεί να δοκιμαστεί κάτι διαφορετικό.
Η σύγχρονη ψυχοδυναμική σκέψη δίνει βάρος όχι μόνο στις ασυνείδητες συγκρούσεις αλλά και στον τρόπο που τα συναισθήματα και τα σχεσιακά μοτίβα ξαναζωντανεύουν στο παρόν, ακόμη και μέσα στη σχέση με τον θεραπευτή. Ο Peter Fonagy και οι συνεργάτες του ανέδειξαν τη σημασία της νοητικοποίησης, δηλαδή της ικανότητας να καταλαβαίνει κανείς τι συμβαίνει μέσα του και μέσα στους άλλους, ιδίως όταν πονά.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί έτσι να διευρύνει την κατανόηση του εαυτού και να αλλάξει τον τρόπο που ο άνθρωπος σχετίζεται με τη ζωή του, χωρίς να περιορίζεται στην υποχώρηση ενός συμπτώματος. Δεν εγγυάται όμως αλλαγή, πολύ περισσότερο μόνιμη. Η έκβαση εξαρτάται από τη φύση της δυσκολίας, τη μέθοδο, τη συνεργασία με τον θεραπευτή και τις συνθήκες ζωής. Τι δείχνει η έρευνα για το πόσο αποτελεσματική είναι η ψυχοθεραπεία εξετάζεται σε ξεχωριστό άρθρο.

Πότε έχει νόημα ο συνδυασμός ψυχοθεραπείας και φαρμακευτικής αγωγής;
Ο συνδυασμός προσφέρει συχνά κάτι που φαίνεται μέσα στη συνεδρία. Στις πρώτες συναντήσεις, ένας θεραπευόμενος μιλούσε γρήγορα, άλλαζε διαρκώς θέμα και δυσκολευόταν να μείνει σε ένα συναίσθημα. Τα χέρια του ήταν σφιγμένα, η αναπνοή του ρηχή, το δε άγχος του έμοιαζε να πιάνει όλον τον διαθέσιμο χώρο. Αργότερα, αφού είχε ξεκινήσει φαρμακευτική αγωγή υπό ιατρική παρακολούθηση και η ένταση άρχισε να υποχωρεί, μια παύση στη συνεδρία απέκτησε άλλο βάρος. Έμεινε για λίγο σιωπηλός και είπε: «Τώρα που δεν είμαι συνέχεια σε συναγερμό, αρχίζω να καταλαβαίνω πόσο μόνος ένιωθα».
Η φαρμακευτική αγωγή δεν αποκάλυψε μια κρυμμένη αιτία, ούτε η ψυχοθεραπεία θα ήταν αδύνατη χωρίς αυτήν. Δείχνει, όμως, πώς η μείωση των συμπτωμάτων μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να διευκολύνει την επαφή με συναισθήματα που πριν ήταν δύσκολο να προσεγγιστούν. Μια μετα-ανάλυση 52 τυχαιοποιημένων μελετών (Cuijpers και συνεργάτες, 2014) κατέληξε ότι ο συνδυασμός είναι αποτελεσματικότερος από τα αντικαταθλιπτικά μόνα τους στη μείζονα κατάθλιψη, στη διαταραχή πανικού και στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή. Το εύρημα αφορά συγκεκριμένες διαταραχές και δεν γενικεύεται σε κάθε περίπτωση.
Σε άλλες περιπτώσεις, η ψυχοθεραπεία είναι η κατάλληλη αρχική επιλογή, χωρίς φάρμακα. Υπάρχουν και καταστάσεις, όπως η διπολική διαταραχή ή οι ψυχώσεις, όπου η φαρμακευτική θεραπεία έχει κεντρικό ρόλο και η ψυχοθεραπεία τη συμπληρώνει. Οι κατευθυντήριες οδηγίες του βρετανικού Εθνικού Ινστιτούτου Υγείας και Αριστείας στη Φροντίδα (NICE) για την κατάθλιψη στους ενήλικες το δείχνουν καθαρά: προβλέπουν διαφορετικές επιλογές ανάλογα με τη βαρύτητα, απομακρύνονται από την αρχική φαρμακευτική αγωγή για ένα νέο επεισόδιο λιγότερο σοβαρής κατάθλιψης και και θεωρούν σημαντικό ο άνθρωπος να γνωρίζει τις επιλογές του, πριν αποφασίσει. Δεν υπάρχει μία λύση για κάθε ψυχική δυσκολία.
Όταν μια θεραπεία δεν αποδίδει όσο αναμενόταν, αυτό δεν αποδεικνύει ότι η αιτία είναι αποκλειστικά ψυχολογική ή αποκλειστικά βιολογική. Χρειάζεται επανεκτίμηση της αρχικής εικόνας και των συνθηκών που επιβαρύνουν την κατάσταση. Η θεραπεία είναι μια πορεία που θέλει παρακολούθηση και προσαρμογή, όχι μια απόφαση που παίρνεται μία φορά για πάντα.

Όταν ο ψυχικός πόνος συνδέεται με τις συνθήκες ζωής
Η απώλεια, η μοναξιά, η οικονομική ανασφάλεια, οι συγκρούσεις στις σχέσεις και η εργασιακή πίεση μπορούν να βαρύνουν σοβαρά την ψυχική υγεία. Καθεμία από αυτές δεν είναι από μόνη της ψυχική διαταραχή, μπορεί όμως να συμβάλει στην εμφάνιση ή στην επιδείνωση συμπτωμάτων. Το ότι αναγνωρίζουμε τις συνθήκες ζωής δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να υπάρχει κλινικά σημαντική διαταραχή, και μια διάγνωση δεν κάνει την προσωπική ιστορία λιγότερο σημαντική.
Η στήριξη σε όποιον μετά από μια απώλεια νιώθει επί μήνες έντονη θλίψη δεν ξεκινά από την υπόθεση ότι το πένθος είναι ασθένεια, ούτε από την πεποίθηση ότι δεν χρειάζεται καμία αξιολόγηση. Εξετάζονται η διάρκεια, η ένταση, η λειτουργικότητα και οι ανάγκες του συγκεκριμένου ανθρώπου.
Ανάλογη προσοχή χρειάζεται όταν το άγχος ή η κατάθλιψη επιμένουν. Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει να γίνει κατανοητή η σχέση ανάμεσα στις εμπειρίες και στη σημερινή κατάσταση, ενώ η ιατρική αξιολόγηση διερευνά αν χρειάζεται φαρμακευτική υποστήριξη ή αν άλλοι παράγοντες, όπως μια σωματική πάθηση, επηρεάζουν τα συμπτώματα.
Ο ρόλος της συνεργασίας ψυχοθεραπευτή και ψυχιάτρου
Κάποιος που υποφέρει επί μήνες από έντονα καταθλιπτικά συμπτώματα ακούει στην ψυχοθεραπεία την πρόταση να εξεταστεί και το ενδεχόμενο ψυχιατρικής αξιολόγησης. Χαμηλώνει το βλέμμα και λέει: «Νόμιζα ότι, αν προσπαθούσα αρκετά, θα μπορούσα να το ξεπεράσω μόνος μου». Για εκείνον, η ανάγκη για πρόσθετη βοήθεια μοιάζει να ακυρώνει την προσπάθεια που έχει ήδη καταβάλει.
Ο ψυχοθεραπευτής δεν χρειάζεται να τον πείσει να πάρει φάρμακα ούτε να προεξοφλήσει ότι είναι απαραίτητα. Μπορεί, όμως, να διερευνήσει τι σημαίνει για εκείνον να χρειάζεται κάποιον άλλον, και να τον βοηθήσει να δει την ψυχιατρική αξιολόγηση όχι ως ήττα, αλλά ως μια δυνατότητα που αξίζει τον κόπο να εξεταστεί. Η απόφαση για φαρμακευτική αγωγή ανήκει στην ιατρική αξιολόγηση και λαμβάνεται με ενημέρωση και συμμετοχή του ίδιου του ανθρώπου.
Όταν κάποιος παρακολουθείται ταυτόχρονα από ψυχοθεραπευτή και ψυχίατρο, ο ψυχίατρος έχει την ιατρική ευθύνη της αξιολόγησης και της φαρμακευτικής αγωγής, ενώ ο ψυχοθεραπευτής δουλεύει μαζί με τον άνθρωπο πάνω στις ψυχολογικές δυσκολίες και στη θεραπευτική σχέση. Μπορεί να διαφωνούν σε κάποιο σημείο και παρ’ όλα αυτά να ανταλλάσσουν, με τη συναίνεση του θεραπευόμενου και με σεβασμό στο απόρρητο, όσα είναι απαραίτητα για τη φροντίδα του. Έτσι αποφεύγεται να αντιμετωπίζονται οι διαφορετικές πλευρές της ίδιας κατάστασης σαν να μη σχετίζονται μεταξύ τους.

Πρακτικά: ποιον να συμβουλευτεί κανείς πρώτα και τι να ρωτήσει
Ο ψυχίατρος είναι γιατρός: αξιολογεί, θέτει διάγνωση και συνταγογραφεί. Ο ψυχολόγος δεν συνταγογραφεί, μπορεί όμως να παραπέμψει σε ψυχίατρο όταν το κρίνει χρήσιμο, όπως και ο ψυχίατρος μπορεί να προτείνει ψυχοθεραπεία. Δεν υπάρχει μία μόνο σωστή είσοδος. Αν τα συμπτώματα είναι έντονα, επηρεάζουν τον ύπνο και τη λειτουργικότητα ή υπάρχουν σκέψεις θανάτου, η ιατρική αξιολόγηση αξίζει να γίνει νωρίς.
Όποιος εξετάζει φαρμακευτική αγωγή μπορεί να ρωτήσει τον γιατρό τι αναμένεται να βοηθήσει και πότε αυτό θα φανεί, ποιες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι πιθανές, πόσο θα διαρκέσει η αγωγή και πώς θα διακοπεί, και αν το συγκεκριμένο φάρμακο συνεπάγεται κίνδυνο εξάρτησης ή συμπτώματα ενδεχόμενης διακοπής. Οι φόβοι για αλλαγή του εαυτού ή για εξάρτηση αξίζει, επίσης, να εκφρασθούν ανοιχτά.
Πέρα από το δίλημμα «ψυχοθεραπεία ή ψυχοφάρμακα»
Ίσως το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι ποια προσέγγιση υπερέχει γενικά, αλλά ποια ταιριάζει σε έναν άνθρωπο σε μια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής του. Η απάντηση αλλάζει καθώς μεταβάλλεται η κλινική εικόνα, υποχωρούν κάποια συμπτώματα ή εμφανίζονται δυσκολίες που θέλουν διαφορετική αντιμετώπιση. Η κριτική στην άκριτη συνταγογράφηση είναι θεμιτή, όπως και η κριτική στην υποτίμηση των φαρμάκων και στην ιδέα ότι ο καθένας οφείλει να τα βγάλει πέρα μόνος του. Καμία από τις δύο θέσεις δεν βοηθά όταν γίνεται απόλυτος κανόνας.
Η ψυχική φροντίδα χρειάζεται να παραδέχεται τα όρια κάθε μεθόδου και να μην υπόσχεται αποτελέσματα που δεν μπορεί να εγγυηθεί. Για όποιον υποφέρει, η επιλογή θεραπείας δεν έχει λόγο να γίνει διαγωνισμός δύναμης ή προθυμίας.
Ο άνθρωπος που κοιμάται πια καλύτερα, αλλά νιώθει μόνος, μπορεί κάποια στιγμή να χρειαστεί έναν χώρο όπου η μοναξιά του θα μπορέσει βρει λόγια να εκφρασθεί. Ο άλλος, που καταλαβαίνει αλλά δεν αντέχει, μπορεί να χρειαστεί πρώτα να ησυχάσει το σώμα του, ώστε όσα ανακάλυψε να έχουν πού να σταθούν. Σε κανέναν από τους δύο δεν αξίζει να ζητηθεί να διαλέξει στρατόπεδο.
Αν η δυσφορία είναι έντονη ή περνούν από το μυαλό σκέψεις αυτοκτονίας, αξίζει να μιλήσετε άμεσα με έναν ειδικό ή να καλέσετε σε γραμμή στήριξης: 112 σε επείγουσα ανάγκη, 1018 (Γραμμή Παρέμβασης για την Αυτοκτονία) ή 10306.
Συχνές ερωτήσεις
Μπορούν να συνδυαστούν η ψυχοθεραπεία και τα ψυχοφάρμακα;
Ναι, σε αρκετές περιπτώσεις ο συνδυασμός μπορεί να είναι χρήσιμος. Η απόφαση εξαρτάται από τη δυσκολία, τη βαρύτητα των συμπτωμάτων, το ιστορικό και τις προτιμήσεις του ανθρώπου, έπειτα από κατάλληλη επαγγελματική αξιολόγηση.
Είναι απαραίτητα τα αντικαταθλιπτικά όταν κάποιος κάνει ψυχοθεραπεία;
Όχι. Η ψυχοθεραπεία δεν συνεπάγεται αυτομάτως ανάγκη για φαρμακευτική αγωγή. Η επιλογή εξαρτάται από την κλινική εικόνα και χρειάζεται εξατομικευμένη συζήτηση με τους κατάλληλους επαγγελματίες.
Μπορούν τα ψυχοφάρμακα να βοηθήσουν χωρίς ψυχοθεραπεία;
Ναι, σε ορισμένες περιπτώσεις η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να αποτελέσει κατάλληλη θεραπεία από μόνη της. Η αποτελεσματικότητα και η ανάγκη για συμπληρωματική υποστήριξη επανεκτιμώνται τακτικά με τον θεράποντα γιατρό.
Αν παίρνω φάρμακα, σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζω τις βαθύτερες αιτίες;
Όχι. Η λήψη φαρμάκων δεν αποδεικνύει αποφυγή ή άρνηση της προσωπικής διερεύνησης. Αν υπάρχουν ζητήματα που χρειάζονται ψυχοθεραπευτική επεξεργασία, μπορούν να συζητηθούν ανεξάρτητα από την απόφαση για φαρμακευτική αγωγή.
Σε ποιον να απευθυνθώ πρώτα, σε ψυχίατρο ή σε ψυχοθεραπευτή;
Δεν υπάρχει μία μόνο σωστή είσοδος. Ο ψυχίατρος είναι γιατρός και μπορεί να αξιολογήσει και να συνταγογραφήσει. Ο ψυχολόγος-ψυχοθεραπευτής δεν συνταγογραφεί, μπορεί όμως να παραπέμψει σε ψυχίατρο όταν χρειάζεται. Αν τα συμπτώματα είναι έντονα ή επηρεάζουν τον ύπνο και τη λειτουργικότητα, αξίζει να γίνει νωρίς ιατρική αξιολόγηση. Την τελική απόφαση την παίρνει ο ίδιος ο άνθρωπος, μετά από ενημέρωση.
Τα ψυχοφάρμακα αλλάζουν την προσωπικότητα ή «μουδιάζουν» τα συναισθήματα;
Η φαρμακευτική αγωγή δεν έχει στόχο να αλλάξει την προσωπικότητα, αλλά να μειώσει συμπτώματα. Ορισμένοι άνθρωποι, ωστόσο, περιγράφουν ότι νιώθουν «μουδιασμένοι» ή ότι η ένταση των συναισθημάτων τους έχει μειωθεί. Αυτό δεν συμβαίνει σε όλους και εξαρτάται από το φάρμακο και τη δόση. Αν το παρατηρήσετε, συζητήστε το με τον γιατρό σας, χωρίς να διακόψετε την αγωγή μόνοι σας· μπορεί να εξεταστεί προσαρμογή της δόσης ή αλλαγή φαρμάκου.

Σάββας Ν. Σαλπιστής, M.Sc. Ph.D.
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης ενηλίκων και παίδων. Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης.Κάθε δυσκολία κρύβει μέσα της την προοπτική μιας νέας αρχής. Αν νιώθετε ότι οι σκέψεις σας σας βαραίνουν, είμαι εδώ για να τις μοιραστούμε και να βρούμε μαζί τη δική σας εσωτερική ισορροπία.
Πνευματικά Δικαιώματα: Το περιεχόμενο της ιστοσελίδας www.i-psyxologos.gr αποτελεί πνευματική ιδιοκτησία του Σάββα Σαλπιστή. Η αναδημοσίευση επιτρέπεται αποκλειστικά με την παράθεση ενεργού συνδέσμου (active link) στην πηγή.

